x
Διαφήμιση

26 Ιουνιου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:11:34:47 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ «Αναζητώντας μιαν αλήθεια που γιατρεύει»

«Αναζητώντας μιαν αλήθεια που γιατρεύει»

E-mail Εκτύπωση

stefanatos 700 telikoΣυζήτηση με τον ψυχαναλυτή Γεράσιμο Στεφανάτο*, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του «Κατασκευές της ψυχανάλυσης, κατασκευή του ψυχαναλυτή» (εκδ. Εστία).

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Δεν χρειάζεται κανείς να είναι ειδικός για να διαπιστώσει ότι το βιβλίο του Γεράσιμου Στεφανάτου αποτελεί διακριτή στιγμή στην ελληνική βιβλιογραφία για την ψυχανάλυση, κι αυτό για μια σειρά από λόγους. Ο σημαντικότερος νομίζω σχετίζεται με τη φιλοδοξία του να διαπραγματευτεί κατά μέτωπο και σε βάθος κάποια από τα σημαντικότερα ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ψυχανάλυση, τόσο ως θεσμός στο εσωτερικό της πεδίο ή ως κλινική πρακτική, όσο και στη σχέση της με την κοινωνία, με την πολιτική, με τα αιτήματα για αυτοπραγμάτωση, ελευθερία, ευτυχία. 

Δεν είναι, ωστόσο, ένα βιβλίο εκλαΐκευσης. Δεν προσπαθεί να «κατεβάσει» την ψυχανάλυση στην αγορά, να «ψαρέψει πελατεία», να δώσει εύκολες απαντήσεις. Απευθύνεται προνομιακά στους ψυχαναλυτές ή ψυχοθεραπευτές ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης και στους κάθε λογής ψυχολόγους (όσους από αυτούς διαβάζουν αληθινά βιβλία και όχι μόνο «εγχειρίδια»), αλλά την ίδια στιγμή απευθύνεται σε κάθε φιλέρευνο αναγνώστη που έχει τη διάθεση να πάει κοντά του, να αφεθεί στον ιδιαίτερο αυτό λόγο που είναι ο λόγος της ψυχανάλυσης, που έχει τη δική του «ορολογία» (για την ανάγκη της οποίας επιχειρηματολογεί ο ΓΣ μέσα στο βιβλίο), τη δική του «πειθαρχία». Ενσωματώνει γνώση και σοφία από τόσα πολλά πεδία (λογοτεχνία, ανθρωπολογία, Ιστορία, κοινωνιολογία, τέχνη), ώστε δεν θα ήταν υπερβολή αν μιλούσαμε για ένα πολύμορφο και πολυεπίπεδο βιβλίο, το οποίο για να διαβαστεί πραγματικά χρειάζεται να ξαναδιαβαστεί. Από αυτή την άποψη, δεν είναι ένα βιβλίο που στοχεύει να παρέμβει στη «συγκυρία», αλλά μάλλον ένα έργο που επιζητεί να καταστεί «έργο αναφοράς», και ως τέτοιο έχει μέσα του, ήδη εγγεγραμμένη, τη δοκιμασία του χρόνου.

Στη συζήτηση που ακολουθεί επιχειρήσαμε να θίξουμε ορισμένα από τα ζητήματα που αναπτύσσονται αναλυτικά στο βιβλίο.

Κ.Β.Κ.: Η υποδοχή-αποδοχή της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα συνάντησε και συναντά ακόμη και σήμερα δυσκολίες ή και αντιστάσεις, με την ψυχαναλυτική έννοια, για τις οποίες μιλάτε στο βιβλίο σας. Σε τι βαθμό αυτές οι δυσκολίες ή αντιστάσεις σχετίζονται με την πολύπλευρη κρίση που περνάει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια; (σκέφτομαι για παράδειγμα τον μηχανισμό άμυνας της «άρνησης και προβολής», που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία μέσα από το σχήμα, δεν φταίω εγώ, φταίνε οι «άλλοι», οι ξένοι, τα συμφέροντα κ.ο.κ).

Οι δυσκολίες υποδοχής-αποδοχής της ψυχανάλυσης στη χώρα μας συνδέονται ιστορικά με τις αντιστάσεις των ελληνικών παραδοσιακών οικογενειακών δομών που η τωρινή τους διάλυση δεν ξέρουμε ακόμη σε τι θα οδηγήσει

Γ.Σ.: Ο μηχανισμός της άρνησης και της προβολής στον οποίο ευλόγως αναφέρεστε, αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας και εντείνεται σε καταστάσεις κρίσης όπως σήμερα. Πέρα όμως από αυτό το σχήμα οι δυσκολίες υποδοχής-αποδοχής της ψυχανάλυσης στη χώρα μας συνδέονται ιστορικά με τις αντιστάσεις των ελληνικών παραδοσιακών οικογενειακών δομών που η τωρινή τους διάλυση, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ξέρουμε ακόμη σε τι θα οδηγήσει. Συνδέεται επίσης με τις πάγιες αντιστάσεις του ιατρικού και ψυχιατρικού κατεστημένου αλλά και της ελληνικής διανόησης που ακόμη μέχρι σήμερα –πλην εξαιρέσεων– διστάζει να χρησιμοποιήσει την έννοια του ασυνειδήτου ως εργαλείου επιστημονικής έρευνας. Μπορούμε βεβαίως να αναρωτηθούμε κατά πόσο μπορεί να υπάρξει κριτική επιστημονική σκέψη σήμερα που να αγνοεί πλήρως το ασυνείδητο στοιχείο της.

Κ.Β.Κ.: Τι ακριβώς εννοείτε αναφερόμενος στη διαχρονικότητα και στην ιστορικότητα των δυσκολιών αποδοχής της ψυχανάλυσης στη χώρα μας;

Γ.Σ.: Επιτρέψτε μου μια σύντομη ιστορική αναδρομή που μπορεί να διαφωτίσει κάπως τα πράγματα. Η εισαγωγή των ψυχαναλυτικών ιδεών στην Ελλάδα αρχίζει τη δεκαετία του ’20 στα λογοτεχνικά και ιδιαιτέρως στα προοδευτικά σοσιαλιστικο-μαρξιστικά παιδαγωγικά περιβάλλοντα τα οποία εύκολα υιοθέτησαν μια ψυχοπαιδαγωγική αντίληψη αντλεριανής κυρίως προελεύσεως. Αυτό βεβαίως δεν εμπόδισε μετέπειτα τη σταλινική αριστερά της εποχής ν’ αναπαραγάγει στον ελληνικό διανοητικό χώρο την καταδίκη της ψυχανάλυσης, με αναφορά μάλιστα στο γνωστό κείμενο της παρισινής Nouvelle Critique του ’49, που είχε υπογραφεί κατ’ απαίτηση του εκεί κομμουνιστικού κόμματος από γνωστούς Γάλλους ψυχιάτρους και ψυχαναλυτές (!). Αυτό είναι ένα πρώτο στοιχείο με διαχρονική απ’ ό,τι φαίνεται ισχύ και πολλαπλές συνέπειες.

Όσον αφορά την ψυχαναλυτική πρακτική, αυτή εγκαινιάζεται από τον Αντρέα Εμπειρίκο, ψυχαναλυτή μη-γιατρό, ο οποίος μαζί με τους ψυχιάτρους Γιώργο Ζαβιτζιάνο και Δημήτρη Κουρέτα επιχειρούν τη δημιουργία μιας πρώτης ελληνικής ψυχαναλυτικής ομάδας. Στη διάρκεια της εφήμερης ύπαρξής της (1946-1950), η ομάδα τους θα υποστηριχτεί ενεργητικά από την πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη, ενώ η Άννα Φρόυντ θα προσκληθεί στην εναρκτήρια διάλεξη της ομάδας που γίνεται το 1949 μεγαλοπρεπώς, ενώ η χώρα βρίσκεται εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Τελικά η ομάδα τους αναγνωρίζεται ως study group της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης (IPA) και διαλύεται ένα χρόνο αργότερα. Ο Γ. Ζαβιτζιάνος μεταναστεύει στην Αμερική, ο Α. Εμπειρίκος υπό την πίεση του κοινωνικού και πολιτικού κατεστημένου της εποχής παύει να ασκεί την ψυχανάλυση, η πριγκίπισσα εγκαταλείπει οριστικά την Ελλάδα και ο Δ. Κουρέτας προσπαθεί να συνεχίσει μόνος την άσκηση της ψυχανάλυσης. Η πρώτη αυτή εφήμερη ψυχαναλυτική ομάδα δεν μπόρεσε να αποτελέσει καταγωγική αναφορά για τους Έλληνες ψυχαναλυτές και οι επενέργειες αυτής της αποτυχίας είναι αισθητές ακόμη μέχρι σήμερα.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70, ό,τι αφορά στην ψυχανάλυση αποτελεί επαναλαμβανόμενο φαινόμενο εισαγωγής-μετεμφύτευσης-ασυνέχειας, ενίοτε και παραμόρφωσης, των ψυχαναλυτικών ιδεών και πρακτικών. Μια μακρά περίοδος ασυνέχειας εγκαθίσταται, ενώ αρκετοί Έλληνες ψυχαναλυτές διαμορφώνονται σε διάφορες, διαφορετικών τάσεων, ψυχαναλυτικές σχολές ανά τον κόσμο. Προοδευτικά ορισμένοι εξ αυτών επιστρέφουν και το 1982 ένα νέο study group της IPA συγκροτείται, όχι χωρίς εξωτερικές δυσκολίες και εσωτερικές διαμάχες.

Έκτοτε παρατηρείται στην Ελλάδα μια κατάσταση που συναντάται στην ιστορία πολλών χωρών στην περιφέρεια της ψυχαναλυτικής γνώσης και χωρίς σημαντική φροϋδική παράδοση. Έχουμε μια ιδιαίτερη συνθήκη που ονομάζω μετεμφύτευση της ψυχανάλυσης σε άγονο έδαφος, με πρώτη επίπτωση την αναστολή της κριτικής σκέψης, μόνης ικανής να αμφισβητήσει τα θεσμικά και αναλυτικά δεδομένα αυτής ακριβώς της μετεμφύτευσης.

Κοντολογίς, πρόκειται για την εισαγωγή των διασπάσεων του διεθνούς ψυχαναλυτικού κινήματος, η οποία ενισχυόμενη από την ταυτόχρονη εγκαθίδρυση αντιστοίχων ψυχαναλυτικών θεσμών οδηγεί τελικά στην άγονη και ανιστόρητη αναπαραγωγή σε τοπικό επίπεδο της διαμάχης μεταξύ σχολών και ορθοδοξιών. Ας σημειωθεί ότι την ίδια στρατηγική της μετεμφύτευσης ακολουθεί παράλληλα και η εισαγωγή του λακανισμού στην Ελλάδα, προσθέτοντας στο τοπίο την επιπλέον διαμάχη μεταξύ λακανικών και μεταλακανικών ορθοδοξιών.

Κ.Β.Κ.: Ωστόσο, αυτή η μετεμφύτευση για την οποία μιλάτε δεν ολοκληρώθηκε ουσιαστικά κάποια στιγμή;

Η άκριτη και ανιστόρητη μετεμφύτευση των ψυχαναλυτικών θεσμών ποτέ δεν οδηγεί σε ουσιαστική εμφύτευση της ψυχανάλυσης και οδηγούμεθα παντού και πάντα στα ίδια γνωστά σχήματα: «Κλειστές» γραφειοκρατικές εταιρείες αναπαραγωγής ψυχαναλυτών στο όνομα μιας τυπολατρικής και κατ’ ουσίαν ανύπαρκτης φροϋδικής ορθοδοξίας.

Γ.Σ.: Πιστεύω ότι η άκριτη και ανιστόρητη μετεμφύτευση των ψυχαναλυτικών θεσμών ποτέ δεν οδηγεί σε ουσιαστική εμφύτευση της ψυχανάλυσης και οδηγούμεθα παντού και πάντα στα ίδια γνωστά σχήματα: «Κλειστές» γραφειοκρατικές εταιρείες αναπαραγωγής ψυχαναλυτών στο όνομα μιας τυπολατρικής και κατ’ ουσίαν ανύπαρκτης φροϋδικής ορθοδοξίας, είτε αντιστοίχως μικρές φανατισμένες ομαδοποιήσεις και μετατροπή της θεωρίας σε δόγμα στο όνομα ενός μεγάλου Mαίτρ, αλλά και προς δόξαν εντοπίων μικρών μαίτρ, οι οποίοι αναφερόμενοι στον Μαίτρ αποβλέπουν –όπως ιστορικά πλέον παρατηρείται σε πολλές χώρες– σε δανεικό κύρος και εξουσία.

Στην Ελλάδα, λίγο ως πολύ, παραμένουμε ακόμη στο στάδιο μιας θεσμοποίησης χωρίς δημιουργικότητα που στην πλέον αρνητική της εκδοχή εκφράζεται με τη λειτουργία ομάδων και εταιρειών κλειστών προς τα έξω και εστραμμένων στις εσωτερικές τους διαμάχες, χωρίς διάθεση συνεργασιών και ανταλλαγών. Πρόκειται για καταστάσεις αυξημένης ενδογαμίας, για φαινόμενα αμυντικής άρνησης αναγνώρισης του άλλου που, σίγουρα, δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα, ούτε φαινόμενα άγνωστα σε άλλους επιστημονικούς κλάδους, θέτουν ωστόσο κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον της ψυχανάλυσης. Θέλω ακόμη να τονίσω ότι η «περίπτωση» της ψυχανάλυσης που εξετάζουμε αντιπροσωπεύει αδιαμφισβήτητα πολλές άλλες περιπτώσεις εισαγωγής ιδεών και πρακτικών στο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο της μετεμφυλιακής και μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Κ.Β.Κ.: Σε μια εποχή που η επιστήμη κάνει, όπως λέμε, άλματα, τόσο στη μελέτη του εγκεφάλου όσο και στην ανακάλυψη νέων φαρμάκων –μαζί με την επινόηση, καμιά φορά ταυτόχρονα, νέων ψυχικών ασθενειών–, δίνοντας την εντύπωση ότι εγγυάται συγκεκριμένα και μετρήσιμα αποτελέσματα για κάθε λογής ψυχική δυσφορία (κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, διπολικές διαταραχές, ανορεξία, διαταραχές της προσοχής στα παιδιά κ.ο.κ), μέσα σε αυτό το περιβάλλον, σήμερα, που κυριαρχεί ο «επιστημονισμός», πώς μπορεί η ψυχανάλυση, να αρθρώσει έναν έγκυρο και πειστικό λόγο;

Γ.Σ.: Ο συντηρητικός πραγματισμός των σημερινών κοινωνιών φαίνεται να απαιτεί την τροποποίηση των θεμελιακών αρχών και της ηθικής της ψυχανάλυσης ώστε να κερδηθεί χρόνος, χρήμα και ψευδής θεραπευτική αποτελεσματικότητα.

Αν όμως η ψυχανάλυση ως ιδιαίτερη κλινικο-θεωρητική πρακτική ακόμη αντιστέκεται, η κυρίαρχη σήμερα τεχνοκρατική ψυχιατρική, θα έλεγα ότι ακολουθεί τον κατήφορο μιας υποτιθέμενης ορθολογικής κυριαρχίας επί του αντικειμένου της. Η πρόσθετη, δε, επιζήτηση εγγυήσεων επιστημονικότητας στην αδιαμφισβήτητη πρόοδο των νευροεπιστημών οδηγεί τελικά σε μια ευθύγραμμη, μηχανική κατανόηση του ψυχισμού ως αποτελέσματος συμπεριφορών και συμπτωμάτων που οι ρίζες τους αναζητιούνται στο βιολογικό, μοριακό ή χρωμοσωμικό πεδίο. Αποτέλεσμα, η αλόγιστη συνταγογράφηση ψυχοτρόπων φαρμάκων. Τα ψυχοφάρμακα είναι χρήσιμα και ορισμένες φορές απολύτως απαραίτητα, η σωστή όμως χορήγησή τους απαιτεί από τον ψυχίατρο να «ακούσει» τον ασθενή του σε πολλαπλές συχνότητες. Εννοώ ότι αποτελεί επιστημολογικό λάθος η αναγωγή της ψυχικής διαταραχής και της θεραπείας της σε επιμέρους μοντέλα κατανόησης που η κυρίαρχη στις μέρες μας τεχνοκρατική ψυχιατρική χρησιμοποιεί με μονόπλευρο τρόπο, θυσιάζοντας ταυτόχρονα τη δική τους επιστημονική αξία και τη συνολικότητα των δικών της στόχων. Με δυο λόγια είναι μια ψυχιατρική χωρίς ψυχή.

Η κλινική πραγματικότητα όμως είναι γεμάτη ψυχή, το υποκείμενο δεν είναι άθροισμα συμπεριφορών και συμπτωμάτων, ο επονομαζόμενος ψυχιατρικός άρρωστος, ακόμη και στις φάσεις της πλέον επώδυνης αποδιοργάνωσής του, ποτέ δεν αντιπροσωπεύεται αποκλειστικά και μόνο από το παραλήρημα ή τις παραισθήσεις του. Οι ρωγμές, τα παράγωγα του ψυχισμού, οι ασυνέχειες και οι ρήξεις είναι πάντα σε σχέση με τη στάση των άλλων απέναντι σ’ αυτά που λέει και κάνει, όπως και σ’ αυτά που δεν λέει και δεν κάνει.

stefanatos gerassimos 3Το υποκείμενο μέσω της παθολογίας του αμύνεται ενάντια στην απειλητική ανάδυση των στοιχείων της σωματοψυχικής του ιστορίας που δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί, να απεικονίσει, να νοηματοδοτήσει και να ιστορικοποιήσει στη σχέση του με τον «άλλον». Οι οδυνηρές και τρελές εκβάσεις της ιστορίας του, οι αποτρόπαιες εκδηλώσεις της, ανάγονταν πριν από τον Φρόυντ στον αποβλητέο χώρο του αλλόκοτου, του διαστροφικού, του απόλυτα παθολογικού. Σήμερα τα ίδια αυτά στοιχεία μοιάζει να μετατοπίζονται στο απο-υποκειμενοποιημένο και αποστειρωμένο πεδίο που συγκροτεί και οργανώνει ο άκριτος επιστημονισμός των καιρών μας.

Όταν, όμως, το σύμφυτο με την ανθρώπινη ύπαρξη σχεσιακό στοιχείο υφαρπάζεται λόγω μεθοδολογικής εθελοτυφλίας ή αμυντικής θωράκισης, τότε ο ψυχικός πόνος, όπως και η δυσκολία του ανθρώπου να ζήσει τον πολιτισμό του, αντικειμενοποιείται, ποσοτικοποιείται και μεταφράζεται με όρους, θα έλεγα, σχεσιακής βιολογίας. Ο αλόγιστος εκβιολογισμός της ανθρώπινης ύπαρξης εξαλείφει την ψυχική αιτιότητα και εξοστρακίζει το υποκείμενο. Αν δε ο ψυχισμός, όπως εγκύρως μας πληροφορούν, είναι απλώς και μόνο μια νευροβιολογική μηχανή, τότε το άγνωστο και μη καθορίσιμο της ύπαρξης μας δεν είναι παρά μόνο μια δυσλειτουργία προς επισκευή, νευρωνικές συνάψεις σε αναμονή της επικείμενης ανακάλυψής τους.

Ο Φρόυντ εξέφραζε συχνά την ελπίδα πως η νευροβιολογία και η ανατομία θα μπορέσουν κάποτε να εξηγήσουν τον ανθρώπινο ψυχισμό. Ωστόσο, στο τέλος της ζωής του θα γράψει ότι κι αν ακόμη υπήρχε άμεση σύνδεση ανάμεσα στο νευρικό σύστημα και την ψυχική ζωή, στην καλύτερη των περιπτώσεων θα μας έδινε μια ακριβή νευρολογική και μόνο εντόπιση των διεργασιών της συνείδησης, χωρίς να συνεισφέρει στην κατανόησή τους. Τελική διατύπωση μιας πολυτάραχης πορείας που έθεσε τα ψυχικά φαινόμενα και τις διαταραχές τους μια για πάντα στο σύμπαν του νοήματος.

Κ.Β.Κ.: Σε συνέχεια της παραπάνω ερώτησης: Το «πάσχον άτομο», αναζητώντας βοήθεια, βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη «αγορά» από «Ψι» (ψυχιάτρους, νευρολόγους, ψυχολόγους κάθε λογής, όλο και συχνότερα γνωσιακούς-συμπεριφοριστές) που όλοι τους υπόσχονται πιο μετρήσιμη και πιο άμεση ανακούφισή του σε σχέση με την ψυχανάλυση, η οποία, όπως βέβαια γνωρίζετε, μπορεί να τραβήξει χρόνια, χωρίς εγγύηση θεραπείας, μια και ενίοτε, μιλάτε κι εσείς γι’ αυτό το βιβλίο σας, οι ψυχαναλύσεις «κολλάνε» ή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν «ξεκινούν» επί της ουσίας ποτέ. Δεν σας ρωτώ ως «επαγγελματία», γιατί θα εισέπραττα, και δικαίως, την απάντηση ότι ο «ψυχαναλυτής δεν είναι επάγγελμα», αλλά ως ευαίσθητο άνθρωπο που, καταστατικά, μπορεί να έρθει στη θέση του άλλου: Με τόσα λίγα εχέγγυα που μας δίνετε, γιατί να εμπιστευτούμε εσάς, τους ψυχαναλυτές;

Γ.Σ.: Ξέρετε ο Λακάν μίλησε, και ως προς αυτό τον ακολουθώ πλήρως, για τη διαλεκτική προσφοράς-αιτήματος με την οποία εγκαινιάζεται η σχέση του ανθρώπινου υποκειμένου με τη φέρουσα τον λόγο και προσφέρουσα τον μαστό μητέρα. Η ίδια αυτή διαλεκτική χαρακτηρίζει και την ψυχαναλυτική σχέση. Το υποκείμενο πάντα ζητά, δεν μπορεί παρά να ζητά, μπόρεσε να ζήσει μέσω αυτού, και οι εμείς οι ψυχαναλυτές επωμιζόμαστε τη συνέχεια.

Η ψυχανάλυση δεν υπόσχεται θαυματουργική ίαση, ούτε κοινωνική επιτυχία, αρκείται, όπως έλεγε ο Φρόυντ, να μετατρέψει τη νευρωτική μιζέρια στα κοινά σε όλους μας βάσανα. Αρκείται να απελευθερώσει τη δυνατότητα για αγάπη και εργασία μέσω μιας ριζικής, όμως, μετατροπής της σχέσης του αναλυόμενου με το ασυνείδητό του και με τις ορμές του.

Με τη μεσολάβηση του αιτήματος ολόκληρο το παρελθόν διανοίγεται μέχρι τα βάθη της πρώτης παιδικής ηλικίας. Το αρχικό αίτημα του αναλυόμενου διαρκώς μετατοπίζεται, παλινδρομεί σε παρωχημένα αλλά πάντα δρώντα αιτήματα προς τον «άλλον» και η διαδοχική τους έκφραση ιστορικοποιεί μια ασυνείδητη, θα λέγαμε, λιβιδινική πορεία. Αντιστοίχως, στην πορεία μιας ανάλυσης τα συμπτώματα αλλάζουν, μετατίθενται, εξαφανίζονται ή χειροτερεύουν και άλλα καινούργια εμφανίζονται. Ορισμένες, δε, φορές για λόγους εξαιρετικά σύνθετους η αναγκαία αυτή κινητικότητα ελλείπει, ενώ κυριαρχεί η επανάληψη και η αγκίστρωση του αναλυόμενου σε τραυματικά βιώματα του παρελθόντος.

Πρόκειται περί αυθεντικής δυσκολίας με την οποία η ψυχαναλυτική έρευνα διαρκώς αναμετριέται από τον Φρόυντ μέχρι σήμερα. Η ψυχανάλυση δεν υπόσχεται θαυματουργική ίαση, ούτε κοινωνική επιτυχία, αρκείται, όπως έλεγε ο Φρόυντ, να μετατρέψει τη νευρωτική μιζέρια στα κοινά σε όλους μας βάσανα. Αρκείται να απελευθερώσει τη δυνατότητα για αγάπη και εργασία μέσω μιας ριζικής, όμως, μετατροπής της σχέσης του αναλυόμενου με το ασυνείδητό του και με τις ορμές του.

Απαντώντας ευθέως στο ερώτημα σας για την έλλειψη εγγυήσεων από την ψυχανάλυση, θα πω ότι το αίτημα του αναλυόμενου είναι απάντηση στην προσφορά του αναλυτή. Ο αναλυτής προσφέρει και εγγυάται τη μέθοδο της ψυχανάλυσης μεταδίδοντας στον αναλυόμενο μια ιδιαίτερη στάση διερεύνησης του ασυνείδητου ψυχισμού, που θα όριζα ως εξής: Δεν ξέρω για σας τίποτα περισσότερο από ό,τι ξέρετε εσείς για τον εαυτό σας ακόμη κι αν δεν το γνωρίζετε, μπορούμε όμως ακολουθώντας τη μέθοδο της ψυχανάλυσης να το μάθουμε.

Τι άλλο μπορεί να προσφέρει ο ψυχαναλυτής πέραν της μεθόδου και πέραν αυτού που μπόρεσε ο ίδιος να συλλάβει από τα μύχια της ψυχής του στην προσωπική του ανάλυση και εκ των υστέρων να θεωρητικοποιήσει και να εγγυηθεί ως σκοπό μιας ψυχανάλυσης; Και τι μπορεί να περιμένει ο αναλυόμενος από τον ψυχαναλυτή και την ψυχανάλυση, μετράω τα λόγια μου, πέρα από τη βεβαιότητα μιας βασικής αμφιβολίας ισοδύναμης του συμβολικού ευνουχισμού και αντίθετης στην όποια παρανοϊκή βεβαιότητα; Τι άλλο άραγε μπορούμε τελικά να περιμένουμε, πέρα από τη δύναμη που δίνει η αποδοχή μιας βασικής θα έλεγα αδυναμίας που δεν συγχέεται ούτε με την ανικανότητα ούτε με τη μοιρολατρία; Αυτή ακριβώς η αποδοχή επιτρέπει στον αναλυόμενο να γίνει συγγραφέας-δημιουργός μιας ιστορίας βιωμένης πλέον ως δικής του προσωπικής ιστορίας και όχι σαν μοίρα έξωθεν ή άνωθεν επιβεβλημένη.

Κ.Β.Κ: «Αναζητώντας μια αλήθεια που γιατρεύει» είναι ο υπότιτλος του βιβλίου σας, σίγουρα πιο ποιητικός και αινιγματικός από τον τίτλο («Κατασκευές της ψυχανάλυσης, κατασκευή του ψυχαναλυτή»), που εστιάζει στην έννοια της «κατασκευής». Σε ποιο βαθμό ή υπό ποία έννοια αυτό που αναζητείται μέσα σε μια θεραπευτική σχέση, σε μια ψυχανάλυση, είναι μια «αλήθεια», και πώς αυτή η αναζήτηση μπορεί να συνυπάρχει με την έννοια της «κατασκευής», που, εκτός ψυχαναλυτικού συγκείμενου, φέρνει στο νου περισσότερο μια διαδικασία δημιουργίας ενός «πράγματος» από υλικά που ήδη υπάρχουν; Μήπως, για να το θέσω αλλιώς, «αλήθεια» και «κατασκευή» είναι, αν τις «σκάψει» κανείς, έννοιες αντιφατικές μεταξύ τους;

Γ.Σ.: Στην απόλυτη αλήθεια που αντιπροσωπεύει μόνον ο Θάνατος, η ψυχανάλυση αντιπαραθέτει μιαν αλήθεια σε διαρκές γίγνεσθαι, θεμελιωμένη στην ανάγκη αναζήτησης μορφών νοήματος και αιτιότητας, ικανών να στηρίξουν το υποκείμενο στη σκηνή του κόσμου. Στο πεδίο ακριβώς αυτής της αναζήτησης εγγράφεται το βιβλίο μου.

Η ψυχανάλυση είναι χώρος αναζήτησης μιας αλήθειας που γιατρεύει, ακριβέστερα κομματιών αλήθειας που αναδύονται κατασκευαζόμενα σ’ έναν μεταξύ-δύο χώρο, αναλυτή και αναλυόμενου. Να μια πρώτη σύνδεση μεταξύ αλήθειας και κατασκευής.

Ο «κυπρίνος της αλήθειας» στη φροϋδική μέθοδο, όπως και στη σαιξπηρική δραματουργία, αναφέρομαι στον Άμλετ, «πιάνεται με δόλωμα την ψευτιά».

Η αλήθεια στην ψυχανάλυση είναι πάντα μερική, αποτελεί επενέργεια μιας ιδιαίτερης κατάστασης συν-ομιλίας που σηματοδοτεί με παράδοξο τρόπο ένα πρόταγμα αλήθειας μέσα από λογοκριμένες σκέψεις, αποσιωπήσεις, παρασιωπήσεις, μισόλογα και ψεύδη ειπωμένα σε συνθήκη μεταβίβασης. Ο «κυπρίνος της αλήθειας» στη φροϋδική μέθοδο, όπως και στη σαιξπηρική δραματουργία, αναφέρομαι στον Άμλετ, «πιάνεται με δόλωμα την ψευτιά». Ο Φρόυντ μιλούσε για κόκκους, για σπόρους, για πυρήνες αλήθειας που αποκτούν μορφή μέσα από τις ατομικές και τις συλλογικές παραμορφώσεις τους. Αυτήν, ακριβώς, την εσαεί μισο-ειπωμένη αλήθεια πραγματεύεται η ψυχαναλυτική πρακτική και προσεγγίζει μέσω ερμηνείας και κατασκευής.

Η «ιστορική αλήθεια», στην οποία αναφέρεται ο Φρόυντ, δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα των γεγονότων, η ανακατασκευή της παιδικής ηλικίας και η αναμνημόνευσή της αποτελούν κατ’ ουσίαν κατασκευή, δηλαδή δημιουργία εντός του ψυχαναλυτικού χώρου, όπου το αναδυόμενο νόημα αποκτά την αρμόζουσα στην ιδιαίτερη αυτή συνθήκη ισχύ και αποτελεσματικότητα. Η αλήθεια της ενορμητικής σύγκρουσης που θεμελίωσε την ψυχική δομή του υποκειμένου δεν εμφανίζεται εξ αποκαλύψεως αλλά αενάως κατασκευάζεται μέσω αυτοστοχασμού ­–εντός και εκτός ψυχανάλυσης– συνιστώντας αυθεντική δημιουργία.

Stefanatos parousiasiΜε άλλους όρους, πρόκειται για τη δυνατότητα του αναλυτή να οδηγηθεί σε μια ερμηνευτική υπόθεση απελευθερωμένη από τη συμβαντολογία, ευνοώντας μιαν ερμηνευτική κατασκευή που προσδίδει άλλη, καινούργια σημασία στα εκφερόμενα του αναλυόμενου. Υπ’ αυτή την έννοια, απαντώντας ευθέως την ερώτηση σας, θεωρώ ότι η αλήθεια και η κατασκευή δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Το ερμηνευτικό πεδίο που κατ’ αυτό τον τρόπο οργανώνεται, παρότι δεν ανάγεται σε ντετερμινιστικές αιτιότητες, δεν συνιστά αυθαιρεσία. Αφορά τη σχέση του υποκειμένου με την αλήθεια στο πεδίο του λόγου, εφόσον από τον Αριστοτέλη και μετά δεχόμαστε ότι ο λόγος δρα ως «υλική» αιτία του ψυχικού φαινομένου.

Σε κάθε περίπτωση, η διερώτηση σχετικά με την αντιθετική διάζευξη κατασκευασμένο-πλαστό ή πραγματικό-αποκαλυπτόμενο αποτέλεσε σημαντική επιστημολογική εξέλιξη για τη σύγχρονη ψυχανάλυση που υπερβαίνει τις καντιανές και δαρβινικές επιρροές του θεμελιωτή της.

Η παράσταση, η φαντασίωση και η ανάμνηση, οι παιδικές σεξουαλικές θεωρίες και το οικογενειακό μυθιστόρημα, η κατασκευή του παρελθόντος ή ακόμη ενός παραληρήματος αποτελούν δείγματα αυτοδημιουργικής θα λέγαμε «κατασκευαστικότητας». 

Η συζήτηση όλων αυτών γίνεται στο βιβλίο μου, θα ήθελα όμως εδώ να τονίσω ότι η θεώρηση των ερμηνευτικών κατασκευών ως δημιουργία και δη συν-δημιουργία αναλυτή και αναλυόμενου, όπως υποστηρίζω, δεν οδηγεί σε κανενός είδους μετανεωτερικό σχετικισμό περί δι-υποκειμενικότητας στο πεδίο της θεωρίας ή της πρακτικής, ούτε καταργεί βεβαίως τα βασικά κριτήρια ορθότητας, ακρίβειας και αλήθειας. Αντιθέτως, μακριά από αβαθείς κονστρουκτιβιστικές θεωρήσεις οξύνει την ανάγκη διερεύνησης ουσιωδών ερωτημάτων και αυθεντικών αποριών σε σχέση με τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός ότι ανάμεσα στην πηγή και το αποτέλεσμα της επενέργειάς της παρεμβάλλεται και εγκαθιδρύεται η απροσδιόριστη δραστηριότητα μιας εργασίας που παράγει τη δική της έκφραση.

Αυτή η υπόθεση εργασίας με οδήγησε στην εξέταση της σχέσης ανάμεσα στις κατασκευές του αναλυτή και στην αυτοδημιουργικότητα του ανθρώπινου υποκειμένου, ακριβέστερα στη μορφοποιό ικανότητα της ψυχής. Η παράσταση, η φαντασίωση και η ανάμνηση, οι παιδικές σεξουαλικές θεωρίες και το οικογενειακό μυθιστόρημα, η κατασκευή του παρελθόντος ή ακόμη ενός παραληρήματος αποτελούν δείγματα αυτοδημιουργικής, θα λέγαμε, «κατασκευαστικότητας». Κατά συνέπεια, οι ερμηνευτικές κατασκευές αναλυτή-αναλυόμενου αφορούν τον μετασχηματισμό του ήδη-κατασκευασμένου και τη δυνητική επεξεργασία του ακατασκεύαστου. Ενός ακατασκεύαστου που στη θεώρησή μου εμπερικλείει μία εν δυνάμει θετικότητα, η οποία αποκτά μορφή και νόημα σε μια ψυχανάλυση όπως και στην τέχνη, στη λογοτεχνία, στη γραφή, γενικότερα στο ποιείν των ανθρώπων.

Στο πεδίο αυτής της απορητικής ποιητικής εγγράφεται η λανθάνουσα προβληματική του βιβλίου μου και οι όποιες αποσπασματικές απαντήσεις του.

Κ.Β.Κ.: Σε κάποιο σημείο στο βιβλίο σας αναφέρεστε στη γνωστή φροϊδική ρήση, από τις τελευταίες διαλέξεις του, το περίφημο «όπου ήταν Αυτό πρέπει Εγώ να γίνω» (όπου Αυτό είναι το ασυνείδητο), την οποία ο Φρόιντ περιγράφει ως ένα «έργο πολιτισμού» το οποίο μάλιστα το παρομοιάζει με την αποξήρανση των εδαφών, της Zuyderzee, υπονοώντας ότι μετατρέπεται σε εύφορο έδαφος για το υποκείμενο. Πώς κατανοείτε εσείς σήμερα, μέσα στο σύγχρονο περιβάλλον, αυτή τη διαδικασία; Μοιάζει να υπάρχει κι εδώ, θα έλεγα, μια γόνιμη αντίφαση: από τη μία η ψυχανάλυση, σχεδόν καταστατικά, εμφανίζεται ως μια «επιστήμη» ή «τεχνική» ή «μέθοδος» που υπόσχεται να «μας γιατρέψει από τον πολιτισμό», ενώ από την άλλη ευαγγελίζεται το ακριβώς αντίθετο: να μας εκπολιτίσει, να φέρει τον «λόγο» εκεί που επικρατεί, με τα δικά σας λόγια, η βαρβαρότητα.

Γ.Σ.: Όντως, ο Φρόυντ προσομοιάζει το έργο της ψυχανάλυσης με την Kulturarbeit, με το έργο δηλαδή της Kultur, που –μακράν του τωρινού και παρεξηγημένου σημαίνοντος κουλτούρα– δηλώνει το πέρασμα από τον ενορμητικό και ασυνείδητο κόσμο του Αυτού στον χώρο του Εγώ του λόγου και της σκέψης, του οποίου η ύπαρξη ως ψυχική αρχή είναι αδύνατον να νοηθεί εκτός πολιτισμικού και κοινωνικο-ιστορικού πλαισίου.

Οι κατακτήσεις, όμως, του Εγώ δεν οδηγούν στην «αποξήρανση» του Αυτού και στη μετατροπή του σε καλλιεργήσιμη γη απατηλών εγωτικών επιδιώξεων. Αντίθετα, η κατάκτηση από το Εγώ νέων εδαφών εσωτερικής, ασυνείδητης, ενορμητικής πραγματικότητας αντιστοιχεί και σ’ ένα βήμα του Αυτού στον χώρο του Εγώ. Με άλλα λόγια, το υποκείμενο αναγνωρίζει την ύπαρξη του «άλλου», του «αγνώστου εν εαυτώ», και συγχρόνως αποκτά το μέτρο του δικού του ριζώματος στο ανθρώπινο σύνολο που το περιβάλλει, στην Kultur, στην κοινωνία, στην Ιστορία και στην ιστορία του.

Ο Φρόυντ επέμενε ότι κάθε άτομο είναι δυνητικά εχθρός του πολιτισμού και ότι κάθε πρόοδος στον έλεγχο των ορμών ενδυναμώνει το μίσος γι’ αυτόν καθεαυτό τον πολιτισμό. 

Ωστόσο, ο ατομικός και συλλογικός μετασχηματισμός που επιτελείται μέσω του περάσματος από τον κόσμο των ορμών στον Λόγο, αποτελεί αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη αποφυγής της βαρβαρότητας. Το έργο της Kultur στηρίζεται πάντα στο εύθραυστο οικοδόμημα του πολιτισμού και στη διαρκή απειλή κατάρρευσής του από το ανυπόφορο κόστος της θυσίας που απαιτεί η παραίτηση από την άμεση ικανοποίηση των ενορμήσεων.

Ο Φρόυντ επέμενε ότι κάθε άτομο είναι δυνητικά εχθρός του πολιτισμού και ότι κάθε πρόοδος στον έλεγχο των ορμών ενδυναμώνει το μίσος γι’ αυτόν καθεαυτό τον πολιτισμό. Ο πολιτισμός δεν είναι work in progress και οι παλινδρομήσεις του δεν ακολουθούν προδιαγεγραμμένες οδούς και γνωστά μονοπάτια. Τίποτε δεν εμποδίζει την απρόβλεπτη εμφάνιση πρωτόγνωρων, ατομικών και συλλογικών μορφών βαρβαρότητας. Τίποτε δεν εμποδίζει επίσης την παγίωση της δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό, όπως αναλύει το γνωστό φροϋδικό κείμενο, πόσο μάλλον την υπόκωφη μιζέρια που συχνά-πυκνά, ύπουλα και καταστρεπτικά διατρέχει την καθημερινότητα. Όλες, δε, οι διεκδικήσεις για απόλυτη ανεξαρτησία, για ιδιωτική ευτυχία, που εκφράζονται όλο και πιο συχνά στα αιτήματα των αναλυόμενων σήμερα, αποτελούν ατομικές και συλλογικές ναρκισσιστικές άμυνες που προκαλούν νέα αδιέξοδα.

Η Kulturarbeit, πέρα από κάθε ανώφελα ηθικοπλαστική και συνεπώς λανθασμένη θεώρησή της, δεν έχει προκαθορισμένους σκοπούς, οι εκβάσεις της είναι απροσδόκητες. Και η αποξήρανση της ανθρώπινης Zuyderzee είναι ατελεύτητη.

Κ.Β.Κ.: Υπάρχει μια ολόκληρη φιλολογία που συνδέει τον Φρόιντ, και τις ανακαλύψεις του, με τον Μαρσέλ Προυστ, και τη δική του παράλληλη χρονικά διαδικασία αναζήτησης μέσα από το έργο ζωής του που ήταν η συγγραφή του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Επιπλέον, γνωρίζουμε, και το αναφέρετε κι εσείς, πόσο κομβικό ρόλο έπαιξε η ανάγνωση και ανάλυση λογοτεχνικών έργων από τον Φρόιντ στη συγκρότηση της ψυχανάλυσης. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η φύση αυτής της βαθύτερης συνάφειας ανάμεσα στη λογοτεχνία και στην ψυχανάλυση;

Γ.Σ.: Τόσο ο Προυστ όσο και ο Φρόυντ έστρεψαν το βλέμμα με παρόμοιο τρόπο στον εσωτερικό τους κόσμο εγκαταλείποντας οριστικά την παραδοσιακή σκέψη: ο Προυστ γράφοντας το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ο Φρόυντ μέσω της αυτοανάλυσής του η οποία αποτελεί ληξιαρχική πράξη γέννησης για την ψυχανάλυση αποτυπωμένη σαν προσωπικό μυθιστόρημα στην περιπαθή αλληλογραφία του με τον Φλις.

Πιστεύω ότι η λογοτεχνική δημιουργία έχει τη δύναμη μέσω της δικής της μορφοποίησης να θέσει στην ψυχανάλυση ερωτήματα που μέχρι τώρα θεωρούνταν απαντημένα. 

Λογοτεχνία και ψυχανάλυση συνδέονται μέσω της πράξης της γραφής αν βεβαίως εξακολουθούμε να θεωρούμε την γραφή ως πράξη δημιουργίας. Ο Φρόυντ αναφερόμενος στον Άμλετ έλεγε ότι το ασυνείδητο του Σαίξπηρ του επέτρεψε να κατανοήσει το ασυνείδητο του ήρωά του. Πιστεύω ότι η λογοτεχνική δημιουργία έχει τη δύναμη μέσω της δικής της μορφοποίησης να θέσει στην ψυχανάλυση ερωτήματα που μέχρι τώρα θεωρούνταν απαντημένα. Η λογοτεχνία, ενώ δεν αποδεικνύει τίποτα, δίνει μοναδική μαρτυρία για κάτι κοινό. Μαρτυρία πολύτιμη για τον ψυχαναλυτή και την έρευνα του.

Η λογοτεχνία χωρίς καμία αμφιβολία έθρεψε τη σκέψη του Φρόυντ και συνεισέφερε στις επιστημονικές του ανακαλύψεις. Οι δύο κεντρικές φιγούρες που στοιχειώνουν το έργο του και τα όνειρά του είναι ο Οιδίπους του Σοφοκλή και ο Άμλετ του Σαίξπηρ. Η μεταξύ τους αντιπαραβολή και σύνδεση με το υλικό της αυτοανάλυσής του επιτρέπουν στον Φρόυντ ν’ αναδείξει τη δομή του οιδιπόδειου συμπλέγματος και την καθολικότητα των ασυνείδητων αιμομικτικών, πατροκτόνων και μητροκτόνων επιθυμιών που σημαδεύουν τα μεγάλα τραγικά έργα, τις ζωές των ανθρώπων και βεβαίως την ψυχαναλυτική θεωρία.

Κ.Β.Κ.: Πώς επηρεάζει η ίδια η διαδικασία της γραφής την πράξη της ψυχανάλυσης, τον ίδιο τον ψυχαναλυτή, και πώς μπορεί ή πρέπει ο ψυχαναλυτής να διαφυλάττει τη λειτουργία του ώστε να μην καταλήγει ή, χειρότερα, καταντάει, ένας ακόμη storyteller, κάποιος δηλαδή που, απλώς, «λέει ιστορίες»;

Γ.Σ.: Γράφοντας, οι ψυχαναλυτές, έχουμε την αίσθηση ότι διατυπώνουμε και μοιραζόμαστε με άλλους κάποιες σκέψεις, κάποιες αλήθειες καθολικής ισχύος που υπερβαίνουν τον χωροχρόνο των ψυχαναλυτικών συνεδριών και τη μοναδικότητα της εκάστοτε ψυχαναλυτικής εμπειρίας. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή καθεαυτή η γραπτή διατύπωση τροποποιεί, εμπλουτίζει ή στρεβλώνει τη σχέση του γράφοντος με το αντικείμενο της γραφής, δηλαδή την ψυχανάλυση.

Αυτή, ακριβώς, η διά της γραφής μετασχηματιστική δυνητικότητα διαχωρίζει ένα ψυχαναλυτικό από ένα περί ψυχαναλύσεως κείμενο. Αποτελεί ένδειξη ότι η θεωρητική σκέψη δεν είναι γκρίζα, ότι η πένα του ψυχαναλυτή αρδεύεται από υπόγεια ενορμητικά ρεύματα, από εικόνες και λέξεις που τον κατοικούν και συνευρίσκονται μεταξύ τους στη γραφή του.

stefanatos poulos
Γεράσιμος Στεφανάτος, Νίκος Δασκαλοθανάσης, Παναγιώτης Πούλος,
συζήτηση με θέμα Τέχνη & Ψυχανάλυση, στο Σπίτι της Κύπρου.
 
 

Πιο συγκεκριμένα, η γραφή με αφετηρία μια κλινική περίπτωση αποτελεί δραστηριότητα ερμηνευτικής κατασκευής, γι’ αυτό τον λόγο ο ψυχαναλυτής δεν καταλήγει ένας ακόμη storyteller, όπως λέτε στην ερώτηση σας. Ακόμη παραπέρα, η πράξη της γραφής αγγίζει τυφλά σημεία κι ευαίσθητες περιοχές της λειτουργίας του αναλυτή και προκαλεί μετασχηματισμούς που αφορούν το ψυχικό του όργανο, τη θεωρία του, το γράψιμο της «περίπτωσης» και βεβαίως την πορεία της θεραπείας, αν αυτή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Η γλώσσα του «άλλου εν εαυτώ» που διακινεί και διερωτά τον γράφοντα δεν εξαντλείται στη λογική του σημαίνοντος, είναι γλώσσα ένσαρκη. Και η γραφή δυνητικά οδηγεί πέρα από τις λέξεις, όσο εγγύτερα γίνεται στο πράγμα και στις παραστάσεις πράγματος και δη σωματικού πράγματος. Εκεί που το γράφειν επανακτά τη σχέση του με το ονειρεύεσθαι και η διεργασία της γραφής προσομοιάζει με την εργασία του ονείρου, με το σύνολο δηλαδή των διεργασιών που μετασχηματίζουν τα πρωτογενή υλικά –σκέψεις, ημερήσια κατάλοιπα, σωματικά ερεθίσματα– στο φανερό κείμενο του ονείρου.

Προσομοιάζοντας τη διεργασία της γραφής με την εργασία του ονείρου αναφέρομαι στην εσωτερική, πηγαία σχέση του ψυχαναλυτή-συγγραφέα με το αισθητηριακό οπτικό στοιχείο που στοιχειώνει τη γλώσσα και τη γραφή. Η πράξη της γραφής, όπως και το όνειρο, φτιάχνει περάσματα ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα, περάσματα όπου οι λέξεις έρχονται να υποδεχτούν, να συλλέξουν και να συμπυκνώσουντην ψυχική ύλη προκειμένου το πράγμα να παραχθεί σε λεκτική μορφή μέσα από «λέξεις που είναι πόρτες, κλειδιά και κλειδωνιές συνάμα» έλεγε ο ψυχαναλυτής Πιέρ Φεντιντά. Αυτό καθιστά τη γραφή αυθεντική πράξη δημιουργίας, διεργασία που φτιάχνει περάσματα κι ανοίγει άγνωστα μονοπάτια κατά τη διαρκή ταλάντευση γράφοντος και γραφής ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα.

Κ.Β.Κ.: Ο Φρόιντ, πάλι, έκανε λόγο για τα τρία «αδύνατα επαγγέλματα», εννοώντας αυτά του «παιδαγωγού, του κυβερνώντος και του ψυχαναλυτή». Υπό ποία έννοια μπορούμε να κατανοήσουμε θετικά αυτή την «αδυνατότητα» σε ότι αφορά το «επάγγελμα του ψυχαναλυτή»;

Γ.Σ.: Κατ’ αρχάς να διευκρινίσω ότι ο όρος «αδύνατο» επάγγελμα πρέπει εδώ να εκληφθεί κυριολεκτικά και μεταφορικά στον βαθμό που η αδυναμία δεν αφορά αυτή καθαυτή την άσκηση του επαγγέλματος αλλά τον σκοπό, το πέρας του. Αυτό είναι αδύνατο, δηλαδή ανεπίτευκτο. Εννοώ, όσον αφορά την ψυχανάλυση, ότι δεν είναι δυνατό να υπάρξει ανθρώπινο όν του οποίου το ασυνείδητο έχει πλήρως κατακτηθεί από το συνειδητό, οι ορμές και η φαντασία έχουν ολοσχερώς ελεγχθεί από λογικές θεωρήσεις. Κάτι τέτοιο θα ήταν τερατώδες.

Ξέρετε, σκοπός της ψυχανάλυσης δεν είναι η εκτόπιση μιας ψυχικής αρχής προς όφελος μιας άλλης, αλλά η αλλαγή τής μεταξύ τους σχέσης και η εγκατάσταση θα πω, με τα λόγια του Καστοριάδη, μιας αυτοστοχαστικής και διαβουλευτικής υποκειμενικότητας. Κατά συνέπεια η βασική αμφιβολία σε αντίθεση με την απόλυτη βεβαιότητα, το μερικό σε αντιδιαστολή με τη σφαιρικότητα του ολικού, η αποδοχή του αγνώστου και του ανολοκλήρωτου αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδύνατου επαγγέλματος του ψυχαναλυτή.

Κ.Β.Κ.: Πώς κατανοείτε εσείς την άποψη του Ζαν Μπερτράν Πονταλίς που λέει ότι στα παραπάνω τρία «αδύνατα επαγγέλματα» θα έπρεπε να προσθέσουμε ένα τέταρτο, το «επάγγελμα του μεταφραστή»;

Γ.Σ.: Πράγματι, στα περίφημα τρία αδύνατα επαγγέλματα ο Ζαν Μπερτράν Πονταλίς προσθέτει ένα τέταρτο, το «επάγγελμα του μεταφραστή». Ο μεταφραστής, για τον Πονταλίς, και τον ακολουθώ πλήρως, οφείλει να είναι προικισμένος με μιαν απεριόριστη ικανότητα να λυπάται, έχοντας απολέσει το δικαίωμα να παίζει με τις δικές του λέξεις αλλά και χωρίς να μπορεί ν’ αποκαταστήσει πλήρως τις λέξεις του άλλου.

Αν αληθεύει ότι η μετάφραση είναι η εκ νέου ανακάλυψη της μητρικής γλώσσας έπειτα από μια πρόσκαιρη παραμονή στην ξένη γλώσσα, αν ισχύει ότι αποτελεί ευαισθητοποίηση στο μη οικείο, στην ετερότητα της δικής μας γλώσσας, τότε μπορούμε να πούμε ότι αυτή η κρίσιμη δοκιμασία του ξένου, του αλλότριου, συγγενεύει με την δοκιμασία στην οποία υποβάλλεται ο αναλυόμενος και ο αναλυτής του. 

Οφείλει τελικά να επιμένει από την αβάσταχτη θέση στην οποία τον οδηγεί αυτή καθεαυτή η μεταφραστική εργασία. Εννοώ ότι ανάμεσα στο αναπάντητο ερώτημα «τι θέλει κατά βάθος να πει εδώ ο συγγραφέας, τι αποκρύπτει, τι απωθεί, από τι διαφεύγει;» και στην παθητική συγκάλυψη των σκοτεινών σημείων και του «αμετάφραστου» του πρωτοτύπου, ο μεταφραστής διανύει όλο το φάσμα μιας αδύνατης τελικής ανάγνωσης του συγγραφέα, πληρώνοντας τελικά με τη σάρκα του τη ματαιωτική έλλειψη μιας «οριστικής» μετάφρασης.

Αν αληθεύει ότι η μετάφραση είναι η εκ νέου ανακάλυψη της μητρικής γλώσσας έπειτα από μια πρόσκαιρη παραμονή στην ξένη γλώσσα, αν ισχύει ότι αποτελεί ευαισθητοποίηση στο μη οικείο, στην ετερότητα της δικής μας γλώσσας, τότε μπορούμε να πούμε ότι αυτή η κρίσιμη δοκιμασία του ξένου, του αλλότριου, όπως την χαρακτήριζε ο μεταφραστής και μεταφρασεολόγος Αντουάν Μπερμάν, συγγενεύει με την δοκιμασία στην οποία υποβάλλεται ο αναλυόμενος και ο αναλυτής του.

Αν ακόμη αποστολή του μεταφραστή, όπως ισχυρίζεται ο Μπένγιαμιν είναι να απολυτρώσει στη δική του γλώσσα, την καθαρή γλώσσα που βρίσκεται εξορισμένη μέσα στην ξένη σπάζοντας για χάρη της τους σαθρούς φραγμούς της δικής του γλώσσας, τότε η μπενγιαμινική μεταφραστική αποστολή συγγενεύει με την αντίστοιχη ψυχαναλυτική. Ξέροντας, βεβαίως, ότι ο πυρήνας της καθαρής γλώσσας είναι κρυμμένος ή αποσπασματικός, ότι σε κάθε γλώσσα και στα μορφώματά της υπάρχει πάντα «υπόλοιπο», κάτι μη διαμηνύσιμο.

Θα υποστηρίξω λοιπόν ότι η ψυχαναλυτική εργασία, όπως και η μεταφραστική, επιτελείται σε διαρκές φόντο αμεταφρασιμότητας, ενώ η γλώσσα στην οποία γίνεται η μετάφραση μετασχηματίζεται κι αυτή. Και θα πω ακόμη ότι η προσδοκία μιας πρόσβασης στο αμετάφραστο των αναλυομένων του και του δικού του υποβαστάζει και την «αποστολή» του ψυχαναλυτή. Ίσως γι’ αυτό γινόμαστε ψυχαναλυτές, συνεχίζουμε να γράφουμε, να μεταφράζουμε.

Κ.Β.Κ.: Θα ήθελα να τελειώσουμε κάπως αισιόδοξα, όχι από καταναγκασμό αλλά επειδή το φως ενυπάρχει στα κείμενά σας, προτάσσοντας μια ιδιαίτερα περιεκτική έκφρασή σας, αυτή που περιγράφει τη διαδικασία μιας ευτυχούς ανάλυσης ως «ποίηση εαυτού και κόσμου». Πώς να κατανοήσουμε αυτό το πρόταγμα;

Γ.Σ.: Σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του στην ψυχική σκηνή το υποκείμενο ποτέ δεν σταματά να κατασκευάζει κατασκευαζόμενο, να ποιεί ποιούμενο. Ό,τι ονομάζω έργο ποιήσεως εαυτού και κόσμου αφορά αυτήν ακριβώς τη διαρκή απαίτηση ιδιοποίησης από το υποκείμενο τού σώματος, της επιθυμίας, της σκέψης και της ιστορίας του, σε μια πάντα ελλιπή διαδικασία υποκειμενοποίησης που τελειώνει με το θάνατό του. Μέσω ενός Εγώ του λόγου το υποκείμενο αδιαλείπτως επιχειρεί να μετατρέψει σε ψυχική ιστορία τις διαδοχικές και ταυτίζουσες συναντήσεις του με τον άλλον, με συνοδοιπόρους στην αχαρτογράφητη αυτή διαδρομή τον Έρωτα και τον Θάνατο, την αυτοδημιουργία και την καταστροφή.

Η γραφή, η τέχνη, κάποιες ερωτικές ιστορίες, ορισμένες συναντήσεις με ανθρώπους, εποχές και βιβλία μάς φέρνουν πιο κοντά στο ακατασκεύαστο προς κατασκευή, στο άμορφο προς μορφοποίηση, στις χαμένες λέξεις, στον χαμένο χρόνο, στη χαμένη προς ανάκτηση ιστορία.

Αυτό λοιπόν το ομιλούν, σκεπτόμενο, επιθυμούν υποκείμενο, παρά τον ριζικό διχασμό και τη θεμελιακή εξάρτηση από την επιθυμία και τον λόγο του άλλου και των άλλων, παρά τις ενορμητικές συγκρούσεις και τις αντινομικές βλέψεις των αρχών που το συναπαρτίζουν, τείνει διαρκώς αυτοαναφερόμενο και αναστοχαζόμενο να ιδιοποιηθεί το νόημα των δυνάμεων που το καθορίζουν ακολουθώντας τη φροϋδική κατηγορική προστακτική «όπου ήταν Αυτό πρέπει Εγώ να γίνω». Διαδικασία που αντιστοιχεί θα λέγαμε στην ανάκτηση και στην ιδιοποίηση εδάφους από το υποκείμενο για το υποκείμενο, ενώ διατηρείται πάντα η έλλειψη και το ανέφικτο μιας πλήρους ανάκτησης αυτού που ανήκει στην κατηγορία της δύναμης, στο ενορμητικό δηλαδή στοιχείο και στην επιθυμία μέσα στο λόγο.

Αυτή ακριβώς η συνθήκη μου επιτρέπει να υποστηρίξω ότι οι ερμηνευτικές κατασκευές του αναλυτή ενσωματώνονται σε μια διαδικασία συν-δημιουργίας όπου η ικανότητα αναστοχασμού οφείλει να θεωρηθεί ήδη υπάρχουσα για τον αναλυτή και σε πορεία πραγμάτωσης για τον αναλυόμενο. Σ’ αυτό το πλαίσιο αναφοράς θεωρώ οτι η ψυχαναλυτική εργασία ανταποκρίνεται στο αυτοδημιουργικό και πάντα ατελές έργο ποιήσεως εαυτού και κόσμου, το οποίο επιτελείται «μέσω» και «εντός» του ψυχικού συνεχούς που δημιουργείται από τους μετασχηματισμούς της παράστασης εαυτού και τις διαδοχικές ταυτισιακές θέσεις που καταλαμβάνει το υποκείμενο.

Κλείνοντας, θέλω ακόμη να πω ότι η γραφή, η τέχνη, κάποιες ερωτικές ιστορίες, ορισμένες συναντήσεις με ανθρώπους, εποχές και βιβλία μάς φέρνουν πιο κοντά στο ακατασκεύαστο προς κατασκευή, στο άμορφο προς μορφοποίηση, στις χαμένες λέξεις, στον χαμένο χρόνο, στη χαμένη προς ανάκτηση ιστορία. Σ’ αυτά που χάθηκαν και δεν βρέθηκαν και σ’ αυτά που πρέπει να χαθούν για να ξαναβρεθούν, σ’ αυτά που αδιάκοπα επανέρχονται στα όνειρα των ανθρώπων, στο έργο τού ποιητή, στους πίνακες του ζωγράφου όπως και στις θεωρητικές επεξεργασίες τού αναλυτή. Ανάγκη καθορισμένη από κρίσιμα προς απάντηση ερωτήματα, ταυτισιακές ανακατατάξεις, κενά ταυτότητας και άχθος που ενεργοποιούν το παρόν και μας υποχρεώνουν σε μια επ’ άπειρον νοηματοδοτούσα και χρονοποιούσα αυτοβιογραφική στοχαστικότητα, η οποία δεν εξαντλείται από την ψυχανάλυση ούτε βεβαίως από τις μεταμοντέρνες περί αφηγηματικότητας προσεγγίσεις που μας προτείνονται.

 

gerasimos stefanatos exof2Κατασκευές της ψυχανάλυσης, κατασκευή του ψυχαναλυτή
Αναζητώντας μιαν αλήθεια που γιατρεύει
Γεράσιμος Στεφανάτος
Εκδ. Εστία 2016
Σελ. 416, τιμή εκδότη: € 18,00

 

politeia link

 

 

 

 

 

  

 


 * Ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΤΕΦΑΝΑΤΟΣ είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής μέλος της γαλλικής ψυχαναλυτικής εταιρείας Quatrieme Groupe O.P.L.F. Σπούδασε και εργάστηκε στο Παρίσι· Ancient Attache des Hopitaux Psychiatriques, ασχολήθηκε με τη θεσμική και την ατομική ψυχοθεραπεία των ψυχώσεων και ήταν υπεύθυνος κλινικής διδασκαλίας στην Ιατρική Σχολή Lariboisiere-Saint Louis του Πανεπιστημίου Paris VIΙ .
Από το 1989 ασκεί ιδιωτικά την ψυχανάλυση στην Αθήνα. Διετέλεσε Διευθυντής του Τμήματος Ψυχιατρικής Εφήβων και Νέων του ΠΝΑ Γ. Γεννηματάς και ίδρυσε την Εταιρεία Ψυχαναλυτικής Μελέτης της Εφηβείας «Ένηβος».
Συνεργάστηκε με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης, Λογοτεχνίας και Επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και δίδαξε στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της ΑΣΚΤ. Συνιδρυτής του περιοδικού «Εκ των υστέρων», όπως και μέλος της comité de lecture του γαλλικού ψυχαναλυτικού περιοδικού Topique, διευθύνει στις εκδόσεις της Εστίας τη σειρά «Ψυχαναλυτικά». 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Θέλησα να αποτυπώσω τον αιώνα μου»

«Θέλησα να αποτυπώσω τον αιώνα μου»

Ο Βασίλης Βασιλικός μιλάει στον Κ.Β. Κατσουλάρη για τους beats, τον Καζαντζάκη, τον αυθόρμητο αθηναϊκό Δεκέμβρη.

Στις αρχές του χρόνου, η εφημερίδα ...

«Το χέρι ποτέ δεν τρέχει τόσο γρήγορα όσο η φαντασία»

«Το χέρι ποτέ δεν τρέχει τόσο γρήγορα όσο η φαντασία»

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες, σε εκ νέου επιμελημένη έκδοση, το δεύτερο μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου ...

«Είμαι ψυχρός μελετητής, δεν παρασύρομαι σε μύθους»

«Είμαι ψυχρός μελετητής, δεν παρασύρομαι σε μύθους»

Συζήτηση με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη, με αφορμή την επανακυκλοφορία τριών βιβλίων του για καλλιτεχνικά κινήματα και εμβληματικές προσωπικότητες.

Του Κ.Β. Κατσουλάρη...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Ολημερίς το χτίζανε...»

«Ολημερίς το χτίζανε...»

Για την παράσταση Το γεφύρι του Δρίνου, σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, η οποία παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαβάζοντας με τον Μonsieur Minimal

Διαβάζοντας με τον Μonsieur Minimal

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Λουκούμια

Λουκούμια

Της Λένας Κομίνη 

Τα λουκούμια τοποθετήθηκαν στο μικρό κουτί τους ένα-ένα με προσοχή ώστε να μην χαλάσει το σχήμα τους και να μην φύγει η ζάχαρη που τα περιέβαλε σαν άσπρη ναφθαλίνη. Στη συνέχεια καλύφθηκαν με το ημιδιαφανές χαρτί τους. Το κουτί αφέθηκε...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube