Οι άνθρωποι στα δέντρα

Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Hanya Yanagihara «Οι άνθρωποι στα δέντρα» (μτφρ. Μαρία Ξυλούρη), που κυκλοφορεί στις 18 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Tου πήρε λίγη ώρα να ξεκινήσει.

«Ως γιατρός» είπε ο Τάλεντ «τι θέλεις πιο πολύ; Θέλεις να θεραπεύσεις την ασθένεια – θέλεις να εξαλείψεις την αρρώστια, θέλεις να επιμηκύνεις τη ζωή». (Βασικά, ουδόλως ενδιαφερόμουν για όλα αυτά, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που πιστεύω ότι το εννοούσε ο Τάλεντ. Δεν τον αντέκρουσα όμως.) «Αυτό όμως που θέλω εγώ –και θ’ ακουστεί παιδιάστικο, όμως τελικά γι’ αυτό είμαστε εδώ, κι αυτό το ενδιαφέρον το συμμερίζονται πολλοί συνάδελφοί μου, ακόμα κι αν παραείναι επιφανείς για να το παραδεχτούν– είναι να βρω μια άλλη κοινωνία, έναν άλλο λαό, έναν λαό ακόμη άγνωστο στον πολιτισμό και, θα έπρεπε να πω, έναν λαό που δεν γνωρίζει πολιτισμό».

Ακολούθησε μια εκτενής πραγματεία για τον κλάδο της ανθρωπολογίας και τους διάφορους θεράποντές του, και τους ήρωες και τους κακούργους, και τις θεωρίες, στοιχεία τα οποία κατά κύριο λόγο αγνοούσα, αλλά παρακολούθησα αρκετά, ώστε να μάθω ότι ο Τάλεντ θεωρούσε εαυτόν –παρότι δεν χρησιμοποίησε τη λέξη– κάπως αντισυμβατικό, κάποιον που θα μεταμόρφωνε τον τομέα ολοκληρωτικά.

Έπειτα όμως είπε κάτι που θα μου κινούσε την περιέργεια εκείνους τους πολλούς μήνες που ήμασταν μαζί στο νησί, και για το οποίο ποτέ δεν θα έβρισκα οριστικές απαντήσεις. «Ξέρω πώς είναι να σε μελετούν» είπε.

Έπειτα όμως είπε κάτι που θα μου κινούσε την περιέργεια εκείνους τους πολλούς μήνες που ήμασταν μαζί στο νησί, και για το οποίο ποτέ δεν θα έβρισκα οριστικές απαντήσεις. «Ξέρω πώς είναι να σε μελετούν» είπε. «Ξέρω πώς είναι να σε υποβιβάζουν σε αντικείμενο, μια σειρά από συμπεριφορές και πεποιθήσεις, να βρίσκει κάποιος το εξωτικό, το τελετουργικό, σε κάθε κοινότοπη πράξη μου, να βλέπει–» Κι εκεί σταμάτησε, τόσο απότομα που ήξερα ότι είχε μόλις αποκαλύψει κάτι άθελά του, και ότι αυτός, που δεν ήταν άνθρωπος απρόσεκτος, αναρωτιόταν γιατί το είχε κάνει, και την ίδια ώρα το μετάνιωνε.

«Τι εννοείς;» ρώτησα, και κράτησα τη φωνή μου όσο πιο μαλακή γινόταν, για να μην τον ξαφνιάσω, για να τον ξεγελάσω ώστε να συνεχίσει.

Φυσικά όμως δεν ήταν ζωάκι ή παιδί, και θα απαιτούνταν περισσότερη πειθώ ή εξυπνάδα από μια χαμηλή φωνή για να υπερνικηθούν τα ένστικτά του. «Τίποτα» είπε και βουβάθηκε, και αμέσως συνειδητοποίησα τον βουερό, όλο έντομα αέρα, και ότι κρατούσα την αναπνοή μου. 

Ο Τάλεντ ήταν αυτός που μίλησε στη συνέχεια. «Θέλω να σου πω μια ιστορία» είπε, κι έπειτα έκανε μια παύση.

Θα το συνήθιζα κι αυτό, τον τρόπο του να ξεκινά και μετά να σταματά, τις μεγάλες, σαν παραγράφους ομιλίες του που έκλειναν, απότομα, με σιωπή, μερικές φορές κάποιων λεπτών, περιστασια­κά ωρών. Αυτή τη φορά όμως η σιωπή του ήταν σύντομη, και όταν ξαναμίλησε η φωνή του ήταν δυνατή, και η ιστορία που αναδύθηκε ειπώθηκε λιγότερο σαν ομιλία και περισσότερο σαν απαγγελία, λες και ήταν περιπλανώμενος παραμυθάς που είχα συναντήσει σ’ ένα σκοτεινό μεσαιωνικό πευκόδασος, όχι σε μια υγρή ζούγκλα, και του είχα δώσει ένα νόμισμα κι ένα κομμάτι μαύρο ψωμί για να με μαγέψει, για μια στιγμή να με πάρει από αυτόν τον κόσμο.

«Πολλά χρόνια πριν, πολλά, πολλά χρόνια, πριν τον καιρό του ανθρώπου, ήταν μια μεγάλη πέτρα, ένας θεός, που τον έλεγαν Ιβου’ίβου, που διαφέντευε μονάχος ένα απέραντο υγρό βασίλειο. Ήταν πολύ δυνατός, αυτός ο θεός, και η επικράτειά του περιείχε καθετί κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας – το βασίλειό του ήταν ένα βασίλειο καρχαριών που χτυπούσαν τις ουρές τους και ξεγύμνωναν τα δόντια τους και φαλαινών γιγάντιων, τυφλών, και στόλων από ψάρια και λειμώνων από φύκια που λικνίζονταν και τον χάιδευαν σαν τα μαλλιά μιας νύμφης.

»Μα ο Ιβου’ίβου ένιωθε μόνος. Ολόγυρά του έβλεπε ζευγαρώματα, κτήνη που έσμιγαν και αναπαράγονταν και γλιστρούσαν από δίπλα του, με τους απογόνους τους στο κατόπι. Ακόμα και οι μοναχικότεροι, οι πιο μονήρεις υπήκοοί του –οι ερημίτες κάβουρες με τα καβούκια τους όλο έλικες και πιτσιλιές και οι αστερίες που σέρνονταν και τσιμπούσαν– ήταν περικυκλωμένοι από παιδιά. Θεός όπως ήταν, ο Ιβου’ίβου δεν ανησυχούσε για τη θνητότητα, πίστευε όμως ότι θα του άρεσε να έχει κάποιον μαζί του, με τον οποίο θα μπορούσε να συζητά τα βάρη και τις δυσκολίες τού να είναι θεός και βασιλιάς, με τον οποίο θα μπορούσε να γεννήσει τη δική του ράτσα παιδιών. Γι’ αυτό όμως θα χρειαζόταν έναν άλλο θεό, έναν αντάξιό του.

»Ο Ιβου’ίβου είχε έναν φίλο αγαπημένο, τον Οπα’ιβου’έκε, τη χελώνα, που ήταν σχεδόν τόσο μεγάλος στα χρόνια όσο και ο ίδιος ο Ιβου’ίβου και που, επειδή μπορούσε να ζήσει τόσο κάτω όσο και πάνω απ’ το νερό, είχε ταξιδέψει πολύ και είχε να πει πολλές θαυμάσιες ιστορίες για τόπους όπου ο Ιβου’ίβου δεν είχε πάει ποτέ. Διασκέδαζε τον φίλο του με ιστορίες του αέρα και της στεριάς, όπου υπήρχαν πλάσματα τόσα, όσα και υποβρυχίως, αλλά πετούσαν αντί να κολυμπούν –ο Ιβου’ίβου αναγκάστηκε να ζητήσει από τη χελώνα να του εξηγήσει την πτήση πολλές, πολλές φορές ώσπου να μπορέσει ν’ αρχίσει, έστω, να καταλαβαίνει τι ήταν– ή περπατούσαν, ή έτρεχαν, ή σέρνονταν σε δύο ή τέσσερα ή δώδεκα πόδια.

»Μια μέρα ο Οπα’ιβου’έκε έλεγε στον Ιβου’ίβου για τα πιο πρόσφατα ταξίδια του, και ο θεός δεν κρατήθηκε κι αναστέναξε. “Τι τρέχει, φίλε μου;” ρώτησε ο Οπα’ιβου’έκε.

»“Αχ, φίλε” αποκρίθηκε ο Ιβου’ίβου “νιώθω μοναξιά. Ολόγυρά μου βλέπω ευτυχία, συντροφικότητα. Κι εγώ θα ήθελα έναν σύντροφο, μερικά παιδιά. Χρειάζομαι όμως έναν άλλο θεό, και μόνο ένας ηγέτης μπορεί να υπάρχει σε τούτο τον κόσμο”.

»Το ζώο έμεινε βουβό για ώρα πολλή. Έπειτα αποχαιρέτησε τον φίλο του κι έφυγε.

alt»Λίγο καιρό αργότερα η χελώνα επέστρεψε, με θαυμαστά νέα και πάλι, αυτή τη φορά όμως ακόμα πιο θαυμαστά απ’ όσο θα μπορούσε να ελπίσει ο θεός. Στο πιο πρόσφατο ταξίδι του πάνω από το νερό, ο Οπα’ιβου’έκε μίλησε μ’ έναν άλλο φίλο, τον Α’άκα, τον θεό του ήλιου, και του εξήγησε την επιθυμία του Ιβου’ίβου. Ο Α’άκα, όπως αποκαλύφθηκε, ήθελε να γνωρίσει αυτόν τον δυνατό θεό του νερού για τον οποίο τόσα και τόσα είχε ακούσει. Και έτσι ένα ειδύλλιο ξεκίνησε μεταξύ του θεού του νερού και του θεού του ήλιου, με τον Οπα’ιβου’έκε για αγγελιοφόρο τους. Αυτός ήταν που μετέφερε σχόλια και κομπλιμέντα και ερωτήσεις και ύμνους, ελισσόμενος στα κρύα μαύρα βάθη του νερού για να παραδώσει τα λόγια του Α’άκα στον Ιβου’ίβου κι έπειτα, με τα πτερύγιά του να πλαταγίζουν στα ρεύματα –τα οποία ο Ιβου’ίβου καλμάριζε για να κάνει το ταξίδι του φίλου του ευκολότερο–, ανέβαινε στην επιφάνεια, όπου ο Α’άκα έκανε ένα διάλειμμα στην πορεία του στο μέσο κάθε μέρας για να μάθει τα νέα ενός κόσμου τον οποίο ποτέ δεν θα μπορούσε να επισκεφτεί.

»Με τον καιρό, γεννήθηκαν τρία παιδιά: το πρώτο, αγόρι, Ιβου’ίβου τ’ όνομά του, από τον θεό της θάλασσας· το δεύτερο, κορίτσι, Ιβα’α’άκα τ’ όνομά της – η κόρη της Πέτρας και του Ήλιου· και το τρίτο, αγόρι, ο Ου’ίβου, που τ’ όνομά του σημαίνει απλώς Από Πέτρα. Και τα τρία παιδιά ζούσαν μισά κάτω απ’ το νερό, σαν τον Ιβου’ίβου, και μισά από πάνω του, σαν τον Α’άκα. Έπλεαν και δροσίζονταν στο υγρό βασίλειο του ενός πατέρα και ζεσταίνονταν και τρέφονταν από τη θέρμη του άλλου. Πάντα συντηρούνταν από την αγάπη και την αφοσίωση των γονιών τους. Κι έτσι όταν μεγάλωσαν κι αυτά κι άρχισαν να νιώθουν μοναξιά, στράφηκαν προς τον Α’άκα, που τα ευλόγησε με δικά τους παιδιά: την ανθρωπότητα. Και όσο οι άνθρωποι ήταν καλοί με τους γονείς τους, ο Α’άκα φρόντιζε τα σπαρτά τους πάντα να βλασταίνουν, και ο Ιβου’ίβου υποσχόταν η θάλασσα να είναι πάντα γεμάτη ψάρια και πάντα να μπορούν ν’ αρμενίσουν στα νερά του, επειδή οι άνθρωποι, στο κάτω κάτω, ήταν και δικοί του απόγονοι και επομένως δικοί του για να τους αγαπά και να τους προστατεύει.

»Όσο για τον Οπα’ιβου’έκε, έζησε μια μεγάλη, μεγάλη ζωή, αρκετά μεγάλη ώστε να δει τα εγγόνια και τα δισέγγονα και τα τρισέγγονα των φίλων του να μεγαλώνουν και να ευημερούν, αρκετά μεγάλη ώστε να κάνει δικά του παιδιά, που έφεραν τ’ όνομά του –Πετρόραχο Ζώο– και στη στεριά προτιμούσαν να ζουν πάνω από και στο νερό γύρω από το αγαπημένο παιδί του πατέρα τους, τον βαφτισιμιό του, τον Ιβου’ίβου. Ο Οπα’ιβου’έκε, βέβαια, δεν ήταν θεός, όμως τον τιμούσαν, και τον τιμούν, και πάντα θα τον τιμούν, όχι μόνο οι δυο φίλοι του, αλλά και όλοι οι απόγονοι των φίλων του – για την αφοσίωση και την ανιδιοτέλειά του, βέβαια, αλλά και για τα ευγενή καθήκοντα του αγγελιοφόρου. Να γιατί, όταν ένας άνθρωπος έχει την τύχη να βρει έναν οπα’ιβου’έκε, πρέπει να κάνει μια θυσία στους θεούς και επιπλέον να φάει κι αυτός λίγη από τη σάρκα του. Κάνοντάς το αυτό στέλνει μήνυμα στους θεούς, μια προσευχή για το ένα πράγμα που ο Α’άκα παρακράτησε –με την έγκριση του Ιβου’ίβου– από τα εγγόνια του: την αθανασία. Και ίσως μια μέρα οι θεοί τους αποκριθούν».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Τζόναθαν Φράνζεν: «Ελευθερία»

Τζόναθαν Φράνζεν: «Ελευθερία»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Φράνζεν «Ελευθερία» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), που κυκλοφορεί στις 20 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Christophe Boltanski: «Η κρυψώνα»

Christophe Boltanski: «Η κρυψώνα»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Christophe Boltanski «Η κρυψώνα» (μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου), που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Utopia.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορ...

Juan Gabriel Vásquez: «Οι υπολήψεις»

Juan Gabriel Vásquez: «Οι υπολήψεις»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Juan Gabriel Vásquez «Οι υπολήψεις» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης), που κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Βάσια Τζανακάρη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Βάσια Τζανακάρη γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Βάσια Τζανακάρη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Χορταστική μουσική βραδιά με τη Γιούτζα Γουάνγκ στο Ηρώδειο

Χορταστική μουσική βραδιά με τη Γιούτζα Γουάνγκ στο Ηρώδειο

Μια χορταστική συναυλία, γεμάτη από υπέροχη συμφωνική μουσική, απολαύσαμε τη Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019 στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

Της Χρύσας Στρογγύλη...
«Το βασίλειό μου για ένα άλογο»

«Το βασίλειό μου για ένα άλογο»

Για την παράσταση «Η τραγωδία του βασιλιά Ριχάρδου Γ'» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, από θεατρική ομάδα «Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων», η οποία παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών.

...