Η κατάρα των Παλμιζάνο

Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Rafel Nadal «Η κατάρα των Παλμιζάνο» (μτφρ. Βασιλική Κνήτου), που κυκλοφορεί στις 10 Απριλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Αν ο Θεός ήθελε να στείλει στη Γη ένα σημάδι για το τέλος του κόσμου, κατά πάσα πιθανότητα θα είχε διαλέξει αυτή την τρομερή μέρα σ' εκείνη τη γωνιά του ιταλικού νότου. Στην πραγματικότητα, η αποκάλυψη θα πρέπει να είχε ήδη ξεκινήσει, γιατί στις δύο το απόγευμα της 24ης Αυγούστου του 2012, όταν φτάσαμε στο Μπελοροτόντο, η θερμοκρασία είχε αγγίξει τους τριάντα εννιά βαθμούς και όλα έδειχναν ότι θα συνέχιζε να ανεβαίνει.

«Δεν μου φτάνει ο αέρας», διαμαρτυρήθηκα χαμηλόφωνα για να μην ξοδέψω περισσότερες δυνάμεις από το αναγκαίο, ενώ αναρωτιόμουν τι στον δαίμονα γυρεύαμε εκεί, να περπατάμε κάτω απ' τον ήλιο, σ' εκείνο το έρημο χωριό που υψωνόταν χαράζοντας ομόκεντρους κύκλους πάνω σ' έναν λόφο της Απουλίας.

Η Άννα, η γυναίκα μου, δεν αποκρίθηκε. Προχωρούσαμε σαν σε αργή κίνηση, σέρνοντας τα πόδια μας και προσπαθώντας να κάνουμε οικονομία στη λιγοστή ενέργεια που μας απέμενε. Ανηφορίζαμε από έναν πολύ μακρύ δρόμο, κάτω από έναν ήλιο τιμωρό, γυρεύοντας μια σκιά ή ένα κενό ανάμεσα στα σπίτια, ίσως κάτι σαν βίγλα που να κοιτάζει προς τον κάμπο, με την ελπίδα πως εκεί ενδεχομένως να φυσούσε λίγο. Όποτε σταματούσαμε για να ξαναπάρουμε δυνάμεις, εκμεταλλευόμασταν την ευκαιρία για να αερίσουμε τις μουσκεμένες απ' τον ιδρώτα μπλούζες μας, που κολλούσαν στην πλάτη και στα πλευρά μας.

Ήμασταν έτοιμοι να τα παρατήσουμε, νικημένοι από την προφανή αποτυχία μας, όταν στρίβοντας σε μια γωνία βρήκαμε την πλατεία. Ήταν μια μεγάλη βίγλα που έβλεπε προς τον κάμπο πάνω απ' τα αμπέλια και τις ελιές, με μια υπέροχη πανοραμική θέα μέχρι την Αδριατική σχεδόν. Τρεις χαρουπιές και δύο βελανιδιές δέσποζαν σ' εκείνη τη μικρή όαση.

Το χωριό φαινόταν εγκαταλελειμμένο. Από την ώρα που είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο παρκαρισμένο στο κάτω μέρος, το μόνο σημείο ζωής που είχαμε συναντήσει ήταν δυο σκυλιά που κοιμούνταν ξαπλωμένα πάνω σ' ένα παλιό χαλάκι, στη σκιά κάτι κάδων για τα σκουπίδια. Όταν φτάσαμε στο τέρμα της Κόρσο ΧΧ Σετέμπρε, στο πιο ψηλό μέρος του χωριού, ένα ηλεκτρονικό θερμόμετρο μας ανακοίνωσε ότι η θερμοκρασία είχε μόλις σκαρφαλώσει στους σαράντα βαθμούς.

Ήμασταν έτοιμοι να τα παρατήσουμε, νικημένοι από την προφανή αποτυχία μας, όταν στρίβοντας σε μια γωνία βρήκαμε την πλατεία. Ήταν μια μεγάλη βίγλα που έβλεπε προς τον κάμπο πάνω απ' τα αμπέλια και τις ελιές, με μια υπέροχη πανοραμική θέα μέχρι την Αδριατική σχεδόν. Τρεις χαρουπιές και δύο βελανιδιές δέσποζαν σ' εκείνη τη μικρή όαση. Στη σκιά της πυκνής και θαλερής φυλλωσιάς των δέντρων υψώνονταν δύο μνημεία καλυμμένα από στεφάνια λουλουδιών με κορδέλες και ταινίες στα χρώματα της ιταλικής σημαίας. Υπήρχαν και δυο ξύλινα παγκάκια, μισοξεβαμμένα. Στο πρώτο καθόταν ένας γέροντας που είχε αποκοιμηθεί ή είχε πάθει κάποια κρίση που τον είχε βγάλει προσωρινά εκτός παιχνιδιού: είχε τα μάτια κλειστά, το κεφάλι γερμένο στο πλάι και το στόμα μισάνοιχτο· ανέπνεε μετά δυσκολίας, λες και κοιμόταν τον αιώνιο ύπνο και κανένας δεν το είχε πάρει ακόμα είδηση. Εν πάση περιπτώσει, κρίνοντας απ' την όψη του, φαινόταν πως δεν θα μπορούσε ποτέ πια να ξανασηκωθεί από κει. Στα πόδια του ξεκουραζόταν ένα σκυλί, ξαπλωμένο όπως μόνο τα σκυλιά της Μεσογείου ξέρουν να ξαπλώνουν, όταν αφήνονται να γείρουν στη σκιά, το καλοκαίρι, την ώρα που ο ήλιος καίει τη γη· το καημένο το ζώο φαινόταν επίσης να βρίσκεται ένα βήμα πριν από τον θάνατο. Το άλλο παγκάκι ήταν ελεύθερο και σωριαστήκαμε πάνω του εντελώς εξαντλημένοι.

Όταν χαλαρώσαμε, κοιμηθήκαμε κι εμείς λιγάκι, ζαλισμένοι από τη ζέστη κι απ' το μονότονο τραγούδι των τζιτζικιών που έξυναν την κοιλιά τους σε κάποιο κλαδί των χαρουπιών. Μισή ώρα αργότερα είχαμε συνέλθει και πήγαμε προς τη βίγλα, στην άλλη άκρη της πλατείας. Η θέα προς την κοιλάδα της Ίτρια και τη χώρα των τρούλων1, μέχρι πέρα στην ακτή, ήταν απαράμιλλη· η καλύτερη που είχαμε δει απ' την αρχή του ταξιδιού μας. Πάλι, όμως, δεν φυσούσε ούτε πνοή ανέμου.

Η Άννα έμεινε να βγάζει φωτογραφίες. Εγώ πλησίασα ένα από τα μνημεία που είχαμε δει στο κέντρο της πλατείας, που αποδείχτηκε πως ήταν ένας μονόλιθος αφιερωμένος στους νεκρούς του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Πάνω του είχε χαραγμένο ένα πέτρινο αστέρι με τα ονόματα των ντόπιων που είχαν σκοτωθεί στις μάχες. Μέτρησα σαράντα δύο ονόματα και η λεπτομερής ανάγνωση της λίστας με άφησε και πάλι χωρίς ανάσα: τα μισά θύματα είχαν το ίδιο επίθετο και θα πρέπει να ανήκαν στην ίδια οικογένεια, τους Παλμιζάνο.

Οδηγούμενος από τη διαίσθησή μου έτρεξα στο άλλο μνημείο, που ήταν αφιερωμένο στους νεκρούς του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Στη λίστα που ήταν χαραγμένη πάνω στη στήλη δεν υπήρχε κανένας Παλμιζάνο· υπέθεσα πως η οικογένεια και το επίθετό της δεν θα είχαν επιβιώσει από τον αφανισμό του πρώτου πολέμου. Παρ' όλα αυτά, η αναλογία των ονομάτων ήταν και πάλι συνταρακτική: αυτήν τη φορά, οι μισοί από τους νεκρούς ανήκαν στην οικογένεια Κονβερτίνι.

altΞαναγύρισα πίσω, στο πρώτο μνημείο, και φώναξα την Άννα. Καθώς πλησίαζε, την υποδέχτηκα με ένα καυστικό σχόλιο, που εκείνη δεν κατάλαβε:
«Φοβάμαι πως σ' αυτό το χωριό η Αποκάλυψη έλαβε χώρα πριν από εκατό χρόνια!»
«Τι εννοείς;»
«Τίποτα, κάτι δικά μου. Κοίτα αυτούς τους δύστυχους εδώ πέρα· περισσότεροι απ' τους μισούς ανήκουν στην ίδια οικογένεια», είπα κι άρχισα να διαβάζω και να απαριθμώ μεγαλόφωνα τα ονόματα των νεκρών που ήταν χαραγμένα στον πρώτο μονόλιθο.
«Τζουζέπε Ορόντσο Παλμιζάνο (1)· Ντονάτο φου Φραντσέσκο Πάολο Παλμιζάνο (2)· Σιλβέστρο Παλμιζάνο (3)· Τζιανμπατίστα Ντι Μαρτίνο Παλμιζάνο (4)· Νικόλα Ντι Μαρτίνο Παλμιζάνο (5)· Τζουζέπε φου Βίτο Παλμιζάνο (6)...»
«Ventuno... sono ventuno!»2 με διέκοψε μια βαθιά φωνή. Γυρίσαμε και είδαμε τον γέροντα στο παγκάκι να ανασηκώνεται.

Καθισμένος πιο ευπρεπώς, δίχως να ακουμπάει πια πίσω την πλάτη του, έδειχνε πιο ψηλός και δεν φαινόταν τόσο καταβεβλημένος. Το πρόσωπό του ήταν οργωμένο από ρυτίδες και το βλέμμα του τόσο βαθύ, που σε παγίδευε και δεν μπορούσες πια να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Είχε ξυπνήσει και το σκυλί, αλλά παρέμενε ξαπλωμένο καταγής, ολότελα παραδομένο.

«Είναι είκοσι ένας!» ξανάπε. «Όλοι τους θύματα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. La maledizione dei Palmisano!»3.

Εγώ και η Άννα ανταλλάξαμε ένα έκπληκτο βλέμμα και πρόσεξα πως και η δική της έκφραση έκρυβε απορία. Ενστικτωδώς, χωρίς να πούμε τίποτε άλλο μεταξύ μας, πήγαμε προς το παγκάκι και καθίσαμε δίπλα στον γέροντα που μόλις μας είχε αναφέρει για πρώτη φορά την κατάρα των Παλμιζάνο. Τις ώρες που θα ακολουθούσαν σ' εκείνη τη γωνιά του ιταλικού νότου, αυτό το θέμα θα μας γινόταν πολύ οικείο.


1. Σ.τ.Μ.: Iταλικά στο πρωτότυπο· trulli, πληθυντικός της λέξης «trullo». Αναφέρεται στις παραδοσιακές πέτρινες κωνικές στέγες, τους «τρούλους» των σπιτιών του Αλμπερομπέλο, στην Απουλία. 
2. Σ.τ.Μ.: Ιταλικά στο πρωτότυπο· «Είκοσι ένας… είναι είκοσι ένας».
3. Σ.τ.Μ.: Ιταλικά στο πρωτότυπο· «Η κατάρα των Παλμιζάνο».
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Τζόναθαν Φράνζεν: «Ελευθερία»

Τζόναθαν Φράνζεν: «Ελευθερία»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Φράνζεν «Ελευθερία» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), που κυκλοφορεί στις 20 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Christophe Boltanski: «Η κρυψώνα»

Christophe Boltanski: «Η κρυψώνα»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Christophe Boltanski «Η κρυψώνα» (μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου), που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Utopia.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορ...

Juan Gabriel Vásquez: «Οι υπολήψεις»

Juan Gabriel Vásquez: «Οι υπολήψεις»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Juan Gabriel Vásquez «Οι υπολήψεις» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης), που κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
ΟΓΑ

ΟΓΑ

Του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και το υπουργικό αυτοκ...

Γερμανία, έτος μηδέν

Γερμανία, έτος μηδέν

Για το βιβλίο του Στιγκ Ντάγκερμαν «Γερμανικό φθινόπωρο» (μτφρ. Αγγελική Νάτση, εκδ. Καστανιώτη).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Ο Σουηδός μυθιστοριογράφος, δημ...

Επιστρέφοντας στο μέλλον με τη «Νόρμα»

Επιστρέφοντας στο μέλλον με τη «Νόρμα»

Για την όπερα του Βιντσέντζο Μπελλίνι «Νόρμα», της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σε μουσική διεύθυνση του Γιώργου Μπαλατσινού και σκηνοθεσία του Κάρλους Παντρίσσα – Λα Φούρα ντελς Μπάους, η οποία παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

...