Υπνοβάτης

Εκτύπωση

YpnovatisΤης Πασχαλιάς Μιτσκίδου *

Πετάχτηκε αλαφιασμένος, τον είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ, τρεις παρά, έξω ο θόρυβος του δρόμου είχε κοπάσει, η τηλεόραση ανοιχτή χωρίς ήχο. Στο μαύρο πλαίσιο μια βάρκα παράδερνε στα κύματα με ένα τσούρμο ανθρώπους στοιβαγμένους, κορμιά που πάλευαν με άλλα κορμιά προσπαθώντας να διεκδικήσουν τον ελάχιστο χώρο που τους αναλογούσε. Η κάμερα ζούμαρε στο πρόσωπο ενός ταλαιπωρημένου άντρα, θα ήταν δεν θα ήταν είκοσι πέντε χρονών. Ενώ τα βλέφαρά του βάραιναν, το βλέμμα του διασταυρώθηκε μέσα από την οθόνη με το αγριεμένο βλέμμα του άντρα. Ήταν η τελευταία εικόνα που πήρε μαζί του καθώς βυθιζόταν και πάλι στον ύπνο. Στα όνειρά του ήρθε ξανά να τον στοιχειώσει εκείνο το βλέμμα, σαν θεόρατο μάτι στον ουρανό, καθώς ο ίδιος τώρα θαλασσοδερνόταν σ' ένα σκαρί καρυδότσουφλο με γλιστερά τοιχώματα. Η αντίστασή του στα κύματα δεν κράτησε πολύ και σα να παρακολουθούσε από ένα θεωρείο κάπου ψηλά είδε τον εαυτό του να καταποντίζεται στα μαύρα νερά. Δοκίμασε να φωνάξει, αλλά η φωνή του δεν έβγαινε.

Ξύπνησε έχοντας ζωντανή ακόμα μέσα του εκείνη την αίσθηση του βουβού πανικού, με το σώμα του να πονάει από τη νυχτερινή μάχη στον ξεχαρβαλωμένο καναπέ. Ντύθηκε βιαστικά και βγήκε στον τσουχτερό αέρα. Το αρχιτεκτονικό γραφείο ήταν κοντά στο σπίτι του και πήγαινε πάντα με τα πόδια. Του άρεσε να ξεκινάει τη μέρα του έτσι, με το θερμός με τον σκέτο καφέ στο χέρι, ανταλλάσσοντας καλημέρες στη διαδρομή με τον κυρ-Νίκο στο περίπτερο και την Μάγδα που του έδινε χαμογελώντας το ζεστό του κουλούρι. Ο καιρός το πήγαινε για βροχή, η συννεφιά ένα απλωμένο σεντόνι πάνω απ' την πόλη· τα κτίρια του φάνηκαν άσχημα και γκρίζα, τα πεζοδρόμια βρώμικα. Μπροστά στο άδειο σιντριβάνι ένας Πακιστανός πουλούσε ομπρέλες, δίπλα οι κάδοι ξέχειλοι, στη στάση απέναντι τα τρόλεϊ φόρτωναν και ξεφόρτωναν αγουροξυπνημένους ανθρώπους.

Στην αρχή της Γ' Σεπτεμβρίου μπροστά στο μαγαζί με τα κατεβασμένα ρολά και τα ξεφτισμένα «Πωλείται» και «Ενοικιάζεται», κάτω απ' το υπόστεγο μια γυναίκα μαζεμένη κουβάρι κρατούσε ένα χαρτόνι με τη λέξη «πινάo». Ακριβώς δίπλα της στο πεζοδρόμιο μια τρύπα έχασκε καλυμμένη πρόχειρα με δυο σανίδες και μια κορδέλα ν' ανεμίζει. Η μορφή της γυναίκας σχεδόν αφομοιωνόταν απ' το σκηνικό γύρω της εκτός από μια φθαρμένη κόκκινη κουβέρτα που σκέπαζε τα πόδια της. Μπροστά της ένα πλαστικό κεσεδάκι από γιαούρτι που περιείχε όλα κι όλα δυο τρία κέρματα. Είχε περάσει τόσες φορές απ' το ίδιο σημείο. Ήταν πάντα εκεί; Κοντοστάθηκε. Συνειδητοποίησε πως θυμόταν να την έχει προσπεράσει πολλές φορές κι όμως μόνο σήμερα την είδε πραγματικά κι ήταν το ίδιο σα να την έβλεπε για πρώτη φορά. Ένιωθε το κόκκινο χρώμα να τραβάει το βλέμμα του και να τον μπάζει μέσα στη σκηνή με βία. Είχε δώσει αρκετές φορές ελεημοσύνη στο τρένο και αλλού, γινόταν όμως πάντα κάπως αυτόματα. Δεν το σκεφτόταν. Έψαχνε την τσέπη του για τα ψιλά, άπλωνε το χέρι και πίσω στα δικά του. Ένιωθε πως έπρεπε να το κάνει, ένα φτηνό αντίτιμο για ν' αποκοιμίσει την εσωτερική του φωνή, να εξαγοράσει τη σιωπή της. Η εικόνα ήταν σα ζωντανό κάδρο καθώς η γυναίκα κινήθηκε ανεπαίσθητα κι ένα πυρετικό βλέμμα ανέβηκε να συναντήσει το δικό του, σαν να παρακαλούσε, όχι όμως για έλεος. Τον απόδιωχνε, τον ικέτευε να φύγει, να πάρει από πάνω της τα μάτια του που την περιεργάζονταν όπως το ινδικό χοιρίδιο στον πάγκο του εργαστηρίου. Μια παγωμένη ενέργεια ήρθε να σταθεί ανάμεσά τους. Μόνο που εκείνος αντί ν' απομακρυνθεί, έμενε κολλημένος στο σημείο που βρισκόταν, χωρίς να φεύγει αλλά και χωρίς να πλησιάζει, διατηρώντας σαν κάποιο απαράβατο όριο την απόσταση που τους χώριζε. Το κουδούνισμα του κινητού τον έκανε να τιναχτεί. Το χέρι του έψαξε την τσέπη και το κέρμα προσγειώθηκε μ' ένα γδούπο να βρει τα υπόλοιπα, βαρύ σα βότσαλο που γυρεύει τον πάτο. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν στους δρόμους γύρω απ' την Ομόνοια, τα πανό του Χόντου ανέμιζαν διαλαλώντας εκπτώσεις, δυο αστυνομικοί με μηχανές είχαν καβαλήσει το πεζοδρόμιο κι έκοβαν κίνηση κι εκείνος ήθελε να σταθεί απέναντι στον εαυτό του και να τον φτύσει. Άφησε το τηλέφωνο να χτυπάει, τυλίχτηκε πιο σφιχτά στο παλτό του και τάχυνε το βήμα λες και κάτι τον έδιωχνε.

Μόλις έφτασε στο γραφείο η Μαριάννα φουριόζα του θύμισε τα δύο ραντεβού που είχε κολλητά. Μετά έπρεπε να προχωρήσει με τα σχέδια, η σύσκεψη για το πρότζεκτ στο Μεταξουργείο τράβηξε πολύ, η μέρα πέρασε νερό. Ήταν περασμένες επτά όταν έφυγε. Είχε μπουχτίσει μετά από τόσες ώρες, θα 'παιρνε τον Στέλιο να πάνε για καμιά μπύρα. Τελικά, τρεις μπύρες μετά γύρισε σπίτι, ανέβηκε παραπατώντας τη σκάλα, άνοιξε άλλη μία κι έπεσε στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση. Το βλέμμα του άντρα στη χθεσινή οθόνη, η ασφυξία του ονείρου, η γυναίκα με την κόκκινη κουβέρτα στο πεζούλι του φαίνονταν τώρα πολύ μακρινά. Με κάθε τέτοια αφορμή ορκιζόταν πως θα ξεκινούσε να κάνει κάτι, να προσφέρει κάτι ουσιαστικό. Κι ύστερα τον απορροφούσαν τα καθημερινά, για να έρθει η επόμενη είδηση, το επόμενο περιστατικό που ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια του να τον βάλει στον ίδιο κύκλο σκέψεων, ενοχών και ξεθωριασμένων αποφάσεων. Τη ζωή του τη χώριζε ένα χάσμα από αυτούς τους ανθρώπους που νόμιζε ότι συμπονά, που ήθελε να καταλάβει. Η αίσθηση της ήττας τον τύλιξε. Ποτέ δε θα μπορούσε να νιώσει την απόγνωσή τους στο πετσί του. Η κανονικότητα της ζωής του ήταν έτη φωτός μακριά από τα καράβια με τα «λαθραία» τους φορτία που χάνονταν στ' ανοιχτά, τα κορμιά που κρύβονταν στις νταλίκες με προορισμό την Ιταλία για να τα προδώσει η ίδια τους η θερμότητα ή εκείνα που στριμώχνονταν στα στενά υπόγεια του κέντρου. Δεν ήταν και καμιά σπουδαία φούσκα αυτή μέσα στην οποία ζούσε, ήταν όμως εξαιρετικά ανθεκτική κι είχε την ικανότητα να αναπλάθεται κάθε φορά που κάτι την τρυπούσε. Με το μυαλό του θολό έμεινε να παρακολουθεί σαν υπνωτισμένος ένα ντοκιμαντέρ για τον μικρόκοσμο· ένας σκαραβαίος σπρώχνει πεισματικά μια μπαλίτσα κοπριά σε μια σισύφεια ανηφόρα, μια αράχνη του νερού υφαίνει μια φυσαλίδα από αέρα για να ζήσει μέσα της. Αύριο θα ξημέρωνε άλλη μια μέρα, άλλη μια ευκαιρία. Ίσως αύριο.

mytskidouΗ Πασχαλιά Μυτσκίδου γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και πρόσφατα ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΤΟ bookpress.gr.

Διαβάστε τα υπόλοιπα δημοσιευμένα διηγήματα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Γάγγης και Τίβερης

Γάγγης και Τίβερης

Της Μαρίας Καλιόρη *

Την είδε να στέκεται στην άκρη της γέφυρας και να στρέφει μια τελευταία φορά το κεφάλι της πίσω. Έπειτα άνοιξε τα χέρια της, πέταξε για λίγο στον αέρα και χάθηκε στο ποτάμι. Έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά του...

Ασύμμετροι ζυγοί

Ασύμμετροι ζυγοί

Της Κατερίνας Κοντοπούλου *

Τσιγάρο; Μου γνέφει αρνητικά. Δεν καπνίζει. Ανάβω εγώ, με κοιτάζει κάπως. Επικριτικά. Σαν τη μάνα μου, μόνο νεώτερη. Έχει καλό εξαερισμό εδώ, συνεχίζω. Για τον καπνό. Σηκώνει τους ώμους, δεν την νοι...

Πώς

Πώς

Της Αθηνάς Μπαλή *

Έπιασε τον γιακά του με τα δυο χέρια για να τον κρατήσει όρθιο∙ θέλησε να τρέξει αλλά με τα καινούργια παπούτσια σε αυτό το πεζοδρόμιο ακόμα και το να βαδίσεις ήταν κατόρθωμα.

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μυσταγωγία κατά Ξαρχάκο

Μυσταγωγία κατά Ξαρχάκο

Για τη μουσική παράσταση «Βαμβακάρης κατά Ξαρχάκο», του Σταύρου Ξαρχάκου με τη Δήμητρα Γαλάνη και τον Μιχάλη Μυτακίδη (a.k.a Β.D Foxmoor των Active Member), η οποία παρουσιάζεται στο Gazarte μέχρι και τις 21 Απριλίου.

...

Για την ηθική της κοινότητας

Για την ηθική της κοινότητας

Για το μυθιστόρημα της Brit Bennett «Οι μητέρες» (μτφρ. Άννα Μαραγκάκη, εκδ. Πόλις).

Της Διώνης Δημητριάδου

Η δυναμική της κοινότητας είναι συνακόλουθη ...

Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

Του Γιάννη Λειβαδά

Η λεκτική ιεροφορία αποτελεί τον ισχυρότερο ίσως γνώμονα της νεότερης ποίησης που ανέκυψε από τις κορυφές ενός μέσου όρου, ο οποίος αποτυπώθηκε αδρά μέσω της παρουσίας της κατά την τελευταία δεκαπενταετία...