19 Νοεμβριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ Στο εργαστήρι της Κυριακής Χρυσομάλλη-Henrich

Στο εργαστήρι της Κυριακής Χρυσομάλλη-Henrich

E-mail Εκτύπωση

altΜεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου με το οποίο δούλεψαν πρόσφατα και μοιράζονται μαζί μας τα μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενη, η μεταφράστρια Κυριακή Χρυσομάλλη-Henrich με αφορμή τη μετάφραση του συλλογικού τόμου Ιστορία της Γερμανικής Λογοτεχνίας. Από τις αρχές της ως σήμερα. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις University Studio Press.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Με την πρώτη ματιά που έριξα στο πρωτότυπο γερμανικό βιβλίο εκτίμησα τη δόμηση της ύλης, το «ευμέγεθες» και ωστόσο ευσύνοπτο του όγκου του, την πληρότητα που έδειχνε να προσφέρει, το φωτογραφικό υλικό που συνόδευε συγγραφείς, ιστορικές συγκυρίες και κείμενα και σκέφτηκα με χτυποκάρδι, βιβλίο αυτής της θεματικής, πληρότητας και προσεγμένης εμφάνισης δεν έχουμε στα ελληνικά.

Το University Studio Press δέχτηκε την πρότασή μου και μου ανέθεσε τη μετάφραση που κυκλοφόρησε το 2016 σε έναν τόμο ιδιαίτερα φροντισμένο εκδοτικά. Στον ίδιο εκδοτικό οίκο είχα μεταφράσει στο παρελθόν τη Θεωρία της αφήγησης του Φραντς Στάντσελ, μυθιστορήματα των Κρίστα Βολφ και Ζίγκφριντ Λεντς. Κάθε μετάφραση είναι ένα στοίχημα είτε πρόκειται για λογοτεχνία είτε για επιστήμη, καθώς οι δυσκολίες και τα ζητούμενα είναι πολύ διαφορετικά στα δύο πεδία. Για τη μετάφραση της λογοτεχνίας απαιτείται πλήρης γνώση του πρωτότυπου έργου του συγγραφέα και μετάθεση του μεταφραστή στον πνευματικό και συναισθηματικό κόσμο του δημιουργού, ένα είδος ταύτισης μαζί του. Ένα λογοτεχνικό έργο που δεν σε συγκινεί δεν μπορείς να το μεταφράσεις ικανοποιητικά. Για τη μετάφραση της επιστήμης πάλι απαιτείται η κατοχή του γνωστικού αντικειμένου (ένας φιλόλογος δεν μπορεί να μεταφράσει ένα ιατρικό βιβλίο), της γλώσσας που προσιδιάζει σ’ αυτό, της σχετικής ορολογίας και της παρεμφερούς βιβλιογραφίας, στην οποία θα χρειαστεί να καταφύγεις για να βρεις κάποιες λύσεις στα προβλήματα που αναπόφευκτα θα ανακύψουν.

Κάθε μετάφραση είναι ένα στοίχημα είτε πρόκειται για λογοτεχνία είτε για επιστήμη, καθώς οι δυσκολίες και τα ζητούμενα είναι πολύ διαφορετικά στα δύο πεδία. Για τη μετάφραση της λογοτεχνίας απαιτείται πλήρης γνώση του πρωτότυπου έργου του συγγραφέα και μετάθεση του μεταφραστή στον πνευματικό και συναισθηματικό κόσμο του δημιουργού, ένα είδος ταύτισης μαζί του. Ένα λογοτεχνικό έργο που δεν σε συγκινεί δεν μπορείς να το μεταφράσεις ικανοποιητικά.

Το βασικό πρόβλημα της μεταφρασεολογίας «πιστή μετάφραση – καλή μετάφραση;» ισχύει και για τις δύο περιοχές και απαιτεί για το κάθε βιβλίο καινούρια λύση. Είναι παράλογο να απαιτείται από την κριτική, όπως συμβαίνει καμιά φορά, τυπική προσήλωση στο λεξικό, επειδή μια τέτοια απαίτηση αγνοεί το γεγονός ότι κάθε μετάφραση αποτελεί νέα δημιουργία, η οποία εμπεριέχει τη δυνατότητα της προσωπικής επιλογής μεταξύ των λεξιλογικών στοιχείων, άρα της ελευθερίας –έστω κάπως περιορισμένης–, αφού δεν επιτρέπεται να προδώσει το πνεύμα του πρωτοτύπου. Με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο ή και περισσότερες μεταφραστικές εκδοχές ενός πρωτοτύπου χωρίς καμία από αυτές να είναι «λανθασμένη».

Η Ιστορία της γερμανικής λογοτεχνίας, τελικά ένα βιβλίο 937 σελίδων, παρουσίαζε πολλά προβλήματα στα οποία παραπέμπω εκτενώς στον «Πρόλογο της μεταφράστριας», όπου παρουσιάζω και τις λύσεις στις οποίες κατέφυγα. Στην προβληματική αυτή και με κατάφαση για τις λύσεις που επέλεξα αναφέρεται στο εκτενές του «Εισαγωγικό Σημείωμα» και ο καθηγητής Βάλτερ Πούχνερ, ο οποίος περιέγραψε το τοπίο της πρόσληψης της γερμανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα σε σχέση και αντίθεση με τη γαλλική και αγγλική λογοτεχνία που έχουν παραδοσιακά ισχυρότερη θέση στην ελληνική πραγματικότητα τονίζοντας ότι η προκείμενη μετάφραση καλύπτει ένα κενό στην πολιτισμική επικοινωνία μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Στα βασικά προβλήματα του εγχειρήματος αυτής της μετάφρασης ανήκε το γεγονός ότι το πρωτότυπο βιβλίο είναι ένας συλλογικός τόμος έντεκα επιστημόνων, καθένας από τους οποίους έγραψε για το στενότερο γνωστικό του αντικείμενο, αφού ένας μεσαιωνολόγος δεν είναι σε θέση να καλύψει τη μοντέρνα ή τη σύγχρονη λογοτεχνία, και αντιστρόφως κανένας ειδικευμένος στις νεότερες εποχές δεν θα μπορούσε να γράψει επαρκώς για τις παλαιότερες. Ήταν, λοιπόν, ανάγκη να καταβληθεί ιδιαίτερος κόπος για την ενοποίηση του ύφους, κάτι που επεδίωξα εντελώς συνειδητά. Εδώ ανήκει και η προσπάθεια κάποιας ανάλυσης ιδιαίτερα σχοινοτενών και μεταξύ τους υποτακτικά συνδεδεμένων προτάσεων, στοιχείο το οποίο προσιδιάζει μεν στη γερμανική επιστημονική γλώσσα, το οποίο όμως θα επιβάρυνε το ελληνικό κείμενο καθιστώντας το δύσληπτο. Έτσι δημιουργήθηκαν μερικές μικρότερες γλωσσικές ενότητες με εναλλαγή κύριων και δευτερευουσών προτάσεων. Πολύ χρόνο μού κόστισε η τελική απόφαση για τη μεταγραφή των γερμανικών ονομάτων και τοπωνυμίων με το ελληνικό αλφάβητο. Αφού άλλαξα την αρχική τολμηρή ιδέα μου για την (πάντα σχετική) απόδοση της γερμανικής φωνητικής, κατέληξα στην απλούστερη δυνατή ορθογραφική αναπαράστασή της με ε, ι, ο αφού τα αι, ει, η, υ, ω ή τα διπλά σύμφωνα δεν επηρεάζουν στα ελληνικά την προφορά όπως συμβαίνει στα γερμανικά· η γλώσσα μας έχει καταργήσει τα μακρά φωνήεντα πριν από πολλές εκατοντάδες χρόνια. Φυσικά στον Πίνακα Ονομάτων μετά την ελληνική μεταγραφή ακολουθεί η πρωτότυπη γραφή του ονόματος στα γερμανικά. Γενικά ακολουθώ την ορθογραφία της Γραμματικής Τριανταφυλλίδη και του Λεξικού της κοινής Νεοελληνικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη). Ακανθώδες είναι και το ζήτημα του τονισμού, τον οποίο απλουστευτικά και σε συγκερασμό με τον ελληνικό νόμο του τονισμού των τριών τελευταίων συλλαβών μιας λέξης προσαρμόζουμε και σε γερμανικές έννοιες ή ονόματα. Εξηγώ στον Πρόλογό μου ότι τα γερμανικά ονόματα είναι συχνά σύνθετες λέξεις οι οποίες κανονικά τονίζονται στην πρώτη συλλαβή ενώ έχουν και ένα δεύτερο ασθενέστερο τόνο στο β΄ συστατικό της λέξης, π.χ. Σλάιερμάχερ, Σόπενχάουερ, Έντσενσμπέργκερ, Άινσταϊν κ.ά., όπως λέμε στα ελληνικά «το δωμάτιό μου».

Στα βασικά προβλήματα του εγχειρήματος αυτής της μετάφρασης ανήκε το γεγονός ότι το πρωτότυπο βιβλίο είναι ένας συλλογικός τόμος έντεκα επιστημόνων, καθένας από τους οποίους έγραψε για το στενότερο γνωστικό του αντικείμενο, αφού ένας μεσαιωνολόγος δεν είναι σε θέση να καλύψει τη μοντέρνα ή τη σύγχρονη λογοτεχνία, και αντιστρόφως κανένας ειδικευμένος στις νεότερες εποχές δεν θα μπορούσε να γράψει επαρκώς για τις παλαιότερες. Ήταν, λοιπόν, ανάγκη να καταβληθεί ιδιαίτερος κόπος για την ενοποίηση του ύφους, κάτι που επεδίωξα εντελώς συνειδητά.

Η μεταφορά της ορολογίας υπήρξε επίσης μια σπαζοκεφαλιά, αφού εκτός από τους κοινούς όρους της θεωρίας της λογοτεχνίας (που ισχύουν στις δυτικές γλώσσες), στα γερμανικά υπάρχουν και κάποιοι «επιχώριοι» που δεν έχουν αντιστοιχίες σε μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη, π.χ. ο όρος Stabreim για τον αρχαιότερο στίχο παρηχήσεων, οι οποίες αφορούν μόνο το αρχικό σύμφωνο κάθε άρσης (και στο εσωτερικό ενός στίχου), δηλαδή περίπου το αντίθετο της ομοιοκαταληξίας. Εδώ κατέληξα στην έννοια «ομοιόαρκτος στίχος» σε αναλογία προς τον «ομοιοτέλευτο».

Ιδιαίτερα χρονοβόρα και πολύ απογοητευτική υπήρξε η έρευνα για την ανεύρεση μεταφρασμένων στα ελληνικά τίτλων – και πρόκειται για πολλές εκατοντάδες τίτλων. Το Ινστιτούτο Γκέτε, το οποίο διατηρεί μια σχετική ιστοσελίδα, δυστυχώς δεν την ενημερώνει επαρκώς, ενώ ακριβώς αυτό αποτελεί το πρώτο σημείο προσανατολισμού του ερευνητή. Συχνά η Εθνική Βιβλιοθήκη περιείχε τίτλους που απουσίαζαν από το Γκέτε. Υπάρχουν βέβαια και μερικές βιβλιογραφικές μονογραφίες, κυρίως για τον Μπρεχτ και τον Κάφκα, οι οποίες όμως καλύπτουν πολύ μικρό μέρος της μεταφρασμένης στα ελληνικά λογοτεχνίας. Απαραίτητη ήταν η καταφυγή στο ελληνικό διαδίκτυο, όπου και ανευρέθηκαν αρκετοί τίτλοι. Προβληματικό είναι και το γεγονός ότι για πολυμεταφρασμένους συγγραφείς, όπως ο Μπρεχτ και ο Κάφκα, υπάρχουν διαφορετικές διατυπώσεις του ίδιου τίτλου σε επανεκδόσεις ή και σε κάθε νέο ανέβασμα ενός έργου τους στο θέατρο. Ήμουν υποχρεωμένη να επιλέξω έναν τίτλο, ακόμα κι αν δεν συμφωνούσα καθόλου με τη διατύπωσή του, αλλά αναφέροντας σε υποσημείωση τις παραλλαγές που διαπίστωσα. Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ίδιος μεταφραστής αποδίδει με δύο διαφορετικούς τίτλους το ίδιο έργο. Καταλαβαίνει κανείς ότι η βιβλιογραφική σταθεροποίηση της μεταφρασμένης λογοτεχνίας απαιτεί από τους μελλοντικούς φιλολόγους μερικές διδακτορικές διατριβές, όχι μόνο μία. Σε περιπτώσεις που στάθηκε αδύνατο να διαπιστωθεί ένας μεταφρασμένος τίτλος, απέδωσα το γερμανικό πρωτότυπο όσο γινόταν πιστά.

Προέκυψε η ανάγκη κάποιας επιπλέον πληροφόρησης του Έλληνα αναγνώστη, ανάγκη που οδήγησε στη δημιουργία 208 υποσημειώσεων οι οποίες διατρέχουν ολόκληρο το κείμενο αποτελώντας ένα μικρό βιβλίο μέσα στο μεγάλο, έναν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ των δύο πολιτισμών, επειδή συχνά περιέχουν και συγκρίσεις με την ελληνική ιστορική και λογοτεχνική πραγματικότητα. Οι υποσημειώσεις αυτές αποτελούν βέβαια δική μου πρόσθεση στο γερμανικό πρωτότυπο.

Ένα έργο που αρχίζει πριν τον 8ο αιώνα και επιδιώκει, έστω συμπυκνώνοντας, να παρουσιάσει το σύνολο της λογοτεχνικής παραγωγής ενός λαού, είναι σαφές ότι σε ορισμένα σημεία θα δημιουργήσει προβλήματα κατανόησης στους μη φυσικούς ομιλητές της γλώσσας του και σε όλους όσοι δεν συμμετέχουν στον πολιτισμικό του κύκλο. Ανέκυπταν, λοιπόν, πραγματολογικά προβλήματα που θα δυσκόλευαν τον Έλληνα αναγνώστη, ο οποίος φυσικώ τω λόγω δεν είναι τόσο εξοικειωμένος με τη γερμανική ιστορία και λογοτεχνία. Οι συντάκτες των επιμέρους άρθρων απευθυνόμενοι στο γερμανικό κοινό γράφουν σε αρκετά σημεία υπαινικτικά και με συνειρμούς που είναι αυτονόητοι στον Γερμανό (όπως π.χ. το 1821 θα ήταν αυτονόητο για έναν Έλληνα), ενώ ένας μη γνώστης των γερμανικών πραγμάτων δυσκολεύεται να τα αποκωδικοποιήσει. Έτσι προέκυψε η ανάγκη κάποιας επιπλέον πληροφόρησης του Έλληνα αναγνώστη, ανάγκη που οδήγησε στη δημιουργία 208 υποσημειώσεων οι οποίες διατρέχουν ολόκληρο το κείμενο αποτελώντας ένα μικρό βιβλίο μέσα στο μεγάλο, έναν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ των δύο πολιτισμών, επειδή συχνά περιέχουν και συγκρίσεις με την ελληνική ιστορική και λογοτεχνική πραγματικότητα. Οι υποσημειώσεις αυτές αποτελούν βέβαια δική μου πρόσθεση στο γερμανικό πρωτότυπο.

Κάθε κεφάλαιο της Ιστορίας της γερμανικής λογοτεχνίας αρχίζει με μια γενικότερη εισαγωγή στην ιστορική και κοινωνικοπολιτική εποχή την οποία πραγματεύεται, γεγονός που διευκολύνει την πρόσληψη και κατανόηση της λογοτεχνικής εξέλιξης η οποία δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη από τις συνθήκες και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εκάστοτε πραγματικότητας. Έτσι, η λογοτεχνία του μπαρόκ αντανακλά έναν άλλο κόσμο από ό,τι π.χ. η λογοτεχνία του Διαφωτισμού. Ένα συμπλήρωμα της ιστορικής εισαγωγής κάθε κεφαλαίου του πρωτοτύπου αποτελεί από μέρους μου η πρόσθεση τετράστηλων Συγκριτικών Πινάκων της ελληνικής ιστορίας και λογοτεχνίας σε αντιπαράθεση με τη γερμανική ιστορία και λογοτεχνία, ένα πόνημα, το οποίο σε συνδυασμό με τις υποσημειώσεις επιδιώκει να διευρύνει συγκριτολογικά τον γνωστικό ορίζοντα του Έλληνα αναγνώστη σε ό,τι αφορά την παλαιότερη και τη σύγχρονη πολιτισμική πραγματικότητα της Γερμανίας, και τελικά να συμβάλει στην καλύτερη  κατανόησή της. 

Κάθε κεφάλαιο της Ιστορίας της γερμανικής λογοτεχνίας αρχίζει με μια γενικότερη εισαγωγή στην ιστορική και κοινωνικοπολιτική εποχή την οποία πραγματεύεται, γεγονός που διευκολύνει την πρόσληψη και κατανόηση της λογοτεχνικής εξέλιξης η οποία δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη από τις συνθήκες και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εκάστοτε πραγματικότητας.

Πρόσθεση δική  μου αποτελεί επίσης ο Πίνακας Όρων και Εννοιών, κάτι που παραδόξως λείπει από το γερμανικό βιβλίο, ενός τόσο επώνυμου εκδοτικού οίκου όπως ο Metzler. Ένας τέτοιος πίνακας αποτελεί απαραίτητο και πολύτιμο «οδηγό» για την εύκολη χρήση ενός τόσο μεγάλου και ιδίως πολύπλοκου βιβλίου.

Καταληκτικά θα ήθελα να προσθέσω ότι ελπίζω να πραγματοποιηθεί η πρόβλεψη του καθηγητή Πούχνερ, και η ελληνική πια Ιστορία της γερμανικής λογοτεχνίας. Από τις αρχές της ως σήμερα βρίσκοντας θετική αποδοχή από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό να εκπληρώσει ταυτοχρόνως την κάλυψη του κενού που υπήρχε στη σχετική πνευματική περιοχή.

altInfo
Η Κυριακή Χρυσομάλλη-Henrich είναι απόφοιτη του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του Τμήματος Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Αμβούργου, και διδάσκει ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Κιέλου. Τα ενδιαφέροντά της εστιάζονται στη λογοτεχνία και τη θεωρία της λογοτεχνίας. Εκτός από τις μεταφράσεις της από τα γερμανικά έχει δημοσιεύσει σε Πρακτικά πολλών συνεδρίων και σε περιοδικά εργασίες σχετικές με την ελληνική λογοτεχνία.

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Στο εργαστήρι του Παναγιώτη Κεχαγιά

Στο εργαστήρι του Παναγιώτη Κεχαγιά

Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου με το οποίο δούλεψαν πρόσφατα και μοιράζονται μαζί μας τα μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενος, ο συγγραφέας και μεταφραστής Παναγιώτης Κεχαγ...

Στο εργαστήρι του Γιώργου Βαρθαλίτη

Στο εργαστήρι του Γιώργου Βαρθαλίτη

Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου με το οποίο δούλεψαν πρόσφατα και μοιράζονται μαζί μας τα μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενος, ο μεταφραστής Γιώργος Βαρθαλίτης, με αφορμή τ...

Στο εργαστήρι του Αλέξανδρου Κυπριώτη

Στο εργαστήρι του Αλέξανδρου Κυπριώτη

Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου με το οποίο δούλεψαν πρόσφατα και μοιράζονται μαζί μας τα μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενος, ο μεταφραστής και συγγραφέας Αλέξανδρος Κυπρι...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Στην Πρέβεζα του Καρυωτάκη, του Εμφυλίου, της ζώσας μνήμης

Στην Πρέβεζα του Καρυωτάκη, του Εμφυλίου, της ζώσας μνήμης

Για το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Αυδίκου «Οι τελευταίες πεντάρες» (εκδ. Ταξιδευτής).

Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Υπάρχουν δύο τρόποι θέασης της πραγματικ...

Αόρατες απειλές σε καφκικές οικογένειες

Αόρατες απειλές σε καφκικές οικογένειες

Για τη συλλογή διηγημάτων του Διονύση Μαρίνου «Όπως και αν έρθει αυτό το βράδυ» (εκδ. Μελάνι).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ποιος είναι ο Διονύσης Μαρίνος...

Διαβάζοντας με την Κάτια Αρφαρά

Διαβάζοντας με την Κάτια Αρφαρά

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube