x
Διαφήμιση

21 Αυγουστου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:03:52:08 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Άννυ Πρου: «Άνθρωποι του δάσους»

Άννυ Πρου: «Άνθρωποι του δάσους»

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Άννυ Πρου «Άνθρωποι του δάσους» (μτφρ. Γιώργος Κυριαζής), που κυκλοφορεί στις 3 Ιουνίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ι
forêt, hache, famille
1693-1716

Τρεπανί

Μέσα στο μισόφωτο πέρασαν το αιματοβαμμένο Ταντουσάκ, το Κεμπέκ και το Τρουά-Ριβιέρ, και κοντά στην αυγή έδεσαν σε έναν απόμακρο παραποτάμιο οικισμό. Ο Ρενέ Σελ, με πυκνά μαύρα μαλλιά, σχιστά μάτια, yeaux bridés –την αρχαία εποχή Ούννοι εισβολείς είχαν έρθει σε επαφή με τους προγόνους του– άκουσε κάποιον να λέει «Γουόμπικ». Τα κουνούπια κάλυπταν τα χέρια και τους λαιμούς τους σαν γούνα. Ένας άντρας με κίτρινα φρύδια τους έδειξε τον δρόμο προς ένα σπίτι μαυρισμένο από τη βροχή. Λάσπη, βροχή, έντομα που τσιμπούσαν και η μυρωδιά από τις ιτιές αποτελούσαν την πρώτη εντύπωση από τη Νέα Γαλλία. Η δεύτερη εντύπωση ήταν ένα σκοτεινό και πελώριο δάσος, μια εχθρική ερημιά.

Οι νεοφερμένοι, που στέκονταν μέσα στη βροχή περιμένοντας να τους φωνάξουν για να βάλουν τα σημάδια τους σε ένα μεγάλο κατάστιχο, είδαν τους αγρότες σωριασμένους κάτω από μια πικέα που τους παρείχε καταφύγιο. Οι αγρότες τους κοίταζαν και αντάλλασσαν σχόλια.

Όταν ήρθε η σειρά του, ο Ρενέ δεν σχημάτισε μόνο σταυρό, αλλά έγραψε και το γράμμα Ρ με μια πιτσιλιά μελανιού από τη γραφίδα – ένα γράμμα που το είχε μάθει στα παιδικά του χρόνια από τον γέρο παπά ο οποίος του είχε πει πως ήταν το πρώτο γράμμα του ονόματός του, Ρενέ. Αλλά ο παπάς είχε πεθάνει από τον χειμερινό λιμό πριν προλάβει να του μάθει τα επόμενα γράμματα.

Ο Κιτρινοφρύδης κοίταξε με προσοχή το Ρ. «Είσαι σπουδαγμένος, ε;» είπε. Φώναξε «Μεσιέ Κλοντ Τρεπανί!» και ο νέος αφέντης του Ρενέ, ένας μυώδης άντρας που περπατούσε τρεκλίζοντας, του έγνεψε να πλησιάσει. Κρατούσε ένα βαρύ μπαστούνι σαν ρόπαλο. Στάλες βροχής είχαν πιαστεί στο μαλλί του πλεχτού σκούφου του. Τα πυκνά φρύδια δεν μπορούσαν να σκιάσουν τα βλοσυρά μάτια του, που το ασπράδι τους ήταν τόσο λευκό και λαμπερό που έδιναν την απατηλή εντύπωση ενός ζωηρού χαρακτήρα. «Πρέπει να περιμένουμε λίγο», είπε στον Ρενέ.

Βούτηξαν μέσα στη σκοτεινή έκταση, ένα πυκνό δάσος από φυλλοβόλα δέντρα διάστικτο με συστάδες πεύκων. Ο Ρενέ δεν τολμούσε να ρωτήσει τι είδους υπηρεσίες θα πρόσφερε. Μετά από χρόνια αρρενωπής εργασίας, τότε που έκοβε δέντρα στα υψίπεδα του Μορβάν, δεν ήθελε να γίνει οικιακός υπηρέτης.

Ο υγρός ουρανός κρεμόταν βαρύς από πάνω τους. Περίμεναν. Ο Κιτρινοφρύδης, ο βοηθός που ο νέος αφέντης του αποκαλούσε Μεσιέ Μπουσάρ, φώναξε πάλι «Μεσιέ Τρεπανί!» κι αυτή τη φορά ήρθε σε απάντησή του ένας υποτακτικός· ο Σαρλ Ντικέ, ένας κοκαλιάρης engagé από το πλοίο, ένα ανθρωπάκι από τις παρισινές φτωχογειτονιές, που κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συχνά καθόταν σε μια γωνιά διπλωμένος στα δύο σαν σπασμένο κλαρί. Ώστε λοιπόν, σκέφτηκε ο Ρενέ, ο Μεσιέ Τρεπανί είχε πάρει δύο υπηρέτες. Ίσως να ήταν πλούσιος, αν και η βρεγμένη μάλλινη κάπα του ήταν κουρελιασμένη.

Ο μεσιέ Τρεπανί περπατούσε με βαριά βήματα στο λασπώδες μονοπάτι προς μια γραμμή μαύρης ομίχλης. Δεν περπατούσε ακριβώς, αλλά μάλλον ταλαντευόταν πέρα δώθε πάνω στα πόδια του, το ένα ευλύγιστο, το άλλο άκαμπτο. Είπε «Allons-y». Βούτηξαν μέσα στη σκοτεινή έκταση, ένα πυκνό δάσος από φυλλοβόλα δέντρα διάστικτο με συστάδες πεύκων. Ο Ρενέ δεν τολμούσε να ρωτήσει τι είδους υπηρεσίες θα πρόσφερε. Μετά από χρόνια αρρενωπής εργασίας, τότε που έκοβε δέντρα στα υψίπεδα του Μορβάν, δεν ήθελε να γίνει οικιακός υπηρέτης.

Σε λίγες ώρες το μουσκεμένο φυλλόχωμα έδωσε τη θέση του σε πευκόχωμα. Ο αέρας είχε ένα έντονο άρωμα. Οι πεσμένες πευκοβελόνες έπνιγαν τον ήχο της πορείας τους και τα διαπλεκόμενα κλαδιά απορροφούσαν τις λαχανιασμένες τους ανάσες. Εδώ φύτρωναν θεόρατα δέντρα, σε μεγέθη που όμοιά τους δεν είχε δει κανείς στην παλιά πατρίδα εδώ και αιώνες, αειθαλή, ψηλότερα από καθεδρικούς ναούς, πικέες και τσούγκες που τρυπούσαν τα σύννεφα. Τα τερατώδη φυλλοβόλα δέντρα ορθώνονταν μακριά το ένα από το άλλο, αλλά ψηλά τα πνιγμένα στα φύλλα κλαδιά τους ενώνονταν σχηματίζοντας έναν ψεύτικο ουρανό, σκοτεινό και άγριο. Ο Ασίλ, ο μεγαλύτερος αδελφός του, θα έμενε με το στόμα ανοιχτό μπροστά στα δέντρα της Νέας Γαλλίας. Αργότερα την ίδια μέρα πέρασαν δίπλα σε μια πλαγιά γεμάτη γυαλιστερούς λευκούς κορμούς. Αυτά, είπε ο μεσιέ Τρεπανί, ήταν bouleau blanc, και οι sauvages έφτιαχναν σπίτια και βάρκες από τον φλοιό τους. Ο Ρενέ δεν το πίστεψε αυτό.

Τα μεγάλα δέντρα του έφεραν ξανά στον νου τον Ασίλ, έναν flot- teur που είχε περάσει τα χρόνια της σύντομης ζωής του μπαινοβγαίνοντας στα ψυχρά νερά του Γιον και κατευθύνοντας τους κορμούς στη ροή του ποταμού. Ήταν πολύ δυνατός, απρόσβλητος από το ψύχος του νερού, και δούλευε μέχρι που ένας κορμός με ένα σπασμένο κλαδί, το οποίο είχε ακονιστεί και λειανθεί σαν αιχμή δόρατος από την τριβή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, τον τρύπησε στη χολή και τον παρέσυρε στην πορεία του σαν κομμάτι κρέας σε σούβλα. Ο Ρενέ τώρα φορούσε τα εσώρουχα του αδελφού του, το μάλλινο παντελόνι του και το κοντό παλτό του. Φορούσε και τα σαμπό του Ασίλ, αν και μετά από μια ολόκληρη ζωή ξυπόλυτος είχε αποκτήσει κάλους στα πέλματα σκληρούς σαν οπλές αγελάδας, σκληραγωγημένους στο γαλλικό κρύο. Σύντομα θα μάθαινε ότι σ' αυτόν τον νέο κόσμο το κρύο ήταν άλλου μεγέθους.

Οι engagés, ζαλισμένοι από τη ναρκωτική επίδραση του πυκνού δάσους, σκουντουφλούσαν στις απλωμένες ρίζες των ελάτων. Δέχονταν επιθέσεις από bébites, μικροσκοπικές σκνίπες σαν μανιασμένες βελόνες, σιμουλίδες με ανώδυνο τσίμπημα που έχυναν τοξίνες με αργή επίδραση, σμήνη κουνουπιών σε τέτοιους αριθμούς που το οξύ θρηνητικό βουητό τους γινόταν ο χαρακτηριστικός ήχος των δασών. Σε έναν βάλτο, ο μεσιέ Τρεπανί τους είπε να πασαλείψουν το εκτεθειμένο δέρμα τους με λάσπη, ιδίως πίσω από τ' αυτιά και στο κεφάλι. Τα έντομα τρύπωναν μέσα στα μαλλιά και τσιμπούσαν το δέρμα του κεφαλιού. Αυτός, είπε ο μεσιέ Τρεπανί, ήταν ο λόγος που φορούσε σκούφο σ' αυτή την αναθεματισμένη χώρα. Ο Ρενέ σκέφτηκε ότι ένα σιδερένιο κράνος θα ήταν καλύτερη επιλογή. Ο μεσιέ Τρεπανί είπε ότι οι sauvages έφτιαχναν μια προστατευτική αλοιφή με λάδι από ελατοβελόνες και ζωικό λίπος, αλλά δεν είχε καθόλου. Η λάσπη θα έκανε τη δουλειά της μια χαρά. Συνέχισαν την πεζοπορία μέσα στο σκοτεινό δάσος, σκαρφαλώνοντας ράχες γεμάτες βρύα, κάτω από κλαδιά που έγερναν σαν σκοτεινές νεκρώσιμες γιρλάντες. Τα πόδια των υπηρετών, αποδυναμωμένα από το μακρύ ταξίδι στον ωκεανό, πάθαιναν κράμπες από την κούραση.

«Πόσο μεγάλο είναι αυτό το δάσος;» ρώτησε ο Ντικέ με την κλαψιάρικη ψιλή φωνή του. Το σώμα του ήταν ελάχιστα μεγαλύτερο από παιδιού.
«Είναι το δάσος του κόσμου. Είναι ατέλειωτο. Τυλίγεται σαν ουροβόρος όφις και δεν έχει ούτε τέλος ούτε αρχή. Κανείς δεν έχει δει ποτέ την άλλη άκρη του».

Ο μεσιέ Τρεπανί σταμάτησε. Με το μπαστούνι του έσπασε κάτι ξερά κλαδιά στη βάση μιας πικέας. Κάτω από την κάπα του έβγαλε προσάναμμα και άναψε μια μικρή φωτιά. Κάθισαν γύρω της, απλώνοντας τα μπλαβιασμένα χέρια τους. Εκείνος ξετύλιξε ένα υφασμάτινο περιτύλιγμα, αποκαλύπτοντας ένα κομμάτι κρέας άλκης, κομμένο σε μερίδες, για τον καθένα τους. Πεινασμένος, ο Ρενέ, που ήλπιζε μονάχα για λίγο ψωμί, πήρε λίγο από το κρέας. Τα γκρίζα κουνούπια βούιζαν στ' αυτιά του. Ο Ντικέ κοίταξε μέσα από τα πρησμένα μισόκλειστα μάτια του και, ανήμπορος να μασήσει, πιπίλιζε το κρέας. Κάτω από τη γενναιοδωρία του μεσιέ Τρεπανί ένιωσαν πως υπήρχε περιφρόνηση.

Συνέχισαν την πορεία τους μέσα από ένα χάος πεσμένων κλαδιών, θυμάτων κάποιας ισχυρής ανεμοθύελλας. Ο μεσιέ Τρεπανί δεν είχε πάρει κάποιο διακριτό μονοπάτι, αλλά συχνά κοίταζε προς τα πάνω. Ο Ρενέ είδε πως ακολουθούσε χαραγμένα σημάδια σε ορισμένα δέντρα, σημάδια τρία μέτρα πάνω από το έδαφος. Αργότερα έμαθε πως κάποιος είχε μαρκάρει τα δέντρα τον χειμώνα περπατώντας στο χιόνι ψηλά πάνω από το χώμα με χιονοπέδιλα, σαν μάγος δίχως βάρος.

altΤο δάσος είχε πολλές παρυφές, σαν δαντελένιο ρετάμπλ. Η μελαγχολική σκοτεινιά του μετριαζόταν στα ξέφωτα. Άγνωστα φυτά και παράξενα άνθη αιχμαλώτιζαν το βλέμμα τους, πένθιμη πικέα και τσούγκα, οι ζωηρές νιόβγαλτες τούφες στις άκρες των κλαδιών του πεύκου, ασημιά φύλλα ιτιάς που σείονταν στον άνεμο, το ζωηρό πράσινο της νεαρής σημύδας – ένα μέρος όπου ακόμα και το ηλιόφως ήταν πράσινο. Καθώς πλησίαζαν σε ένα άνοιγμα, άκουσαν ένα ακανόνιστο κροτάλισμα, σαν από ξυλάκια – γκρίζα κόκαλα δεμένα σ' ένα δέντρο που τα ταλάντευε ο άνεμος. Ο μεσιέ Τρεπανί είπε ότι οι sauvages συχνά κρεμούσαν τα κόκαλα ενός ζώου που είχαν σκοτώσει, αφού πρώτα είχαν ευχαριστήσει το πνεύμα του. Τους οδήγησε γύρω από φωλιές καστόρων προστατευμένες από αδιαπέραστα κλαριά σκλήθρας, που σήμαινε πως τα στενά μονοπάτια ήταν περάσματα που χρησιμοποιούσαν οι άλκες. Πέρασαν από βαλτώδες έδαφος. Λακκούβες γεμάτες ξέχειλα με βρόχινο νερό στο χρώμα του τσαγιού.

Το τρεμάμενο σφάγνο και τα διάσπαρτα νηπενθή έβγαζαν ήχους αναρρόφησης σε κάθε βήμα. Οι νεαροί δεν είχαν φανταστεί ποτέ τους χώρα τόσο άγρια και υγρή, με τόσο πυκνά δάση. Όταν ένα κλαδί σκλήθρας έσκισε το σακάκι του Ντικέ, εκείνος έβρισε χαμηλόφωνα. Ο μεσιέ Τρεπανί τον άκουσε και του είπε ότι δεν πρέπει ποτέ του να βρίζει τα δέντρα, και ιδίως τη σκλήθρα, που έχει ιαματικές ιδιότητες. Έπιναν νερό σε μικρά ποτάμια, και τα διέσχιζαν σε αβαθή «σκαλοπάτια» καμπυλωτά σαν γιαταγάνια από δαμασκηνό ατσάλι. Αχ, πόσο ακόμα, μουρμούρισε ο Ντικέ, με το ένα χέρι στο πλάι του προσώπου του.

Έφτασαν ξανά στο ανοιχτό δάσος, όπου ήταν εύκολο να περπατήσουν με μεγάλα βήματα κάτω από τα δέντρα. Οι sauvages έκαιγαν τα χαμόκλαδα, είπε ο νέος κύριός τους με υποτιμητικό τόνο. Αργά το απόγευμα ο μεσιέ Τρεπανί φώναξε «pore-épic!» και ξαφνικά σήκωσε το μπαστούνι του. Το στριφογύρισε μια φορά και χτύπησε τον σκαντζόχοιρο στη μύτη. Το ζώο εκσφενδονίστηκε σαν πεφταστέρι, αφήνοντας πίσω του μια ουρά από στάλες αίματος. Ο μεσιέ Τρεπανί άναψε μια μεγάλη φωτιά και όταν οι φλόγες καταλάγιασαν σε πορφυρές γλωσσίτσες, κρέμασε το ξεκοιλιασμένο ζώο πάνω από τα κάρβουνα. Τα αγκάθια του βρομούσαν καθώς καίγονταν, αλλά όταν έβγαλε το κουφάρι από τη φωτιά, κάτω από τη μαυρισμένη κρούστα το κρέας ήταν νόστιμο. Μέσα από τις απύθμενες τσέπες του, ο μεσιέ Τρεπανί έβγαλε ένα σακουλάκι αλάτι και έδωσε στον καθένα τους από μια πρέζα. Το κρέας που περίσσεψε το τύλιξε σε ένα λιγδιασμένο ύφασμα.

Ο αφέντης δυνάμωσε ξανά τη φωτιά, τυλίχτηκε στην κάπα του, ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο, έκλεισε τα φλογερά του μάτια και κοιμήθηκε. Ο Ρενέ είχε κράμπες στα πόδια. Το κρύο, τα πεύκα που σφύριζαν στον άνεμο, το βουητό των κουνουπιών και οι κραυγές από τις κουκουβάγιες τον κρατούσαν ξύπνιο. Μίλησε χαμηλόφωνα στον Σαρλ Ντικέ, ο οποίος δεν απάντησε, και μετά έμεινε σιωπηλός. Μέσα στη νύχτα κάτι τον μισοξύπνησε.

Το πρωινό ξεκίνησε με φωτιά. Παρόλο που η Άνοιξη κόντευε να τελειώσει, έκανε περισσότερο κρύο απ' ό,τι στην ψυχρή Γαλλία. Το φως σύρθηκε μέσα στη σκοτεινιά. Ο μεσιέ Τρεπανί, μασουλώντας κρέας από το προηγούμενο βράδυ, κλότσησε τον Ντικέ και φώναξε «Levez-vous!» Ο Ρενέ σηκώθηκε πριν προλάβει να τον κλοτσήσει ο μεσιέ Τρεπανί. Κοίταξε το κρέας στο χέρι του μεσιέ Τρεπανί. Εκείνος έκοψε ένα κομμάτι και του το πέταξε, μετά έκοψε άλλο ένα και το πέταξε στον Ντικέ, όπως θα πετούσε αποφάγια σ' ένα σκυλί, και μετά ξεκίνησε με το ακούραστο τρέκλισμά του, ακολουθώντας τα σημάδια ψηλά στα δέντρα. Οι καινούργιοι υπηρέτες έβλεπαν μόνο σκοτάδι, εκτός από πίσω τους, όπου η εγκαταλειμμένη φωτιά τρεμόσβηνε σαγηνευτικά.

Η μέρα ήταν ψυχρή, αλλά στεγνή. Ο μεσιέ Τρεπανί συνέχισε την κοπιαστική πορεία στο σκοτεινό μονοπάτι, αλλά το μεσημέρι η βροχή επέστρεψε. Ήταν αποχαυνωμένοι από την κούραση όταν έφτασαν σ' ένα ποτάμι με μαύρα ορμητικά νερά που όμως ήταν διάφανα σαν σκούρος χαλαζίας. Στην άλλη όχθη είδαν ένα ξέφωτο γεμάτο στοίβες καυσόξυλα, ασφυκτικά κυκλωμένο από το πανταχού παρόν δάσος. Καπνός έβγαινε από μια αθέατη καμινάδα. Δεν έβλεπαν το σπίτι, μόνο βουνά από ξύλα και βοηθητικά κτίσματα.

Ο μεσιέ Τρεπανί φώναξε. Μια γυναίκα με τουνίκ από δέρμα άλκης βαμμένο με σπειροειδή σχέδια ξεπρόβαλε από την άκρη της πλησιέστερης στοίβας από ξύλα, φώναξε –«Γκουέ!»– και μετά απομακρύνθηκε. Ο Ρενέ Σελ και ο Σαρλ Ντικέ κοιτάχτηκαν. Μια Ινδιάνα. Une sauvage!

Πίσω από τις στοίβες με τα καυσόξυλα είδαν το σπίτι του μεσιέ Τρεπανί, η πρώτη φορά που έβλεπαν σπίτι χτισμένο με κορμούς, ενώ η στέγη, ψηλή και ριχτή προς όλες τις κατευθύνσεις, καθώς και το καμπυλωτό σχήμα των πρόστεγων, τους ήταν οικεία από τη Γαλλία. Τα πάντα όμως ήταν φτιαγμένα από ξύλο, εκτός από τρία μικρά παράθυρα που ήταν από ακριβό γαλλικό γυαλί.

Ακολούθησαν τον μεσιέ Τρεπανί μέσα στον παγερό ποταμό. Ο Ρενέ γλίστρησε σε μια στρογγυλή πέτρα και παραλίγο να πέσει, πράγμα που του έφερε στον νου τον Ασίλ, στον παγωμένο ποταμό Γιον. Ψάρια περνούσαν με μεγάλη ταχύτητα γύρω τους, τόσο πολλά ψάρια που το ποτάμι έμοιαζε με μεγάλο σκληρό μυ. Στη λασπωμένη όχθη πέρασαν δίπλα από έναν περιφραγμένο κήπο με αγριόχορτα. Ο μεσιέ Τρεπανί άρχισε να τραγουδά: «Mari, Mari, dame jolie...» Οι engagés έμειναν σιωπηλοί. Το στόμα του Ντικέ ήταν σφιγμένο λες κι ο αέρας έκαιγε, με μάτια σχεδόν κλειστά από το πρήξιμο.

Πίσω από τις στοίβες με τα καυσόξυλα είδαν το σπίτι του μεσιέ Τρεπανί, η πρώτη φορά που έβλεπαν σπίτι χτισμένο με κορμούς, ενώ η στέγη, ψηλή και ριχτή προς όλες τις κατευθύνσεις, καθώς και το καμπυλωτό σχήμα των πρόστεγων, τους ήταν οικεία από τη Γαλλία. Τα πάντα όμως ήταν φτιαγμένα από ξύλο, εκτός από τρία μικρά παράθυρα που ήταν από ακριβό γαλλικό γυαλί. Μπροστά στα δέντρα είδαν ένα γουίκουομ που την επομένη έμαθαν πως ήταν το σπίτι της sauvage γυναίκας, όπου αποσυρόταν μαζί με τα παιδιά της τη νύχτα.

Ο μεσιέ Τρεπανί τους πήγε στην αποθήκη του. Το εσωτερικό βρομούσε σαπισμένες πατάτες, σπαρτίνα και σβουνιές αγελάδας. Ένα τμήμα της ήταν κλεισμένο με χώρισμα, και από πίσω ακουγόταν η ανάσα κάποιου ζώου. Είδαν ένα μαύρο μαγκάλι ή καμίνι. Ο μεσιέ Τρεπανί, ερωτευμένος με τη φωνή του, συνέχισε να τραγουδά, άναψε μια φωτιά στο μαγκάλι και τους άφησε. Απέξω η φωνή του άρχισε να απομακρύνεται. «Ah! Bonjour donc, franc cavalier...» Η βροχή ξανάρχισε. Ο Ρενέ και ο Ντικέ κάθισαν μέσα στο σκοτάδι, με μοναδικό φως τη φωτιά που αργόσβηνε. Το κτίριο δεν είχε παράθυρα, και όταν ο Ντικέ άνοιξε την πόρτα για ν' αφήσει το φως να μπει μέσα, τους κατέκλυσαν σύννεφα από άγριες σκνίπες και κουνούπια. Κάθισαν μέσα σε σχεδόν απόλυτο σκοτάδι. Μίλησε ο Ντικέ. Είπε ότι υπέφερε από mal au dents –πονόδοντο– και με την πρώτη ευκαιρία θα το έσκαγε και θα επέστρεφε στη Γαλλία. Ο Ρενέ έμεινε σιωπηλός.

Μετά από λίγη ώρα, η πόρτα άνοιξε. Η sauvage και δύο παιδιά μπήκαν μέσα με χέρια γεμάτα. Η γυναίκα είπε «bien, bien», και έδωσε στον καθένα τους μια κάπα από γούνα κάστορα. Έδειξε τον εαυτό της και είπε, «Μαλί», γιατί, όπως οι περισσότεροι Μικμάκ, δυσκολευόταν να προφέρει το ρω. Ο Ρενέ είπε το όνομά του, κι εκείνη το επανέλαβε – Λενέ. Το μεγαλύτερο από τα παιδιά ακούμπησε κάτω μια ξύλινη γαβάθα με ζεστό χυλό από καλαμποκάλευρο. Εξαφανίστηκαν. Ο Ρενέ και ο Ντικέ έφαγαν χυλό από τη γαβάθα με τα δάχτυλα. Τυλίχτηκαν με τις κάπες και κοιμήθηκαν.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Τζόναθαν Φράνζεν: «Ελευθερία»

Τζόναθαν Φράνζεν: «Ελευθερία»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Φράνζεν «Ελευθερία» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), που κυκλοφορεί στις 20 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Christophe Boltanski: «Η κρυψώνα»

Christophe Boltanski: «Η κρυψώνα»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Christophe Boltanski «Η κρυψώνα» (μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου), που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Utopia.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορ...

Juan Gabriel Vásquez: «Οι υπολήψεις»

Juan Gabriel Vásquez: «Οι υπολήψεις»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Juan Gabriel Vásquez «Οι υπολήψεις» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης), που κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Θεατρικά Bestiaria: η διασταύρωση της ανθρωπινότητας με τη ζωικότητα

Θεατρικά Bestiaria: η διασταύρωση της ανθρωπινότητας με τη ζωικότητα

Για το βιβλίο του Γιώργου Π. Πεφάνη «Θεατρικά Bestiaria – Θεατρικές και φιλοσοφικές σκηνές της ζωικότητας» (εκδ. Παπαζήση).

Της Ιφιγένειας Καφετζοπούλου

...
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Αλέξης Σταμάτης γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Αλέξης Σταμάτης γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Αλέξης Σταμάτης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Πέθανε ο συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός Γιώργος Μπράμος

Πέθανε ο συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός Γιώργος Μπράμος

Επιμέλεια: Στεφανία Τζακώστα

Την τελευταία του πνοή άφησε στα 67 του χρόνια ο συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου Γιώργος Μπράμος. Το βράδυ της Τετάρτης ένιωσε δυσφορία και εξέπνευσε καθοδόν για το νοσοκομείο...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube