«Ένα ποίημα γι’ αυτή την τραγική ιστορία που τη λέμε αγάπη»

Εκτύπωση

1adamo crop 5Με αφορμή ένα ακόμη ανέβασμα του Σιμιγδαλένιου, αυτή τη φορά από το Εθνικό Θέατρο, βρεθήκαμε με τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο και κουβεντιάσαμε για την ιστορία πίσω από τη συγγραφή του έργου, την αναπάντεχη επιτυχία και διάρκειά του κ.ά.

Του Κώστα Κατσουλάρη

Τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο τον γνωρίζουμε κυρίως από το λογοτεχνικό του έργο, τα βιβλία του Δώδεκα κι ένα ψέματα (Ίκαρος, 1991), Ψέματα πάλι (Άγρα, 1999), Το τσιγάρο και η γιόγκα (Άγρα, 2008), καθώς και το ιδιόρρυθμο θεατρικό Οχιναιλέγοντας (Ίκαρος, 2011). Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, ενώ το Ψέματα πάλι μόλις ανακοινώθηκε από τον γερμανικό εκδοτικό οίκο Elfenbein Verlag και θα κυκλοφορήσει την άνοιξη. Το ευρύ κοινό τον γνωρίζει, κυρίως, ως τον συγγραφέα ενός από τα πιο πολυπαιγμένα σύγχρονα ελληνικά θεατρικά έργα. Έτσι, με αφορμή ένα ακόμη ανέβασμα του Σιμιγδαλένιου, αυτή τη φορά από το Εθνικό Θέατρο, βρεθήκαμε μαζί του και κουβεντιάσαμε για την ιστορία πίσω από τη συγγραφή του έργου, την αναπάντεχη ή όχι επιτυχία και διάρκειά του, την «παιδικότητα» στο παιδικό θέατρο.

Ο Σιμιγδαλένιος σου τελικά αποδείχτηκε ιδιαίτερα ανθεκτικός μέσα στο χρόνο.

Αυτό είναι αλήθεια. Φέτος γιορτάζει τα είκοσι πέντε χρόνια του. Ένα τέταρτο του αιώνα: Ώρες-ώρες, μου φαίνεται αστρονομικά πολύ όταν το σκέφτομαι και κοιτάζω πίσω. Ήμουνα νιος και γέρασα, ο Σιμιγδαλένιος όμως δε λέει να γεράσει. Δεν έχει γεράσει ούτε σα βιβλίο, ούτε σα θεατρικό έργο. Απόδειξη ότι επανεκδίδεται συνέχεια από την Εστία [σ.σ. πρόσφατα κυκλοφόρησε η 12η έκδοση] αλλά κι ότι ανεβαίνει συνέχεια σα θεατρική παράσταση, σχεδόν δυο-τρεις φορές το χρόνο.

Πόσες φορές έχει ανέβει συνολικά μέσα στα είκοσι πέντε αυτά χρόνια;

kratiko voreiouΈχουν γίνει εβδομήντα πέντε διαφορετικές παραγωγές! Καλά λέω· τρεις παραγωγές το χρόνο. Και εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους· γιατί εγώ δεν ανακατώνομαι με το πώς θέλει να σκηνοθετήσει καθένας που θέλει ν’ ανεβάσει τον έργο, ούτε με νοιάζει μια παραγωγή να κάνει περιοδεία εδώ κι εκεί. Η ουσία είναι πως το έργο αγαπήθηκε αμέσως πολύ, από στόμα σε στόμα και αμέσως άρχισαν να ξεπηδούν διάφορες παραγωγές, είτε ερασιτεχνικές, νεανικές, μαθητικές, είτε επαγγελματικές· σε ιδιωτικά θέατρα ή σε ΔΗΠΕΘΕ σ’ όλη τη χώρα. Στη Θεσσαλονίκη για παράδειγμα, ανέβηκε τέσσερις φορές· απ’ το Μουσικό Γυμνάσιο, απ’ το Αριστοτέλειο Λύκειο, απ’ το Νέο Θέατρο Θεσσαλονίκης και από το Κρατικό Βορείου Ελλάδος. Και συζητείται και μια πέμπτη, για του χρόνου. Στην Κρήτη, στο νομό Λασιθίου, ανέβηκε απ’ το Δημοτικό Θέατρο της Σητείας πρώτα και δυο χρόνια μετά, σε εντελώς διαφορετική παραγωγή, απ’ τη Χορομανία της Ιεράπετρας. Ήταν μάλιστα πολύ συγκινητικό και άκρως ενδιαφέρον που οι «Σιμιγδαλένιοι» της Σητείας ήρθαν όλοι μαζί να δουν το ίδιο έργο, που το ήξεραν όλοι τους απ’ έξω, σκηνοθετημένο όμως με τελείως διαφορετικό τρόπο και το κουβέντιαζαν με τους ηθοποιούς της Ιεράπετρας.

Το έργο είχε και ιδιαίτερη επιτυχία στην Τουρκία. Πού οφείλεται;

Με την Τουρκία είναι μια άλλη ιστορία γιατί –ενώ είχαν ήδη εκδοθεί στα τουρκικά τα Δώδεκα και ένα ψέματα– αποφάσισε το Ζωγράφειον Λύκειον να ανεβάσει τον Σιμιγδαλένιο, την άνοιξη του 2004. Ήταν η 34η παραγωγή, θυμάμαι. Είχε μεγάλη επιτυχία. Ήρθε κι ο Πατριάρχης, που του άρεσε πολύ και είπε τότε το περιβόητο: Πως ο Σιμιγδαλένιος είναι «Γλυκύς και τρυφερός, βαθύς και φιλοσοφημένος»!Γνώρισα Τούρκους καθηγητές απ’ το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, που με κάλεσαν να δώσω μια διάλεξη για τα Δώδεκα και ένα ψέματα και μετά με κάλεσαν να διδάξω, ως visiting professor στο Πανεπιστήμιο, τον Σιμιγδαλένιο στην αγγλική εκδοχή του («The Spiceman»). Αυτό ήταν· το έργο άρεσε πολύ, μεταφράστηκε κι έγινε Irmikoğlan κι εκδόθηκε κι αυτό στην Τουρκία. Και τελικά, πίστεψέ με, χωρίς εγώ να κάνω απολύτως τίποτε, το 2013, ο Irmikoğlan ανέβηκε στο Κρατικό, Şehir Tiyatro της Κωνσταντινούπολης. Μου είπαν μάλιστα πως είναι το μοναδικό ελληνικό έργο που έχει ανέβει ποτέ εκεί· πράγμα που με συγκίνησε βαθιά. 

Πού οφείλεται κατά τη γνώμη σου αυτή η διάρκεια, μια και κατά τα λοιπά είσαι ένας μάλλον «εκλεκτικός» συγγραφέας, όχι αυτό που λέμε κάπως αγοραία «μπεστσελερίστας»;

Μα έχουν διάρκεια οι μπεστελερίστες; Δε νομίζω. Τα μπεστ σέλερς ξεχνιούνται μόλις πουληθούν· κανείς δεν τα ξαναδιαβάζει μετά. Απ’ την άλλη μεριά, τι θα πει εκλεκτικός συγγραφέας; Εγώ θεωρώ πως το σημαντικό είναι ένα έργο να λέει κάτι, να είναι αληθινό. Αν κάτι είναι ολότελ’ αληθινό για έναν άνθρωπο, τότε είν’ αληθινό και για άλλους και μιλά στην ψυχή τους. Το πώς θα διακινηθεί, πώς θα διαφημιστεί και θα πουληθεί, είν’ άλλη ιστορία.

o simigdaleniosΌταν τελικά γράφτηκε το έργο, είχες την αίσθηση ότι είχε γραφτεί κάτι δυνατό;

Είχα την αίσθηση πως είχα καταφέρει να φτιάξω, σαν απλός εργάτης, ακριβώς αυτό που ήθελα να φτιάξω. Αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό. Βλέπεις, μιλάμε πολύ εύκολα για έμπνευση, για δημιουργία, τέχνη, πνεύμα, πολιτισμό και ξεχνάμε πως μέσα σ’ όλ’ αυτά προϋπάρχει η απλή έννοια της κατασκευής, του εργάτη· αλλιώς δε γίνεται τίποτα. Κι επειδή είμαι και μαραγκός στις ελεύθερες ώρες μου, θα σου πω κάτι πολύ απλό: Αν θες να φτιάξεις μια καρέκλα, ένα κάθισμα, πρέπει να το φανταστείς πριν απ’ όλα, να το σχεδιάσεις, να το μετρήσεις, να μαζέψεις τα υλικά, να τα βάλεις όλα κάτω και μετά να στρωθείς να το φτιάξεις. Να το φτιάξεις καλά, σωστά. Να ’ναι ωραίο, λειτουργικό και γερό.

Ναι, αλλά ο τρόπος που δουλεύει ο κάθε δημιουργός δεν είναι διαφορετικός, δεν είναι δηλαδή κάτι εντελώς υποκειμενικό;

Ενδεχομένως, αλλά όχι κατ’ ανάγκην. Γιατί είπαμε πριν πως αν κάτι είναι ολότελα αληθινό για έναν άνθρωπο, μοιραία είναι αληθινό και για άλλους. Εγώ, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι αυτή τη στιγμή που σε βλέπω τώρα απέναντί μου, να κάθεσαι έτσι αναπαυτικά βουλιαγμένος στον καναπέ που τον έφτιαξα εγώ ο ίδιος, με τα χέρια μου, το ’92, λίγο μετά τον Σιμιγδαλένιο. Όλοι όσοι έρχοντ’ εδώ, εκεί πάνε και κάθονται πάντα και νοιώθουν το ίδιο βολικά, όλοι τους τόσα χρόνια...

Τον Σιμιγδαλένιο πώς τον έκρινες τότε, πριν πάρει πάνω του την «πατίνα» της επιτυχίας;

Ήθελα να κάνω ένα ποίημα γι’ αυτή την τραγική ιστορία που τη λέμε αγάπη. Ένα κείμενο που να λέει όσα ήθελα να πω και να διαβάζεται μόνο του, εύκολα, ως βιβλίο, πέρα απ’ το γεγονός ότι μπορεί να είναι και θεατρικό έργο.

Μα ο Σιμιγδαλένιος κυρίως ως κείμενο ξεκίνησε αρχικά κι έτσι εξακολουθώ να τον αντιμετωπίζω· όχι μόνο εγώ μα και οι αναγνώστες. Ήθελα να κάνω ένα ποίημα γι’ αυτή την τραγική ιστορία που τη λέμε αγάπη. Ένα κείμενο που να λέει όσα ήθελα να πω και να διαβάζεται μόνο του, εύκολα, ως βιβλίο, πέρα απ’ το γεγονός ότι μπορεί να είναι και θεατρικό έργο – και μάλιστα γραμμένο «με αξιοζήλευτη σκηνική μαστοριά» όπως έλεγε η Άννα Συνοδινού· ας είναι καλά η ψυχή της. Μόλις εκδόθηκε, όλοι το βιβλίο διάβαζαν, το κείμενο έκριναν. Ο Γιάννης Κόκκος, που δεν τον ήξερα ούτε κατ’ όψιν το ’93, το βιβλίο διάβασε, για το κείμενο είπε τα όμορφα λόγια που είπε, δεν το είδε στο θέατρο. Συνεπώς χαίρομαι ιδιαίτερα που ο Σιμιγδαλένιος πέρ’ απ’ τη θεατρική του καριέρα επί σκηνής, έχει παράλληλα και εντελώς αυτόνομη παρουσία ως βιβλίο που μπορεί να διαβάσει ο καθένας.

Η ιστορία της γραφής του είναι βέβαια από μόνη της συναρπαστική. Θέλεις να μας την αφηγηθείς;

Αυτή είναι μεγάλη ιστορία και ίσως εξηγεί πολλά. Το ’90 είχαμε χωρίσει με τη γυναίκα μου, χωρίς καλά-καλά να ξέρουμε γιατί και χωρίς να το θέλουμε τελικά. Δυο τρελά ερωτευμένα αρκούδια που είχανε γνωριστεί σε λάθος στιγμή πριν από δεκαπέντε χρόνια –ήμασταν πολύ νέοι· φοιτητές– και δεν κατάφεραν να γίνουν ένα, όσο κι αν το ’θελαν πολύ... Το φθινόπωρο του ’91, όταν με κάλεσαν να διδάξω σε ένα θεατρικό σεμινάριο, το είναι μου όλο ήταν δοσμένο σ’ αυτό τον τραγικό γρίφο: Πώς ήταν δυνατόν να πασκίζω να σταθώ στα πόδια μου και να στήσω μια καινούργια ζωή, παριστάνοντας τον άνετο κι ωραίο τριανταπεντάρη, ενώ γύρευα συνάμα το αγαπημένο μου αρκούδι, που κι εκείνο με γύρευε συνέχεια; Μύλος... Τι διάολο στράβωσε; Γιατί είχαν γίνει όλα έτσι;

Και κάτω από ποιες συνθήκες δηλαδή προέκυψε αυτό το έργο;

kalamataΌταν μου ζητήθηκε λοιπόν να στήσω με την τάξη μου μια παράσταση, ένα δρώμενο, εγώ αποφάσισα να γράψω τον Σιμιγδαλένιο, πράμα που έμοιαζ’ εντελώς αδιανόητο γιατί δεν είχα μπροστά μου καλά-καλά ούτ’ ένα μήνα διορία. Είχα το γενικό καμβά της ιστορίας, έκοβα κι έραβα ό,τι ήθελα και μεσ’ απ’ τον προστατευτικό μανδύα του παραμυθιού και τη συμπύκνωση του στίχου που εγώ επέλεξα –γιατί μου αρέσει πάντα η ακρίβεια και η λιτότης– μπορούσα να πω ό,τι είχα να πω για τον εγωισμό και την αγάπη, δουλεύοντας ασταμάτητα σα μανιακός δεκαοχτώ ώρες τη μέρα, κάθε μέρα. Απ’ το πρωί ώς το απόγεμα έγραφα, μετά πήγαινα στο σεμινάριο, φωτοτυπούσα τις γραμμένες σελίδες, τις μοίραζα στους μαθητές μου –που ήσαν καμιά τριανταριά ενήλικες είκοσι με τριάντα χρόνων– και σκηνοθετούσα ένα έργο, που ακόμα δεν υπήρχε ολόκληρο παρά μόνο μες στο μυαλό μου. Δε μ’ ένοιαζε καθόλου ούτε η παράδοση, ούτε ο Θεόφιλος κι οι καραγκούνες, ούτε τίποτα τέτοιο. Και φυσικά ούτε μου πέρασε ποτέ απ’ το νου πως λέω παραμύθια και μάλιστα για μικρά παιδιά. Ο απέραντος ενθουσιασμός όλων των μαθητών μου τότε ήταν για μένα η καλύτερη ανταμοιβή και η πιο ασφαλής απόδειξη πως κάτι καλό είχε γίνει.

Αυτή την εποχή το έργο σου έχει ανέβει και παίζεται στο Εθνικό Θέατρο. 

Πράγματι, χωρίς εγώ να αναμειχθώ καθόλου –απ’ τις εφημερίδες το έμαθα– τον έβαλε στο ρεπερτόριο του 2015-16 ο Σωτήρης Χατζάκης με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί στο ΚΘΒΕ, και τον κράτησε ο διάδοχός του, ο Στάθης Λιβαθινός.

Γνωρίζω ότι έχεις κάποιες ενστάσεις με την προσέγγιση που ακολουθήθηκε, σε βαθμό που σχεδόν συγκρούστηκες με τους βασικούς συντελεστές.

Δε συγκρούστηκα με κανέναν. Απ’ τη φύση μου, δεν είμαι συγκρουσιακός χαρακτήρας. Προτιμώ την πειθώ πάντα· καμιά φορά, ακόμα και στου κουφού την πόρτα. Οι όποιες ενστάσεις μου ήσαν γύρω απ’ το ότι ο Σιμιγδαλένιος, όσο κι αν αρέσει και σε νεαρότερα άτομα, όπως σου είπα δεν είναι έργο παιδικό –πολύ περισσότερο αυτό που ονομάζουμε συγκεκριμένα «παιδικό θέατρο»­– και δεν λειτουργεί σε πολύ μικρές ηλικίες. Το γράφω και στον πρόλογο του βιβλίου αυτό, απ’ το 1993. Αν θέλεις σώνει και καλά να κάνεις τον Σιμιγδαλένιο για παιδιά του Δημοτικού μόνο, είναι σα να τον βάζεις στην τάβλα του Προκρούστη. Το έργο σακατεύεται έτσι. Ουσιαστικά δεν υπάρχει, γίνεται ένα φάντασμα του εαυτού του και δε μένει κανείς ευχαριστημένος. Πέραν του ότι πρέπει να το ’χεις μέσα σου, να ξέρεις καλά και να προσέχεις πολύ πώς να φέρεσαι στα παιδιά. Με το να κουνιέσαι σαν ξεβιδωμένο νευρόσπαστο και να κάνεις ανόητες γκριμάτσες, δεν σημαίνει πως γίνεσαι «παιδικός» κι αρέσεις στα παιδιά· παιδιαρίζεις απλώς.

Αληθεύει πως έχουν κοπεί ακόμη κι αποσπάσματα από το έργο, για να γίνει πιο προσιτό στο παιδικό κοινό;

Δεν έχει κανένα νόημα πια, ούτε και θα ’θελα να μπούμε σε λεπτομέρειες.

myisisΑπό την άλλη, για να κάνω τον «συνήγορο του διαβόλου», δεν είναι αναφαίρετο δικαίωμα του σκηνοθέτη να προσεγγίσει όπως εκείνος κρίνει ένα έργο, από τη στιγμή που ο δημιουργός του το εμπιστεύτηκε;

Μα τι σου έλεγα πιο πριν για την Κρήτη; Εκεί είχαμε δύο εντελώς διαφορετικές σκηνοθετικές προσεγγίσεις του Σιμιγδαλένιου -η μέρα με τη νύχτα- βραβευμένες και πολύ πετυχημένες κι εγώ χαιρόμουν να τις βλέπω και τις δύο. Φυσικά και είναι δικαίωμα του σκηνοθέτη να διαβάσει το έργο όπως ο ίδιος νομίζει. Να το διαβάσει όμως. Προσοχή: Να διαβάσει αυτό που είναι γραμμένο κι όχι ό,τι θα ’θελε να δει γραμμένο. Αλλιώς να κάτσει να γράψει δικό του έργο. Ο στίχος, για παράδειγμα, «σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή» μπορεί να διαβαστεί μ’ ένα σωρό διαφορετικούς τρόπους: Ρυθμικά σα μαθητούδι, ηρωικά, με στόμφο, παλιομοδίτικα, ρομαντικά, ξερά, δυνατά, σιγανά, μπάσα, πρίμα, staccato, legato, accelerando, ritenuto... Κανένας όμως δεν έχει το δικαίωμα να τον υπονομεύσει διαβάζοντάς τον σαρκαστικά, ούτε πολύ περισσότερο να πει: «σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού τη βρωμερή», γιατί τότε εκτίθεται άσχημα και κάνει σοβαρό φάουλ.

Όμως ας τα αφήσουμε κατά μέρος αυτά, αφήνοντας και τον Σιμιγδαλένιο να λέει τα δικά του:

...Τ’ είναι η ζωή·
ένα φιλί, μια λύση,
 μια ζωντανή ανατολή
   μια μολυβένια δύση... 
 
***
 
(ακολουθεί κείμενο που γράφτηκε ως πρόλογος για τον Σιμιγδαλένιο, καθώς και μια σελίδα από το χειρόγραφο)
 
1 Manuscript Prologue 19 2 92 1
1 Manuscript Prologue 19 2 92 2
 
1 Manuscript 1
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Αλέξης Σταμάτης: «Η τέχνη είναι αντανάκλαση των παθών μας»

Αλέξης Σταμάτης: «Η τέχνη είναι αντανάκλαση των παθών μας»

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο άντρας της πέμπτης πράξης» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Διονύση Μαρίνου

Πορεία μαθητείας και ενηλικίωσης. Μύησ...

«Η Ελλάδα είναι τόπος βαθύτατα ποιητικός»

«Η Ελλάδα είναι τόπος βαθύτατα ποιητικός»

Συνέντευξη με τον ποιητή και μεταφραστή Θανάση Λάμπρου.

Της Νότας Χρυσίνα

Κύριε Λάμπρου, στη νέα σας ποιητική συλλογή Μονοπάτια γρά...

«Με το Μπαρόκ, θέλησα να παρουσιάσω την τέχνη μιας μεγάλης περιόδου του ευρωπαϊκού πολιτισμού»

«Με το Μπαρόκ, θέλησα να παρουσιάσω την τέχνη μιας μεγάλης περιόδου του ευρωπαϊκού πολιτισμού»

Συνέντευξη με τον καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, Άλκη Χαραλαμπίδη, με αφορμή το βιβλίο του «Μπαρόκ» (University Studio Press).

Της Ελένης Κ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Τι (δεν) είναι η Δύση: μια επίκαιρη διαμάχη

Τι (δεν) είναι η Δύση: μια επίκαιρη διαμάχη

Σκέψεις με αφορμή τα βιβλία «Τι είναι η Δύση» του Φιλίπ Νεμό (μτφρ. Δημήτρης Αναγνωστόπουλος, Πένυ Μέγγουλη, Αμαλία Σταθάκη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας) και «Μικρή ιστορία της Δύσης» του Ροζέ-Πολ Ντρουά (μτφρ. Ασπασία Σιγάλα, εκδ. Ψυχογιός). 

...
Η ελληνική «περιπέτεια» του Δον Κιχότε

Η ελληνική «περιπέτεια» του Δον Κιχότε

Από τη Σμαράγδα Μαυροκορδάτου στη Μελίνα Παναγιωτίδου: μια αναδρομή σε όλες τις μεταφραστικές απόπειρες του μυθιστορήματος του Μιγκέλ ντε Θερβάντες «Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα».

Του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

...
Τέχνη κι εξιλέωση στη σκιά της Ιστορίας

Τέχνη κι εξιλέωση στη σκιά της Ιστορίας

Για το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» (εκδ. Ψυχογιός).

Του Κώστα Δρουγαλά

Το έκτο βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα είναι ένα μυθισ...