x
Διαφήμιση

27 Φεβρουαριου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:09:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ Το μυστικό του Γενάρη είναι μια λέξη μόνο

Το μυστικό του Γενάρη είναι μια λέξη μόνο

E-mail Εκτύπωση

altΈνα αναγνωστικό ημερολόγιο για όσα διαβάσαμε, υπογραμμίσαμε και ξεχωρίσαμε τον μήνα που μας πέρασε. Σκέψεις που σημειώσαμε στο περιθώριο των βιβλίων. Φράσεις και εικόνες που θέλουμε να κρατήσουμε. Έλληνες και μεταφρασμένοι συγγραφείς σε μια ιδιότυπη αλληλουχία.

Του Κώστα Αγοραστού

alt


Πλησιάζω στο μεγάλο γυάλινο τραπέζι. Έξω έχει σχεδόν σκοτεινιάσει, δεν ανάβω το πορτατίφ, αλλά έχω εντοπίσει το βιβλίο που ψάχνω. Το κίτρινο χρώμα σε συνδυασμό με το θέμα της νουβέλας και την υφή του χαρτιού, το καθιστούν ένα από τα πιο πετυχημένα εξώφυλλα των τελευταίων μηνών. Κάθομαι στο γραφείο, περιμένω λίγα λεπτά μέχρι να χαθεί και το τελευταίο φως. 

Τις στιγμές που το φως εξαφανίζεται –και λίγο πριν συνηθίσουμε το απόλυτο σκοτάδι– ένας προστατευτικός μανδύας παρεμβάλλεται μεταξύ δύο ανθρώπων που θέλουν να μιλήσουν αλλά δεν τα καταφέρουν ενώπιος ενωπίω. Οι λέξεις δεν σκαλώνουν στο απέναντι βλέμμα, το σώμα ορθώνεται χωρίς να προδίδεται και η αλήθεια προσφέρεται ακονισμένη και δίκαιη. Κι αν το σκοτάδι μοιάζει κάπως ανορθόδοξος τρόπος, υπάρχει άλλη μια μορφή απεύθυνσης που εγγυάται αμεσότητα, εξασφαλίζοντας την απαραίτητη απόσταση ασφαλείας: Το γράμμα.

«Εκείνη την περίοδο, περισσότερο από κάθε άλλη, είχα ανάγκη από ενθάρρυνση. Ένιωθα ήδη καταπιεσμένος από την απλή σωματική σου παρουσία. Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι συχνά γδυνόμασταν στην ίδια καμπίνα. Εγώ ισχνός, αδύναμος, μικροκαμωμένος, εσύ δυνατός, μεγαλόσωμος, ευρύστερνος. Ήδη μέσα στην καμπίνα ένιωθα αξιοθρήνητος, και μάλιστα όχι μόνο στα δικά σου μάτια, αλλά στα μάτια όλου του κόσμου, γιατί εσύ ήσουν για μένα το μέτρο όλων των πραγμάτων».

altΟ Franz Kafka έγραψε το Γράμμα στον πατέρα, τον Νοέμβριο του 1919. Αφορμή στάθηκε η αντίδραση του πατέρα του, όταν του ανακοίνωσε τον αρραβώνα του με την Julie Wohryzek, κόρη ενός τσαγκάρη της εβραϊκής μειονότητας της Πράγας. Ο πατέρας του, ο Hermann Kafka, υποτιμούσε τόσο την Julie για την ταπεινή της καταγωγή, όσο και τον Franz, θεωρώντας ότι η κοπέλα τον ξεγέλασε για να του αποσπάσει τη δέσμευση του αρραβώνα. Το 1919 ο Kafka ήταν 36 χρόνων και έμενε ακόμα μαζί με τους γονείς του.

«Όταν άρχιζα να καταπιάνομαι με κάτι που δεν σου άρεσε και με προειδοποιούσες ότι θα αποτύχω, το δέος για την άποψή σου ήταν τόσο μεγάλο, που η αποτυχία, ακόμη κι αν αυτή συνέβαινε κάπως αργότερα ίσως, ήταν αναπόφευκτη. Έχασα την εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου. Ήμουν άστατος, αναποφάσιστος. Όσο μεγάλωνα, τόσο συσσωρευόταν ο όγκος του υλικού που μπορούσες να προσκομίσεις ως απόδειξη της ανικανότητάς μου και σιγά σιγά άρχισες να έχεις πράγματι δίκιο, από μια άποψη».

Στο σύντομο και κατατοπιστικό επίμετρο του Βασίλη Τσαλή (ο οποίος έκανε και την ωραία μετάφραση) διαβάζουμε ότι το Γράμμα στον πατέρα, αν και γράφτηκε το 1919, δημοσιεύθηκε στην πλήρη του εκδοχή το 1953. Από όποια σκοπιά (ψυχαναλυτική, κοινωνιολογική, κειμενοκεντρική) κι αν διαβάσει κανείς όσα ο Franz Kafka προσάπτει στον πατέρα του, δεν μπορεί παρά να διακρίνει έναν βαθιά πληγωμένο και καταπιεσμένο άνθρωπο, ο οποίος προσπάθησε να βρει τις ισορροπίες του, χωρίς ποτέ να καταφέρει να κοιτάξει τον πατέρα του ευθεία στα μάτια.

«Θα ήμουν ευτυχής αν σε είχα φίλο, αφεντικό, θείο ή παππού, ακόμα (αν και με περισσότερους ενδοιασμούς) πεθερό. Μόνο που ως πατέρας ήσουν πολύ δυναμικός για τα μέτρα μου…»

alt


Για πολλούς η ζωή είναι μια αδιάκοπη μάχη με τη μητέρα ή/και τον πατέρα τους. Για κάποιους άλλους –πιο ψύχραιμους ή πιο αναβλητικούς– η σχέση με τους γονείς διεκπεραιώνεται στο πλαίσιο μιας επίφασης πολιτισμένου κλίματος, όπου ακόμη κι εκεί η ένταση θα εκδηλωθεί σπανιότερα μεν, με σφοδρότητα δε. Σε κάθε περίπτωση όμως, φτάνει η στιγμή που πρέπει να κλείσουν οι εκκρεμότητες των παιδιών με τους –ζώντες ή τεθνεώτες– γονείς.

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι συγγραφείς –και συγκεκριμένα άντρες– νιώθουν την ανάγκη να βάλουν κάτω από την ομπρέλα της λογοτεχνίας, τη σχέση πατέρα και γιού. Η καταγραφή των παιδικών χρόνων, ο πατέρας-είδωλο, η μάνα συνήθως στιβαρή αλλά σιωπηρή, τα αδέλφια, ο ανταγωνισμός αλλά και η ρήξη των σχέσεων με τον πατέρα, η διαχείριση της απομάκρυνσης, το τραύμα, η μοναχική πορεία, η επανασύνδεση των δύο αντρών – εκ του φυσικού ή μέσω της λογοτεχνίας. Αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι στάσεις κάθε ιστορίας. Χαρακτηριστικά βιβλία για τη δύσκολη και μοναδική σχέση πατέρα-γιού, που εκδόθηκαν τελευταία και ξεχωρίσαμε είναι του Χάρη Βλαβιανού Το αίμα νερό (εκδ. Πατάκη), του Νίκου Παναγιωτόπουλου Ολομόναχος (εκδ. Μεταίχμιο), του Χρήστου Αστερίου Η θεραπεία των αναμνήσεων (εκδ. Πόλις), του Άρη Φιορέτου Ο μισός ήλιος (μτφρ. Κώστας Κοσμάς, εκδ. Πατάκη), του Ηλία Μαγκλίνη Είμαι όσα έχω ξεχάσει (εκδ. Μεταίχμιο), με πιο πρόσφατο το αφήγημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη Το τραγούδι του πατέρα (εκδ. Πατάκη), απ’ όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί:

«Στις παρέες όλοι του φώναζαν “Λεωνίδα, την κιθάρα! Άσε τα δισκάκια. Πες κάνα σπανιόλικο!”.
Έτσι κι εκείνος ξανάπαιρνε την κιθάρα –στο μεταξύ είχε αλλάξει δύο ως τότε–, την κούρδιζε λίγο και ξεκίναγε να παίζει. Στα ισπανικά τραγουδούσε μόνος του, στα ελληνικά τον συνόδευε κι η μάνα μου με μια φωνή που λες και με τα χρόνια γινόταν πιο διαυγής και δυνατή.
“Α, βρε Λεωνίδα, θυμάσαι τα γλέντια μας τότε” λέγανε.
“Τι έγινε ο Παντελής, πού βρίσκεται τώρα;”
Γιατί, δεκαετία του ’70, το τρίο τους δεν υπήρχε πια, ήταν οι δύο, ντουέτο».

altΤο στοιχείο που διαφοροποιεί, κάπως, το αφήγημα του Γρηγοριάδη από τα υπόλοιπα, είναι το ότι μέσω αυτού θέλει να αναδείξει μια παραμελημένη –και τελικά θυσιασμένη– καλλιτεχνική πλευρά του πατέρα του, Λεωνίδα Γρηγοριάδη, η οποία ξεκίνησε να παίρνει μορφή από τα νεανικά του χρόνια. Τότε, μαζί με άλλους δύο συγχωριανούς του έφτιαξαν ένα μουσικό τρίο [Τρίο Καντάδα, κιθάρα, ακορντεόν και βιολί] και συνόδευαν τη χαρά των ανθρώπων της ευρύτερης περιοχής, παίζοντας σε γάμους, σε πανηγύρια και σε γιορτές στα γύρω χωριά. Όλα αυτά αφού τελείωναν από τις «κανονικές» τους δουλειές: τα χωράφια με το βαμβάκι ή τις ώρες που ήταν ανοιχτό το παντοπωλείο, που είχε ο πατέρας του Γρηγοριάδη. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, οι άνθρωποι μεγάλωναν και τα μέλη του Τρίο Καντάδα βυθίζονταν στις υποχρεώσεις τους και στο ζοφερό κλίμα της δικτατορίας. Ο Γρηγοριάδης καταγράφει το ανεκπλήρωτο, την πορεία προς τον συμβιβασμό και τη σύνθλιψη του ονείρου μέσα στα στενά όρια της οικογενειακής ζωής στην επαρχία. Μιας ζωής μετρημένης και τίμιας.

«Το παλιό τουρκόσπιτο με την ανοιχτή ξύλινη σάλα, τρία δωμάτια γωνιακά –όλα επάνω–, κάτω η αποθήκη, γεμάτη δεμάτια καπνά, έτοιμα να εκτιμηθούν και να πουληθούν. Η ξύλινη σάλα, την προτίμησαν λόγω καιρού, ήταν αργά φθινόπωρο, δε βάσταγε γερά όμως, τόσα χρόνια πατημένη, τόσα βάρη, ζωντανών και πεθαμένων. Βούλιαξε πάνω σε ένα ομαδικό χορευτικό, λέγανε ότι το σόι της νύφης ήταν πολύ χορευταράδες, χοροπηδηχτάδες.
Τσακίστηκαν οι παλιοσανίδες, οι καλεσμένοι βρέθηκαν κάτω στο χαγιάτι, σωριάστηκαν στην αποθήκη ανάμεσα στα τσουβάλια και τα δέματα.
Η νύφη τραυματίστηκε σοβαρά, τα μαλλιά της μπλέχτηκαν σε κάτι σύρματα και τσιγκέλια κι έχασε μια πολύτιμη μπούκλα, αναβλήθηκε ο γάμος! Στράβωσαν χέρια, πληγώθηκαν μπούτια, μάτωσαν μάγουλα, φήμες και για χειρότερες βλάβες ακούστηκαν καθώς μπλέχτηκαν ανθρώπινα μέλη με αγροτικά εργαλεία».

Ο Θοδωρής Γρηγοριάδης, σ’ αυτό το αφήγημα εστιάζει στα χρόνια, όπου ο πατέρας του πλησίασε τόσο κοντά στο όνειρό του αλλά δεν τόλμησε να το διεκδικήσει από τη ζωή, στη φιλία του με τα υπόλοιπα δύο μέλη της παρέας, καθώς και σ’ εκείνο το ταξίδι στο Μπουένος Άιρες που, αν πραγματοποιούνταν, ίσως και να τους άλλαζε τη ζωή. Ο Λεωνίδας Γρηγοριάδης έζησε το όνειρό του όσο του το επέτρεπε ο βίος του στην επαρχία και ο Θοδωρής, με αυτό το συγκινητικό αφήγημα, το φώτισε και το έστειλε στο μέλλον.

«Πολλά χρόνια μετά, γερασμένος, καταβεβλημένος, θα με κοίταζε με το ίδιο ύφος λέγοντάς μου “Πότε πέρασαν τόσα χρόνια, Θόδωρε; Λες και ήταν χθες που ήμουνα παλικάρι. Πώς έγινα έτσι;”».

alt


Τα τελευταία δέκα με δεκαπέντε χρόνια έχει αυξηθεί κατακόρυφα το ενδιαφέρον των εκδοτών, των αναγνωστών και των δημοσιογράφων για τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς. Λίστες (μικρές και μεγάλες), βραβεία, συνεντεύξεις, κριτικές και «ο χώρος» ανά πάσα στιγμή έτοιμος να πάρει θέση και είτε να δεχτεί το νέο αίμα με τιμές, είτε να το αγνοήσει επιδεικτικά και να το καταδικάσει στην επικράτεια του facebook. Όπως και να έχει, η αλήθεια είναι ότι το πρώτο βήμα –το πρώτο σκαλί–, είναι αυτό που θα δείξει από πού ξεκινάει ο καθένας. Ποια η δυναμική του. Πόσο ισχυρό το σήμα του. 

Με αυτές τις σκέψεις παίρνω και διαβάζω την επανέκδοση της συλλογής διηγημάτων, με την οποία έκανε την εμφάνισή του το 1962 στον χώρο της πεζογραφίας ο Μένης ΚουμανταρέαςΤα μηχανάκια (εκδ. Πατάκη) περιλαμβάνουν τέσσερα διηγήματα στα οποία τέσσερις έφηβοι πρωταγωνιστές αφήνουν οριστικά πίσω τους την ξεγνοιασιά της παιδικής ηλικίας, χαρτογραφώντας άγνωστες και σκοτεινές περιοχές των επιθυμιών τους και των ονείρων τους. Η φροντισμένη έκδοση από την Αλεξάνδρα Τράντα, περιλαμβάνει κριτικά κείμενα της εποχής, τα οποία υπογράφουν μεταξύ άλλων, ο Πέτρος Χάρης, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Σπύρος Πλασκοβίτης και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Επιπλέον, μεταγενέστερα κριτικά κείμενα και μια συνέντευξη του ίδιου του Μένη Κουμανταρέα ολοκληρώνουν τα «έξτρα» του τόμου.

altΕπανέρχομαι στις πρώτες μου σκέψεις και προσπαθώ να φανταστώ τις δονήσεις που προκάλεσαν στο «σινάφι» τα διηγήματα του πρωτοεμφανιζόμενου  Κουμανταρέα. Διηγήματα (με το ομότιτλο να ξεχωρίζει) που έχουν διατηρήσει ατόφια τη φρεσκάδα τους, τη νεανική ορμή της γλώσσας τους και τον λυρισμό με τον οποίο μπορεί να περιγραφεί ένα ανδρικό σώμα. Στοιχεία που αποτέλεσαν τη μαγιά για όλα τα επόμενα βιβλία του Μένη Κουμανταρέα.

«Ο Αναστάσης σηκώθηκε. Έτρεμε όλος. Ήθελε να τρέξει πίσω από τον Ζαφείρη, να τον πιάσει, να του τα εξηγήσει όλα. Ο διάδρομος ήταν στενός. Άλλοι πήγαιναν να φύγουν κι άλλοι να μπουν. Προσπάθησε με τους αγκώνες του να κάνει πέρα τον κόσμο. Ο κόσμος τον έκανε πέρα. Κάποιος έβαλε το χέρι του και τον χτύπησε στο στομάχι. Πετάχτηκε δεξιά, έπειτα αριστερά, στο τέλος ήρθε κι έπεσε πάνω σ’ ένα μηχανάκι. Πήγε να φύγει. Μα είχε κολλήσει. Έβαλε το χέρι μηχανικά στην τσέπη του και το πρώτο πράγμα που βρήκε ήταν μια δραχμή. Την έριξε αυτόματα στο μηχανάκι, που, ερεθισμένο, τη δάγκωσε κι αναταράχτηκε. Τα φώτα του άναψαν, οι αριθμοί ξέσπασαν στο ταμπλό. Ο Αναστάσης πίεσε την πρώτη λαβή που βρήκε μπροστά του για να το σταματήσει. Μια άσπρη μπίλια πετάχτηκε μέσα από το στομάχι του κουτιού».

alt


Αν και έχουν μειωθεί αισθητά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, οι νέες συλλογές διηγημάτων συνεχίζουν να διεκδικούν την προσοχή μας, και να βρίσκονται στους πάγκους των νέων εκδόσεων – όχι πάντα με ικανοποιητικό περιεχόμενο. Κάνοντας μια πρώτη διαλογή από τις (σχετικά) πρόσφατες κυκλοφορίες έβγαλα στην άκρη 4 συλλογές. Για τις επόμενες μέρες, λοιπόν, μόνο διηγήματα.

altΠιάνω το φτενό βιβλίο μαζί με έναν σελιδοδείκτη και το μαύρο faber, στερεώνω στο ίδιο χέρι μια κούπα καφέ και κατευθύνομαι στο γραφείο. Η μνήμη του ξύλου (εκδ. Πατάκη) είναι το έκτο βιβλίο –η έκτη συλλογή διηγημάτων–, του Ηλία Παπαμόσχου. Λόγος μεστός, βγαλμένος από τα χώματα της Μακεδονίας και την υγρασία της λίμνης της Καστοριάς, κομίζει σε κάθε ιστορία «του κόσμου το ξανάνιωμα και τη φθορά». Ο θάνατος επικρατεί των πάντων και το μόνο που μένει είναι η καταγραφή και η μετουσίωση του εφήμερου της ζωής των ανθρώπων, σε τέχνη. Είκοσι ιστορίες, που η καθεμιά δεν ξεπερνά τις δύο σελίδες, κι όμως κάποιες από αυτές κατάφεραν να ανοίξουν στιγμιαία ένα βάραθρο κάτω από τα πόδια μου κι ένα αίσθημα αιώρησης με κυρίευσε.

«“Έμαθα πως είσαι καλός στο κολύμπι, πνίγηκε κάποιος και θέλουμε να τον βγάλεις” του είπε ο διοικητής. Τον πήγαν με το τζιπ, σ’ ένα μέρος που το γνώριζε καλά. Ήταν εκεί κόσμος πολύς μαζεμένος, αλλά τον πατέρα του παιδιού απ’ το βλέμμα τον κατάλαβε – ένιωσε σαν να τον άλειψε η ματιά του. Ήταν κι ο προπονητής του (της κολύμβησης) εκεί, αυτός είχε μιλήσει του διοικητή. Τον πήρε παράμερα – “να με κάνει λίγη ψυχολογία” είπε ο κυρ Στάθης. “απ’ το μπράτσο να τον πιάσεις!” του είπε. Τον πνιγμένο τον είδε μόλις βούτηξε, πινόταν το νερό τότε. Ήτανε το παιδί που δούλευαν μαζί. Δεν μπόρεσε να τον αγγίξει τον πνιγμένο. φορούσε βρακί, από κει τον έπιασε». 

Την προηγούμενη εβδομάδα διάβαζα στο αφήγημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, περιγραφή των τελευταίων στιγμών του πατέρα του. Απόψε, στο διήγημα του Ηλία Λ. Παπαμόσχου «Το γιορντάνι» διαβάζω για τις τελευταίες στιγμές του δικού του πατέρα. Βαθιά συγκινητικοί και οι δύο με τον τρόπο τους. Δεν αντιγράφω εδώ τίποτα.

altΤο πρώτο της βιβλίο το θυμάμαι, όχι μόνο για τον ευρηματικό του τίτλο στόμαστομαστό αλλά και για τα θέματα των διηγημάτων της και το θάρρος της γραφής της. Σχεδόν δύο χρόνια μετά, η Ροζίτα Σπινάσα στη νέα της συλλογή Σπόροι για φύτεμα (εκδ. Κέδρος) συγκεντρώνει πέντε διηγήματα για τις ζωές πέντε ανθρώπων, οι οποίες καθορίστηκαν από σημαντικές επιλογές που κάποιοι άλλοι έκαναν γι’ αυτούς. Οι σπόροι ρίχτηκαν βαθιά, οι ρίζες άπλωσαν και ο καθένας από τους πέντε ήρωες, τη στιγμή που αναλάμβανε το τιμόνι της ζωής του, έπρεπε να διαχειριστεί μια –σχεδόν– αναπόφευκτη προσωπική αποτυχία.

Η Ροζίτα Σπινάσα έχει βάλει σ’ αυτά τα διηγήματα πάθος, ένταση, προσωπικές μνήμες, ανατροπές στην πλοκή, εικόνες από την Αθήνα σήμερα, εφηβικές προσδοκίες, διαψεύσεις, όνειρα, ματαιώσεις, συγκίνηση, στερεότυπες και αναπάντεχες εκδοχές ανθρώπων που υπάρχουν γύρω μας. Αστοχίες υπάρχουν, ύφος και λεξιλόγιο σε σημεία, θα ήθελαν μεγαλύτερη φροντίδα. Επίσης, η πληθώρα των παρομοιώσεων δεν συνιστά στυλ αλλά εκφραστική μανιέρα που αφαιρεί το στοιχείο της έκπληξης. Την ισορροπία όλων αυτών των στοιχείων τη βρήκα στο διήγημα «Βίλα Αμαλία».

«Έξι μήνες αργότερα ήρθε το δεύτερο έμφραγμα – και το τελευταίο. Ο σφάχτης έριξε τον πατέρα στο πάτωμα. Το πρόσωπό του χλόμιασε, έγινε μούσκεμα από τον ιδρώτα. Ο Μηνάς άκουγε μουσική κλεισμένος στο δωμάτιό του, μέχρι που πετάχτηκε από τις τσιρίδες της μάνας του. Εκείνη την ύστατη στιγμή, το μυαλό του καρφώθηκε στον Μηνά. “Να πας, παιδί μου, στη σχολή”, ψέλλισε. Από δίπλα η μάνα τού κρατούσε το χέρι κλαίγοντας. “Πες ναι, βρε Μηνά, στον πατέρα σου”. Ο εκβιασμός ήταν άνω ποταμών. Μπροστά από τα μάτια του Μηνά πέρασε το ξύλο που του ’ριχνε, και το στομάχι του κλότσησε από την κακοχωνεμένη βία. Όμως ο θάνατος στεκόταν απειλητικός, έτοιμος να θερίσει την ψυχή του πατέρα σαν σπουργίτι. Και θέρισε δύο: του πατέρα και του Μηνά μαζί. Η ενστικτώδης άρνηση του χρόνια βασανισμένου του κορμιού λύγισε μπροστά στον τρόμο του θανάτου. Όταν βγήκε από τα χείλια του ξέπνοο το “ναι”, ένιωσε σαν να πουλούσε την ψυχή του στον διάβολο. Αυτή την υπόσχεση, δεμένη πάνω στο ξεψύχισμα του πατέρα, δεν μπορούσε να την πάρει πίσω. Όσο κι αν το μετάνιωνε, όσο κι αν τη μισούσε. Σαν να είχε υπογράψει τη θανατική του καταδίκη».

Τρίτο απόσπασμα θανάτου πατέρα σε διήγημα τις τελευταίες μέρες. Αρκετά. 

Δεν συνηθίζω να διαβάζω χωρίς φυσικό φως, και το να ξεκινήσω ένα καινούργιο βιβλίο μέσα στη νύχτα συμβαίνει σπάνια. Έλα όμως που το τελευταίο διήγημα του προηγούμενο βιβλίου το διάβασα νωρίς το πρωί. Για τις επόμενες ώρες, μεταξύ των αναρτήσεων στη Book Press και των μέιλ με φίλους και συνεργάτες, το εξώφυλλο με την ατμοσφαιρική φωτογραφία του Καμίλο Νόλλα, της συλλογής διηγημάτων που θα ξεκινούσα αμέσως μετά, είχε αιχμαλωτίσει τη ματιά μου και δοκίμαζε την εγκράτειά μου.

altΤα εννέα διηγήματα της συλλογής Ποιος τραγουδάει και ποιος όχι (εκδ. Πόλις) της Αθανασίας Δρακοπούλου, άλλαξαν άρδην τη διάθεση με την οποία τα προσέγγισα και μου επέβαλλαν έναν άλλον ρυθμό καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, η οποία «απλώθηκε» στις επόμενες μέρες. Διάβαζα και απολάμβανα μια γραφή στέρεη, ουσιαστική, για ανθρώπους και τόπους καθημερινούς και ταυτόχρονα τόσο ξεχωριστούς. Προσπαθώ να διακρίνω το στοιχείο που κάνει αυτά τα διηγήματα τόσο ιδιαίτερα και το αποτύπωμά τους τόσο ισχυρό. Καταλήγω στο ύφος της γραφής. Χαμηλόφωνο, ευθύβολο, καίριο στις περιγραφές και με τη σωστή αναλογία «αντικειμενικής αλήθειας» και μυθοπλασίας. Ή αλλιώς Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος στα καλύτερά του.

Υπόδειγμα αφηγηματικής φωνής, πλοκής, ανασύστασης εποχής και ιδιαίτερου ύφους αποτελεί το διήγημα «Αν τύχει τίποτα». Η αφηγήτρια, ένα μικρό κορίτσι, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, στέλνει τις απαντήσεις της στον διαγωνισμό του περιοδικού Πρώτο, «Συναντήστε το αγαπημένο σας αστέρι» και κερδίζει – θα συναντήσει από κοντά την Γκέλη Λαμπιδάκη. Η μητέρα της είναι ανένδοτη, ο πατέρας της επικεντρωμένος στις κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις, η καλύτερή της φίλη έχει τα δικά της θέματα με το σχολείο και η μεγάλη της ξαδέλφη, τελικά δεν καταφέρνει να μεταπείσει τη μητέρα της. Η συνάντηση με την ηθοποιό έχει οριστεί ανήμερα της εθνικής εορτής και η αφηγήτρια αποφασίζει να το σκάσει και να πάει μόνη της μέχρι το Κολωνάκι. Το τι ακριβώς συμβαίνει στην ιστορία δεν υπάρχει λόγος να το πούμε εδώ. Πείσμα, παιδική αθωότητα και συγκίνηση, η επίγευση του διηγήματος.

«Είμαι τόσο στριμωγμένη, που δεν αντέχω άλλο. Πιέζω για να περάσω μπροστά, εκεί όπου φαντάζομαι πως βρίσκεται αυτό το μπροστά. Με κόπο βρίσκομαι πίσω από ένα αγόρι που πρέπει να είναι σχεδόν στο ίδιο μπόι με μένα. Σηκώνομαι στις μύτες και βλέπω ακίνητους φαντάρους κι ανάμεσά τους να περνάνε αυτοκίνητα. Το αγόρι μπροστά μου κουνάει ένα σημαιάκι και φωνάζει.
“Ζήτω ο βασιλιάς”.
“Χαρά στο πρόσωπο”, ουρλιάζω πίσω του μ’ όλη τη δύναμη του φόβου μου. […]
Το αγόρι γυρνάει και με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια κι ύστερα κάνει στροφή και μου δίνει μια άγρια κλωτσιά στο καλάμι. Σφαδάζω απ’ τον πόνο και προσπαθώ να τον πιάσω απ’ τα μαλλιά, ενώ εκείνος με χτυπάει με μανία και τραβάει τα δικά μου μακριά μαλλιά που πονάνε πολύ. Μια γυναίκα τραβάει βίαια το αγόρι μακριά μου βρίζοντας. Εγώ ουρλιάζω: “Βρωμιάρη!” Αλήθεια, ήταν βρώμικος, μύριζε άσχημα από κοντά.
“Τίνος είναι αυτό το κορίτσι;” ρώτησε κάποιος.
“Έβρισε τον βασιλιά, τον έβρισε σου λέω!” ξαναστρίγκλισε το βρωμερό πλάσμα.

Είναι εντελώς ξεκάθαρο, για όποιον διαβάσει το διήγημα της Αθανασίας Δρακοπούλου ότι η Γκέλη Λαμπιδάκη δεν είναι άλλη από την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Η Βουγιουκλάκη, θυμάμαι, ήταν η ηρωίδα και σε ένα διήγημα του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη («Αλίκη») στον τόμο Ελληνικά ονόματα (εκδ. Κέδρος), την ιδέα και την επιμέλεια του οποίου είχε ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος. altΕκεί ο Τζαμιώτης αφηγούταν την εξής ιστορία: Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, το περιοδικό Φαντάζιο, διοργάνωσε έναν διαγωνισμό στο κινηματοθέατρο της Λάρισας Ολύμπιον, όπου θα βράβευε την καλύτερη μίμο της Αλίκης Βουγιουκλάκη, σε μια σκηνή της ταινίας Η Αλίκη στο ναυτικό. Λίγες μέρες πριν από τον διαγωνισμό, ο Ντένης Σαμοϊλίδης, παρουσιαστής της βραδιάς, ενημερώθηκε από τη Φίνος Φιλμς ότι θα παρευρεθεί και η Βουγιουκλάκη, για να βραβεύσει η ίδια τη νικήτρια. Επίσης, εντελώς τυχαία, ο Διάδοχος, στο πλαίσιο μια άτυπης περιοδείας στη χώρα, θα παραβρισκόταν κι εκείνος στην εκδήλωση. Λίγο προτού οι διαγωνιζόμενες ανέβουν στη σκηνή, η βοηθός της Βουγιουκλάκη, ανακοινώνει στον Σαμοϊλίδη ότι η Αλίκη είχε αποφασίσει να συμμετάσχει μυστικά στον διαγωνισμό υποδυόμενη μια εκ των μιμητριών της. Οι υποψήφιες ανέβηκαν στη σκηνή (μαζί τους και η «αληθινή» Βουγιουκλάκη) και μια μια εκτέλεσαν το απόσπασμα που τους είχε ζητηθεί. Το κοινό παραληρούσε με τις διαγωνιζόμενες και ο Διάδοχος έμοιαζε να το διασκεδάζει αφάνταστα. Έπειτα από ψηφοφορία του κοινού, αναδείχτηκε η καλύτερη μίμος της Αλίκης Βουγιουκλάκη, με τον αστικό μύθο να συμπληρώνει ότι με την ανακοίνωση της νικήτριας, μία εκ των υποψηφίων ξέσπασε σε λυγμούς και αποχώρησε τρέχοντας προς τα παρασκήνια.

Ο Τζαμιώτης, στο πλαίσιο του διηγήματος, δίνει την εξής πληροφορία, για να κάνει πιο αληθοφανή την ιστορία του: αναφέρει ότι του την είχε εκμυστηρευτεί η Καίτη Λαμπροπούλου σε μια ιδιωτική τους συζήτηση. Για μια άλλη, όμως ιστορία, που αφορά τη Βουγιουκλάκη, και η οποία ιστορία είναι δημοσιευμένη το 1998 στο περιοδικό «Η Λέξη», δεν τίθεται ζήτημα γνησιότητας. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε επισκεφθεί το σπίτι της αφηγήτριας (για την ακρίβεια την αυλή του σπιτιού τους, κάπου πολύ κοντά στη Φωκίωνος Νεγρη), τα Χριστούγεννα του 1959 και μοίρασε στα παιδιά της γειτονιάς κουραμπιέδες και παιχνίδια. Όλο αυτό (το χάπενινγκ θα λέγαμε σήμερα) οργανώθηκε από τον αδελφό της αφηγήτριας, γνωστό δημοσιογράφο της εποχής, με σκοπό να ενισχυθεί η εικόνα της Αλίκης Βουγιουκλάκη μέσω του φωτορεπορτάζ που θα προέκυπτε. Έτσι και έγινε. Το αφήγημα «Τη μέρα που ήρθε στο σπίτι μας η Αλίκη Βουγιουκλάκη» είναι απολαυστικό και είναι ένα από τα λίγα πεζά που έγραψε και δημοσίευσε η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη. Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Και αφού «πληρώσαμε το πρόστιμο Αλίκη Βουγιουκλάκη, στην ιστορία φύσηξε καινούργιο αεράκι», όπως λέει και ο στίχος της Νικολακοπούλου, αμέσως μετά συνεχίσαμε με την τελευταία συλλογή διηγημάτων.

Η εμπειρία λέει πως όταν φτιάχνουμε μια λίστα βιβλίων προς ανάγνωση, ποτέ δεν αφήνουμε για το τέλος, το βιβλίο για το οποίο έχουμε τις λιγότερες πληροφορίες. Συνήθως κρατάμε αυτό που συνδυάζει γνώριμη γραφή και ανεξερεύνητο θέμα ή μια καινούργια έκδοση για παλαιότερο υλικό. Αυτή είναι και η περίπτωση του τέταρτου και τελευταίου βιβλίου της λίστας μου με τις συλλογές διηγημάτων. «Πάμε τώρα σ’ άλλο θέμα».

altΣαν να συναντάς έπειτα από χρόνια έναν φίλο από τα παλιά, που δεν έχει αλλάξει, αλλά αισθάνεσαι ότι του πάνε καλύτερα τα ρούχα που φοράει τώρα. Δείχνει σίγουρος για τον εαυτό του και πάντα πρόθυμος για να περάσετε ξανά μερικές ώρες μαζί. Ο τόμος Πλαγκτόν – Οι ιστορίες (εκδ. Νεφέλη) περιλαμβάνει δύο παλαιότερες συλλογές διηγημάτων του Βασίλη Αμανατίδη και συγκεκριμένα (μ’ αρέσουν τόσο οι τίτλοι γι’ αυτό και τους αναφέρω): Μη με φας (2005) και Ο σκύλος της Χάρυβδης (2008). Επίσης, περιλαμβάνονται κάποια ακόμη διηγήματα του συγγραφέα, που γράφτηκαν ενδιαμέσως των συλλογών, ένα επίμετρο που αποκαλύπτει προθέσεις, συνθέσεις και συγγραφικές γειτνιάσεις και, τέλος, αποσπάσματα κριτικών για τις δύο συλλογές διηγημάτων του Αμανατίδη. «Πάμε τώρα σ’ άλλο θέμα».

«Ο πλασιέ που πέρασε για να πουλήσει βιβλία εντυπωσιάστηκε από τον κήπο της βεράντας. Η Χάρυβδη τον κοίταξε πρώτα απ’ το ματάκι, ανάσανε με το καλό του βλέμματός του και αποφάσισε να τον προσκαλέσει στο εσωτερικό του διαμερίσματος, ώστε να της δείξει με μεγαλύτερη ευχέρεια τον διανοητικό πλούτο του Ντοστογιέφσκι και των Ρώσων κλασικών. “Αυτά ήταν πριν την περεστρόικα”, απάντησε ο πλασιέ στην ερώτησή της “πότε γράφτηκαν αυτά”. Η Χάρυβδη έδειξε να καταλαβαίνει. “Και σένα πώς σε λένε, τρυφερό μου;” “Νίκο Γεωργιάδη”. “Έχεις καμιά σχέση με τον Μάξιμο Καρύδη;” “Όχι, γιατί;” “Απλώς ρωτάω. Λόγω συνωνυμίας σας”. Τον οδήγησε στο μπαλκόνι και αποσύρθηκε για να ετοιμάσει έναν ξεγυρισμένο καφέ, όπως είπε. […] Ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, ο Πούσκιν και ο Γκόργκι είχαν απιθωθεί στην άκρη του τραπεζιού, περιμένοντας το βλέμμα της Χάρυβδης. “Θα πάρω τρία απ’ αυτά με δόσεις. Βάλε μου τα πιο γνωστά. Έχω έναν γονιό που του αρέσει να του διαβάζω”. Ο Νίκος Γεωργιάδης απόρησε με την ύπαρξη γονιού, καθώς η Χάρυβδη έμοιαζε να έχει εξαντλήσει τα ογδόντα. “Θα σας έκανε πολύ νωρίς”, πρότεινε παράτολμα. “Πού να θυμάμαι τώρα”, απάντησε η Χάρυβδη και γούρλωσε τα μάτια της, γιατί είχε μόλις δει στον τοίχο του μπαλκονιού μια κατσαρίδα. Άπλωσε, δίμετρο, το χέρι της, γράπωσε τη μαύρη εισβολή αστραπιαία με δείκτη και αντίχειρα και την εκσφενδόνισε παράπλευρα –σαν κατά τύχη– προς το σαρκοβόρο».

Θυμάμαι ότι είχα μια καλή αίσθηση από τα διηγήματα του Αμανατίδη. Τώρα που τα ξαναδιάβασα, σχεδόν δέκα χρόνια μετά, τα βρίσκω εξίσου πρωτότυπα, έξυπνα, παιχνιδιάρικα, συγκινητικά και με ένα μεγάλο φορτίο αγάπης εντός τους το οποίο αλλάζει μορφές και κατευθύνεται άλλες φορές προς τους ήρωές, άλλες προς τις λέξεις, άλλες προς τον ίδιο τον συγγραφέα και κάποιες άλλες προς του αναγνώστες. 

«Και, όπως καταλαβαίνουμε, δεν έχει παρακάτω. Ας μην πάμε σ’ άλλο θέμα. Τώρα ο σκύλος αυτός υπάρχει. Τώρα ο σκύλος αυτός λέγεται Χάρυβδη».

alt


Σήμερα πέθανε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Ευγενική, γενναιόδωρη, μαχητική. Δεν χαρίστηκε στη ζωή και δεν άφησε τίποτα που να την ενδιαφέρει χωρίς να το δοκιμάσει, να το αγγίξει, να το διαβάσει, να το μυρίσει, να το κοιτάξει κατάματα. Ζούσε στον αφρό των πραγμάτων και αυτό ήταν κάτι που το «κέρδισε» εξαιτίας των ατελείωτων ωρών παραμονής και χαρτογράφησης του προσωπικού της βυθού. Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ έριξε τη βάρκα της στον ωκεανό της ποίησης και μέχρι την τελευταία στιγμή τη φόρτωνε με λέξεις, καθαρά βλέμματα και ευγνωμοσύνη για το θαύμα της ζωής.  

Παραβίασηalt

Αρσενικός είσαι
και δεν εισχωρείσαι.
όμως εγώ όλες σου τις θηλυκές τρύπες
βιάζω, σε σπρώχνω
προς τα μέσα του εαυτού σου
με το δάχτυλο, τη γλώσσα
απλά εξαρτήματα της ανημποριάς μου.
Ανταλλάσσουμε υποδοχές
κι ό,τι χάθηκε ξαναβρίσκεται
γάργαρο στα βάθη.
μες στην καρύδα του κορμιού
ανατρέπονται οι ρόλοι
πλέουμε ανάσκελα
στο πηχτό της γάλα...
Ω, εσύ, που 'σαι μακρύς
σαν τη φλογέρα που ξέχασε
ο Θεός κάτω απ' τη λεύκα
στη φούρια της καταστροφής
θέλω να σε κατακτήσω
από τα μέσα
εκεί που ξεκινάνε οι στοχασμοί σου
οι χυμοί σου όλοι...
Ασεβής προς το άνθος
λέω και μέσα τεχνητά
θα χρησιμοποιήσω
για να βρεθώ κάτω
απ' το θόλο του σώματός σου
να δροσιστώ στη σκιά
του εσωτερικού ναού σου
ως το μέρος το μυστικό
απ' όπου αναβλύζουν
φρέσκιες κάθε πρωί
οι δικαιολογίες
του τέλειου σαρκίου σου
πριν ξεσπάσουν σε ομορφιά.

ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ [1982]

alt


Οι μέρες περνούν, οι υποχρεώσεις είναι αυξημένες, ενώ τα πρώτα βιβλία της χρονιάς έχουν αρχίσει και έρχονται στο γραφείο. Μαζί με τις νέες εκδόσεις, έφερα σήμερα μαζί μου στο σπίτι άλλη μια συλλογή διηγημάτων, που κυκλοφόρησε πριν από δύο μήνες. Μικρό σχήμα, «ήσυχο» εξώφυλλο κι ένας τίτλος που μπορεί να εύχεται, μπορεί όμως και να προστάζει. Στο τέλος θα ξέρω.

«“Το πρωί βρήκα στην παραλία μια βέρα. Την κράτησα, σκέφτηκα πως αν κάποτε ξεμείνω από λεφτά θα την πουλήσω”. 
Τι να του πω τώρα; Τα χρήματα ποτέ δεν του ‘λειψαν. […]
“Στο παράθυρο της κουζίνας έχω αφήσει μια βέρα. Όπως όταν τη βγάζεις για να πλύνεις τα πιάτα και η βέρα μένει εκεί, κοντά σου, και σου γίνει τη βεβαιότητα ότι υπάρχει ένα πρόσωπο”.
Είναι άραγε η δική του βέρα, είναι της Τζένης, είναι του αγνώστου στην παραλία. Δεν τολμώ να ρωτήσω. Όλες οι ιστορίες πιθανές. Ανεξάρτητες πιθανότητες που κάποτε συνδέονται μεταξύ τους. Μου γυρίζει την πλάτη να ανοίξει ένα ντουλάπι. Βρίσκω την ευκαιρία και αρπάζω το δαχτυλίδι. Στο εσωτερικό του χαραγμένα άλλα ονόματα. Μια παράλληλη ζωή – ένας άγνωστος που βρέθηκε το πρωί στην παραλία και ο Γιάννης δίπλα μου ευάλωτος, με μια βέρα που δεν γράφει το όνομά του.
“Φοράμε βέρες που άλλα γράφουν και αλλού καταλήγουν. Ανισότητες στα λόγια, ανισότητες στα κορμιά”.
Δεν προλαβαίνω να του απαντήσω και βλέπω τη Σόνια να στέκεται πίσω του στα μισά της σκάλας. Μου κάνει νόημα – σιωπή τώρα, ο Γιάννης πρέπει να ξεκουραστεί».

altΑκριβώς αυτός –σιωπή και ξεκούραση, ανά δύο τρία διηγήματα–, είναι ένας καλός τρόπος για να διαβάσει κανείς τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Πετράκη Όλα τα κακά σκορπά (εκδ. Γαβριηλίδης). Πρωτοεμφανιζόμενος, σκέφτομαι σε κάποιο από τα διαλείμματα της ανάγνωσης, γι’ αυτό και τόσο πυκνά κείμενα. Ιστορίες ζόρικες, φορτία βαριά, άνθρωποι τσακισμένοι.  

«Λέει:
“Ίσως μπουν σε τάξη οι αριθμοί – γι’ αυτό παίρνω τα χάπια. Ίσως με δεχτούν στο πανεπιστήμιο ξανά”.
Ακουμπά τα χέρια του στον πάγκο της κουζίνας και στηρίζει το κορμί του. Κλείνει τα μάτια. Σε δευτερόλεπτα οι μύες του προσώπου του χαλαρώνουν. Με αντιψυχωσικά και αλκοόλ αν κλείσεις τα μάτια σου βυθίζεσαι. Μετράω από μέσα μου, ένα, δύο, τρία, περιμένω, τέσσερα. Αν πέσει κάτω βραδιάτικα τη βάψαμε. Απλώνω τα χέρια μου στους ώμους του.
“Γιάννη, θέλεις λίγο νερό”;
Ανοίγει επιτέλους τα μάτια. Το βλέμμα του είναι κενό, σαν να έχουν περάσει βελόνες από μέσα και να μην έχει μείνει τίποτα στη θέση των ματιών».

Οι ήρωες και οι ιστορίες των διηγημάτων του Γιώργου Πετράκη βρίσκονται διαρκώς στην περιοχή της υπερβολής, του μελό, του συσσωρευμένου δράματος. Περιφέρουν το δραματικό τους φορτίο και απλώνουν το χέρι για βοήθεια προς μια ανώτερη εξωτερική δύναμη. «Ιησούς Χριστός νικά και όλα τα κακά σκορπά». Αυτό όμως που απογειώνει πολλά από τα διηγήματα της συλλογής, τοποθετώντας τα στην περιοχή της καλής πεζογραφίας είναι το κόντρα αποστασιοποιημένο ύφος του συγγραφέα. Λιτές περιγραφές, αναπάντεχη εστίαση, αξιοπρόσεκτος χειρισμός του χρόνου της αφήγησης. 

Στο ομότιτλο διήγημα της συλλογής, ο κακοποιημένος συναισθηματικά γιός, όταν αντικρύζει τη μάνα του πεσμένη στο πάτωμα του πατρικού του, αδυνατεί να πλησιάσει και να την αγγίξει, έστω και μόνο για να ελέγξει τον σφυγμό της. Αισθάνεται δυσφορία, κάθεται απέναντί της, την κοιτάζει, σηκώνεται και βγαίνει από το διαμέρισμα, με την ελπίδα, μόλις επιστρέψει, εκείνη να έχει ανακτήσει τις αισθήσεις της. Ο σαρανταπεντάχρονος γιος, κάθε Κυριακή που επισκέπτεται από την Πάτρα, τη μητέρα του στη Φωκίωνος Νέγρη κουβαλάει θυμό, ξεθωριασμένες μνήμες και ένα συντηρούμενο ψεύδος μιας καριέρας γιατρού-αναισθησιολόγου. Και μπορεί το ψέμα του, όλα αυτά τα χρόνια, να αναχαίτισε τη συμπεριφορά της αυταρχικής του μητέρας, αυτή τη συγκεκριμένη Κυριακή, όμως, που άνοιξε την πόρτα και την αντίκρυσε σωριασμένη στο πάτωμα, όχι μόνο δεν ήθελε αλλά ούτε καν ήξερε να της πάρει τον σφυγμό.

«Αν συνέλθει η μάνα του, δεν θα ξέρει ότι ήταν εκεί. Πηγαίνει στα ΚΤΕΛ του Κηφισού. Μπαίνει στο δρομολόγιο εξπρές των δέκα και μισή».

Τελειώνοντας τα διηγήματα του Πετράκη αντιλαμβάνομαι τον τίτλο της συλλογής όχι ως ευχή, ούτε ως προσταγή. Αλλά ως παβλοφικό ξόρκι, που ανεβαίνει ακαριαία από το στομάχι, και με την προσδοκία της αναχαίτισης κάθε είδους κακού, –την αρρώστια στο νοσοκομείο, τον εγκλεισμό στην ψυχιατρική κλινική, το άδοξο τέλος του έρωτα, τα γηρατειά, τον θάνατο– εκφέρεται χαμηλόφωνα, επαναλαμβανόμενα και αποφασιστικά.

alt


Για λίγο πίστεψα ότι τα βιβλία στο μεγάλο γυάλινο τραπέζι άρχισαν να μειώνονται, οι στοίβες να χαμηλώνουν και ξεχασμένα βιβλία από τις αρχές του φθινοπώρου να εμφανίζονται ξανά. Ευκαιρία, σκέφτηκα, να εντοπίσω το τελευταίο βιβλίο της Μάρως Δούκα, που το αναζητώ καιρό αλλά δεν είχα το κουράγιο για ανασκαφές. Τώρα όμως έφτασε ο καιρός και νομίζω ότι το βλέπω. Σηκώνω τα έξι πρώτα, τα ακουμπάω δίπλα, άλλα δύο ογκώδη μυθιστορήματα και φτάνω στη Μάρω Δούκα. Τα δύο σκιτσαρισμένα πρόσωπα στο εξώφυλλο του βιβλίου, που ήταν «θαμμένο» κάτω από τα μεγάλα μυθιστορήματα, μου τράβηξαν την προσοχή. Το graphic novel του Rick Geary Οι ζωές των Σάκο και Βαντσέτι (μτφρ. Μαρία Χρίστου, εκδ. Χαραμάδα) με πήγε πολλά χρόνια πίσω, τότε που μάθαινα την ιστορία τους μέσα από την ταινία Sacco e Vanzetti του Giuliano Montaldo.

altΤο graphic novel παρουσιάζει συνοπτικά την πολύκροτη εκείνη υπόθεση της ληστείας και της δολοφονίας ενός φρουρού και ενός λογιστή, στις 15 Απριλίου 1920 στο Braintree της Μασαχουσέτης, σκιαγραφώντας τα πορτρέτα των αναρχικών Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για το έγκλημα. Επίσης, δίνει με τρόπο ωραίο το κλίμα φόβου και μίσους που επικρατούσε ακόμη και σε βορειοανατολικές πολιτείες όπως αυτή της Μασαχουσέτης. 

Οι δύο κατηγορούμενοι, έπειτα και από μια σειρά εφέσεων που κράτησαν κάποια χρόνια, καταδικάστηκαν σε θάνατο τον Αύγουστο του 1927. Η υπόθεση είχε προκαλέσει διαμαρτυρίες, συγκεντρώσεις αλλά και βομβιστικές επιθέσεις σε πολλές μεγάλες πόλεις, μεταξύ αυτών στη Νέα Υόρκη, στο Τόκιο, στο Παρίσι, στο Σίδνεϊ, στο Λονδίνο, στο Σαν Πάολο, στο Μπουένος Άιρες, στο Μοντεβιδέο και στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Μόλις τελείωσα το graphic novel, έβαλα να παίζει η Joan Baez και ανέσυρα το μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα Πύλη εισόδου. Το πήρα πλάι μου στο γραφείο, για να το ξεκινήσω από μέρα σε μέρα.

«Here's to you, Nicola and Bart
Rest forever here in our hearts
The last and final moment is yours
That agony is your triumph» 

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ είναι δημοσιογράφος.


 Στην κεντρική εικόνα η Αλίκη Βουγιουκλάκη, από την πρώτη φωτογράφιση στο σπίτι της, στην οδό Στησιχόρου 3, για το περιοδικό «Γυναίκα», το 1968. Τη φωτογράφιση είχε κάνει η Ευσταθία Ναυπλιώτου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η γενναιοδωρία του Δεκέμβρη

Η γενναιοδωρία του Δεκέμβρη

Ένα αναγνωστικό ημερολόγιο για όσα διαβάσαμε, υπογραμμίσαμε και ξεχωρίσαμε τον μήνα που μας πέρασε. Σκέψεις που σημειώσαμε στο περιθώριο των βιβλίων. Φράσεις και εικόνες που θέλουμε να κρατήσουμε. Έλληνες και μεταφρασμένοι συγγραφείς σε μια ιδιότυπη αλληλουχία.

...
Νοέμβριος με λιακάδα

Νοέμβριος με λιακάδα

Ένα αναγνωστικό ημερολόγιο για όσα διαβάσαμε, υπογραμμίσαμε και ξεχωρίσαμε τον μήνα που μας πέρασε. Σκέψεις που σημειώσαμε στο περιθώριο των βιβλίων. Φράσεις και εικόνες που θέλουμε να κρατήσουμε. Έλληνες και μεταφρασμένοι συγγραφείς σε μια ιδιότυπη αλληλουχία.

...
Από τη σοδειά του Οκτώβρη

Από τη σοδειά του Οκτώβρη

Ένα αναγνωστικό ημερολόγιο για όσα διαβάσαμε, υπογραμμίσαμε και ξεχωρίσαμε τον μήνα που μας πέρασε. Σκέψεις που σημειώσαμε στο περιθώριο των βιβλίων. Φράσεις και εικόνες που θέλουμε να κρατήσουμε. Έλληνες και μεταφρασμένοι συγγραφείς σε μια ιδιότυπη αλληλουχία.

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Λοξές παραχαράξεις

Λοξές παραχαράξεις

Για το ιδιότυπο βιβλίο με φωτογραφηγήματα του Αχιλλέα ΙΙΙ «Παραχαράκτης» (εκδ. Νεφέλη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Η λογοτεχνία ως παιχνίδι. Ή πώς τα σο...

Πέθανε ο εκδότης Κυριάκος Παπαδόπουλος

Πέθανε ο εκδότης Κυριάκος Παπαδόπουλος

Έφυγε το απόγευμα της 25ης Φεβρουαρίου 2020 από τη ζωή, σε ηλικία 88 ετών, ο Κυριάκος Ι. Παπαδόπουλος, ιδρυτής των Εκδόσεων Παπαδόπουλος.

Επιμέλεια: Απόστολος Σκλάβος...

«Λέξεις στον αέρα»: Τουρνουά σλαμ στο Γαλλικό Ινστιτούτο

«Λέξεις στον αέρα»: Τουρνουά σλαμ στο Γαλλικό Ινστιτούτο

Slam ποίησης για δυο βραδιές στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στο πλαίσιο της Γιορτής Γαλλοφωνίας 2020. 

Η ευφράδεια έχει την τιμητική της στο Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος. Το σλαμ ποίησης είναι μια ανοικτή σκηνή όπου ο δημιουργός μοι...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube