x
Διαφήμιση

2 Ιουνιου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ Ο Μάρτιος σε καραντίνα

Ο Μάρτιος σε καραντίνα

E-mail Εκτύπωση

altΈνα αναγνωστικό ημερολόγιο για όσα διαβάσαμε, υπογραμμίσαμε και ξεχωρίσαμε τον μήνα που μας πέρασε. Σκέψεις που σημειώσαμε στο περιθώριο των βιβλίων. Φράσεις και εικόνες που θέλουμε να κρατήσουμε. Έλληνες και μεταφρασμένοι συγγραφείς σε μια ιδιότυπη αλληλουχία.

Του Κώστα Αγοραστού

alt


Στις αρχές αυτού του χρόνου, ο συνεργάτης μας-κριτικός λογοτεχνίας Γιώργος Ν. Περαντωνάκης πήρε τη γενναία απόφαση να συνοψίσει με ένα μεγάλο κείμενο, τα δέκα τελευταία χρόνια της κρίσης – το πώς αποτυπώθηκε αυτή στην πεζογραφία αλλά και τους τρόπους που η κρίση επηρέασε τους συγγραφείς. Κείμενο που, αν μη τι άλλο, προκάλεσε συζητήσεις και αρκετές διαφωνίες.

Τυχαία, βλέπω επάνω σε μια στοίβα ένα βιβλίο με αυτές τις ημερομηνίες 2009-2019 στο εξώφυλλο, δεν μπορώ να διακρίνω όμως κάτι άλλο. Πλησιάζω και το παίρνω στα χέρια μου. Αυτί – 2009-2019 (εκδ. Ιωλκός) Χριστίνα Καράμπελα. Το ξεκινάω αμέσως.

«Η μυρωδιά της νεαρής, που κάθεται στο διπλανό μου κάθισμα, με κατακλύζει. Δίνω διαταγή στους ώμους μου να χαλαρώσουν και απολαμβάνω τη μυρωδιά της νεότητας που γλιστράει από τους πόρους της. Η μυρωδιά ενεργοποιεί ένα ακανόνιστο βουητό στα αυτιά μου και ξαφνικά ακούω, ακούω τις σκέψεις της.

Η πρώτη φορά που κατάφερα να μπω στο κεφάλι κάποιου ήταν ένα χρόνο πριν, όταν άκουσα τις σκέψεις της νοσοκόμας που βοηθούσε το γιατρό να μου ράψει το κεφάλι. Θα τον ήθελα γυμνό και ανήμπορο στο κρεβάτι μου… Και μετά από λίγο. Έχει κάτι το καταθλιπτικό που με ερεθίζει… Στο τέλος, ζήτησα το τηλέφωνό της, δήθεν μήπως χρειαστώ κάτι, κάπου όμως, ο ανόητος, το έχασα».

altΙσορροπία. Μια αξιοθαύμαστη ισορροπία χαρακτηρίζει το βιβλίο της Χριστίνας Καράμπελα. Στις δεκατρείς ιστορίες του, ο ήρωάς της, ένας κοινωνικός ερευνητής κρυφακούει διαλόγους των γύρω του και από κάποια στιγμή κι έπειτα αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να «ακούσει» και τις σκέψεις των άλλων ανθρώπων. Αυτό δεν παρουσιάζεται με γκροτέσκο τρόπο αλλά δίνεται από τη συγγραφέα ως ένα επιπλέον βάσανο του ταλαιπωρημένου της ήρωα. Από το 2009 μέχρι το 2019 η κάθε ιστορία είναι και ένα στιγμιότυπο της σταδιακής κατάρρευσης του πρωταγωνιστή-αφηγητή, χωρίς να λείπει το χιούμορ και ο ανελέητος αυτοσαρκασμός του. Αν και τοποθετείται σε κομβικές ημερομηνίες η δράση του ήρωα σε κάθε ιστορία, ο τρόπος που αυτός κινείται και σκιαγραφείται από την Καράμπελα έχει κάτι το φασματικό. Μέχρι να συναντήσουμε στιγμές σαν κι αυτή που ακολουθεί:

«Το αριστερό μου μάτι αρχίζει να παίζει, το αριστερό μου αυτί βουίζει. Πλησιάζω τον πατέρα μου –χωρίς εκείνος να με βλέπει– από πίσω, στηρίζω την πλάτη μου στη μουσμουλιά της αυλής που έχει θεριέψει. […] Ακούω το χώμα να βουίζει, τα αυτιά μου βουίζουν, τον πλησιάζω ακόμα πιο κοντά, σχεδόν τον αγγίζω και το κεφάλι μου γεμίζει με τις αθώες δικές του λέξεις. Πολλές είναι. Και μπερδεμένες. Και τώρα που τις άκουσα, άλλο να του θυμώσω δεν μπορώ».

Η Καράμπελα έγραψε ένα βιβλίο για έναν Αθηναίο καταθλιπτικό, που το πάλεψε με τη δουλειά του, με τον ερωτισμό του, με τους φίλους του, με τις αποτυχίες του. Με γουντιαλενικό αυτοσαρκασμό, αφού συναντήσει μια πλειάδα δεύτερων χαρακτήρων μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, συνάπτοντας μοναδικής πιστότητας διαλόγους με τον καθέναν τους (όπου αυτός γίνεται απ’ ευθείας), θα αποταθεί σε μια ψυχίατρο.

Ένα ευφάνταστο βιβλίο που, εκτός από αναγνωστική απόλαυση, δίνει μια ενδιαφέρουσα εικόνα των χρόνων 2009-2019, ακριβώς επειδή δεν είναι στις άμεσες προθέσεις του.

alt


Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, όμως, με το τελευταίο του βιβλίο Σε ποιον ανήκει η κόλαση (εκδ. Μεταίχμιο) είχε ακριβώς αυτές τις προθέσεις. Μέσα από σχεδόν διακόσιες μικροϊστορίες, να δημιουργήσει μια μεγάλη εικόνα, ένα ψηφιδωτό της Ελλάδας των τελευταίων διακοσίων χρόνων.

«Μια μέρα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ένας Γερμανός ταχυδρόμος έπεσε σε ενέδρα ανταρτών και σκοτώθηκε. Την επομένη οι Γερμανοί μαζί με τους ντόπιους συνεργούς τους βρίσκονταν στο χωριό ζητώντας εκδίκηση. Κλείδωσαν λοιπόν τις γυναίκες και τα παιδιά στην εκκλησία και συγκέντρωσαν όλους τους άντρες στην κεντρική πλατεία. […] Πριν δώσει διαταγή για πυρ ζήτησε να γίνει καταμέτρηση. Σαν άκουσε πως οι μελλοθάνατοι ήταν εκατόν τριάντα τέσσερις, άρχισε να μονολογεί και να γελάει σαν δαιμονισμένος. altΚατόπιν εξαίρεσε τον τελευταίο από τους συλληφθέντες, έναν δεκαπεντάχρονο έφηβο. Τους υπόλοιπους τους σκότωσαν όλους. […] Πριν ανέβει στο αυτοκίνητό του φώναξε τον μόνο που είχε απομείνει ζωντανός και, αφού βεβαιώθηκε πως γνώριζε τον Όμηρο, του αποκάλυψε πως σ’ εκείνον χρωστούσε τη ζωή του».

Το χρονικό άνυσμα μοιάζει μεγάλο και είναι. Ήθη και κοινωνίες, ντοπιολαλιές και άνθρωποι –καμπίσιοι και βουνίσιοι, στεριανοί και θαλασσινοί–, η Αθήνα και τα χωριά της επαρχίας είναι το σκηνικό των ιστοριών του βιβλίου.

Κάποιες ιστορίες είναι ενδιαφέρουσες, κάποιες συναρπαστικές, κάποιες κουραστικές, κάποιες μοιάζει να τις έχεις ξανακούσει. Αστικοί μύθοι, μικροί προσωπικοί θρίαμβοι, ξεχασμένα πρωτοσέλιδα τοπικών εφημερίδων είναι κάποια από τα νήματα που χρησιμοποίησε ο Τζαμιώτης, για να υφάνει τον καμβά που θα ενεργοποιήσει μια οργιαστική φαντασία προς κάθε δυνατή κατεύθυνση. Το ενδιαφέρον με το βιβλίο είναι πως, με όποια σειρά και αν διαβάζεις τις ιστορίες, στο τέλος αυτό που θα προκύψει είναι μια θολή και αταξινόμητη εικόνα της Ελλάδας των τελευταίων 200 χρόνων, μια εικόνα που –εικάζω– ήταν και η αρχική επιδίωξη του συγγραφέα.

alt


Τελειώνοντας το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, είχα στο νου μου ακριβώς τι ήταν αυτό που ήθελα να διαβάσω αμέσως μετά. Για ταξίδια αλλά όχι στον χρόνο – για ταξίδια σε μέρη μακρινά. Το τελευταίο ταξιδιωτικό βιβλίο του Γιώργου Βέη Εκεί (εκδ. Κέδρος) –με το τόσο κομψό εξώφυλλο– θα είναι το μέσο απόδρασής μου για τις επόμενες μέρες.

alt«Από τις έξι το πρωί ως τις έξι το απόγευμα οι κάτοικοι του νησιού κλείνονται στα σπίτια τους. Δεν καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια, δεν ακούν καν ραδιόφωνο που λειτουργεί με μπαταρίες. Αποφεύγουν, εν γένει, τις περιττές κινήσεις. Απορρίπτοντας ανενδοίαστα τον πολιτισμό των συντεταγμένων ρηματικών σχημάτων, εισέρχονται στη σφαίρα της διαισθητικής επικοινωνίας. Άλλωστε, ο αρχαίος κανόνας απαιτεί σήμερα ν’ ανταλλάσσουν βλέμματα αντί για λέξεις. Πρόκειται για την τακτική του αμάτι λελουνγκάν».

Διαβάζω και χάνομαι. Σε σπάνιας ομορφιάς τοπία, σε υγρές εικόνες. Αντικρύζω λοφίσκους, θάλασσες, ακτές, πρωτεύουσες και χωριά. Πρωινά ξυπνήματα, εσπευσμένες αναχωρήσεις, ράθυμες κουβέντες με φιλικούς ντόπιους. Οι εικόνες και οι μαρτυρίες που έχει καταγράψει με ιμπρεσιονιστικό τρόπο ο Γιώργος Βέης από το Βιετνάμ, την Ινδονησία, την Ιαπωνία, την Κίνα, το Καμερούν και (ελάχιστα από) τη Γερμανία μεταφέρουν τον αναγνώστη στη θέση του συνταξιδιώτη. Νυχτερινές περιπλανήσεις στο Τόκιο, εστιατόρια και θεατρικές παραστάσεις. Η πρωτοποριακή καλλιτέχνις Γιαγιόι Κουσάμα και το πενταόροφο ιδιωτικό της μουσείο. Ο Γιώργος Βέης σ’ αυτά τα κείμενα, για κάθε τοποθεσία που αναφέρει, έχει αγκιστρώσει ανάμεσα στις λέξεις μια ιδιαίτερη αχλή κι αυτό, ίσως δεν είναι άλλο, από την «ψυχή» του κάθε τόπου.

alt


Η επικαιρότητα το τελευταίο διάστημα είναι αδυσώπητη (ξανά). Δεν γίνεται να αποστρέψεις το βλέμμα. Δεν γίνεται να μην πάρεις θέση. Όσα δεινά κι αν περάσει ο άνθρωπος τίποτα δεν μαθαίνει από την Ιστορία.

Το μικρό βιβλιαράκι με την ασπρόμαυρη φωτογραφία βρισκόταν εδώ και λίγες μέρες επάνω στη στοίβα με τα βιβλία. Ξεκίνησα να το διαβάζω πολύ αργά κάποιο βράδυ, με ανάμεικτο αίσθημα θλίψης και απόλαυσης.

alt«Από το 1892 έως το 1894, γύρω στα δεκαέξι εκατομμύρια άτομα θα περάσουν από το Έλις Άιλαντ, με ρυθμό πέντε έως δέκα χιλιάδες την ημέρα. Οι περισσότεροι δεν θα παραμείνουν εκεί παρά μερικές ώρες· μόνο το δύο τρία τοις εκατό θα επαναπροωθηθεί. Με λίγα λόγια το Έλις Άιλαντ δεν θα είναι παρά μια φάμπρικα κατασκευής Αμερικανών.

Οι μετανάστες που έπρεπε να περάσουν από το Έλις Άιλαντ ήταν αυτοί που είχαν ταξιδέψει τρίτη θέση, δηλαδή στον κουραδόρο του πλοίου, αν όχι στο αμπάρι, κάτω απ’ την ίσαλο γραμμή, σε μεγάλους κοιτώνες που δεν είχαν ούτε φινιστρίνια ούτε εξαερισμό ή φως κι όπου δύο χιλιάδες επιβάτες στοιβάζονταν σε αχυροστρώματα, το ‘να πάνω στ’ άλλο. Το ταξίδι κόστιζε δέκα δολάρια τη δεκαετία του 1880, και τριάντα πέντε δολάρια μετά τον πόλεμο του 1914. Κρατούσε γύρω στις τρεις εβδομάδες. Το συσσίτιο ήταν πατάτες και ρέγκες».

Ο Ζορζ Περέκ στο θαυμάσιο αυτό βιβλίο Έλις Άιλαντ (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. ύψιλον/βιβλία) δίνει την ιστορία αυτής της «χρυσής πύλης» προς το αμερικανικό όνειρο. Ταξιδεύοντας και ο ίδιος προς τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, κάνει την απαραίτητη στάση στο Έλις Άιλαντ, αποτίοντας φόρο τιμής στον κάθε μετανάστη που έφτασε μέχρι τις ατελείωτες ουρές ελέγχων, με τις ελπίδες και τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή, να δοκιμάζονται σε νέα πατρίδα. Κυρίως, όμως, ο Περέκ καταγράφει το δικό του ταξίδι περιπλάνησης –περνά από αφύλακτα γκισέ ελέγχων, διασχίζει μεγάλες εκτάσεις ερημωμένης γης–, μέχρι να φτάσει σε αδιέξοδο, σε μια προσωπική εξορία.

«αλλά όχι, δεν ήταν ακόμα η Αμερική:
μόνο μια προέκταση του πλοίου,
ένα θρύψαλο της γηραιάς Ευρώπης
όπου τίποτα ακόμα δεν είχε κερδηθεί,
όπου όσοι έφυγαν
δεν είχαν φτάσει ακόμα,
όπου όσοι άφησαν τα πάντα
δεν είχαν τίποτα αποκτήσει ακόμα».

alt


Εδώ και μήνες ήξερα ότι μόλις το ξεκινήσω δεν θα μπορώ να το αφήσω. Κάτι από το εξώφυλλο και από την ιστορία με είχε προδιαθέσει πολύ θετικά. Ίσως όμως, αυτό που έβρισκα ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Andrew Martin είναι Αμερικανός και το Πρωτόλειο (μτφρ. Βίβιαν Στεργίου, εκδ. Δώμα) είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Έχω συνδέσει τις Ηνωμένες Πολιτείες (Ανατολική και Δυτική Ακτή κατά κύριο λόγο) με ορισμένα από τα πιο ενδιαφέροντα πρωτοποριακά ρεύματα – στη μουσική, στον κινηματογράφο και φυσικά στην πεζογραφία. Ο Andrew Martin, όπως και ο Juno Diaz ή ο Justin Torres ξεχώρισαν με την πρώτη τους πεζογραφική δουλειά – και δικαίως.

Το Πρωτόλειο είναι ένα ευσύνοπτο μυθιστόρημα για τρεις νέους γύρω στα τριάντα, έξυπνους, διαβασμένους και με καλλιτεχνικές φιλοδοξίες. Ο Πίτερ έπειτα από πέντε χρόνια δεσμού με την Τζούλια βρίσκεται σε εκείνο το σημείο της σχέσης, όπου όλα μοιάζουν ακίνητα και ισορροπημένα. Έχουν ένα σπίτι μαζί και έναν σκύλο, προσωπικό χώρο και χρόνο για απομόνωση, διάβασμα και γράψιμο. Και σταθερό και προγραμματισμένο σεξ καθημερινά. Η γνωριμία του Πίτερ με τη Λέσλι, μια επισκέπτρια από το Ώστιν του Τέξας, κάποιο βράδυ σε σπίτι φίλων θα ανατρέψει τη δυναμική της πεντάχρονης σχέσης του ζευγαριού.

«Ξαπλώσαμε ο ένας πλάι στον άλλον, ρουφώντας ήλιο. Διαισθανόμουν –εγώ, αλλά μπορεί κι εκείνη– ότι με το που θα βγαίναμε από αυτό το παράξενο ειδύλλιο –όταν θα μαζεύαμε τα ρούχα και τα βιβλία και τα σκουπίδια μας, όταν θα βρίσκαμε την Κίκι και θα κατευθυνόμασταν προς το σπίτι– θα ξεκινούσε η επόμενη και πιο δύσκολη φάση του ειδυλλίου, μια φάση γεμάτη εντάσεις και μυστικά και ψέματα. Αλλά όχι. […] Την άφησα στο σπίτι της θείας της, τη φίλησα, λάμποντας από χαρά, στο στόμα, και γύρισα σπίτι. Ήπια μια μπύρα κάνοντας ντους και σιγοτραγουδώντας Τζων Πράιν – “μια χαρά, όχι κι ασχημα, παράπονο δεν έχω”. Την ώρα που γύρισε η Τζούλια, εγώ ετοίμαζα βραδινό – μαύρα φασόλια με ρύζι. Ήταν η πρώτη φορά».

altΌλοι οι χαρακτήρες του βιβλίου του Martin είναι ξεχωριστοί και ιδιότροποι και το δείχνουν με κάθε τρόπο. Γράφουν ποίηση, διαβάζουν ακατάπαυστα, μιλάνε για βιβλία και συγγραφείς. Κάποιοι ασχολούνται με εναλλακτικές θεραπείες, βλέπουν ταινίες του Ρομέρ και ντοκιμαντέρ του Άντι Γουόρχολ. Μαγειρεύουν λαχανικά και ρίζες, πίνουν μπίρες και πολλά ναρκωτικά. Νιώθουν άτρωτοι και επιδεικνύονται με κάθε ευκαιρία – για τις σχέσεις τους στο παρελθόν, για το ταλέντο τους, για τη βαθιά τους ανάγκη να γράψουν και να αναγνωριστούν.

Στην πραγματικότητα κάθε στιγμή τους είναι μια μικρή μάχη με σκοπό την κυριαρχία, την επιβολή ενός διογκωμένου Εγώ, τη διανοητική σαγήνη και σωματική κατάκτηση του άλλου. Ένα παραπέτασμα από στοίβες βιβλίων πίσω από το οποίο υπάρχει φόβος, συναισθηματική ανωριμότητα, χαμηλή αυτοπεποίθηση. 

«Άρχισα να κλαίω κι έφερα το κεφάλι μου μέσα στα χέρια μου. Όταν σήκωσα το βλέμμα, η Τζούλια εξακολουθούσε να είναι καθιστή στην άκρη του καναπέ, διατηρώντας το ανυποχώρητο ύφος που ήξερα πως δεν της ερχόταν αβίαστα. […]

“Λυπάμαι πραγματικά” είπα στην Τζούλια, σκουπίζοντας με τις παλάμες μου τα δάκρυά μου. Τα δάκρυα δεν ήταν και τόσα πολλά.

“Πρέπει να φύγεις” είπε. “Το ξέρω ότι θα το μετανιώσεις, και είναι γαμώ το κέρατό μου πολύ κρίμα. Δεν σε μισώ ακόμα, οπότε κυρίως απλώς σε λυπάμαι. Αυτό που κάνεις είναι απαίσιο, και δεν πρόκειται να το ξεχάσω”.

“Δε θα το έκανα εάν δεν έπρεπε να το κάνω” είπα.

“Συγκινητικά λόγια, Πιτ” είπε η Τζούλια. “Πρέπει να γίνεις συγγραφέας. Να γράψεις κάτι σ’ ένα κομμάτι χαρτί”».

Αν και οι εκπρόσωποι αυτής της γενιάς απέχουν σημαντικά από τον μέσο όρο των τριαντάρηδων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Martin κατάφερε να αποτυπώσει τις συναισθηματικές αντιφάσεις αυτής της γενιάς, την απόλυτη αίσθηση ελευθερίας που αισθάνονται όσοι ανήκουν σ’ αυτή και τη βεβαιότητα ότι η κάθε επιλογή τους, τους φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην αναγνώριση και την καταξίωση των δημιουργιών τους. Ο έρωτας, η αγάπη και η συντροφικότητα συνήθως περιορίζονται σε θεωρητικά σχήματα τα οποία αναπτύσσονται σε φιλικές βραδιές, με κρασί, γραμμές κοκαΐνης και παραισθησιογόνα μανιτάρια. Μέχρι το τέλος όλοι θα έχουν κάνει τις επιλογές τους. Και τότε θα διακρίνουμε πιο καθαρά τα κομμάτια της αληθινής ζωής που αναλογούσαν στον καθένα τους, πριν ο χωρισμός, ο έρωτας και η συγγραφική καταξίωση ξαναμοιράσει τα χαρτιά και αλλάξει γι’ άλλη μια φορά τα δεδομένα στις ζωές των ηρώων.

Η Βίβιαν Στεργίου μετέφρασε το μυθιστόρημα με υποδειγματικό τρόπο, σε άψογα ελληνικά με ρυθμό και νεύρο. Πέρασε στο ελληνικό κείμενο την intellectual συμπεριφορά και το sophisticated των λόγων των πρωταγωνιστών, που είναι κάτι μεταξύ ματιάς αφ’ υψηλού, ειρωνείας, αξιολόγηση του συνομιλητή από το αν θα «πιάσει την αναφορά» και μια αυτοκριτική αρκούντως δραματική κι ανάλαφρη.

alt


Κάθε μέρα που περνά ο αυτοπεριορισμός και η αυξημένη προσοχή δεν είναι δημοσιογραφικά κλισέ. Μένουμε σπίτι, λοιπόν, συνειδητά και υπεύθυνα. Τα ενημερωτικά σάιτ ήταν πάντα ανοιχτά ον δε σάιντ, αυτές τις μέρες, όμως, επιβάλλεται να ανέβει κι εκεί το επίπεδο της αυτοπροστασίας. Η άνοιξη από την άλλη έχει κάνει δυναμική εισβολή στην πόλη. Τα πρώτα φρέσκα κοκκινοπράσινα φύλλα της τριανταφυλλιάς στη βεράντα κηρύσσουν την έναρξη της ανθοφορίας.  

Κατά τα άλλα θέλω να μείνω στους πρωτοεμφανιζόμενους Αμερικανούς. Θυμάμαι ένα ωραίο κείμενο της Διώνης Δημητριάδου και αναζητώ το βιβλίο. Jacqueline Woodson Ένα άλλο Μπρούκλιν (μτφρ. Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις). Το ξεκινώ και όσο προχωρώ νιώθω σαν να περπατάω μέσα σε ένα παλιό σπίτι, με ξύλινο πάτωμα που τρίζει ελαφρά, πολλές φθαρμένες πόλαροϊντ σκορπισμένες στο πάτωμα, ενώ από το ραδιόφωνο παίζει ένα κομμάτι της Minnie Ripperton. 

«Μια μέρα ο πατέρας μου γύρισε σπίτι με ένα ραδιοφωνάκι. Όταν το άναψε, μια απαλή μουσική πλημμύρισε το καθιστικό μας και ο αδελφός μου κι εγώ χορέψαμε όπως χορεύαμε άλλοτε στο Τενεσί: σηκώνοντας τα χέρια για να μας κρατήσει από την άλλη μεριά η μητέρα μας, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια μας και σκύβοντας το κεφάλι».

altΣ’ αυτό το πρώτο της μυθιστόρημα η Αφροαμερικανίδα Jacqueline Woodson καταγράφει τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας της, όταν ο πατέρας της αποφάσισε να πάρει τον μικρό της αδελφό και αυτή, και οι τρεις τους να εγκαταλείψουν το Τενεσί –καθώς και τη μητέρα τους, όταν εκείνη παρουσίασε σημάδια ψυχωσικής συμπεριφοράς–, και να μετακομίσουν στο Μπρούκλιν. Εκείνα τα πρώτα χρόνια η Όγκοστ και ο αδελφός της, θα ζήσουν σχεδόν έγκλειστοι σε ένα μικρό διαμέρισμα, στο τελευταίο πάτωμα ενός τριώροφου κτιρίου, παρατηρώντας τα παιδιά της γειτονιάς να παίζουν στον δρόμο. 

«Τώρα ξέρω πως τραγική δεν είναι η μια ή η άλλη στιγμήείναι η ανάμνηση.

[…] Σύλβια, Άντζελα, Τζίτζι, Όγκοστ. Τέσσερα κορίτσια αχώριστα, εκπληκτικά όμορφα και τρομακτικά μόνα.

Είναι μια ανάμνηση».

Με τα χρόνια τα δύο αδέλφια θα κατέβουν κι αυτά στον δρόμο και θα διεκδικήσουν τον χώρο τους ανάμεσα στους συνομηλίκους τους. Η Όγκοστ θα ενταχθεί σε μια παρέα τριών κοριτσιών, και οι τέσσερίς τους θα αναπτύξουν ισχυρούς δεσμούς φιλίας. Μια φιλία–υποκατάστατο των προβληματικών οικογενειών απ’ όπου προερχόταν η καθεμία. Μέσα σ’ αυτόν τον αδιαπέραστο κύκλο, θα νιώσουν ασφαλείς, θα μιλήσουν, θα προστατεύσουν η μια την άλλη. Μια διαρκής αναμονή της μητέρας της Όγκοστ, θα σκεπάσει πολλά από τα χρόνια της και θα τη βυθίσει στη θλίψη. Ακόμη και όταν ο πατέρας της φέρει στο σπίτι μια τεφροδόχο, η Όγκοστ θα αρνηθεί να δεχτεί την αυτοκτονία της μητέρας της. Και κάπως έτσι θα μπει η καθεμιά με τον τρόπο της στη δύσκολη εφηβεία.

«“Τι περιέχει αυτό το βάζο, μπαμπά;”
“Ξέρεις τι περιέχει”.
“Είπες ότι περιέχει στάχτες. Τίνος όμως;”
“Ξέρεις τίνος”.
“Του Κλάιντ;”
“Τον Κλάιντ τον θάψαμε”.
“Τις δικές μου;”

Είναι μια ανάμνηση»

Στην εφηβεία το σώμα υπόσχεται να δώσει τις απαντήσεις σε κάθε ερώτημα. Οι τέσσερις φίλες, χαλαρώνοντας τους δεσμούς της τετράδας, ακολούθησαν η καθεμία ένα μοναχικό μονοπάτι, όπου έπρεπε να αναμετρηθούν με τις προσωπικές τους ανάγκες και φιλοδοξίες, με τις προσδοκίες της οικογένειας ή την απόλυτη ελευθερία όταν δεν έχεις κανέναν στον κόσμο.

«Τα βράδια, όταν οι ντιτζέι συνέδεαν τις μπαλαντέζες τους στους φανοστάτες του δρόμου, εμείς ακολουθούσαμε τα καφέ και άσπρα καλώδια για να φτάσουμε ως τη μουσική στο πάρκο. Χαζεύαμε τους πιτσιρικάδες της γειτονιάς που χόρευαν μπρέικ ντανς πάνω σε διπλωμένα χαρτόκουτα και ουρλιάζαμε όταν ο ντιτζέι έβαζε στο πλατό το “Sir Duke” του Στήβι Γουόντερ. τότε ο Τζερόμ έβρισκε την ευκαιρία να με ξεμοναχιάσει».

Η γραφή της Woodson είναι ελλειπτική. Αφηγείται τα γεγονότα με εναλλαγές σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο, ενθέτοντας στις μικρές αυτές παραγράφους αναπάντητες απευθύνσεις ή καίριες ερωτοαπαντήσεις από το παρελθόν. Στήνει εικόνες μέσα από θρυμματισμένες αναμνήσεις και πασχίζει να εντοπίσει το ράγισμα στη σχέση των τεσσάρων κοριτσιών. Την απόσχιση, την προδοσία, το αίσθημα της μοναξιάς. Μια συνθήκη που την ώθησε να ανακαλύψει όλον τον υπόλοιπο κόσμο, φεύγοντας για πάντα από το Μπρούκλιν.

«Από τα είκοσι ως τα τριάντα μου, πλάγιαζα με λευκούς νεαρούς σε γυμνά από φωτογραφίες δωμάτια, που αντηχούσαν από μουσική τζαζ. […] Στις Φιλιππίνες, ένας πανέμορφος μελαψός άντρας μού φιλούσε τα πόδια ξανά και ξανά, λέγοντας, “πάντα από κει να αρχίζεις”. Στο Γουισκόνσιν, υποσχέθηκα στη συγκάτοικό μου, που είχε γίνει πια ερωμένη μου, πως δεν θα την εγκατέλειπα ποτέ. Μερικούς μήνες αργότερα, με τις σελίδες της εγκεκριμένης πλέον διδακτορικής μου διατριβής σκόρπιες στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας, φίλησα απαλά τα μισάνοιχτα χείλη της όσο κοιμόταν και χάθηκα μέσα στη νύχτα. Στο Μπαλί, περίμενα κάθε βράδυ να ξεπροβάλει από το σκοτάδι ένας όμορφος μαύρος απ’ το Ντιτρόιτ. “Πες το”, με ικέτευε καθώς τα κορμιά μας τρίβονταν το ένα πάνω στο άλλο με τόση λύσσα που μας έφερνε γέλια. “Δυο λέξεις είναι μόνο, γαμώτο”».

alt


Κυριακή πρωί. Λιακάδα, μουσική, [πάντα ο πρώτος] καφές ζεστός και το λάπτοπ κλειστό. Βρίσκομαι μπροστά σε στοίβες βιβλίων. Διαχωρίζω σε είδη, διατρέχω τα οπισθόφυλλα, βάζω στην άκρη όσα θέλω να διαβάσω τις επόμενες μέρες. Από εδώ η ελληνική πεζογραφία, ξεχωριστό και ψηλό λοφάκι και μαζι κάποια μεταφρασμένα που ήθελα τόσο καιρό να τα «πιάσω» αλλά δεν είχα τον χρόνο.

altΤη στιγμή που πήρα να ξεφυλλίσω έναν μικρό τόμο με κείμενα του Νάσου Βαγενά και τίτλο Η λογοτεχνία στο τετράγωνο – Σημειώσεις για τη γραφή του Χορχέ Λουίς Μπόρχες (εκδ. Πόλις) η πρόθεσή μου ήταν να ρίξω μια ματιά πριν ξεκινήσω το επόμενο μυθιστόρημα. Με τα βιβλία σκόρπια και ακατάστατα γύρω μου, τις επόμενες ώρες δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου μέχρι να τελειώσει, για να συνεχίσω και να ολοκληρώσω όπως όπως για σήμερα, το φιλόδοξο πρωινό σχέδιο του διαχωρισμού και της οργάνωσης.

«Ο Μπόρχες αρνείται τον ρεαλισμό για τον ίδιο λόγο που τον αρνούνται και οι υπερρεαλιστές. Επειδή περιορίζεται στην αλληλουχία των αιτιών της ορατής πραγματικότητας. Ο Μπόρχες ελευθερώνει το σύστημα της αιτιότητας χρησιμοποιώντας το με έναν τρόπο που τελικά επιφέρει την αναίρεσή του. Πρόκειται για μια τερατώδη εφαρμογή της λογικής του, που το μεταβάλλει σε ένα σύστημα μαγικής αιτιότητας, ανάλογης με την αιτιότητα της φανταστικής λογοτεχνίας. Και η μεταβολή αυτή οδηγεί σε αποτελέσματα παρόμοια με εκείνα της υπερρεαλιστικής τέχνης, που θέλει να αποκαλύψει τους μυστικούς δεσμούς που συνδέουν μεταξύ τους ακόμη και τα πιο ανόμοια πράγματα».

Ο Νάσος Βαγενάς, σ’ αυτόν τον τόμο συγκέντρωσε κείμενα για τον Μπόρχες, που έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει καθώς και ανέκδοτο υλικό. Από μια μεταπτυχιακή του εργασία το 1972 και την ομιλία του κατά την τελετή αναγόρευσης του Μπόρχες σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης το 1984, μέχρι μια σειρά πρόσφατων σημειώσεων και συμπυκνωμένων σχολίων για πτυχές του έργου του Αργεντίνου συγγραφέα, ο Νάσος Βαγενάς προσεγγίζει τον Μπόρχες τόσο διαισθητικά και με την κατάπληξη της πρώτης φοράς που ήρθε σε επαφή με το έργο του, όσο και με βαθιά γνώση και σπάνια κατάρτιση για όλο το έργο του, σκιαγραφώντας ενδιαφέρουσες αθέατες συνδέσεις με ρεύματα και άλλους συγγραφείς της σύγχρονης λογοτεχνίας.

alt


Επιστρέφω στην πεζογραφία και για μια ακόμη φορά προκύπτει αυτή η (σχεδόν μαγική) αλληλουχία μεταξύ των βιβλίων, όπου χωρίς να είναι προσχεδιασμένο, τα βιβλία συνδέονται θεματικά και ο προβληματισμός τους αναπτύσσεται σ’ έναν κοινό άξονα. Τόσο η Jacqueline Woodson στο Ένα άλλο Μπρούκλιν όσο και η Daisy Johnson στο Κάτω από την επιφάνεια (μτφρ. Μαρία Βαρδοπούλου, εκδ. Καστανιώτη) στήνουν τις ιστορίες τους βασιζόμενες στις ιδιότυπες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ μητέρας και κόρης. Για την ακρίβεια, μιλάνε για τη βίαιη διακοπή αυτής της σχέσης (στο βιβλίο της Woodson συμβαίνει στα 8 χρόνια της ηρωίδας, ενώ στην ιστορία της Johnson στα 16 της) και την επίπονη διαχείριση του αισθήματος της εγκατάλειψης. Η Woodson με τρόπο αφαιρετικό και υπαινικτικό, οργανώνει μνήμες και εικόνες από τα προσωπικά της βιώματα, ενώ η Johnson υιοθετώντας μια ρευστή γλώσσα, στήνει μια ιστορία αναζήτησης, συμφιλίωσης και διαρκούς εγκατάλειψης. Μια ιστορία που διαδραματίζεται στο περιθώριο της κοινωνίας, απόκοσμη και ίσως γι’ αυτό καθηλωτική.

«Οι άνθρωποι εδώ στο ποτάμι ήταν πάντα προληπτικοί. Το νερό έχει τον τρόπο του να θαμπώνει ό,τι πριν ήταν καθαρό. Νομίζεις ότι εγώ δεν έχω δει διάφορα εκεί έξω; Όταν πέφτει η ομίχλη ή κάποιες μέρες τόσο ζεστές που ο αέρας μοιάζει κυματιστός, έχω την αίσθηση ότι βλέπω ξανά πράγματα που είχα αφήσει πίσω μου, που πίστευα ότι δεν θα ξανάβλεπα ποτέ. Είδα έναν λεπτοκαμωμένο άντρα να περπατά ανάμεσα στα δέντρα κι ένα ζώο με πρόσωπο γυναίκας ή κάτι ακόμα πιο τρομακτικό. Εκεί έξω μπορεί κανείς να πιστέψει τα πάντα. Οι άνθρωποι που ζουν στα ποτάμια δεν είναι σαν τους άλλους. Εδώ δε θα δεις ποτέ την αστυνομία. Δε θα δεις την υπηρεσία προστασίας ανηλίκων, ούτε παπάδες. Όσοι ζουν στα ποτάμια δε χρησιμοποιούν καθρέφτες. δεν τους αρέσει να βρίσκονται πολλή ώρα στην ξηρά».

altΗ Γκρέτελ, από τότε που θυμάται τον εαυτό της, ζει με τη μητέρα της Σάρα έχοντας αναπτύξει μια ιδιότυπη σχέση μαζί της. Χωρίς σταθερή κατοικία, συνεχώς μετακινούμενες, οι δύο γυναίκες εγκαταλείπουν ένα αγροτόσπιτο και βρίσκουν προσωρινό κατάλυμα σε ένα παλιό πλοιάριο, αγκυροβολημένο σε ένα κανάλι. Περνάνε τις μέρες τους εξερευνώντας την περιοχή, βάζοντας παγίδες για πουλιά και δολώματα για ψάρια. Αναπτύσσουν έναν κώδικα επικοινωνίας χρησιμοποιώντας λέξεις που οι ίδιες επινόησαν, κάτι που τις απομακρύνει από τους υπόλοιπους «κατοίκους» του καναλιού.

Τη μέρα όπου η Σάρα θα εγκαταλείψει το πλοιάριο και τη δεκαεξάχρονη Γκρέτελ, τα πάντα θα αλλάξουν στη ζωή της έφηβης κοπέλας. Θα φιλοξενηθεί σε ιδρύματα και άλλες οικογένειες και θα καταλάβει το πόσο αποκλεισμένες ζούσαν αυτή και η μητέρα της τα προηγούμενα χρόνια.

«Καθάρισες ένα σφιχτό αβγό, ξεκολλώντας το τσόφλι από το μαλακό ασπράδι. Με κυνήγησες με το λάστιχο ώσπου το χώμα λασπώθηκε, και πέσαμε κάτω κι οι δυο, πασαλειμμένες σαν βολβοί που μόλις είχανε φυτρώσει. Με κοίταξες μεσ’ απ’ το άνοιγμα της κουζίνας και είδα το ποτάμι να σκάει πίσω σου. Τι κάνεις; μου είπες. Πώς κατάντησες έτσι; Να φισφιρίζεις πέρα δώθε;»

Θα περάσουν δεκαέξι χρόνια χωρίς να έχει καταφέρει να εντοπίσει τη Σάρα. Αν και την αναζητεί ανά τακτά διαστήματα, η Γκρέτελ δεν έχει συμβιβαστεί με το γεγονός της εγκατάλειψής της. Όταν η Σάρα θα επικοινωνήσει μαζί της, ξέρει ότι για να τη συναντήσει θα πρέπει να κάνει ξανά όλη τη διαδρομή προς τα πίσω.

Με καμβά τον μύθο του Οιδίποδα, η Daisy Johnson κινεί τους ήρωές της μέσα από ένα ισχυρό πλέγμα αντίρροπων δυνάμεων, με τον καθένα τους, σε κάποια στιγμή, να αναρωτιέται αν οι πράξεις του είναι προαποφασισμένες ή αν επιλέγει όσα τελικά πράττει. Με δάνεια στοιχεία από μεσαιωνικά παραμύθια, από τον τραγικό μύθο του Οιδίποδα, από ζητήματα σύγχρονων προβληματισμών (έμφυλες ταυτότητες), ενοποιημένα σε γλώσσα δουλεμένη, η Johnson γράφει ένα σκληρό μυθιστόρημα και τελικά φτάνει σε μεγάλα βάθη σε ό,τι αφορά τη –διαρκώς αποκρυπτόμενη– σχέση μητέρας και κόρης. 

Κείμενο απαιτητικό που η εξαιρετική μετάφραση της Μαρίας Βαρδοπούλου το δικαιώνει και το αναδεικνύει στο ακέραιο.

alt


Δύσκολη η εβδομάδα που πέρασε. Στο εσωτερικό διαμερισμάτων και κατοικιών, δοκιμάστηκε η αντοχή και η αλήθεια των επιλογών που ο καθένας έχει κάνει μέσα στα χρόνια. Έξω, η ευγένεια, η κοινωνική συνείδηση, η υπευθυνότητα, μάλλον δεν περίσσευαν. Έτσι, από σήμερα και για δύο εβδομάδες, μένουμε σπίτι (στ’ αλήθεια και όλοι). 

Από χθες το απόγευμα, μετά την εξαγγελία της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, μιλάω με φίλους. Οι περισσότεροι είναι προβληματισμένοι, είναι αγχωμένοι. Απαντούν μονολεκτικά. Σιωπούν για ώρα. Λίγο πριν από το ξημέρωμα διαβάζω μια ανάρτηση στο facebook της Ελισάβετ Χρονοπούλου, και είναι λίγο σαν να τακτοποίησε τις σκέψεις μου.

«Ποτέ, σε καμιά στιγμή της μακράς ζωής μου, δεν θα μπορούσα να φανταστώ πως εγώ, κι ίσως πολλοί από τους εκλεκτικά συγγενείς μου, θα συναινούσαμε σιωπηλά ή όχι, κρυφά ή φανερά και ίσως με μια ένοχη ανακούφιση, σε μια απαγόρευση σαν τη σημερινή. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι κρυφά ή φανερά, με ενοχή σίγουρα, θα την ευχόμουν πριν συμβεί. […] Συναινώ. Αλλά έκλαψα. Περίμενα με αγωνία αυτό το διάγγελμα, αγωνία γιατί ήξερα τι θ’ ακούσω και γιατί ήθελα να το ακούσω. Όμως όταν το άκουσα έκλαψα. Έκλαψα κι ένιωσα πιο μετέωρη από ποτέ, ένιωσα το βάθος της αμφιθυμίας, τη μοναξιά του να ζεις σ’ έναν κόσμο τόσο ανοίκειο που δεν ξέρεις πώς να είσαι ο εαυτός σου».

altΔευτέρα πρωί και δεν θέλω να διαβάσω καμία ανάλυση. Ένα μικρό, καφετί βιβλίο βρίσκεται επάνω επάνω στη στοίβα, δίπλα από το γραφείο μου. Μου μοιάζει ιδανικό γι’ αυτή την ώρα, γι’ αυτή τη μέρα, γι’ αυτή την εβδομάδα. 

«Τις Δευτέρες, ενίοτε, τα μηνύματα είναι κρυπτογραφήματα [red clouds in warhol’s coffee / dfw]».

Συλλαλητήρια στο δωμάτιό μου (εκδ. Gutenberg) είναι ο τίτλος του μικρού και κομψού νέου βιβλίου του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. 84 στιγμιότυπα, 84 πόλαροϊντ, 84 ύμνοι στη φιλία, στον χρόνο, στη λογοτεχνία, στα ξενύχτια, στις εξομολογήσεις, σ’ αυτούς που έφυγαν και στις μνήμες που δεν είναι μνήμες, γιατί είναι μέρος της καθημερινής καθημερινότητας.

«Κάποιες Κυριακές φαντάζομαι μια γόνιμη συνάντηση του Παπαγιώργη με τον Σινιόσογλου: πιάνουν και γράφουν μαζί ένα βιβλίο για τον Νίτσε».

Μεταξύ απρογραμμάτιστων πολυμελών συνάξεων, άοκνης μελέτης και αδιάλειπτου ρυθμού μετάφρασης, ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης βρίσκεται στο κέντρο/απόκεντρο μιας ισχυρής, συμπυκνωμένης και δοκιμασμένης οικογένειας, της οικογένειας των φίλων. Μέσα εκεί σχεδιάζει το μέλλον, δηλαδή το τώρα.

«Μπορεί να πει κανείς ότι την τετραετία 2015-2019, παραμερίζοντας τις όποιες αντιξοότητες, έζησα σύμφωνα με τον στίχο του Καρούζου: “Επώνυμο: πλήρης”. Αλλά και σύμφωνα με τον τίτλο του ποιήματος: “Ψυχαγωγία εις ύψος”. Την τετραετία 2019-2023, λέω να ζήσω σαν διαφάνεια με φόντο τα κύματα και με τη φράση “Τον Άνεμο Δοξάζω και το Νερό”».


2503Δεν είναι λίγοι όσοι ασχολούνται με το γράψιμο βλέποντάς το [και] ως μια μορφή ψυχοθεραπείας, ως ένα καταφύγιο μακριά από την καθημερινότητά τους, ως μια βαθιά ανάγκη να μοιραστούν τις ιστορίες τους και να επικοινωνήσουν. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι το είδος των κειμένων που θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον μου, παρόλο που κάποια από αυτά έχουν και λογοτεχνικές αρετές. Αναγνωρίζω το θάρρος και την αποφασιστικότητα που κρύβουν πίσω τους καθώς και το ότι αποτελούν στήριγμα για ανθρώπους με παρόμοιες εμπειρίες.

altΤο βιβλίο του Γιάννη Γαβρά Σαμποτάζ (εκδ. Εστία), αν και ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία κειμένων, ξεχωρίζει για την αμεσότητα, την τόλμη, το χιούμορ και την αλήθεια που προκύπτει, ως συντεταγμένη αυτών. Ο ήρωας του βιβλίου, παιδί ατίθασο και μοναχικό, από τα χρόνια της εφηβείας του είχε κάνει την επανάστασή του μέσα από το αλκοόλ. Προκαλώντας τον πατέρα του και αδιαφορώντας για τον κοινωνικό περίγυρο, δεν άργησε να περάσει τα όρια και να μπει σε μια αχαρτογράφητη ψυχική και πνευματική κατάσταση. Συνδυασμοί ψυχοφαρμάκων, αντικοινωνική συμπεριφορά, αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας και ενδιαμέσως σπουδές στη Θεσσαλονίκη και απόλυτη ελευθερία. Τα διαστήματα νοσηλείας στην κλινική Γαλήνη, στο Δρομοκαΐτειο και στο Αιγινήτειο έμοιαζαν με κινούμενη άμμο χωρίς ελπίδα διαφυγής.

«Ανάβω τσιγάρο. Εικοσιπεντάρης, και περνάω τα γενέθλιά μου στο Δρομοκαΐτειο, αρχή καλοκαιριού του 1995. Άσχημα μπήκε το καλοκαίρι. Κοιτάζω τον τεράστιο θάλαμο-φυλακή που με έχουν κλείσει. Χάλια. Ένα παραλληλόγραμμο με καμιά σαρανταριά κρεβάτια, κάτι μικρά παράθυρα με κάγκελα, οι τοίχοι βρώμικοι και ξεφτισμένοι. Οι ασθενείς έχουν τσουβαλιαστεί όλοι μαζί χωρίς κανένα διαχωριστικό. Τοξικομανείς, ψυχωσικοί, κατατονικοί, ημίτρελοι και άνθρωποι που έχουν βρεθεί εκεί κατά λάθος. Όλοι μαζί πεταμένοι».

Ο αφηγητής του βιβλίου, από μικρό παιδί είχε υποσυνείδητα επιλέξει τον ρόλο του σαμποτέρ μέσα στην οικογένεια. Αντιδρούσε έντονα, διαφωνούσε απόλυτα. Διεκδικούσε την ελευθερία του και την ίδια στιγμή αποζητούσε την αποδοχή. Κατηγορούσε τον πατέρα του ως υπαίτιο για όλα του τα δεινά, ενώ πέρασαν χρόνια για να καταλάβει ότι ο θυμός και η επιθετικότητα του πατέρα, ήταν μεταμφιεσμένος φόβος και (μια παράξενη) αγάπη.

Τελειώνοντας το βιβλίο αισθανόμουν μια κρυφή χαρά για τον αφηγητή. Που ενώ πέρασε δια πυρός και σιδήρου, βγήκε νικητής. Και τι σημαίνει νικητής; Ζει, γράφει και μας λέει την ιστορία του.

«Δεκαοκτώ χρόνια μόχθος, άχθος, άγχος, για να κόψω το αλκοόλ, με υποτροπές. Τέσσερα χρόνια καθαρός – δύο χρόνια υποτροπή. Ένα χρόνο καθαρός – τρία χρόνια υποτροπή. Και πάει λέγοντας. Αυτή τη μέρα έχω δύο χρόνια που είμαι καθαρός. Είμαι ο Κώστας και είμαι καλά. Αλλά, μια φορά αλκοολικός για πάντα αλκοολικός».

alt


Οι μέρες περνούν, ο μήνας τελειώνει κι όλα μοιάζουν παγωμένα και αιωρούμενα. Τα βιβλία δεν προχωρούν τόσο εύκολα, τα κείμενα δεν έχουν την απαιτούμενη συνοχή, η διάθεση για κουβέντα με φίλους στο μέσεντζερ έχει περιοριστεί στον βασικό έλεγχο για το αν κανείς χρειάζεται κάτι. Κι αν κάθε φορά που βγαίναμε από το σπίτι, πριν κλείσουμε την εξώπορτα, το πρώτο πράγμα που σκεφτόμασταν ήταν: «κλειδιά-γυαλιά-πορτοφόλι», πλέον δεν πάμε πουθενά χωρίς «μάσκα-γάντια-αντισηπτικό», ενώ μια φωνή από το βάθος (του σπιτιού; του μυαλού μας;) ρωτάει αυστηρά «Μήνυμα έστειλες;»

Τις τελευταίες μέρες του μήνα, κάθομαι μπροστά στη βιβλιοθήκη μου και με ψυχαναγκαστική συνέπεια διατρέχω τις ράχες των βιβλίων ποίησης. Φτενές ποιητικές συλλογές πακτωμένες ανάμεσα σε «Ανθολογίες» και «Άπαντα». Δεν ψάχνω απαντήσεις, γιατί δεν θέτω ερωτήσεις. Δεν έχω συντεταγμένες προσδοκίες. Ανοιγοκλείνω βιβλία και διαβάζω ποιήματα, όπως περιφέρομαι σε ένα μουσείο και διασχίζω –ιστορικές περιόδους, τεχνοτροπίες, θέματα– τις αίθουσες. Κι όταν σταματώ, προσπαθώ να χωρέσω στο βλέμμα μου, το μεγαλείο που αντικρύζω. Η εξαιρετική έκδοση της Κίχλης, με τα Ποιήματα 1943-2008 του Γιώργη Παυλόπουλου ήταν ήδη στα χέρια μου. Ξεφυλλίζοντας αργά τις σελίδες και προχωρώντας από συλλογή σε συλλογή  έμεινα σ’ αυτό:

altΜΥΣΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ

«Να πηγαίνουμε χώρια απ' τους άλλους
να μη γνωρίζουμε κανέναν
να πλαγιάζουμε στα χαντάκια
στα κοιμητήρια και στ' αχούρια
και πάνω μας καμία γραφή
μήτε φυλαχτό μήτε δαχτυλίδι.
Και να μην μπούμε σ' εκκλησιά
ν' ανάψουμε κερί
να μην περάσουμε από χωριό
κι αν δούμε τη μάνα μας
και αν δούμε αδερφό και αδερφή
κι αν δούμε να καίγεται το σπίτι μας
να στρίψουμε να φύγουμε.
Κι αν σηκωθούνε οι νεκροί
να τους κοιτάξουμε άγρια
κι αν έρθουνε τα όνειρα
να τα πετροβολήσουμε.

Να περπατάμε αμίλητοι
να μη σταθούμε πουθενά
ώσπου να παραδώσουμε το μήνυμα».

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ είναι δημοσιογράφος.


 Στην κεντρική εικόνα η Meryl Streep.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Το ραντεβού του Φεβρουαρίου

Το ραντεβού του Φεβρουαρίου

Ένα αναγνωστικό ημερολόγιο για όσα διαβάσαμε, υπογραμμίσαμε και ξεχωρίσαμε τον μήνα που μας πέρασε. Σκέψεις που σημειώσαμε στο περιθώριο των βιβλίων. Φράσεις και εικόνες που θέλουμε να κρατήσουμε. Έλληνες και μεταφρασμένοι συγγραφείς σε μια ιδιότυπη αλληλουχία.

...
Το μυστικό του Γενάρη είναι μια λέξη μόνο

Το μυστικό του Γενάρη είναι μια λέξη μόνο

Ένα αναγνωστικό ημερολόγιο για όσα διαβάσαμε, υπογραμμίσαμε και ξεχωρίσαμε τον μήνα που μας πέρασε. Σκέψεις που σημειώσαμε στο περιθώριο των βιβλίων. Φράσεις και εικόνες που θέλουμε να κρατήσουμε. Έλληνες και μεταφρασμένοι συγγραφείς σε μια ιδιότυπη αλληλουχία.

...

Η γενναιοδωρία του Δεκέμβρη

Η γενναιοδωρία του Δεκέμβρη

Ένα αναγνωστικό ημερολόγιο για όσα διαβάσαμε, υπογραμμίσαμε και ξεχωρίσαμε τον μήνα που μας πέρασε. Σκέψεις που σημειώσαμε στο περιθώριο των βιβλίων. Φράσεις και εικόνες που θέλουμε να κρατήσουμε. Έλληνες και μεταφρασμένοι συγγραφείς σε μια ιδιότυπη αλληλουχία.

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ορφέας σπαρασσόμενος

Ορφέας σπαρασσόμενος

Της Άρτεμης Γρίβα

Ω εσείς τρισκατάρατοι Πλούτωνα και Περσεφόνη, που σκαρφιστήκατε την καταδίκη μου! Ωιμέ, ο βαριόμοιρος εγώ! Μαύρη η ώρα που γύρισα και σε κοίταξα, Ευρυδίκη, εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα μπροστά στην πύλη...
Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019

Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019

Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ανακοίνωσε τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019 (για τις εκδόσεις 2018). Τα Βραβεία απονέμονται στους: Μάρω Δούκα (Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων), Γιώργο Παπαδάκη, Δημήτρη Κανελλόπουλο, Δήμητρα Κολλιάκου, Χάρη Βλαβιανό, Βαγγέλη Χ...

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: «Ο τόπος μέσα μας»

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: «Ο τόπος μέσα μας»

Προδημοσίευση ενός αποσπάσματος από το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη «Ο τόπος μέσα μας», που κυκλοφορεί στις 5 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube