x
Διαφήμιση

16 Ιουνιου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:13:02:29 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ J.M. COETZEE Η γυναίκα που γερνάει

Η γυναίκα που γερνάει

E-mail Εκτύπωση

coetzee2Διήγημα του νομπελίστα J.M. Coetzee που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο The New York Review of Books στις 15 Ιανουαρίου του 2004. Στο διήγημα αυτό με τον τίτλο As a woman grows older ξαναβρίσκουμε την Ελίζαμπεθ Κοστέλο, ηρωίδα του ομώνυμου μυθιστορήματος, ενός από τα σημαντικότερα του συγγραφέα. Σας το παρουσιάζουμε σήμερα, σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά, ανήμερα των 74ρτων γενεθλίων του νοτιοαφρικανού συγγραφέα (γεν. 1940, Κέιπ Τάουν).

 

 

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ την κόρη της στη Νίκαια, πρώτη της επίσκεψη εκεί μετά από χρόνια. Ο γιος της, καθ’ οδόν προς το ένα ή το άλλο συνέδριο, θα έρθει αεροπορικώς από τις Ηνωμένες Πολιτείες, να περάσει λίγες μέρες μαζί τους. Της κινεί το ενδιαφέρον τούτη η σύμπτωση των ημερομηνιών. Αναρωτιέται μήπως έχει προηγηθεί κάποια μικρή συνωμοσία, μήπως οι δυο τους έχουν εξυφάνει κάποιο σχέδιο, μήπως έχουν να της υποβάλουν κάποια πρόταση, από εκείνες που κάνουν τα παιδιά στους γονείς τους όταν διαισθάνονται ότι δεν είναι πια σε θέση να φροντίσουν τον εαυτό τους. Τόσο πεισματάρα, θα είπαν ο ένας στον άλλο: τόσο πεισματάρα, τόσο ξεροκέφαλη, τόσο αυτόνομη – πώς θα ξεπεράσουμε αυτό το πείσμα, αν δεν συνεργαστούμε;
Την αγαπούν, φυσικά, αλλιώς δεν θα μηχανεύονταν σχέδια για λογαριασμό της. Ωστόσο, νιώθει στ’ αλήθεια σαν εκείνους τους ρωμαίους αριστοκράτες που περίμεναν από στιγμή σε στιγμή το μοιραίο σημείωμα ή εκείνο τον εμπιστευτικό, συμπονετικό ψίθυρο που θα τους υποδείκνυε ότι για το καλό όλων θα έπρεπε να πιουν το πικρό ποτήρι ως τον πάτο, χωρίς πολλές φασαρίες.

Όποια πρόταση και να της κάνουν, σίγουρα θα είναι αμφίσημη: αγάπη και φροντίδα από τη μία πλευρά, έντονη αναλγησία από την άλλη

Τα παιδιά της είναι, και ανέκαθεν ήταν, καλά, στοργικά παιδιά. Άλλο ζήτημα αν η ίδια ως μητέρα ήταν εξίσου καλή και στοργική. Όμως σε τούτη τη ζωή δεν παίρνουμε πάντα ό,τι αξίζουμε. Τα παιδιά της είναι υποχρεωμένα να περιμένουν μιαν άλλη ζωή, μιαν άλλη ενσάρκωση, αν θέλουν να πατσίσουν.
Η κόρη της διευθύνει μια γκαλερί τέχνης στη Νίκαια. Η κόρη της είναι, τώρα πια, ουσιαστικά Γαλλίδα. Ο γιος της, με την αμερικανίδα σύζυγό του και τα παιδιά του τα αμερικανάκια, σύντομα θα είναι ουσιαστικά Αμερικανός. Έχοντας δηλαδή πετάξει από τη φωλιά τους, πέταξαν μακριά. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, αν δεν ήξερε απ’ αυτά τα πράγματα, ότι πέταξαν μακριά για να απομακρυνθούν από κοντά της.

Όποια πρόταση και να της κάνουν, σίγουρα θα είναι απολύτως αμφίσημη: αγάπη και φροντίδα από τη μία πλευρά, έντονη αναλγησία από την άλλη, και μια επιθυμία να δουν το τέλος της. Ωστόσο, η αμφισημία δεν θα έπρεπε να τη θορυβήσει. Από την αμφισημία βιοπορίστηκε. Πού θα βρισκόταν η τέχνη της μυθοπλασίας αν δεν υπήρχαν διπλά μηνύματα; Τι θα ήταν η ζωή η ίδια αν υπήρχαν μονάχα κεφάλια ή ουρές και τίποτ’ άλλο ανάμεσά τους;

 
«Αυτό που μου φαίνεται αλλόκοτο, όσο μεγαλώνω» λέει στον γιο της «είναι ότι ακούω να βγαίνουν από τα χείλη μου λέξεις που μια φορά κι έναν καιρό άκουγα από γέρους και ορκιζόμουν ότι εγώ δεν θα τις έλεγα ποτέ. Πράγματα του τύπου Μα πού πηγαίνει ο κόσμος. Για παράδειγμα: Kανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει πια ότι το ρήμα may κλίνεται και στον αόριστο – μα πού πηγαίνει ο κόσμος; Οι άνθρωποι βαδίζουν στον δρόμο τρώγοντας πίτσα – μα πού πηγαίνει ο κόσμος;»
Είναι η πρώτη του μέρα στη Νίκαια, η τρίτη δική της: μια ηλιόλουστη, ζεστή μέρα του Ιουνίου, από εκείνες που έφεραν για πρώτη φορά άεργους, εύπορους περιηγητές από την Αγγλία σ’ αυτήν τη λωρίδα της ακτής. Και ιδού οι δυο τους, να σουλατσάρουν στην Promenade des Anglais όπως και οι Άγγλοι πριν από εκατό χρόνια, με τα ομπρελίνα και τα ψαθάκια τους, αποδοκιμάζοντας την τελευταία προσπάθεια του κ. Χάρντι, αποδοκιμάζοντας τους Μπόερ.
«Αποδοκιμάζω» του λέει «μια λέξη που δεν την ακούμε τόσο συχνά σήμερα. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν αποδοκιμάζει, εκτός και αν θέλει να γελοιοποιηθεί. Απαγορευμένη λέξη, απαγορευμένη δραστηριότητα. Οπότε, τι να κάνει κανείς; Να τις κρατήσει μαντρωμένες όλες του τις αποδοκιμασίες ώσπου να βρεθεί μόνος με κάποιον άλλο γεροντάκο, ελεύθερος πια να τις εκδηλώσει;».
«Μπορείς να εκφράσεις όσες αποδοκιμασίες θέλεις σ’ εμένα, μητέρα» λέει ο Τζον, ο καλός και στοργικός της γιος. «Θα κουνήσω με συμπάθεια το κεφάλι και δεν θα σε ειρωνευτώ. Τι άλλο θα ήθελες να αποδοκιμάσεις σήμερα εκτός από την πίτσα;»
«Δεν αποδοκιμάζω την πίτσα, μια χαρά είναι η πίτσα όταν κρατάει τη θέση της· αυτό που βρίσκω αγενές είναι να βαδίζεις και να τρως και να μιλάς ταυτόχρονα».
«Συμφωνώ, είναι αγενές, ή τουλάχιστον άξεστο. Τι άλλο;»
«Αυτό φτάνει. Το τι αποδοκιμάζω δεν έχει ενδιαφέρον καθαυτό. Ενδιαφέρον έχει το ότι ορκίστηκα πριν από χρόνια να μην το κάνω ποτέ, και τώρα να που το κάνω. Γιατί ενέδωσα; Αποδοκιμάζω το πού οδεύει ο κόσμος. Αποδοκιμάζω την πορεία της ιστορίας. Από τα βάθη της καρδιάς μου την αποδοκιμάζω. Κι όμως, όταν αφουγκράζομαι τον εαυτό μου, τι ακούω; Ακούω τη μητέρα μου να αποδοκιμάζει τη μίνι φούστα, να αποδοκιμάζει την ηλεκτρική κιθάρα. Και θυμάμαι την αγανάκτησή μου. “Ναι, μητέρα” έλεγα, κι έτριζα τα δόντια μου και προσευχόμουν να το βουλώσει. Άρα…»
«Άρα σκέφτεσαι ότι τρίζω τα δόντια μου και προσεύχομαι να το βουλώσεις».
«Ναι».
«Ε, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Είναι απολύτως αποδεκτό να αποδοκιμάζεις το πού πηγαίνει ο κόσμος. Το αποδοκιμάζω κι εγώ, κατ’ ιδίαν».
«Μα η λεπτομέρεια, Τζον, η λεπτομέρεια! Δεν αποδοκιμάζω μόνο τη μεγάλη σαρωτική κίνηση της ιστορίας, αλλά τη λεπτομέρεια – τους κακούς τρόπους, τη λανθασμένη γραμματική, το κραυγαλέο! Λεπτομέρειες σαν κι αυτές με εξοργίζουν και απελπίζομαι όταν διαπιστώνω τι είδους λεπτομέρειες με εξοργίζουν. Τόσο ασήμαντες! Καταλαβαίνεις; Μα φυσικά δεν καταλαβαίνεις. Νομίζεις ότι κάνω πλάκα, ενώ δεν κάνω πλάκα. Όλα όσα λέω είναι σοβαρά! Καταλαβαίνεις ότι μπορεί να είναι όλα σοβαρά;»
«Ασφαλώς καταλαβαίνω. Εκφράζεσαι με μεγάλη διαύγεια».
«Μα όχι! Όχι! Δεν είναι παρά λέξεις μονάχα, κι όλοι μας έχουμε μπουχτίσει πια από λέξεις. Ο μόνος τρόπος να αποδείξεις ότι είσαι σοβαρός είναι να ξεφορτωθείς τον εαυτό σου. Να πέσεις πάνω στο ξίφος σου. Να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα. Κι όμως με το που προφέρω αυτές τις λέξεις, εσύ θέλεις να χαμογελάσεις. Το ξέρω. Επειδή δεν είμαι σοβαρή, δεν είμαι απόλυτα σοβαρή – παραείμαι μεγάλη για να είμαι σοβαρή. Μια αυτοκτονία στα είκοσι είναι τραγική απώλεια. Μια αυτοκτονία στα σαράντα είναι ένα νηφάλιο σχόλιο στην εποχή μας. Όμως μια αυτοκτονία στα εβδομήντα θα κάνει τους ανθρώπους να πουν “Τι κρίμα, μάλλον θα είχε καρκίνο”».
«Μα εσένα δεν σε ενδιέφερε ποτέ τι λέει ο κόσμος».
«Δεν με ενδιέφερε τι λέει ο κόσμος, επειδή πάντοτε πίστευα στη λέξη του μέλλοντος. Η ιστορία θα με εκδικηθεί – να τι έλεγα στον εαυτό μου. Όμως χάνω την πίστη μου στην ιστορία, όταν σκέφτομαι πώς έχει καταντήσει σήμερα η ιστορία – χάνω την πίστη στη δύναμή της να αρθρώσει την αλήθεια».
«Και πώς έχει καταντήσει σήμερα η ιστορία, μητέρα; Και ενώ θα το σκέφτεσαι, επίτρεψέ μου να παρατηρήσω ότι για μια ακόμα φορά με έχεις επιφορτίσει με τον ρόλο του σωστού άντρα ή του καλού παιδιού, έναν ρόλο που δεν απολαμβάνω ιδιαιτέρως».
«Συγγνώμη, συγγνώμη. Είναι επειδή ζω μόνη. Τον περισσότερο καιρό είμαι υποχρεωμένη να κάνω αυτές τις συζητήσεις με το μυαλό μου· είναι μεγάλη ανακούφιση να έχω απέναντί μου πρόσωπα μαζί με τα οποία μπορώ να τις εκφράσω».
«Συνομιλητές. Όχι πρόσωπα. Συνομιλητές».
«Συνομιλητές μαζί με τους οποίους μπορώ να τις εκφράσω».
«Στους οποίους μπορώ να τις εκφράσω».
«Συνομιλητές στους οποίους μπορώ να τις εκφράσω. Συγγνώμη, θα σταματήσω. Τι κάνει η Νόρμα;»
«Η Νόρμα είναι καλά. Στέλνει την αγάπη της. Τα παιδιά είναι καλά. Πώς έχει καταντήσει η ιστορία;»
«Η ιστορία έχει χάσει τη φωνή της. Η Κλειώ, που μια φορά κι έναν καιρό έκρουε τη λύρα της και τραγουδούσε τα κατορθώματα των μεγάλων ανδρών, έχει γίνει ασταθής, ασταθής και επιπόλαιη, όμοια με ανόητη γριά. Αυτό, τουλάχιστον, σκέφτομαι τον περισσότερο καιρό. Τον υπόλοιπο, σκέφτομαι ότι την έχει αιχμαλωτίσει μια συμμορία απατεώνων, που τη βασανίζουν και την υποχρεώνουν να πει πράγματα που δεν θα ήθελε να πει. Είναι αδύνατον να σου εξομολογηθώ όλες τις σκοτεινές μου σκέψεις για την ιστορία. Μου έχει γίνει έμμονη ιδέα».
«Έμμονη ιδέα. Αυτό σημαίνει ότι γράφεις κάτι σχετικό;»

Αν μπορούσα να γράψω για την ιστορία, θα είχα ήδη αρχίσει να την τιθασεύω

«Όχι, δεν γράφω. Αν μπορούσα να γράψω για την ιστορία, θα είχα ήδη αρχίσει να την τιθασεύω. Όχι, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να φουρκίζομαι μαζί της, να φουρκίζομαι και να αποδοκιμάζω. Και να αποδοκιμάζω τον εαυτό μου, επίσης. Έχω παγιδευτεί σ’ ένα στερεότυπο και δεν πιστεύω πια ότι η ιστορία θα καταφέρει να ανατρέψει αυτό το στερεότυπο».
«Τι στερεότυπο;»
«Δεν θέλω να υπεισέλθω σ’ αυτό, παραείναι καταθλιπτικό. Το στερεότυπο του δίσκου που έχει κολλήσει δεν έχει πια νόημα, επειδή δεν υπάρχουν πια βελόνες γραμμοφώνου, ούτε γραμμόφωνα. Η λέξη που αντιλαλεί από κάθε γωνιά στο μυαλό μου είναι “ψυχρό”. Το μήνυμά της στον κόσμο είναι αδιάπτωτα ψυχρό. Και τι σημαίνει ψυχρό; Μια λέξη που ανήκει σ’ ένα χειμωνιάτικο τοπίο, αλλά κατά κάποιον τρόπο έχει προσδεθεί πάνω μου. Είναι σαν μικρό μπασταρδόσκυλο που τρέχει από πίσω μου, γαβγίζει, δεν λέει να απομακρυνθεί. Με έχει πάρει στο κατόπι. Θα με ακολουθεί ως τον τάφο. Θα σταθεί στο χείλος του τάφου μου, θα κοιτάξει μέσα και θα γαβγίσει ψυχρό, ψυχρό, ψυχρό!»
«Μα αν δεν είσαι εσύ η ψυχρή, τότε ποια είσαι, μητέρα;»
«Ξέρεις ποια είμαι, Τζον».
«Ασφαλώς και ξέρω. Ωστόσο, ξεστόμισέ το. Πες τις λέξεις».
«Είμαι εκείνη που κάποτε γελούσε και τώρα δεν γελάει πια. Είμαι εκείνη που κλαίει».
 
 
Η κόρη της η Έλεν διευθύνει μια γκαλερί στην παλιά πόλη. Η γκαλερί, από κάθε άποψη, είναι πολύ επιτυχημένη. Η Έλεν δεν είναι η ιδιοκτήτρια. Έχει προσληφθεί από δύο Ελβετούς που κατεβαίνουν από το λημέρι τους στη Βέρνη δύο φορές τον χρόνο για να ελέγξουν τους λογαριασμούς και να τσεπώσουν τα κέρδη.
Η Έλεν, άλλως Ελέν, είναι μικρότερη από τον Τζον, ωστόσο φαίνεται μεγαλύτερη. Από φοιτήτρια απέπνεε μια σοβαρότητα μέσης ηλικίας, με τις στενές της φούστες, τα κουκουβαγίσια γυαλιά και το σφιχτό σινιόν της. Είναι το είδος της γυναίκας που κάνει τους Γάλλους να παραμερίζουν για να περάσει, το είδος της γυναίκας που σέβονται οι πάντες: η αυστηρή, μονήρης διανοούμενη. Ενώ στην Αγγλία η Έλεν θα αντιμετωπιζόταν αυτοστιγμεί ως η στεγνή βιβλιοθηκάριος, πρόσωπο που μπορείς να το πάρεις στο ψιλό.
Στην πραγματικότητα, δεν έχει λόγο να σκέφτεται την Έλεν ως ανέραστη. Η Έλεν δεν μιλάει για την προσωπική της ζωή, όμως από τον Τζον μαθαίνει για μια πολύχρονη σχέση με έναν επιχειρηματία από τη Λυών, που έρχεται και την παίρνει τα Σαββατοκύριακα. Ποιος ξέρει, ίσως εκείνα τα Σαββατοκύριακα μακριά από τη Νίκαια να ανθίζει.
Δεν είναι ιδιαίτερα κόσμιο να κάνεις εικασίες σχετικά με τη σεξουαλική ζωή των παιδιών σου. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί να πιστέψει ότι κάποια που αφιερώνει τη ζωή της στην τέχνη, έστω και αν ασχολείται μόνο με αγοραπωλησίες πινάκων, είναι δυνατόν να μη διαθέτει κάποια εσωτερική φλόγα.
Είχε προεξοφλήσει μια συνδυασμένη επίθεση: η Έλεν και ο Τζον να την καθίσουν κάτω και να της εκθέσουν το σχέδιο που έχουν εκπονήσει για τη σωτηρία της. Όμως όχι, το πρώτο τους κοινό βράδυ περνάει απολύτως ευχάριστα. Το ζήτημα ανακινείται την επομένη, στο αυτοκίνητο της Έλεν, καθώς οι δυο τους κατευθύνονται προς τα βόρεια, στις Κάτω Άλπεις, καθ’ οδόν προς ένα εστιατόριο που έχει διαλέξει η Έλεν, αφήνοντας πίσω τον Τζον να δουλέψει την ομιλία του για το συνέδριο.
«Θα σου άρεσε να ζεις εδώ, μητέρα;» λέει εντελώς αναπάντεχα η Έλεν.
«Εννοείς στο βουνό;»
«Όχι, στη Γαλλία. Στη Νίκαια. Υπάρχει ένα διαμέρισμα στην πολυκατοικία μου που αδειάζει τον Οκτώβριο. Θα μπορούσες να το αγοράσεις, ή να το αγοράσουμε μαζί. Στο ισόγειο».
«Θέλεις να ζήσουμε μαζί, εσύ κι εγώ; Με αιφνιδιάζεις, αγαπητή μου. Είσαι σίγουρη ότι το εννοείς;»
«Δεν θα ζούσαμε μαζί. Θα ήσουν εντελώς ανεξάρτητη. Αλλά σε μια δύσκολη στιγμή θα είχες κάποιον να σε φροντίσει».
«Ευχαριστώ, καλή μου, αλλά στη Μελβούρνη διαθέτουμε εξαιρετικά καλούς ανθρώπους, που έχουν άρτια εκπαιδευτεί στο να διαχειρίζονται τους γέροντες και τις μικρές, έκτακτες ανάγκες τους».
«Μητέρα, σε παρακαλώ, ας μην παίζουμε με τις λέξεις. Είσαι εβδομήντα δύο ετών. Είχες προβλήματα με την καρδιά σου. Δεν θα μπορείς πάντα να φροντίζεις τον εαυτό σου. Αν…»
«Μην πεις περισσότερα, καλή μου. Είμαι σίγουρη ότι βρίσκεις τις περιφράσεις το ίδιο δυσάρεστες όσο κι εγώ. Μπορεί να σπάσω το ισχίο μου, μπορεί να ξεμωραθώ· μπορεί να καταντήσω κατάκοιτη, φυτοζωώντας για χρόνια: γι’ αυτές τις πιθανότητες μιλάμε. Μ’ αυτά τα δεδομένα, το ερώτημα για μένα είναι το εξής: Γιατί να επιβάλω στην κόρη μου το βάρος της φροντίδας μου; Και το ερώτημα για σένα, υποθέτω, είναι το εξής: Θα νιώθεις εντάξει, πραγματικά εντάξει, με τον εαυτό σου, αν δεν μου προσφέρεις φροντίδα και προστασία έστω και μια φορά; Το θέτω σωστά το πρόβλημά μας, το κοινό μας πρόβλημα;»
«Ναι. Η πρότασή μου είναι ειλικρινής. Είναι επίσης πραγματοποιήσιμη. Το έχω συζητήσει με τον Τζον».

Υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο οι γέροι είναι καλύτεροι από τους νέους κι αυτό είναι ο θάνατος.

«Τότε ας μη χαλάσουμε αυτή την όμορφη μέρα με διαπληκτισμούς. Έκανες την πρότασή σου, την άκουσα, υπόσχομαι να τη σκεφτώ. Ας αφήσουμε τα πράγματα εκεί. Είναι πολύ απίθανο να την αποδεχτώ, όπως πρέπει να έχεις ήδη μαντέψει. Οι σκέψεις μου τρέχουν προς εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο οι γέροι είναι καλύτεροι από τους νέους κι αυτό είναι ο θάνατος. Στους γέρους προσήκει (τι αλλόκοτη λέξη!) να πεθάνουν καλά, να δείξουν σ’ αυτούς που ακολουθούν πώς μπορεί να είναι ένας καλός θάνατος. Αυτή είναι η κατεύθυνση της σκέψης μου. Θα ήθελα να συγκεντρωθώ στον εαυτό μου ώστε να επιτελέσω έναν καλό θάνατο».
«Θα μπορούσες να πεθάνεις στη Νίκαια τόσο “καλά” όσο και στη Μελβούρνη».
«Μα δεν είναι αλήθεια, Έλεν. Σκέψου το και θα δεις ότι δεν είναι αλήθεια. Ρώτησέ με τι εννοώ όταν μιλάω για καλό θάνατο».
«Τι εννοείς όταν μιλάς για καλό θάνατο, μητέρα».
«Καλός θάνατος είναι αυτός που συμβαίνει μακριά, όταν αναλαμβάνουν το λείψανο ξένοι, άνθρωποι από κάποιο γραφείο κηδειών. Καλός θάνατος είναι αυτός που τον μαθαίνεις από κάποιο τηλεγράφημα: Μετά λύπης μας σας πληροφορούμε, και λοιπά και λοιπά. Τι κρίμα που τα τηλεγραφήματα δεν είναι πια της μόδας».
Η Έλεν ξεφυσάει εξοργισμένη. Οδηγεί βουβά. Η Νίκαια είναι πολύ πίσω τους: ο άδειος δρόμος κατηφορίζει ξαφνικά, λες και βουτάνε σε μιαν ατέλειωτη κοιλάδα. Μολονότι θεωρητικά είναι καλοκαίρι, ο αέρας είναι ψυχρός, λες και ο ήλιος δεν έχει αγγίξει ποτέ τούτα τα βάθη. Αναριγεί, ανεβάζει το τζάμι του παραθύρου. Σαν να οδηγούν μέσα σε μιαν αλληγορία!
«Δεν είναι σωστό να πεθάνεις μόνη» λέει τελικά η Έλεν «χωρίς κανέναν πλάι σου να του κρατάς το χέρι. Είναι αντικοινωνικό. Είναι απάνθρωπο. Είναι άστοργο. Συγγνώμη για τις λέξεις, όμως τις εννοώ. Προσφέρομαι να σου κρατάω το χέρι. Να είμαι μαζί σου».
Από τα δυο της παιδιά, η Έλεν ήταν ανέκαθεν η πιο συγκρατημένη, εκείνη που τηρούσε τις αποστάσεις. Ποτέ στο παρελθόν δεν έχει μιλήσει έτσι η Έλεν. Ίσως να τη διευκολύνει το αυτοκίνητο, αφού επιτρέπει στην οδηγό να μην κοιτάζει ευθέως εκείνη στην οποία απευθύνεται. Να το θυμάται αυτό, σε σχέση με τα αυτοκίνητα.
«Πολύ ευγενικό από πλευράς σου, καλή μου» λέει. Η φωνή που βγαίνει από τον λαιμό της είναι αναπάντεχα χαμηλή. «Δεν θα το ξεχάσω. Δεν θα ήταν όμως παράξενο να επιστρέψω στη Γαλλία μετά απ’ όλα αυτά τα χρόνια για να πεθάνω; Τι θα πω στον άνθρωπο στα σύνορα όταν ζητήσει να μάθει τον σκοπό της επίσκεψής μου, για δουλειές ή για αναψυχή; Ή, ακόμα χειρότερα, όταν ρωτήσει πόσο σκοπεύω να μείνω; Για πάντα; Ως το τέλος; Για ένα σύντομο διάστημα;»
«Μπορείς να απαντήσεις réunir la famille. Αυτό θα το καταλάβει. Επανασύνδεση της οικογένειας. Συμβαίνει κάθε μέρα. Δεν θα απαιτήσει περισσότερα».
Τρώνε σε ένα auberge ονόματι Les Deux Ermites. Πρέπει να υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από το όνομα, όμως εκείνη θα προτιμούσε να μην της την πουν. Έτσι κι αλλιώς, αν η ιστορία είναι καλή, το πιθανότερο είναι να την έχουν επινοήσει. Φυσάει ψυχρός, τσουχτερός άνεμος· κάθονται πίσω από το γυάλινο προστατευτικό, κοιτάζοντας τις χιονισμένες βουνοκορφές. Μόλις έχει αρχίσει η καλοκαιρινή περίοδος: εκτός από το δικό τους, μόνο δυο τραπέζια είναι κατειλημμένα.
«Όμορφη; Ναι, ασφαλώς και είναι όμορφη. Όμορφη χώρα, θεσπέσια χώρα, χωρίς αμφιβολία. La belle France. Όμως μην ξεχνάς, Έλεν, πόσο τυχερή υπήρξα, πόσο προνομιούχα κλίση ακολούθησα. Μου έδωσε τη δυνατότητα να μετακινούμαι όπως επιθυμούσα, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Έζησα, όποτε το επέλεξα, στην αγκαλιά της ομορφιάς. Το ερώτημα που διαπιστώνω ότι θέτω τώρα στον εαυτό μου είναι: Τι καλό μου έκανε, όλη αυτή η ομορφιά; Δεν είναι και η ομορφιά άλλο ένα αναλώσιμο, όπως το κρασί; Το πίνεις, το ρουφάς ως την τελευταία σταγόνα, σου προσφέρει ένα σύντομο, ευχάριστο, μεθυστικό αίσθημα, τι όμως αφήνει πίσω του; Το κατάλοιπο του κρασιού είναι, και συγγνώμη για τη λέξη, τα ούρα· ποιο είναι το κατάλοιπο της ομορφιάς; Τι το καλό έχει; Μας κάνει η ομορφιά καλύτερους ανθρώπους;»

Έζησα, όποτε το επέλεξα, στην αγκαλιά της ομορφιάς. Το ερώτημα που διαπιστώνω ότι θέτω τώρα στον εαυτό μου είναι: Τι καλό μου έκανε, όλη αυτή η ομορφιά;

«Πριν αποκαλύψεις την απάντηση στο ερώτημα, μητέρα, να σου πω τη δική μου; Επειδή νομίζω ότι γνωρίζω τι πρόκειται να πεις. Θα πεις ότι η ομορφιά δεν σου έχει κάνει ορατό καλό, κάποιο καλό που να μπορέσεις να το δεις εκείνη τη μέρα που θα βρεθείς μπροστά στις πύλες του ουρανού με τα χέρια σου αδειανά κι ένα μεγάλο ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι σου. Θα σου ταίριαζε απόλυτα, θα ταίριαζε δηλαδή στην Ελίζαμπεθ Κοστέλο, να πει κάτι τέτοιο. Και να πιστεύει κάτι τέτοιο.
»Η απάντηση που δεν θα δώσεις –επειδή δεν θα ταίριαζε στον χαρακτήρα της Ελίζαμπεθ Κοστέλο– είναι πως ό,τι έχεις δημιουρ­γήσει ως συγγραφέας όχι μόνο διαθέτει δική του, αυτόνομη ομορφιά –περιορισμένη ομορφιά, βεβαίως· δεν είναι ποίηση· ωστόσο έχει ομορφιά, μορφή, διαύγεια, οικονομία– μα επιπλέον έχει αλλάξει τη ζωή των άλλων, τους έκανε καλύτερους ανθρώπους, ή έστω ελαφρώς καλύτερους ανθρώπους. Κι αυτό δεν το λέω μονάχα εγώ. Το λένε και άλλοι, ξένοι. Σ’ εμένα, καταπρόσωπο. Όχι επειδή ό,τι γράφεις περιέχει μαθήματα, αλλά επειδή είναι μάθημα».
«Όπως οι αλοβάτες, εννοείς».
«Δεν ξέρω τι είναι οι αλοβάτες».
«Ο αλοβάτης είναι μια μύγα με μακριά πόδια. Ένα έντομο. Ο αλοβάτης νομίζει ότι αναζητάει την τροφή του, ενώ στην πραγματικότητα οι κινήσεις του χαράζουν πάνω στην επιφάνεια της λίμνης, ξανά και ξανά, την πιο όμορφη από τις λέξεις, το όνομα του Θεού. Οι κινήσεις της πένας πάνω στη σελίδα χαράζουν το όνομα του Θεού, το οποίο εσύ, παρακολουθώντας από απόσταση, μπορείς να δεις, ενώ εγώ όχι».
«Ναι, αν έτσι το θέλεις. Αλλά και κάτι περισσότερο. Διδάσκεις τους ανθρώπους πώς να αισθάνονται. Μέσω της χάρης. Η χάρη της πένας καθώς ακολουθεί τις κινήσεις της σκέψης».
Της φαίνεται μάλλον παλιομοδίτικη αυτή η αισθητική θεωρία που αναπτύσσει η κόρη της, μάλλον αριστοτελική. Την επεξεργάστηκε μόνη της η Έλεν, ή απλώς κάπου τη διάβασε; Και πώς εφαρμόζεται στην τέχνη της ζωγραφικής; Αν ο ρυθμός της πένας είναι ο ρυθμός της σκέψης, τι είναι ο ρυθμός του πινέλου; Και τι συμβαίνει με τους πίνακες που κατασκευάζονται με μπογιά σε σπρέι; Πώς μας διδάσκουν τέτοιοι πίνακες να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι;
Αναστενάζει. «Είναι γλυκό που το λες, Έλεν, πολύ γλυκό από μέρους σου που με καθησυχάζεις. Δεν έζησα, τελικά, μια ζωή σπαταλημένη. Φυσικά και δεν έχω πεισθεί. Όπως λες, αν μπορούσα να πεισθώ, δεν θα ήμουν ο εαυτός μου. Όμως αυτό δεν με παρηγορεί. Δεν είμαι ευδιάθετη, όπως βλέπεις. Στην παρούσα κατάστασή μου, αισθάνομαι λες και έχω συλλάβει την ως τώρα ζωή μου εσφαλμένα από την αρχή ως το τέλος, και επιπλέον όχι με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο. Τώρα πια νομίζω ότι αν θέλει κανείς πραγματικά να γίνει καλύτερος, πρέπει να υπάρχουν λιγότερο έμμεσοι τρόποι για να φτάσει εκεί, απ’ ό,τι μαυρίζοντας χιλιάδες σελίδες με κείμενο».
«Σαν τι τρόποι;»
«Έλεν, η συζήτηση αυτή δεν είναι ενδιαφέρουσα. Η μελαγχολική διάθεση δεν γεννάει ενδιαφέρουσες σκέψεις, όχι απ’ όσο ξέρω τουλάχιστον».
«Δηλαδή να μη μιλάμε;»
«Ναι, καλύτερα να μη μιλάμε. Αντίθετα, ας κάνουμε κάτι πραγματικά παλιομοδίτικο. Ας καθίσουμε εδώ πέρα ήσυχα ήσυχα, να αφουγκραστούμε τον κούκο».
Γιατί πραγματικά ακούγεται το κάλεσμα του κούκου, από το δασύλλιο πίσω από το εστιατόριο. Αν ανοίξουν λιγάκι το παράθυρο, μια μικρή χαραμάδα μονάχα, ο ήχος έρχεται ολοκάθαρος μαζί με τον άνεμο: δύο μονάχα νότες, μια ψηλή και μια χαμηλή, μοτίβο σταθερό και επαναλαμβανόμενο. Ανακλητικό, σκέφτεται –λέξη βγαλμένη από τον Κητς– ανακλητικό του καλοκαιριού, της καλοκαιρινής ραστώνης. Άσχημο πουλί, μα τι τραγουδιστής, τι ψάλτης! Κούκου, το όνομα του Θεού στη γλώσσα των κούκων. Ένας κόσμος συμβόλων.
 
 
altΚάνουν κάτι που δεν έχουν ξανακάνει μαζί από τότε που τα παιδιά ήταν παιδιά. Καθισμένοι στο μπαλκόνι του διαμερίσματος της Έλεν, μέσα στη γλυκόπιοτη ζέστη της μεσογειακής νύχτας, παίζουν χαρτιά. Παίζουν μπριτζ για τρεις, παίζουν το παιχνίδι που κάποτε το έλεγαν Επτά και στη Γαλλία το λένε Ραμί, σύμφωνα με την Έλεν/Ελέν.
Η ιδέα της χαρτοπαικτικής βραδιάς είναι της Έλεν. Στην αρχή φάνηκε παράξενη ιδέα, τεχνητή· όμως με το που παρασύρονται στον ρυθμό της, νιώθει ευχαριστημένη. Τι διαισθητικό από πλευράς της Έλεν· παλιά θα της ήταν αδύνατον να υποπτευθεί ότι η Έλεν διαθέτει διαίσθηση.
Αυτό που την εντυπωσιάζει τώρα είναι πόσο εύκολα γλιστρούν στις προ τριακονταετίας χαρτοπαικτικές προσωπικότητές τους, προσωπικότητες που η ίδια υπέθετε ότι θα είχαν όλοι τους ξεφορτωθεί αφότου δραπέτευσαν ο ένας από τον άλλον: η Έλεν παράτολμη και αφηρημένη, ο Τζον κάπως βλοσυρός, κάπως προβλέψιμος, και η ίδια αιφνιδιαστικά ανταγωνιστική, αν σκεφτεί κανείς ότι αυτοί οι δυο είναι σάρκα και αίμα της, αν σκεφτεί ότι ο πελεκάνος δεν διστάζει να ξεσκίσει το στήθος του για να ταΐσει τα μικρά του. Αν διακυβεύονταν μεγάλα ποσά, θα σάρωνε τα χρήματά τους με τη σέσουλα. Τι δηλώνει αυτό για κείνην; Τι δηλώνει για όλους τους; Μήπως φανερώνει ότι ο χαρακτήρας είναι αμετάλλακτος, ανυπάκουος, ή μήπως λέει απλώς ότι οι οικογένειες, οι ευτυχισμένες οικογένειες, διατηρούν τη συνοχή τους μέσα από ένα πλούσιο ρεπερτόριο παιχνιδιών που παίζονται πίσω από προσωπεία;
«Φαίνεται ότι οι δυνάμεις μου δεν με έχουν εγκαταλείψει» παρατηρεί μετά από μια ακόμα νίκη. «Συγγνώμη. Τι ντροπή». Πράγμα που είναι ψέμα, φυσικά. Δεν ντρέπεται, καθόλου μάλιστα. Έχει θριαμβεύσει. «Παράξενο ποιες δυνάμεις διατηρεί κανείς με τα χρόνια και ποιες αρχίζει να χάνει».
Η δύναμη που διατηρεί, η δύναμη που ασκεί αυτήν τη στιγμή, είναι εκείνη της οπτικής αναπαράστασης. Χωρίς την παραμικρή διανοητική προσπάθεια, καταφέρνει να βλέπει τα χαρτιά στα χέρια των παιδιών της, ένα προς ένα. Μπορεί να δει πίσω απ’ τα χέρια τους, μπορεί να δει μέσα στις καρδιές τους.
«Ποιες δυνάμεις αισθάνεσαι ότι χάνεις, μητέρα;» ρωτάει επιφυλακτικά ο γιος της.
«Χάνω» λέει κεφάτα «τη δύναμη της επιθυμίας». Τα παίζει όλα για όλα.
«Δεν θα έλεγα ότι η επιθυμία έχει δύναμη» απαντά παιχνιδιάρικα ο Τζον, παίρνοντας τη σκυτάλη. «Ένταση ίσως. Υψηλή τάση. Όχι όμως δύναμη, ιπποδύναμη. Η επιθυμία ίσως σε κάνει να θέλεις να αναρριχηθείς σ’ ένα βουνό, δεν θα σε ανεβάσει όμως στην κορυφή».
«Τι θα σε ανεβάσει στην κορυφή;»
«Η ενέργεια. Τα καύσιμα. Ό,τι έχεις αποθηκεύσει προκαταβολικά».
«Η ενέργεια. Θέλεις να μάθεις τη θεωρία μου για την ενέργεια, για το ενεργειακό δυναμικό ενός γέρου; Μην ανησυχείς, δεν έχει τίποτα προσωπικό που να σε φέρει σε αμηχανία· ούτε σταγόνα μεταφυσικής, επίσης. Είναι τόσο υλική όσο μπορεί να είναι μια θεωρία. Να ποια είναι. Καθώς γερνάμε κάθε μέρος του σώματος παρακμάζει και υφίσταται εντροπία, ως μέσα, στα κύτταρά του. Αυτό σημαίνουν τα γηρατειά, από υλική άποψη. Ακόμα και σε περιπτώσεις που είναι ακόμη υγιή, τα παλιά κύτταρα βάφονται στα χρώματα του φθινοπώρου (μεταφορά, το παραδέχομαι, όμως μια μεταφορική πινελιά εδώ κι εκεί δεν εκτρέπεται απαραιτήτως σε μεταφυσική). Αυτό ισχύει και για τα πολλά, τα πάμπολλα κύτταρα του εγκεφάλου.
»Όπως η άνοιξη είναι η εποχή που προσβλέπει στο καλοκαίρι, έτσι και το φθινόπωρο είναι η εποχή που κοιτάζει προς τα πίσω. Οι επιθυμίες που συλλαμβάνουν τα φθινοπωρινά εγκεφαλικά κύτταρα είναι φθινοπωρινές επιθυμίες, νοσταλγικές, αποθηκευμένες σε στοιβάδες στη μνήμη. Δεν έχουν πια την κάψα του καλοκαιριού· και η όποια έντασή τους είναι πολυσθενής, πολύπλοκη, στραμμένη περισσότερο προς το παρελθόν παρά προς το μέλλον.
»Ιδού, αυτός είναι ο πυρήνας της, η συνεισφορά μου στην επιστήμη του εγκεφάλου. Τι σκέφτεσαι;»
«Μια συνεισφορά, θα έλεγα» λέει ο διπλωμάτης γιος «λιγότερο στην επιστήμη του εγκεφάλου και περισσότερο στη φιλοσοφία του πνεύματος, στον εικοτολογικό κλάδο αυτής της φιλοσοφίας. Γιατί δεν λες απλώς ότι βρίσκεσαι σε φθινοπωρινή διάθεση, χωρίς να το ψιλοκοσκινίζεις;».
«Επειδή αν ήταν απλώς μια διάθεση θα άλλαζε, όπως συμβαίνει με τις διαθέσεις. Ο ήλιος θα πρόβαλλε στον ουρανό, η διάθεσή μου θα γινόταν πιο αίσια. Όμως υπάρχουν ψυχικές καταστάσεις βαθύτερες από τις διαθέσεις. Η nostalgie de la boue, για παράδειγμα, δεν είναι διάθεση αλλά υπαρξιακή κατάσταση. Το ερώτημά μου είναι το εξής: Η nostalgie στη nostalgie de la boue, ανήκει στο πνεύμα ή στον εγκέφαλο; Η απάντησή μου είναι: Στον εγκέφαλο. Τον εγκέφαλο του οποίου η καταγωγή δεν βρίσκεται στην επικράτεια των μορφών αλλά στο χώμα, στη λάσπη, στον αρχέγονο βούρκο στον οποίο, καθώς εξασθενεί, λαχταράει να επιστρέψει. Μια υλική λαχτάρα, που απορρέει από τα ίδια τα κύτταρα. Μια ενόρμηση θανάτου βαθύτερη από τη σκέψη».

Ό,τι βλέπω, ό,τι λέω, το έχει αγγίξει το στραμμένο προς τα πίσω βλέμμα. Τι έχει απομείνει από μένα; Είμαι εκείνη που κλαίει.

Οι φράσεις της ηχούν αρμονικές, ηχούν σαν αυτό ακριβώς που είναι, μέρος της κουβεντούλας, διόλου αφύσικες ή παρανοϊκές. Όμως δεν είναι αυτό που σκέφτεται. Αυτό που σκέφτεται είναι: Ποια μητέρα μιλάει έτσι στα παιδιά της, παιδιά που ίσως να μην ξαναδεί ποτέ; Αυτό που επίσης σκέφτεται είναι: Είναι ακριβώς οι σκέψεις που έρχονται στον νου μιας γυναίκας, όταν έχει πια διαβεί το κατώφλι του φθινοπώρου της ζωής της. Ό,τι βλέπω, ό,τι λέω, το έχει αγγίξει το στραμμένο προς τα πίσω βλέμμα. Τι έχει απομείνει από μένα; Είμαι εκείνη που κλαίει.
«Μ’ αυτό ασχολείσαι τον τελευταίο καιρό – με την επιστήμη του εγκεφάλου;» λέει η Έλεν. «Αυτό είναι το θέμα για το οποίο γράφεις;»
Παράξενη ερώτηση· αδιάκριτη. Η Έλεν δεν της μιλάει ποτέ για τη δουλειά της. Δεν είναι ακριβώς ταμπού, σίγουρα όμως βρίσκεται πέρα από τα όρια.
«Όχι» απαντάει. «Θα ανακουφιστείς αν σε πληροφορήσω ότι εξακολουθώ να μένω περιορισμένη στη μυθοπλασία. Δεν έχω ξεπέσει τόσο που να κοινολογώ τις απόψεις μου τριγύρω. Οι απόψεις της Ελίζαμπεθ Κοστέλο, αναθεωρημένη έκδοση».
«Νέο μυθιστόρημα, λοιπόν;»
«Όχι μυθιστόρημα. Διηγήματα. Θέλετε ν’ ακούσετε ένα;»
«Πολύ. Έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που μας είπες μια ιστορία».
«Πολύ καλά. Ένα παραμυθάκι για νανούρισμα. Μια φορά κι έναν καιρό, στον καιρό μας όμως, όχι στον παλιό καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που ταξίδεψε σε μια παράξενη πόλη για μια συνέντευξη για δουλειά. Από το δωμάτιο του ξενοδοχείου του, νιώθοντας νευρικότητα, νιώθοντας μια διάθεση για περιπέτεια, νιώθοντας ποιος ξέρει τι, τηλεφωνεί να του στείλουν ένα κολ γκερλ. Φτάνει μια κοπέλα και περνάει μαζί του αρκετή ώρα. Μαζί της είναι ελεύθερος όσο δεν υπήρξε ποτέ με τη γυναίκα του· της ζητάει διάφορα.
»Η συνέντευξη της επομένης πηγαίνει καλά. Του προσφέρουν τη δουλειά, την αποδέχεται και σύντομα μετακομίζει σ’ αυτή την καινούργια πόλη. Ανάμεσα στους συναδέλφους του στο νέο του γραφείο, γραμματέας, υπάλληλος ή τηλεφωνήτρια, εργάζεται εκείνη η κοπέλα, το κολ γκερλ. Την αναγνωρίζει· τον αναγνωρίζει κι αυτή».
«Και;»
«Και δεν μπορώ να σας πω περισσότερα».
«Μα αυτή δεν είναι ιστορία, είναι απλώς το προπαρασκευαστικό πλαίσιο μιας ιστορίας. Δεν αφηγείσαι ιστορία, παρά μόνο όταν αποκαλύπτεις τι γίνεται μετά».
«Δεν είναι υποχρεωτικό να είναι γραμματέας. Η δουλειά προσφέρεται στον άντρα, εκείνος την αποδέχεται, μετακομίζει στην καινούργια πόλη και σε εύλογο διάστημα επισκέπτεται κάποιους συγγενείς, έναν ξάδελφο που έχει να δει από τότε που ήταν παιδιά, ή έναν ξάδελφο της γυναίκας του. Η κόρη του εξαδέλφου μπαίνει στο δωμάτιο και ιδού: είναι η κοπέλα από το ξενοδοχείο».
«Συνέχισε. Τι γίνεται μετά;»
«Εξαρτάται. Ίσως να μη γίνεται τίποτα περισσότερο. Ίσως να είναι το είδος της ιστορίας που απλώς σταματάει».
«Ανοησίες. Εξαρτάται από τι;»
Τώρα μιλάει ο Τζον. «Εξαρτάται από το τι συνέβη ανάμεσά τους στο ξενοδοχείο. Εξαρτάται από αυτά που της ζήτησε. Αποκαλύπτεις, μητέρα, τι ακριβώς της ζήτησε;»
«Ναι».
Τώρα είναι όλοι τους σιωπηλοί. Το τι θα κάνει ο άντρας με την καινούργια δουλειά, ή το κορίτσι που έχει ως πάρεργο την πορνεία, υποχωρεί στην ασημαντότητα. Η πραγματική ιστορία βρίσκεται έξω, στο μπαλκόνι, όπου δυο μεσήλικα παιδιά αντιμετωπίζουν μια μητέρα της οποίας η ικανότητα να ενοχλεί και να αποκαρδιώνει δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Είμαι εκείνη που κλαίει.
«Θα μας πεις τι της ζήτησε;» ρωτάει η Έλεν πεισματικά, μια και δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο να ρωτήσει.
Είναι αργά, αλλά όχι και τόσο αργά. Δεν είναι παιδιά, κανένας απ’ τους δυο. Σήμερα είναι όλοι μαζί, στη χαρά και στη λύπη, στην ίδια τρύπια βάρκα που λέγεται ζωή, ακυβέρνητοι, χωρίς σωτήριες ψευδαισθήσεις, στη θάλασσα του αδιάφορου σκότους (τι μεταφορές σκαρφίζεται απόψε!). Είναι δυνατόν να μάθουν να ζουν χωρίς να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον;
«Πράγματα που μπορεί να ζητήσει ένας άντρας από μια γυναίκα, τα οποία εγώ θα έβρισκα σκανδαλώδη. Ίσως όμως εσείς να μην τα θεωρούσατε σκανδαλώδη, αφού προέρχεστε από διαφορετική γενιά. Ίσως ο κόσμος να απέπλευσε και να με άφησε πίσω στην ακτή, να αποδοκιμάζω. Ίσως αυτό να αποδειχθεί ο πυρήνας της ιστορίας: ότι ενώ ο άντρας, ο μεγαλύτερος άντρας, κοκκινίζει όταν αντικρίζει την κοπέλα, για την κοπέλα όσα συνέβησαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου είναι μέρος της συναλλαγής, μέρος της φοράς των πραγμάτων, μέρος της ζωής. “Κύριε Τζόουνς… Θείε Χάρι… Πώς είστε;”».
Τα δυο παιδιά που δεν είναι πια παιδιά ανταλλάσσουν ένα βλέμμα. Αυτό είν’ όλο; φαίνεται να λένε. Όχι και τόσο σπουδαία ιστορία.

Τα δυο παιδιά που δεν είναι πια παιδιά ανταλλάσσουν ένα βλέμμα. Αυτό είν’ όλο; φαίνεται να λένε. Όχι και τόσο σπουδαία ιστορία

«Το κορίτσι στην ιστορία μου είναι πολύ όμορφο» τους λέει. «Αληθινό λουλούδι. Μπορώ να σας το αποκαλύψω. Ο κύριος Τζόουνς, ο θείος Χάρι, ποτέ στο παρελθόν δεν έχει εμπλακεί σε κάτι παρόμοιο, στην ταπείνωση της ομορφιάς, στον ευτελισμό της. Δεν είχε τέτοιο σκοπό όταν έκανε το τηλεφώνημα. Ούτε που φανταζόταν ότι το έκρυβε μέσα του. Έγινε σκοπός του μόνο όταν εμφανίστηκε το κορίτσι με σάρκα και οστά κι εκείνος είδε ότι ήταν, όπως είπα, λουλούδι. Ένιωσε προσβεβλημένος που σ’ όλη του τη ζωή τού είχε λείψει η ομορφιά, και πιθανότατα θα του έλειπε και πάλι από εδώ και πέρα. Ένας κόσμος χωρίς δικαιοσύνη! κραύγασε από μέσα του και έβαλε μπρος το οδυνηρό του σχέδιο. Σε γενικές γραμμές, όχι και τόσο καλός άνθρωπος».
«Νόμιζα, μητέρα» λέει η Έλεν «ότι είχες αμφιβολίες σχετικά με την ομορφιά, σχετικά με τη σημασία της. Δευτερεύον ζήτημα, την αποκαλούσες».
«Έτσι την αποκαλούσα;»
«Λίγο ως πολύ».
Ο Τζον γέρνει προς τα μπρος και πιάνει το μπράτσο της αδελφής του. «Ο άντρας στην ιστορία» λέει «ο θείος Χάρι, ο κ. Τζόουνς, εξακολουθεί να πιστεύει στην ομορφιά. Έχει υποδουλωθεί στη σαγήνη της. Γι’ αυτό τη μισεί και την πολεμάει».
«Αυτό εννοείς, μητέρα;» ρωτάει η Έλεν.
«Δεν ξέρω τι εννοώ. Το διήγημα δεν έχει γραφτεί ακόμη. Συνήθως αντιστέκομαι στον πειρασμό να μιλήσω για ιστορίες που δεν έχουν ακόμη ξεπροβάλει εντελώς από το μπουκάλι. Και τώρα ξέρω γιατί». Μολονότι η νύχτα είναι ζεστή, εκείνη ανατριχιάζει ελαφρά. «Πολλές παρεμβολές».
«Από το μπουκάλι» λέει η Έλεν.
«Δεν έχει σημασία».
«Μα αυτό που συμβαίνει εδώ δεν είναι παρεμβολή» λέει η Έλεν. «Από άλλους, ίσως. Όμως εμείς είμαστε μαζί σου. Το ξέρεις αυτό».
Μαζί σου; Τι ανοησία. Τα παιδιά είναι ενάντια στους γονείς τους, όχι μαζί τους. Όμως απόψε είναι μια ξεχωριστή βραδιά, στα μισά μιας ξεχωριστής εβδομάδας. Το πιθανότερο είναι να μην ξανασυναντηθούν όλοι μαζί, και οι τρεις τους, όχι σε τούτη τη ζωή τουλάχιστον. Ίσως, αυτή τη φορά, να πρέπει να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους. Ίσως τα λόγια της κόρης της να βγαίνουν από την καρδιά της, από την αληθινή της καρδιά, όχι την κίβδηλη. Είμαστε μαζί σου. Και η δική της παρόρμηση να αγκαλιάσει αυτά τα λόγια, ίσως να βγαίνει επίσης από την αληθινή καρδιά.
«Τότε πες μου τι γίνεται μετά» λέει.
«Την αγκαλιάζει» λέει η Έλεν. «Μπροστά σ’ ολόκληρη την οικογένεια, βάλ’ τον να τη σφιχταγκαλιάζει. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται. Βάλ’ τον να πει “Συγχώρεσέ με γι’ αυτό που σ’ έκανα να περάσεις”. Βάλ’ τον να γονατίσει μπροστά της. “Άσε με να λατρέψω στο πρόσωπό σου την ομορφιά του κόσμου”. Ή ας της πει κάτι άλλο, με ανάλογη σημασία».
«Υπερβολικά ιρλανδικό» ψιθυρίζει η μητέρα της. «Υπερβολικά ντοστογιεφσκικό. Δεν νομίζω ότι περιλαμβάνεται στο ρεπερτόριό μου».
 
 
Είναι η τελευταία μέρα του Τζον στη Νίκαια. Νωρίς το επόμενο πρωί θα ξεκινήσει για το Ντουμπρόβνικ και το συνέδριό του, όπου θα συζητηθεί, απ’ ό,τι φαίνεται, ο χρόνος πριν από την αρχή του χρόνου, ο χρόνος μετά το τέλος του χρόνου.
 «Μια φορά κι έναν καιρό, ήμουν απλώς ένα παιδί που του άρεσε να κοιτάζει μέσα από ένα τηλεσκόπιο» της λέει. «Τώρα πρέπει να επανεπινοήσω τον εαυτό μου ως φιλόσοφο. Ακόμα και ως θεολόγο. Κοσμοϊστορική αλλαγή».
«Και τι ελπίζεις να δεις» ρωτάει εκείνη «όταν κοιτάξεις μέσα από το τηλεσκόπιό σου τον χρόνο πριν από τον χρόνο;».
«Δεν ξέρω» απαντάει εκείνος. «Ίσως τον Θεό, που δεν έχει διαστάσεις. Που κρύβεται».
«Λοιπόν, μακάρι να μπορούσα να τον δω κι εγώ. Αλλά δεν φαίνεται πως είμαι ικανή. Στείλ’ του χαιρετίσματα εκ μέρους μου. Πες του πως μια απ’ αυτές τις μέρες θα συναντηθούμε».
«Μητέρα!»
«Συγγνώμη. Είμαι σίγουρη ότι γνωρίζεις πως η Έλεν πρότεινε να αγοράσω ένα διαμέρισμα εδώ, στη Νίκαια. Ενδιαφέρουσα ιδέα, αλλά δεν νομίζω ότι θα την ακολουθήσω. Μου είπε ότι έχεις κι εσύ να μου κάνεις μια πρόταση. Συναρπαστικές αυτές οι προτάσεις. Σαν να με φλερτάρουν και πάλι. Τι προτείνεις;»
«Να έρθεις να μείνεις μαζί μας στη Βαλτιμόρη. Το σπίτι είναι μεγάλο, υπάρχει άπλετος χώρος, έχουμε προσθέσει άλλο ένα μπάνιο. Τα παιδιά θα ξετρελαθούν. Θα είναι καλό γι’ αυτά να έχουν κοντά τους τη γιαγιά τους».
«Μπορεί να ξετρελαθούν τώρα που είναι έξι κι εννιά. Δεν θα τους αρέσει και τόσο όταν θα γίνουν δώδεκα και δεκαπέντε, όταν θα φέρνουν φίλους στο σπίτι και η γιαγιά θα περιφέρεται στην κουζίνα σέρνοντας τις παντόφλες της, μουρμουρίζοντας, κροταλίζοντας τις μασέλες της, ίσως ακόμα και μυρίζοντας κάπως άσχημα. Ευχαριστώ, Τζον, αλλά δεν θα πάρω».
«Μα δεν χρειάζεται να αποφασίσεις τώρα. Η προσφορά ισχύει και θα ισχύει για πάντα».
«Τζον, δεν είμαι σε θέση να κάνω κήρυγμα, αφού κατάγομαι από μιαν Αυστραλία που, με τα σάλια να της τρέχουν, σπεύδει να συμμορφωθεί σε κάθε κέλευσμα του αμερικανού της αφέντη. Ωστόσο, έχε κατά νου ότι με καλείς να εγκαταλείψω τη χώρα όπου γεννήθηκα και να εγκατασταθώ στην κοιλιά του Μεγάλου Σατανά. Ίσως να έχω τις επιφυλάξεις μου».
Εκείνος, ο γιος της, σταματάει. Σταματάει κι εκείνη πλάι του στην προκυμαία. Φαίνεται να ζυγίζει τα λόγια της, να τα ενσωματώνει στο αμάλγαμα από πουτίγκα και ζελέ στο κρανίο του, γενέθλιο δώρο που του χαρίστηκε πριν από σαράντα χρόνια, ένα κρανίο που τα κύτταρά του δεν έχουν κουραστεί, όχι ακόμη τουλάχιστον, που είναι ακόμη αρκετά εύρωστα ώστε να συλλαμβάνουν ταυτόχρονα ιδέες μεγάλες και μικρές, τον χρόνο πριν από τον χρόνο, τον χρόνο μετά τον χρόνο, το τι να κάνει με μια μητέρα που γερνάει.
 «Όπως και να ’χει έλα, παρά τις επιφυλάξεις σου» λέει. «Σύμφωνοι, δεν βρισκόμαστε στους πιο ιδανικούς καιρούς, όμως έλα, όπως και να ’χει. Υποτάξου, έστω, στο πνεύμα του παράδοξου. Και, αν μπορείς να δεχτείς την ελάχιστη, την ηπιότερη νουθεσία, φοβού τις υπερβολικές δηλώσεις. Η Αμερική δεν είναι ο Μέγας Σατανάς. Αυτοί οι τρελοί στον Λευκό Οίκο είναι απλώς μια υποσημείωση της ιστορίας. Θα εκπαραθυρωθούν κάποια στιγμή και όλα θα ξαναγίνουν φυσιολογικά».
«Δηλαδή μπορώ να αποδοκιμάζω, όχι όμως να καταγγέλλω;»
«Στην ορθότητα, αναφέρομαι, μητέρα, στον τόνο και στο πνεύμα της ορθότητας. Το ξέρω, πρέπει να είναι δελεαστικό, έχοντας, μια ολόκληρη ζωή, σταθμίσει κάθε σου λέξη πριν την καταγράψεις, να θέλεις πια να αφεθείς, να παρασυρθείς από αυτό το πνεύμα. Η επίγευση, ωστόσο, είναι άσχημη. Έχε το υπόψη σου».

Αν βασιστείς στο παράδοξο, το παράδοξο θα σε απογοητεύσει

«Το πνεύμα της ορθότητας. Θα έχω στο μυαλό μου τον ορισμό σου. Θα αφιερώσω στο ζήτημα λίγη σκέψη. Αποκαλείς αυτούς τους ανθρώπους τρελούς. Εμένα δεν μου φαίνονται καθόλου τρελοί. Αντίθετα, όλοι τους μου φαίνονται εξαιρετικά πανούργοι, εξαιρετικά νηφάλιοι. Και με φιλοδοξίες να επηρεάσουν την παγκόσμια ιστορία. Θέλουν να αναστρέψουν τη ρότα του πλοίου της ιστορίας, κι αν δεν τα καταφέρουν, να το βυθίσουν. Σου φαίνεται αυτή η σκέψη υπερβολική; Αφήνει άσχημη επίγευση; Όσο για το παράδοξο, το πρώτο μάθημα του παράδοξου, σύμφωνα με τη δική μου εμπειρία, είναι το να μη βασίζεσαι στο παράδοξο. Αν βασιστείς στο παράδοξο, το παράδοξο θα σε απογοητεύσει».
Περνάει το μπράτσο της στο δικό του· συνεχίζουν σιωπηλοί τον περίπατό τους. Όμως δεν είναι όλα αρμονικά ανάμεσά τους. Τον αισθάνεται άκαμπτο, εκνευρισμένο. Οι αναμνήσεις εισβάλλουν σαν χείμαρρος. Θυμάται τις ώρες που τον καλόπιανε για να πάψει να μουτρώνει. Μελαγχολικό παιδί, γιος μελαγχολικών γονιών. Πώς θα μπορούσε να ονειρευτεί ότι θα έβρισκε καταφύγιο στο σπίτι του, πλάι σ’ εκείνη τη στρυφνή, επικριτική σύζυγό του;
Τουλάχιστον, σκέφτεται, δεν με αντιμετωπίζουν σαν ηλίθια. Τουλάχιστον τα παιδιά μου μου κάνουν αυτή την τιμή.
«Φτάνουν πια οι καβγάδες» λέει (τον καλοπιάνει τώρα; τον ικετεύει;). «Ας μη χαλάμε τις καρδιές μας μιλώντας για πολιτική. Εδώ βρισκόμαστε στις ακτές της Μεσογείου, στο λίκνο της Γηραιάς Ηπείρου, ένα γλυκό καλοκαιρινό βράδυ. Απλώς επίτρεψέ μου να πω ότι αν εσύ, η Νόρμα και τα παιδιά δεν αντέχετε πια την Αμερική, αν δεν αντέχετε πια να σας ντροπιάζει, το σπίτι της Μελβούρνης είναι δικό σας, όπως ήταν πάντα. Μπορείτε να έρθετε ως επισκέπτες, μπορείτε να έρθετε ως πρόσφυγες, μπορείτε να έρθετε για να réunir la famille, όπως το έθεσε η Έλεν. Και τώρα, τι λες; Πάμε να πάρουμε την Έλεν και να κατηφορίσουμε σιγά σιγά σ’ εκείνο το μικρό της εστιατόριο στη λεωφόρο Γκαμπετά, για ένα τελευταίο ευχάριστο δείπνο όλοι μαζί;» 

Τίτλος πρωτοτύπου: As a woman grows older
© 2004, J. M. Coetzee
© 2013, Εκδόσεις Μεταίχμιο (για την ελληνική γλώσσα)

* Το τελευταίο μυθιστόρημα του J.M. Coetzee με τίτλο "Η παιδική ηλικία του Ιησού" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 
** Το διήγημα έχει μεταφραστεί ξανά στα ελληνικά από την Αθηνά Δημητριάδου με τον τίτλο «Μια γυναίκα που γερνάει» και δημοσιεύτηκε στο 27ο τεύχος του Athens Review of Books.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ρoβινσώνας χωρίς νησί

Ρoβινσώνας χωρίς νησί

Του Κώστα Κατσουλάρη

You are not alone, said the sign; and also, No matter how far you sail, no matter where you hide, you will be searched out. 
...
Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee

Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee

Πόσο πολιτικός συγγραφέας είναι ο J.M. Coetzee; Μια εμπεριστατωμένη άποψη...

Του Γιώργου Λαμπράκου

Το θέμα του παρόντος κειμένου* είναι ο Τζον Μάξουελ Κ...

Η συγγραφή υπό κρίση

Η συγγραφή υπό κρίση

Μια μερική ανάγνωση του Elizabeth Costello* του Τζ.Μ. Κουτσί. 

Του Κώστα Κατσουλάρη

Στο έκτο κεφάλαιο τ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
ΟΓΑ

ΟΓΑ

Του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και το υπουργικό αυτοκ...

Γερμανία, έτος μηδέν

Γερμανία, έτος μηδέν

Για το βιβλίο του Στιγκ Ντάγκερμαν «Γερμανικό φθινόπωρο» (μτφρ. Αγγελική Νάτση, εκδ. Καστανιώτη).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Ο Σουηδός μυθιστοριογράφος, δημ...

Επιστρέφοντας στο μέλλον με τη «Νόρμα»

Επιστρέφοντας στο μέλλον με τη «Νόρμα»

Για την όπερα του Βιντσέντζο Μπελλίνι «Νόρμα», της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σε μουσική διεύθυνση του Γιώργου Μπαλατσινού και σκηνοθεσία του Κάρλους Παντρίσσα – Λα Φούρα ντελς Μπάους, η οποία παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube