17 Αυγουστου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΛΛΗΝΕΣ Χίλντα Παπαδημητρίου

Χίλντα Παπαδημητρίου

E-mail Εκτύπωση

vinylia250Συνέντευξη με τη Σώτη Τριανταφύλλου

Η Σώτη Τριανταφύλλου συνομιλεί με τη γνωστή μεταφράστρια Χίλντα Παπαδημητρίου με αφορμή το πρώτο βιβλίο της, το αστυνομικό μυθιστόρημα "Για μια χούφτα βινύλια", που κυκλοφόρησε λίγες εβδομάδες πριν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Χίλντα Παπαδημητρίου, είμαστε φίλες 25 χρόνια. Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισα επιστρέφοντας στην Ελλάδα... Παραμένεις όμως ένα μυστήριο!... Στο βιογραφικό σου, στο αυτί του «Για μια χούφτα βινύλια», γράφεις «Γεννήθηκα στην Καλλιθέα»...  Ποια ήταν άραγε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του να μεγαλώνει κανείς στην Καλλιθέα και όχι, π.χ. στη Φωκίωνος Νέγρη όπως εγώ; 

Παρότι μεγαλώσαμε στην ίδια πόλη, οι γειτονιές μας ανήκαν σε διαφορετικούς κόσμους. Η Κυψέλη ήταν μια περιοχή αστική με όμορφες πολυκατοικίες, και στη Φωκίωνος Νέγρη χτυπούσε η καρδιά της μοντέρνας Αθήνας, με τα πρώτα κλαμπάκια και το Γκρην Παρκ. Εσύ μου τα έχεις διηγηθεί όλα αυτά. Η Καλλιθέα πάλι ήταν μια λαϊκή, προσφυγική γειτονιά. Στους χωματόδρομους όπου παίζαμε, από τα ραδιόφωνα ακούγονταν τα λαϊκά του Καζαντζίδη, του Αγγελόπουλου και του Γαβαλά, σπανιότερα τα τραγούδια του Θεοδωράκη με τον Μπιθικώτση και τη Χορωδία Τρικάλων. Θυμάμαι τον εαυτό μου να ψάχνει με λαχτάρα στα τζουκμπόξ που υπήρχαν στις ταβέρνες, μήπως βρω κανένα τραγούδι του Elvis, του Al Bano ή των Olympians. Και έχω μια αμυδρή ανάμνηση δύο «νεαρών» που βάδιζαν κουρεμένοι με την ψιλή στην οδό Φιλαρέτου, και όλοι ψιθύριζαν από πίσω τους: «τεντιμπόηδες!» Ίσως να θυμάσαι κι εσύ κάποια αντίστοιχη εικόνα…

Πώς! Τα ρεμάλια της Φωκίωνος Νέγρη... Άλκης Γιαννακάς και τέτοια... Παρ' όλ' αυτά, διαβάζαμε τα ίδια παιδικά βιβλία... Ξέρω ότι είσαι bookworm… Μπορείς να ορίσεις τις αναγνώσεις σου σαν μια σειρά από πέτρες σ’ ένα μονοπάτι; Από πού ξεκίνησες, τι άφησες πίσω, τι απαρνήθηκες, τι ανακάλυψες αργότερα;

Ως τέκνο αριστερής οικογένειας, οι πρώτες αναγνώσεις μου ήταν το κλασικό περιεχόμενο κάθε αριστερής βιβλιοθήκης της εποχής: η Μάνα της Περλ Μπακ, και η Μάνα του Γκόρκι. Το Πώς δενότανε τ’ ατσάλι, και το Τα χιόνια λιώνουν του Ηλία Έρεμπουργκ. Άφησα νωρίς τον Καζαντζάκη που μου φαινόταν δύσπεπτος και στομφώδης, αλλά κράτησα τον Καλό Στρατιώτη Σβέικ (ένα βιβλίο που ακόμα διαβάζω με μεγάλη απόλαυση). Επίσης, λάτρευα χωρίς να καταλαβαίνω τότε τη σημασία του, τον Μικρό Κόσμο του Δον Καμίλο, του Τζοβανίνο Γκουαρέσκι. Από τις επιλογές αυτές είναι φανερό ότι  ο πατέρας μου έρεπε προς τον «ευρωκομουνισμό», αντίθετα από το δικό σου. Και αγαπούσε τον Τσίρκα και τον Μενέλαο Λουντέμη.

Όλα αυτά – πλην του Τσίρκα, φυσικά - τα άφησα πίσω μου, όταν μια συμμαθήτριά μου, πιο αστικής καταγωγής, μου δάνεισε Τερζάκη, Βενέζη και Καραγάτση, τη γνωστή σειρά της Εστίας. Και ποίηση, Σεφέρη και Ελύτη, αφού η πατρική βιβλιοθήκη διέθετε μόνο Βάρναλη, Κάλβο και Κρυστάλλη. Ωστόσο, η αληθινή αποκάλυψη ήταν για μένα η δανειστική βιβλιοθήκη της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης: Στάινμπεκ, Φόκνερ, Κάρσον ΜακΚάλερς, Μέιλερ και Μίλερ, Σαρόγιαν και Κάλντγουελ. Τους Ευρωπαίους συγγραφείς τους ανακάλυψα λίγο αργότερα, όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο. Αν πρέπει να ξεχωρίσω μερικά ονόματα, θα έλεγα ότι λατρεύω ακόμα τον Τσέζαρε Παβέζε και τον Τζόρτζιο Μπασάνι, τις αδελφές Μπροντέ, τον Ντίκενς και την Τζην Ρυς, τον Πέτερ Χάντκε και τον Τόμας Μαν, τον Χάλντορ Λάξνες.

Hilda250Δεν έφυγες ποτέ από την Ελλάδα. Το βιβλίο σου αποπνέει τη χαρά της Αθήνας... ίσως έναν μικρό καημό για το Λονδίνο... Την εποχή –την τόσo κοντινή- όπου η Αθήνα ήταν ένα πάρτι... Κατ’ αρχάς επειδή ήμασταν νεότερες, ύστερα επειδή υπήρχε το «Ρόδον» - για μένα τουλάχιστον... βρισκόταν και κοντά στο σπίτι μου... πηγαίναμε τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα...  Αντικειμενικά πάντως η Αθήνα πέρασε μια χρυσή εποχή. Θα ήθελα να μου πεις πώς την έχεις δει να εξελίσσεται μέσα στον χρόνο: νομίζω ότι το μυθιστόρημά σου την αποτυπώνει με συγκινητικό τρόπο. Αν, για παράδειγμα, το «High Fidelity” του Νικ Χόρνμπι ζωγράφιζε το βόρειο Λονδίνο, το «Για μια χούφτα βινύλια» ζωγραφίζει ένα μεγάλο μέρος της Αθήνας...

Πιστεύω ότι όλα όσα αγαπήσαμε και αγαπάμε ακόμα, συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τη μουσική. Η ζωή μου/μας άλλαξε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν άρχισαν οι συναυλίες στο Σπόρτινγκ, στο Λυκαβηττό και στο Ρόδον, όταν έγινε το Φεστιβάλ Ρέγγε στον Άλιμο – στο οποίο σ’ έσυρα με το ζόρι, αν θυμάσαι...

Ήταν αργά για μένα... Όλα στην Αθήνα άρχιζαν και αρχίζουν μετά τα μεσάνυχτα... Γι' αυτό αγαπούσα το “Ρόδον”: οι συναυλίες δεν ξεκινούσαν τις ώρες των σκυλάδικων...

Ίσως γι' αυτό  δεν σ’ έπεισα να έρθεις και στο Womad στο Γουδί και στο Rockwave προτού μεταφερθεί στη Μαλακάσα. Τα Βινύλια ζωγραφίζουν το κέντρο της Αθήνας, τα Εξάρχεια και το Κολωνάκι όπου κάθε καλοκαίρι συναντιόμασταν ανηφορίζοντας για το Λυκαβηττό, για να δούμε τον BB King και τους Kronos Quartet, τον David Byrne και τη Suzanne Vega. Και τις παρυφές της πλατείας Βικτορίας, όπου ψάχναμε σουβλατζίδικο ανοιχτό για να συνεχίσουμε την κουβέντα μετά τις συναυλίες στο Ρόδον: τους Nits, τον Cave, τους Steel Pulse, τον Hammill.

Το πάρτι αυτό των πολύχρωμων ανθρώπων που ανηφόριζαν με μάτια λαμπερά προς το Λυκαβηττό, άρχισε να μου ξινίζει κάποια στιγμή τη δεκαετία του ‘90, με την επικράτηση της κιτσάτης αισθητικής των lifestyle περιοδικών και ραδιοφώνων. Όταν όλοι άρχισαν να πηγαίνουν σε όλα, και μετά από τις συναυλίες στο Λυκαβηττό να καταλήγουν στα σκυλάδικα ή στα ελληνάδικα. Είχαν ανοίξει το δρόμο οι συναυλίες του Ντεφιού, οι οποίες φόρτωσαν με μπόλικο hype τα σκυλάδικα και τα εκμοντερνισμένα δημοτικά. Τότε που το rock και το punk έγιναν μπλουζάκι το οποίο συνόδευε πια τα ακριβά ιταλικά μπλουτζίν με τα στρας και τις πούλιες. Ξέρεις φυσικά ότι δεν εννοώ πως η μουσική είναι μια θρησκεία μόνο για μυημένους, αλλά δεν αντέχω την ιδέα ότι μετά τον Cave μπορεί να ακούσει κανείς σκυλάδικα.

Δεν έχουμε πίσω μας τις ίδιες αναγνώσεις -εκτός από τις παιδικές- όπως δεν έχουμε τις ίδιες μουσικές προτιμήσεις. Αλλά οι διαφορές μας, για κάποιον έξω από τον ευρύτερο κύκλο του ροκ, φαίνονται ανεπαίσθητες, ίσως και ανύπαρκτες... Θα ήθελα να μου πεις γι’ αυτές τις μουσικές προτιμήσεις, όπως για τα βιβλία, σαν να πρόκειται για stepping stones. Πώς εξελίχθηκες σαν ακροατής μουσικής;

Όσο κι αν ακούγεται επιτηδευμένο, για μένα όλα άρχισαν ένα απόγευμα στην οδό Φιλαρέτου. Ήμουν 7-8 ετών και άκουσα την εισαγωγή του It’s my Life των Animals από κάποιο σφαιριστήριο (πόσο απαρχαιωμένη ακούγεται η λέξη!) Λίγο αργότερα, περίμενα με λαχτάρα τις διαφημιστικές εκπομπές του ραδιοφώνου για να ακούσω το Sweet Soul Music με τον Arthur Conley και το Lady Madonna των Beatles.  Και μετά έγινε το θαύμα: άνοιξε ο πατέρας μου το δισκάδικο στη Νέα Σμύρνη. Άκουσα μαγεμένη τους Led Zeppelin, τους Iron Butterfly, τους Cream. Μέχρι που ο πωλητής κάποιας δισκογραφικής μού δάνεισε τρεις δίσκους «εισαγωγής»: το After the Goldrush του Neil Young, το Sweet Baby James του James Taylor και το Super Session των Al Kooper και Mike Bloomfield. Τότε μπήκαν τα βασικά κομμάτια του παζλ, το οποίο συμπληρώνω ακόμα, αφού τα όριά του διευρύνονται ασταμάτητα. Οι βασικές του γωνίες όμως παραμένουν: blues, soul, rock, punk.

Το βιβλίο σου έχει δυναμικό μετάφρασης. Με ενθουσιάζει η ιδέα να μεταφραστεί – στα αγγλικά, ας πούμε- ο Έλληνας Νικ Χόρνμπι... Κατ’ αρχάς για να τους δείξουμε ότι υπάρχει! Συνήθως σκέφτομαι ότι η ελληνική λογοτεχνία έχει τη θέση που της αξίζει στον διεθνή χώρο, καμιά φορά όμως νιώθω ότι απλούστατα κανείς δεν ξέρει τίποτα για μας κι ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει... Ότι, εκτός από την υποτίμηση που προκύπτει από προκαταλήψεις, υπάρχει παρεξήγηση, άγνοια... Έχεις περάσει τη ζωή σου διαβάζοντας αγγλικά μυθιστορήματα... Τι είναι αυτό που μας χωρίζει από τους Αγγλοαμερικανούς κι από το αναγνωστικό τους κοινό;

Μακάρι να ήξερα την απάντηση. Ίσως μεγάλο ρόλο παίζει το χιούμορ. Ο Καμιλλέρι, για παράδειγμα, έχει κερδίσει το διεθνές αναγνωστικό κοινό κι ας απέχει τόσο πολύ από τα αγγλοσαξονικά πρότυπα. Οι Λατινοαμερικάνοι συγγραφείς (και δεν εννοώ τους εκπροσώπους του μαγικού ρεαλισμού) μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες, ίσως επειδή έχουν βρει τις σωστές αναλογίες αστυνομικής ίντριγκας, πολιτικού σχολιασμού και αυτοσαρκασμού. Παράδειγμα, ο Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο, ο Σεπούλβεδα, ο Τσαβαρία. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε «γραφικοί», αλλά ότι πρέπει να ξεκολλήσουμε από τις εμμονές μιας ξεπερασμένης αυτοαναφορικότητας. Ζούμε σε μια χώρα που έχει αλλάξει δραματικά την τελευταία δεκαετία. Δεν γίνεται να κλείνουμε τα μάτια μας σ’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας σήμερα.

Ποια ήταν η μουσική υπόκρουση της συγγραφής του «Για μια χούφτα βινύλια»; Κάνε μου ένα νοερό CD…

Στο cd αυτό, εκτός των κομματιών που αναφέρονται ήδη στο βιβλίο (Beatles, Dylan, Cohen, Springsteen, Johnny Cash, Travis), υπάρχει η soul μικρών εταιρειών όπως η Hi, η Minit και η Chess, τα άλμπουμ των Αμερικανών τραγουδοποιών της δεκαετίας 65-75: James Taylor, Phil Ochs, Gordon Lightfoot, Joni Mitchell, Jackson Browne, Tim Buckley` και φυσικά, η σκοτσέζικη pop των τελευταίων είκοσι χρόνων: Belle & Sebastian, Lloyd Cole, Delgados, Texas, Camera Obscura. Πρόκειται δηλαδή για ένα cd κατάλληλο για τις μελαγχολικές μέρες, σαν αυτό που άφηνε ο Φώντας στο d-player για την Τατιάνα.

Μια φορά είχες πει “Αν μπορούσαμε να ξαναγυρίσουμε στη ζωή με μια δεύτερη μορφή θα ήθελα να ξαναγυρίσω σαν femme fatale!” Συγνώμη που το αποκαλύπτω εδώ αλλά δεν είχα την ευκαιρία να σε ρωτήσω ιδιωτικά... Σε ρωτάω δημοσίως...Πιστεύεις πως έκανες λάθη, πως έγινες κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που επεδίωκες; Ποιος ήταν ο «προορισμός» σου; Υοur destiny? Ή δεν έχουμε προορισμό; Whatever comes our way?

Δεν το θυμάμαι, αλλά για να το λες – έτσι είναι. Αυτό το παιχνίδι όμως το παίζω πολύ συχνά: άλλες φορές θα ήθελα να είμαι ανταποκρίτρια σε εμπόλεμες περιοχές, κι άλλες γάτα στο σπίτι μου. Πιο συχνά ονειρεύομαι τι θα έκανα αν είχα καλή φωνή και στοιχειώδες μουσικό ταλέντο: θα έφτιαχνα ένα γυναικείο ροκ συγκρότημα - κάτι ανάμεσα στις Slits και τις Bangles - και θα έπαιζα μια κόκκινη Gibson. Νομίζω ότι όσον αφορά τις femmes fatales, θα πρέπει να είχα στο μυαλό μου τη Λωρήν Μπακόλ, την Άιντα Λουπίνο και την Τζην Τίρνεϊ. Όπως ξέρεις, λατρεύω την αισθητική των film noir και το ντύσιμο των γυναικών εκείνης της εποχής.

Όσο για τον προορισμό, δεν ξέρω αν έχουμε: όσο μεγαλώνω διαθέτω λιγότερες απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα. Συμφωνώ όμως με τον Γούντι Άλεν: Whatever works.

Kαι μιλώντας για μοιραίες γυναίκες και γυναίκες γενικά, πώς θα σχολίαζες τον μισογυνισμό που έχουμε γνωρίσει στον χώρο των ροκάδων; Μας έλεγαν «Έχεις καλή δισκοθήκη για κορίτσι...» Καλά, εγώ ήμουν –και είμαι- πολύ πιο επιθετική, σε μερικούς έφερνα τα βινύλια στο κεφάλι κι έβλεπαν πεταλούδες...

Υπήρχε ανέκαθεν και συνεχίζει να υπάρχει ακόμα ένα κλίμα μισογυνισμού, αλλά εγώ ειδικά δεν έχω παράπονο: μην ξεχνάς ότι είχα το δισκάδικο. Αυτό σημαίνει απλώς ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να αποδείξω τίποτα και σε κανέναν. Ωστόσο καταλαβαίνω απολύτως τι εννοείς. Πολλές φίλες μού έχουν εξομολογηθεί ότι προτιμούν την ανωνυμία του Metropolis από τα μικρά δισκάδικα, όπου τις περνούν από ψιλό κόσκινο: πού τους ξέρεις εσύ τους Wire, μικρό κορίτσι;

Στο βιβλίο σου, όλα τα γεγονότα, όλες οι συναντήσεις συνοδεύονται από την κατανάλωση καφέ. Το κάθε πρόσωπο χαρακτηρίζεται από το τι καφέ πίνει, από το πώς τον πίνει... Διέκρινα όλα τα είδη καφέδων, ακόμα και τον λεγόμενο «της παρηγοριάς»...

Έχεις δίκιο σ’ αυτό, σχεδόν όλοι πίνουν καφέ και καπνίζουν πολύ. Ο πρώτος λόγος γι’ αυτό είναι η εμμονή μου με τον καφέ. Μ’ αρέσει το άρωμα και η γεύση όλων των καφέδων, παρότι δεν μπορώ να πιω όσο καφέ θα ήθελα` δεν αντέχει το στομάχι μου. Ο δεύτερος είναι μια αναφορά στον αγαπημένο μου Ντάσιελ Χάμετ και τον Αδύνατο Άνδρα. Όπως θα θυμάσαι, τόσο στο βιβλίο όσο και στην ταινία, ο Νικ και η Νόρα βάζουν πάντα ένα ποτό, πριν κάνουν οτιδήποτε. Η υπόθεση του Αδύνατου Άνδρα εκτυλίσσεται την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης, και η δική μου ιστορία διαδραματίζεται την εποχή περίπου που μας κυρίευσε «η κουλτούρα της υγείας». Ξέρεις ότι δεν είμαι καπνίστρια, αλλά μου φαίνεται γελοίο να απαγορεύεται το κάπνισμα στα μπαρ και τα καφέ. Καταναλώνουμε μεταλλαγμένα, τρώμε λαχανικά μολυσμένα από τα νερά του Ασωπού και ψάρια ιχθυοτροφείου γεμάτα αντιβιοτικά και φάρμακα, αλλά παθαίνουμε κρίση υστερίας όταν κάποιος καπνίσει στο διπλανό μας τραπέζι. Φοβάμαι τι θα ακολουθήσει` ποια θα είναι η επόμενη «ουσία» που θα μπει στο στόχαστρο. Ο καφές;

Ο καφές δεν έχει την ίδια βλαπτικότητα και κοινωνικό βάρος με το τσιγάρο... Επίσης, στο βιβλίο σου, επαναλαμβάνεται, σε διαφορετικές εκδοχές, η προετοιμασία του φαγητού... γεύματα, δείπνα, μικρογεύματα... Αν κάναμε μια «σημαντική»-σημειολογική ανάλυση θα «επισημαίναμε» μια σειρά από μοτίβα: τον καφέ που προαναφέραμε, το κάπνισμα, το φαγητό... Τα περιγράφεις με φανερή απόλαυση...

Μου αρέσει η προετοιμασία του φαγητού, μου αρέσει να τρώω μαζί με τους ανθρώπους που αγαπώ, με τους φίλους μου. Στο βιβλίο η διαφορά είναι σαφής: ο Χάρης, όταν τρώει μόνος, τρώει άσχημα και άτσαλα. Όταν τρώει με παρέα, απολαμβάνει το φαγητό του. Απεχθάνομαι τις δεκάδες εκπομπές μαγειρικής που έχει η ελληνική τηλεόραση (με μία εξαίρεση: του Βασίλη Καλλίδη), διότι έχουν μετατρέψει τη χαρά του φαγητού σε διαγωνισμό, ανταγωνισμό και υπόθεση των ειδικών. Δεν είμαι γκουρμέ, μ’ ενοχλεί μάλιστα η σπατάλη που συνοδεύει τις εξόδους στα «καλά εστιατόρια της μόδας». Ίσως είναι κατάλοιπο της αριστερής μου ανατροφής, αλλά όταν ο μισός πλανήτης πεινάει, μου αρκεί ένα απλό φαγητό – με παρέα.

Έχεις μια σκοτεινή εικόνα για τους σημερινούς ροκάδες... Δικαίως...Το ροκ ήταν μια επανάσταση των αισθήσεων στη δεκαετία του ’60 και μέχρι, ας πούμε, το 1975... Ύστερα, για μερικούς ανθρώπους έγινε έμμονη ιδέα, αντικείμενο ψυχαναγκαστικής «συλλογής». Οι λάτρεις της μουσικής έγιναν είτε ντισκόβιοι, είτε δισκόβιοι... Είτε άρχισαν να ακούνε Whitney Huston (καθόλου άσχημα αλλά όχι ροκ) και Human League, είτε βυθίστηκαν σ’ έναν στείρο εγκυκλοπαιδισμό... Ποιος έπαιξε στις 7 Ιουλίου του 1969 ντραμς με τους Srawberry Alarm Clock και πού θα βρούμε το bootleg 45άρι των Charlatans… Οι συλλέκτες βάλθηκαν να συγκρίνουν τις συλλογές τους όπως οι άνδρες συγκρίνουν τον ανδρισμό τους...

Στην πραγματικότητα, τους ροκάδες, παλιούς και νέους, τους σκέφτομαι με τρυφερότητα, σαν μέλη μιας φυλής υπό εξαφάνιση. Θέλω να πιστεύω ότι θα αντέξουν, ότι θα επιβιώσουν και θα συνεχίσουμε να τους συναντούμε στις συναυλίες Σκέφτομαι όλους αυτούς που συναντήσαμε πέρυσι το καλοκαίρι στη συναυλία του Dylan, τους νεότερους που πάνε κάθε τέλος Μαΐου στη Βαρκελώνη για το Primavera. Και ξέρεις κάτι; Προτιμώ αυτούς που ασχολούνται με άχρηστες πληροφορίες από τους άλλους που θυμούνται ότι στα νιάτα τους άκουγαν Pink Floyd, κάθε φορά που βλέπουν στην τηλεόραση ότι ο Roger Waters κάνει περιοδεία. Αλλά βαριέμαι τρομερά τους χαϊφιντελίστες και όσους έχουν κολλήσει στις «παλιές, καλές εποχές». Εντέλει, ως λάτρης του Neil Young θέλω να πιστεύω ότι «hey hey, my my, rock’n’roll will never die».

Και να πολλαπλασιάζουν τους urban legends… Γράφεις, ειρωνικά, για το «Paranoid” των Black Sabbath που υποτίθεται ότι αν το ακούσεις ανάποδα είναι σατανιστικό… Δεν ήξερα ότι το λένε αυτό για το Paranoid… Σίγουρα ο Ozzie το έπαιξε σατανιστής αλλά δεν ήξερα για το συγκεκριμένο κομμάτι... Νόμιζα ότι το έλεγαν κυρίως για το “Devil Rising” των Judas Priest… Πράγμα που μου θυμίζει ότι πολλοί ροκάδες έγιναν χεβιμεταλάδες και χούλιγκανς. Πόσο αποκλίναμε… Το ροκ, η επίδρασή του, εξαρτάται από το υπόστρωμα που βρίσκει…

Το heavy metal είναι μάλλον ένα στάδιο απαραίτητο, κάτι σαν τελετή μύησης των αγοριών. Τώρα, αν κάποιοι μένουν κολλημένοι σ’ αυτό… είναι θέμα των ψυχολόγων. Για παράδειγμα, ο ανεψιός μου, ετών 25. Ο οποίος αναρωτιέται γιατί θεωρώ τον Hendrix καλύτερο κιθαρίστα από τον Kirk Hammett. Αλλά δεν είναι χούλιγκαν. Μπορεί οι περισσότεροι χούλιγκαν να ακούν heavy metal, χωρίς να ισχύει το ανάποδο. Από την άλλη μεριά, το rock’n’roll ξεκίνησε σαν λαϊκή μουσική, και ίσως απ’ αυτή την άποψη, το heavy metal να βρίσκεται πιο κοντά σ’ αυτό το λαϊκό χαρακτήρα απ’ ό,τι οι Sigur Ros. Για να μην παρεξηγηθώ: ενώ ακούω Sigur Ros, δεν ακούω Anthrax. Όσο για την επίδραση των πραγμάτων – μήπως η πολιτική στράτευση των μέσων της δεκαετίας του ’70 δεν οδήγησε σε τέρατα, αναλόγως του υποστρώματος στο οποίο φυτεύτηκε;

Τι ακούς αυτές τις μέρες; Και τι διαβάζεις; Και τι γράφεις;

Ακούω τους Fleet Foxes, τον Edwyn Collins, τους Broken Records, τους Drive By Truckers. Τη Ruthie Foster, τη Dessa, τη Neko Case και τη Lucinda Williams. Και κάθε τόσο ακούω πάλι το Dark  End of the Street του James Carr και το Let’s Straighten Out στην εκτέλεση με τον Benny Latimore. Και όλο τον κατάλογο της Chess.

Διαβάζω πολλά αστυνομικά, όπως πάντοτε. Ρουθ Ρέντελ, Μινέτ Γουόλτερς, Μωρίς Ατιά, Κέιτ Άτκινσον. Με μεγάλη καθυστέρηση, το Και όμως, όμορφα… του Geoff Dyer, στην ωραία μετάφραση της Δανάης Στεφάνου. Και περιμένω με ανυπομονησία το καλοκαίρι για να διαβάσω ό,τι προλάβω από τις στοίβες των βιβλίων που σωρεύω το χειμώνα. Όσο για το γράψιμο… έχω σχεδόν έτοιμη μέσα στο μυαλό μου τη δεύτερη ιστορία του αστυνόμου Χάρη Νικολόπουλου. Μένει να τη γράψω.

Σε ποιες κατηγορίες χωρίζεται ο κόσμος, Χίλντα; Σ’ αυτούς που ακούνε ροκ εντ ρολ και σ’ αυτούς που ακούνε σκυλάδικα; Σ’ αυτούς πους ακούνε Μαράια Κάρεϊ και σ’ αυτούς που ακούνε Fleet Foxes; Τους αναφέρω γιατί ανυπομονώ για τη συναυλία τους εδώ στο Παρίσι... Έχω επενδύσει σ’ αυτή τη συναυλία!

Ο κόσμος χωρίζεται σ’ αυτούς που αγαπούν τη μουσική και την τέχνη γενικότερα, και στους άλλους. Σ’ αυτούς που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς μουσική, βιβλία, ταινίες – και στους υπόλοιπους. Θυμάσαι στο Πώς να είσαι καλός του Νικ Χόρνμπι, ότι η Κέιτι η ηρωίδα διεκδικεί την ανεξαρτησία και την ταυτότητά της αγοράζοντας ένα δικό της cd-player, για να μπορεί να ακούει ξανά και ξανά τους Air και τη Lauryn Hill. Νιώθω πιο κοντά σ’ αυτόν που ακούει με φανατισμό τα «έντεχνα ελληνικά», απ’ ό,τι σε κάποιον που ακούει το The times they are-a-changing επετειακά, τις παραμονές του Πολυτεχνείου. Τυχερή είσαι που θα δεις τους Fleet Foxes. Μετά τους National, είναι ό,τι πιο ενδιαφέρον άκουσα τα τελευταία χρόνια.

Παρουσιάζεις το δισκάδικο σαν ένα χώρο που μπορεί να προκαλέσει κλειστοφοβία. Πες μας μερικά πράγματα για την εμπειρία σου στο δικό σου δισκάδικο η τύχη του οποίου που αφορά ολόκληρη τη βιομηχανία της μουσικής. Πες μας δηλαδή για κάτι που δεν υπάρχει πια, που είναι αναχρονιστικό, που ίσως έχει τελειώσει για πάντα.

Ως συνήθως, βλέπουμε τα πράγματα από τελείως διαφορετική σκοπιά. Ίσως αυτό να είναι η βάση της φιλίας μας: η διαφορετικότητά μας. Δεν θεωρώ αναχρονιστικό το δισκάδικο, ούτε κλειστοφοβικό. Την κατάρρευση της μουσικής βιομηχανίας σχολιάζω, την απληστία και αλαζονεία των στελεχών της που οδήγησε στην εξαφάνιση του μικρού (οσονούπω και του μεγάλου) δισκάδικου. Για μένα τα δισκάδικα και τα βιβλιοπωλεία παραμένουν μαγικά στέκια συνάντησης ανθρώπων. Και η δική μου εμπειρία – αφού λάβουμε υπόψη μας την τάση που έχουμε όλοι να εξωραΐζουμε το παρελθόν – ήταν θαυμάσια: οι φίλοι που σύχναζαν στο μαγαζί, το πανηγύρι του Σαββάτου, οι καφέδες, και η μουσική, πολλή μουσική, πάνω απ’ όλα η μουσική…

Τι θα ήθελες να προσφέρει το βιβλίο σου στον αναγνώστη; Με ποιο σχόλιο ή συναίσθημα θα ήσουν ευχαριστημένη; Διαφωνούμε συχνά όταν αναφέρεσαι «στη γενιά μας» - πάντα διαμαρτύρομαι εναντίον της έκφρασης αυτής, σου λέω «δεν ανήκω σε καμιά γενιά, αφήστε με ήσυχη...»: αισθάνομαι λοιπόν ότι απευθύνεσαι σ’ αυτό το νεφέλωμα που θεωρείς «γενιά του '57»!

Όταν αναφέρομαι στη «γενιά μου», εννοώ όσους πήγαν σχολείο επί δικτατορίας, άρα έχουν τις εικόνες της γκριζάδας που ήρθε να διαλύσει το rock και η μεταπολίτευση. Και ως «γενιά μου» αισθάνομαι αυτούς που συναντάμε ακόμα στο Γκαγκάριν και στο Άστυ, στο Αντιρατσιστικό φεστιβάλ και στις Νύχτες Πρεμιέρας. Ίσως αυτό να είναι ένα μόρφωμα που υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό μου, και σίγουρα δεν έχει αυστηρά ηλικιακό πλαίσιο. Επιπλέον, θα ήθελα να πιστεύω ότι δεν απευθύνομαι μόνο στη «γενιά του '57», αλλά σε όλους όσοι αγαπούν τα πικάπ και τους δίσκους, τις κασέτες και τα cd-player, τις συναυλίες και τις διακοπές στα νησιά. Τέλος, ομολογώ ότι καμαρώνω επειδή έχω γεννηθεί την ίδια χρονιά με τους τρεις Νίκους: τον Cave, τον Hornby, τον Πορτοκάλογλου. Και μ' εσένα που δεν είσαι Νίκος.

vinylia-exofΧίλντα Παπαδημητρίου
Για μια χούφτα βινύλια
Μεταίχμιο 2011
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Τα περισσότερα όνειρα δεν είναι σκοτεινά ούτε λογοκριμένα»

«Τα περισσότερα όνειρα δεν είναι σκοτεινά ούτε λογοκριμένα»

Συνέντευξη με τον καθηγητή Θανάση Ντινόπουλο, με αφορμή το βιβλίο του Ύπνος και όνειρα (εκδ. University Studio Press)

Του Λεωνίδα Καλούση

Παρά ...

«Ο καθένας από εμάς είναι ο ήρωας της ιστορίας του»

«Ο καθένας από εμάς είναι ο ήρωας της ιστορίας του»

Του Κώστα Αγοραστού

Ο Στάμος Τσιτσώνης έχει μέχρι στιγμής εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων. Στην πιο πρόσφατη με τίτλο Μια διαφορετική μέρα (εκδ. Κριτική) παρακολουθούμε τους ήρωές του σ...

«Αποζητώ κι εγώ την κάθαρση που βιώνει ο αναγνώστης»

«Αποζητώ κι εγώ την κάθαρση που βιώνει ο αναγνώστης»

Του Κώστα Αγοραστού

Μια κουβέντα με τη Χίλντα Παπαδημητρίου γύρω από την αστυνομική λογοτεχνία, τους χάρτινους ήρωες, τον Χάρη Νικολόπουλο, τα λογοτεχνικά βραβεία, τους άνδρες με τα σταυρωτά γκρίζ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
H ασύμμετρη συμμετρία και ο τρελός λαγός

H ασύμμετρη συμμετρία και ο τρελός λαγός

Για τη συλλογή διηγημάτων του Διονύση Μαρίνου Όπως και αν έρθει αυτό το βράδυ (εκδ. Μελάνι)

Της Διώνης Δημητριάδου

Τη ζωή μας είχε πάψει προ καιρού ...

Η κατάρα της Γαλλίδας

Η κατάρα της Γαλλίδας

24 νέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Υγρό φόρεμα

Υγρό φόρεμα

24 νέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νικόλας Περδικάρης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ό,τι βαφτίζε...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube