20 Αυγουστου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΛΛΗΝΕΣ Βαγγέλης Ραπτόπουλος

Βαγγέλης Ραπτόπουλος

E-mail Εκτύπωση

altΣυνέντευξη στον Κώστα Αγοραστό

Στο τελευταίο του βιβλίο "Η Υψηλή Τέχνης της Αποτυχίας" (εκδ. Ίκαρος) ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος συγκέντρωσε κείμενά του των τελευταίων δέκα χρόνων που είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Μιλήσαμε μαζί του για πεζογραφία, συγγραφικές εμμονές, νέους συγγραφείς και για τη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή. 

Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό το βιβλίο σας «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας» (εκδ. Ίκαρος) το οποίο συγκεντρώνει κείμενά σας των τελευταίων δέκα χρόνων που δώσατε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Ποιος είναι ο κοινός τόπος όλων αυτών των κειμένων;

Αυτό το βιβλίο γράφτηκε λίγο λίγο, μέσα σε όλη την έκταση της προηγούμενης δεκαετίας. Κατά καιρούς, ξαναέγραφα το υλικό, χτίζοντας γέφυρες και παρεμβάλλοντας νέα κομμάτια. Ώσπου η πορεία τής ίδιας της δεκαετίας του 2000, που είναι ο πραγματικός «κοινός τόπος όλων αυτών των κειμένων», όπως λέτε, μού υπέδειξε ένα τέρμα. Ελπίζω ότι αποκατέστησα την ομαλή ροή μιας εξομολόγησης, ή ίσως μιας κατάθεσης, ενός αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος ακολουθεί και καταγράφει τη συλλογική πορεία μας, από την επιτυχία του ευρώ ώς την αποτυχία της Κρίσης. Ένας συγγραφέας αυτοβιογραφείται, καταγράφοντας, άλλοτε την πνευματική διαδρομή του, κι άλλοτε κάποια σημάδια του πνεύματος αυτής της εποχής. Φτάνοντας μέχρι σήμερα, που καλούμαστε να μάθουμε την υψηλή τέχνη της αποτυχίας...

Διαβάζοντας το βιβλίο σας, μοιάζει σαν να ξεφυλλίζουμε το προσωπικό σας ημερολόγιο, των τελευταίων χρόνων. Σκέψεις για βιβλία και συγγραφείς, για την επικαιρότητα, για δικά σας βιβλία. Πιστεύετε ότι τα πεζογραφικά σας κείμενα αφήνουν ορισμένα κενά στη συγγραφική σας εικόνα, η οποια συμπληρώνεται με τα δημοσιογραφικά κείμενα;

Δεν έχω ιδέα. «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας» με βασάνισε, όσο ακριβώς κι ένα έργο μυθοπλασίας μου, για να μην πω περισσότερο. Παθιάστηκα μ’ αυτό το γραπτό και, παλεύοντας τόσα χρόνια μαζί του, βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που καταπιάστηκα με άλλο ένα πολυσέλιδο βιβλίο. Ο τόπος εδώ και ο καιρός εκλύουν από τους ανθρώπους εξωστρέφεια, τους την επιβάλλουν. Οι μεγάλες φόρμες, οι καθεδρικοί της λογοτεχνίας, δεν ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία μας. Ευτυχώς, αυτό, το πιο ογκώδες απ’ όλα τα βιβλία μου, αποτελείται από μια απίθανη ποσότητα μικροσκοπικών κειμένων, κάποτε ακόμα και της μισής σελίδας. Απ’ αυτή την άποψη, είναι η εκδίκηση της γυφτιάς!

Είστε από τους συγγραφείς που έχετε άποψη για την τρέχουσα επικαιρότητα και θέλετε να την εκφράσετε. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να καταθέτετε τέτοιου είδους απόψεις και να παίρνετε θέση σε ζητήματα της επικαιρότητας;

Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, μου φαίνεται ότι παρουσιάζει μια άλλη κατηγορία συναδέλφων μου. Όσοι, ναι, μεν, «έχουν άποψη για την τρέχουσα επικαιρότητα», όπως γράφετε, αλλά, όχι, δεν «θέλουν να την εκφράσουν». Συνήθως από κομφορμισμό, από υπολογισμό, από ωφελιμισμό, μεταμφιεσμένους σε διανοητική σεμνοτυφία. Για να μη μιλήσουμε, για όσους αποκτούν βήμα λόγου και δυνατότητα να «εκφράσουν την άποψή τους για την τρέχουσα επικαιρότητα». Συνήθως, αυτοί οι επισκέπτες-καρεκλοκένταυροι των μίντια, είναι εκ των προτέρων εξακριβωμένο και γνωστό ότι, όταν πάρουν επιτέλους το μικρόφωνο, δεν έχουν τίποτα να πουν. Και γι’ αυτό ακριβώς τους το δίνουν, γι’ αυτό ακριβώς τους καλούν στο βήμα.

Διαβάζοντας το βιβλίο σας, αυτό που εντοπίζει, επίσης, κανείς είναι η μεγάλη σας αγάπη για τη λογοτεχνία. Αναζητάτε συνεχώς τα κείμενα των νέων συγγραφέων και προτείνετε τα βιβλία τους όταν βρείτε κάποιο που να σας ενθουσιάσει. Τι έχετε διαβάσει τελευταία που να το βρήκατε ενδιαφέρον;

Το τελευταίο που μου έρχεται στο μυαλό, είναι «Ο συνεσταλμένος δολοφόνος» του Τάσου Αναστασίου (εκδ. Κουκκίδα). Όχι μόνο επειδή, όπως γράφω και μες στο βιβλίο μου, αυτή η συλλογή διηγημάτων αποτελεί «το αντίθετο του ιστορικού μυθιστορήματος», και κατορθώνει να συλλάβει κάτι αληθινά ιδιαίτερο από το πνεύμα της σύγχρονης εποχής. Αλλά και επειδή, εδώ και έναν χρόνο που κυκλοφόρησε, έχει περάσει απαρατήρητη. Υπό το πρίσμα αυτού του βιβλίου, είμαστε όλοι μας «συνεσταλμένοι δολοφόνοι» σήμερα πια. Και όχι μόνον ως προς το να αποσιωπούμε αξιόλογους δημιουργούς.

Γενικότερα παρακολουθείτε στενά τις νέες εκδόσεις. Βιβλία καταξιωμένων, πρωτοεμφανιζόμενων, από μικρούς και λιγότερο γνωστούς εκδοτικούς οίκους. Υπάρχει κάτι που να σας ενοχλεί στη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή (νοοτροπία, θεματολογία, γλώσσα);

Ε, μα, βέβαια: με ενοχλεί η ίδια η σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή! Ο αγχωμένος, υστερικός τρόπος με τον οποίο κυνηγάει το κέρδος, μετατρέποντας κάθε απομεινάρι πνευματικότητας σε εμπορικό ή καταναλωτικό προϊόν. Δεν έχει μείνει πια σχεδόν τίποτα όρθιο. Και απ’ ό,τι βλέπουμε, η Κρίση λειτουργεί επ’ αυτού διορθωτικά. Τουλάχιστον συρρικνώνεται ο όγκος των σκουπιδοβιβλίων που εκδίδονταν αφειδώς τόσα χρόνια. Αλλά το ματάκι της πλειοψηφίας των εκδοτών εξακολουθεί να γυαλίζει παιχνιδιάρικα, αναζητώντας πάση θυσία το κέρδος. Μακροπρόθεσμα, κι αυτό θα αλλάξει μάλλον, θα επανέλθει η πνευματικότητα στα κριτήριά τους. Προς το παρόν, όμως, κινδυνεύουν να καούν και τα χλωρά, μαζί με τα ξερά.

Οι περισσότεροι συγγραφείς της γενιά σας έχουν τραβήξει ο καθένας το δρόμο του διαγράφοντας πολύ διαφορετικές πορείες. Σήμερα, με ποιους συγγραφείς αισθάνεστε «συγγένεια»;

Συγγένεια, χωρίς καθόλου εισαγωγικά, αισθάνομαι με πάρα πολλούς. Εξαρτάται από το ποια σκοπιά θα επιλέξει κανείς για να δει τα πράγματα. Συγγένεια νιώθω, κατ’ αρχάς, με όλους τους νεοέλληνες συναδέλφους μου, γιατί σε σύγκριση με τους κεντροευρωπαίους λογοτέχνες, π.χ., μας ενώνει η κοινή εθνική μοίρα. Συγγένεια νιώθω με τους υπόλοιπους της γενιάς μου, γιατί, και μόνο που βλέπω τις σημερινές φωτογραφίες τους, μου έρχεται αυτομάτως στο νου η αφετηρία μας μέσα στο χρόνο, και συγκινούμαι. Συγγένεια νιώθω και με όλους τους νέους συναδέλφους μου, ιδίως με τους πρωτοεμφανιζόμενους, γιατί κάποιοι απ’ αυτούς θα πάρουν τη σκυτάλη για να συνεχίσουν. Και ξέρω πολύ καλά σε τι δύσκολους καιρούς ξεκινάνε. Σ’ ένα περιβάλλον ανταγωνιστικό και ατομικιστικό, όπου δεν υπάρχει ίχνος αλληλεγγύης, με μια κοινωνία διπλά αδιάφορη για τη λογοτεχνία, τώρα που δοκιμάζεται από την ανέχεια. Η Κρίση αυτό το καλό έχει γενικά: μάς κάνει να συνειδητοποιούμε εντονότερα τις διασυνδέσεις μας με τους άλλους, σχεδόν με όλους, αυξάνει το επίπεδο της συναίσθησης ότι ανήκεις σε διάφορες συλλογικότητες. Η Κρίση υπογραμμίζει τις κάθε είδους συγγένειές μας.

altΔιαβάζοντας τα βιβλία σας και παρακολουθώντας τη θεματολογία τους παρατηρώ ότι σχεδόν όλα, και διορθώστε με αν κάνω λάθος, διαδραματίζονται σε χρόνο σύγχρονο με το χρόνο γραφής τους. Τα γραπτά σας της δεκαετίας του ’80 μιλάνε για τη δεκαετία του ’80, του ’90 γι’ αυτή του ’90 και ούτω καθεξής. Θεωρείτε ότι τα πεζογραφικά κείμενα οφείλουν να είναι ο καθρέφτης της εποχής τους;

Όχι όλα, όχι «Η απίστευτη ιστορία της πάπισσας Ιωάννας», ας πούμε, που διαδραματίζεται μέσα σ’ ένα μεσαιωνικό σκηνικό. Αλλά σε γενικές γραμμές έχετε δίκιο. Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας, υποθέτω. Κάθε συγγραφέας αντιδρά διαφορετικά απέναντι στα ερεθίσματα που δέχεται. Άλλος έχει την ανάγκη να τα μεταμφιέσει ακόμα και χρονικά, για να το πω έτσι, μεταφέροντάς τα στο παρελθόν, άλλος τα μετακινεί προς το μέλλον, όταν γράφει επιστημονική φαντασία. Κι άλλοι, πάλι, μιλούν ευθέως για το τώρα, όπως ο υποφαινόμενος. Θεωρώ ότι η πεζογραφία, η λογοτεχνία ευρύτερα, δεν οφείλει τίποτα, αλλά θέλοντας και μη, δεν μπορεί παρά να είναι καθρέφτης της εποχής της, έστω και έμμεσα. Δεν μπορεί να μην είναι, δεν γίνεται αλλιώς, είναι αναπόφευκτο. Ακόμα και τα ιστορικά μυθιστορήματα, μιλάνε πρωτίστως για την εποχή στην οποία γράφτηκαν, και όχι γι’ αυτήν στην οποία αναφέρονται, όπως νομίζουν οι αναγνώστες τους. Η γλώσσα, όχι μόνο η λογοτεχνική, μιλάει εξορισμού για το τώρα, γεννιέται από τις ανάγκες του παρόντος και ασφαλώς τις εκφράζει ανάγλυφα, όσο μεγάλο κομμάτι της παράδοσης κι αν περιέχει ταυτόχρονα.

Αν επιχειρούσατε μια αξιολόγηση, του μέχρι τώρα έργου σας, με ποια επίθετα θα το χαρακτηρίζατε;

Αυτό δεν είναι εύκολο να το κάνω ο ίδιος. Αυτό είναι δουλειά των άλλων, και μάλιστα των κριτικών. Απ’ όσα έχω ακούσει για τη δουλειά μου, πάντως, αυτό που με εκφράζει καλύτερα, ή ίσως αυτό που με χαροποιεί περισσότερο, είναι η διαπίστωση ότι έχω ένα χαρακτηριστικό ύφος, αναγνωρίσιμο, σαν σήμα κατατεθέν (ελπίζω, όχι κάποιες μανιέρες!), παρά τις διαφορές ανάμεσα στα ποικίλα γραπτά μου. Το γεγονός ότι υπάρχουν αναγνώστες κι αναγνώστριές μου, που, εάν τους δείξεις ένα απόσπασμα από κάποιο βιβλίο μου, είναι ίσως σε θέση να σου πουν: «Αυτό είναι 100% Ραπτόπουλος!»

Έχετε συγγραφικές εμμονές; Τις συντηρείτε ή προσπαθείτε να τις ξεπεράσετε ικανοποιώντας τες.

Οι συγγραφείς δεν έχουν απλώς εμμονές, οι συγγραφείς είναι οι εμμονές τους! Και τις εμμονές αυτές δεν μπορείς να τις επηρεάσεις, τουλάχιστον συνειδητά. Ούτε τις δημιουργείς εσύ, ούτε μπορείς να τις ξεριζώσεις από μέσα σου. Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να γράφεις γι’ αυτές, ή ίσως παρακινημένος απ’ αυτές. Τις τρέφεις, δηλαδή, και τους παραδίδεσαι, ευελπιστώντας ότι κάποια στιγμή θα εκτονωθούν, θα εκφραστούν, απαλλάσσοντάς σε από την παρουσία τους. Και, στην πραγματικότητα, δίνοντας τη θέση τους σε νέες εμμονές. Όσο για τις δικές μου, θα πρέπει να είναι πολύ διαφορετικές και συχνά μετωπικά αντίθετες μεταξύ τους, εάν κρίνουμε από τις αντιδράσεις των αναγνωστριών/αναγνωστών μου. Πώς αλλιώς να εξηγήσω το γεγονός ότι φανατικοί θαυμαστές κάποιων βιβλίων μου, απορρίπτουν κάθετα, σχεδόν μετά βδελυγμίας, κάποια άλλα, επίσης δικά μου;

Αν έπρεπε να συστηθείτε συγγραφικά σε κάποιον που δεν έχει διαβάσει κάποιο βιβλίο σας, ποιο θα του προτείνατε για αρχή;

Αυτό είναι κάτι με το οποίο έρχομαι αντιμέτωπος πολύ συχνά. Ιδίως τώρα τελευταία, που έτυχε να ανοίξω προφίλ στο facebook, βαρέθηκα να δίνω αυτή την απάντηση. Ότι δεν έχω καμία απάντηση, δηλαδή. Πολλούς τους παραπέμπω στην ιστοσελίδα μου, όπου υπάρχουν πληροφορίες για όλα τα βιβλία μου, και τους παροτρύνω να ψάξουν και να διαλέξουν μόνοι τους. Θα έλεγα, επίσης, ότι το τελευταίο μου βιβλίο, «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας», επειδή ακριβώς μιλάει, εκτός των άλλων, και για όλα τα βιβλία μου, είναι ιδανικό για μια τέτοια δουλειά. Αποκλείεται να το διαβάσει κανείς και να μην καταλήξει, ποιο βιβλίο μου τον ενδιαφέρει, για να αρχίσει να με διαβάζει. Όμως, ούτε κι αυτό είναι απαραίτητο. Εάν ήμουν στη θέση τού αναγνώστη που αναφέρετε, θα πήγαινα σ’ ένα βιβλιοπωλείο και θα διάλεγα μυρίζοντας σαν λαγωνικό τα ίδια τα βιβλία. Τους τίτλους τους, τα εξώφυλλα, το κείμενο του οπισθοφύλλου, την αρχή του κειμένου, σκόρπιες ματιές σε σκόρπιες σελίδες κ.λπ. Άσε που έχω τη βάσιμη υποψία ότι συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Δεν πάμε εμείς προς τα βιβλία, ψάχνοντας. Έρχονται και μας βρίσκουν εκείνα! Κάποιος άλλος μας τα συστήνει συνήθως, ή και κάτι γυαλίζει σ’ αυτά και μας έλκει με τρόπους που είναι εξαιρετικά δύσκολο να οριστούν ορθολογικά.

Γράφετε κάτι αυτή την εποχή;

Δουλεύω πάνω σ’ ένα μυθιστόρημα, με το οποίο έχω καταπιαστεί εδώ και χρόνια, όλη μου τη ζωή θα έλεγε κανείς, και για το οποίο χρειάστηκε, για πρώτη φορά, να κάνω μια μεγάλη έρευνα, ως προς το πραγματολογικό του υλικό. Πρόκειται για ένα πολύ παράξενο μυθιστόρημα, ίσως το πιο πολιτικοποιημένο που έχω γράψει μέχρι σήμερα. Το πιο παράδοξο σ’ αυτό είναι ότι, ενώ σχετίζεται με τα Δεκεμβριανά του ’44, δεν είναι κατά καμία έννοια ένα ιστορικό μυθιστόρημα: εκτυλίσσεται αυστηρά στο τώρα (από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα), και αποτελεί μια σύγχρονη ερωτική ιστορία.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Αξιόλογοι άνθρωποι συχνά φέρονται εντελώς ανώριμα στο διαδίκτυο»

«Αξιόλογοι άνθρωποι συχνά φέρονται εντελώς ανώριμα στο διαδίκτυο»

Συνέντευξη με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Μανώλη Ανδριωτάκη με αφορμή το βιβλίο του «Ο αλγόριθμος της σοφίας – Για χρήστες εξυπνότερους από τις συσκευές τους» (εκδ. Κριτική).

Του Κώστα Αγοραστού

...

«Η αυθεντική κριτική δεν ανθίζει ούτε στο πνεύμα του ακαδημαϊσμού ούτε του λαϊκισμού»

«Η αυθεντική κριτική δεν ανθίζει ούτε στο πνεύμα του ακαδημαϊσμού ούτε του λαϊκισμού»

Συνέντευξη με την Αλεξάνδρα Δεληγιώργη με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από τον θάνατο του ποιητή και κριτικού Νικόλα Κάλα και την κυκλοφορία από τις εκδόσεις Αρμός του νέου της βιβλίου με τίτλο «Ο μοντερνιστής κριτικός Νικόλας Κάλας - Μια ποιητική εικόνων, ρημάτων, πραγμάτων»....

«Η λογοτεχνία πάντα οικειοποιούταν τις ζωές των άλλων»

«Η λογοτεχνία πάντα οικειοποιούταν τις ζωές των άλλων»

Του Κώστα Αγοραστού

Με αφορμή το νέο, επιστολικό μυθιστόρημα του Αποστόλη Αρτινού Αγαπημένη μου Lyda (εκδ. Κριτική), θέσαμε στον συγγραφέα ορισμένες ερωτήσεις γύρω από τη συγγραφή του βιβ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης διαλέγει Τζένη Μαστοράκη

Ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης διαλέγει Τζένη Μαστοράκη

Άνθρωποι από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών διαλέγουν ένα ποίημα με αύρα καλοκαιριού. Σήμερα ο σκηνοθέτης και ραδιοφωνικός παραγωγός Μενέλαος Καραμαγγιώλης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Η Άντζη Σαλταμπάση διαλέγει Γιάννη Ρίτσο

Η Άντζη Σαλταμπάση διαλέγει Γιάννη Ρίτσο

Άνθρωποι από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών διαλέγουν ένα ποίημα με αύρα καλοκαιριού. Σήμερα η συγγραφέας και μεταφράστρια Άντζη Σαλταμπάση. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Το ανθρώπινο σώμα απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη

Το ανθρώπινο σώμα απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη

Για το βιβλίο Ανατομίες του Hugh Aldersey-Williams (εκδ. Ροπή)

Του Σωτήρη Βανδώρου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube