x
Διαφήμιση

27 Μαϊου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:18:17:57 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ Ο ΞΕΝΟΣ Επέστρεψες

Επέστρεψες

E-mail Εκτύπωση

bacon-1985-self-portrait2Της Μαριαλένας Σπυροπούλου*

Με το ζόρι έφθασα μέχρι εκεί. Μέρες μου πιπίλαγε το μυαλό ο Άρης. Εκείνος ήταν μόνιμος επισκέπτης. Όλες τον γνωρίζουν, τον φωνάζουν με το μικρό και ξέρουν τις προτιμήσεις του. Το διαπίστωσα με τα ίδια μου τα μάτια. Άλλο που εκείνος κοκορεύεται για όλα. Σε αυτό τον τομέα θα μπορούσες να τον πεις ακόμη και μετριοπαθή. Η σχέση του με τα κορίτσια είναι παραπάνω από ειδυλλιακή. Τώρα, να μου πεις, μπορεί να είναι ειδυλλιακή μια σχέση με πουτάνες; Εγώ τελικά δέχτηκα να πάω μαζί του. Του ξεκαθάρισα από την αρχή ότι οι λόγοι θα είναι ερευνητικοί. Πώς λένε οι δημοσιογράφοι; Θα έκανα ρεπορτάζ, ένα τέτοιο πράγμα. Ήμουν πεπεισμένος ότι δεν θα κατάφερνα να γαμήσω. 

Έχω πάνω από τρία χρόνια να πάω με γυναίκα. Στο λέω εσένα γιατί ξέρω ότι μετά θα σε καταστρέψω. Το χαρτί είναι το καλύτερο ανακυκλώσιμο υλικό. Θα σε ρίξω στο τζάκι, να καείς κι εσύ κι εγώ μαζί σου. Άλλωστε, ο καμένος τη φωτιά δεν τη φοβάται. Όχι, εάν αναρωτιέσαι, δεν είμαι πούστης. Μια φορά θυμάμαι προσπάθησα να αφεθώ στον έρωτα ενός υπαξιωματικού, τον καιρό που ήμουν φαντάρος, ήταν ένα πολύ συμπαθητικό παιδί, αλλά εκεί κατάλαβα ότι δεν με τραβούσαν οι άντρες. Απλώς απολάμβανα την παρέα του και είχα πήξει. Αυτά τα δύο σε συνδυασμό μπορεί να σου θολώσουν το μυαλό. Να χάσεις λίγο τον μπούσουλα. Στενοχωριέμαι τώρα που τον θυμάμαι. Εκείνος με είχε ερωτευτεί. Τον άφησα να πιστεύει ότι μπορεί και εγώ κάτι να αισθανόμουν. Πουστιά, από μέρους μου. Θυμάμαι εκείνο το βράδυ, που όλοι κοιμόνταν. Μόλις με πλησίασε, το σώμα μου δεν ρίγησε. Το πουλί μου δεν εκτινάχθηκε από τη βάση του. Οι πόροι του σώματός μου δεν άνοιξαν διάπλατα να τον υποδεχτούν. Δεν το πήρε καλά. Γιατί, ρε Λάμπρο, γιατί εμένα, τον ρωτούσα. Γιατί ήμουν ανεκτικός. Συζητήσιμος. Κατανοούσα. Είσαι στρογγυλός, Μιχάλη, μου έλεγε ο Λάμπρος και ενώ τώρα που έχω πάρει είκοσι κιλά θα το θεωρούσα μομφή, τότε το έβρισκα κολακευτικό.

Και εγώ με την πενιχρή φαντασία μου, και τις ατέλειωτες ώρες απουσίας της μάνας μου, ποιος ξέρει γιατί, έγραψα: η μάνα είναι στρογγυλή.

Όταν ήμουν στη δευτέρα δημοτικού μας έβαλαν να γράψουμε μια έκθεση για τη μάνα μας. Και συνέπεσε μάλλον, τώρα εκ των υστέρων το σκέφτομαι, με το μάθημα περί γης. Η γη είναι στρογγυλή, έλεγε η δασκάλα, και προσπαθούσε να μας εξηγήσει γιατί δεν τη βλέπουμε έτσι. Περιγράψτε τη μητέρα σας, μας ζητούσε η έκθεση. Και εγώ με την πενιχρή φαντασία μου, και τις ατέλειωτες ώρες απουσίας της μάνας μου, ποιος ξέρει γιατί, έγραψα: η μάνα είναι στρογγυλή. Η δασκάλα με θεώρησε εκτός θέματος. Τη διάβασε δυνατά. Προς παραδειγματισμό. Για να μη σκέφτεστε άλλα, είπε. Τα παιδιά γέλασαν και είπαν ότι η μάνα μου είναι μπάλα και ότι εγώ βλέπω πολύ ποδόσφαιρο. Μαλακίες έλεγαν και αυτά, και κυρίως η δασκάλα. Τώρα που το σκέφτομαι, μετά από τριάντα χρόνια, για μένα η μάνα για να είναι καλή μάνα θα έπρεπε να είναι στρογγυλή.

Η μάνα μου δεν ήθελε να με γεννήσει. Ήμουν για αυτήν ένα λάθος. Και είχε και δίκιο. Τον καιρό που έβγαινε με τον πατέρα μου και λίγο πριν επισημοποιηθεί η σχέση μέσα σε ένα απόγευμα έμαθε δύο πράγματα. Ότι ο πατέρας μου είναι ομοφυλόφιλος και ότι εκείνη είναι έγκυος. Κανένα από τα δύο δεν τη χαροποίησαν. Η εγκυμοσύνη ήταν προχωρημένη, οπότε αναγκάστηκε να κρατήσει το μωρό, και ο πατέρας μου προσπάθησε να κρατήσει τα προσχήματα με το να τη ζητήσει σε γάμο και να φέρεται σαν να είναι εκεί. Δεν ήταν όμως εκεί. Και τι να έκανε; Δεν τον αδικώ. Δεν νιώθω μίσος για εκείνον. Σε τίποτα δεν μου έφταιξε. Και ακόμα και σήμερα που έχει πεθάνει θυμάμαι τον πατέρα μου και κλαίω. Είναι βέβαιο ότι θα σε πετάξω παλιόχαρτο, διότι ποτέ δεν θα παραδεχόμουν σε κανέναν ότι κλαίω για εκείνον. Με έστρεψαν εναντίον του. Η οικογένεια της μάνας μου. Έπρεπε να μισήσω τον παλιόπουστα, για να γίνω εγώ άνδρας. Και τι σημασία έχει να είσαι άνδρας εάν δεν είσαι ανδρείος. Εάν είσαι δειλός. Εάν βάζεις την ουρά στα σκέλια, όπως εγώ τώρα; Που αποσύρθηκα στην κάμαρή μου και το μόνο που βλέπω είναι το μικρό παραθυράκι του φωταγωγού. Ακούω τον απορροφητήρα της γειτόνισσας και ηρεμώ. Περίεργο πώς. Τώρα τελευταία έμαθα ότι τα νεογέννητα όταν έχουν κολικούς ακούν τον απορροφητήρα και τους ηρεμεί. Γιατί τους θυμίζει τον ήχο στην κοιλιά της μάνας τους. Αποκλείεται της δικιάς μου η κοιλιά να έπαιζε σε ήχους απορροφητήρα. Κάτι πιο άγριο υποπτεύομαι ότι γινόταν εκεί μέσα. Μπορεί να ήταν ήχος πλυντηρίου, λίγο πριν το τελευταίο στύψιμο. Το δικό μου που είναι και παλιό κάνει τόσο θόρυβο που μετακινείται ολόκληρο, σαν σώμα που τινάζεται από το τελευταίο ηλεκτροσόκ.

Ο πούστης πάντως ήταν καλός άνθρωπος. Είχε περηφάνια και ας κουβαλούσε το βάρος σε ολόκληρη τη ζωή του. Ένα μυστικό που δεν ήταν και τόσο μυστικό αλλά εκείνον τον βάραινε. Θες επειδή δεν το είχε αποδεχτεί για τον εαυτό του, θες γιατί μετά από εκείνο το ανεπιθύμητο παιδί δεν ήταν πια ελεύθερος, θες γιατί είχε φάει ως παιδί πολύ ξύλο, ο πατέρας μου ήταν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Μόνος του, αδέσποτος, ασυμφιλίωτος. Τώρα που βρέθηκα στο μπουρδέλο μπορώ να καταλάβω πού τριγύριζε κάθε βράδυ και χανόταν σαν τη σκιά που ξεμακραίνει. Νομίζω ότι οι νύχτες, αφού εγώ κοιμόμουν, ήταν η ζωή του. Περίμενε όμως πάντα να κοιμηθώ. Να μη δώσει δικαιώματα. Παρ' όλο που το υπόλοιπο ήταν μια παράσταση, και μάλιστα κακοστημένη και με άθλια πρωταγωνίστρια. Αυτός είχε επιλέξει να είναι το σκηνικό. Καθόταν σε μια γωνιά, κάπνιζε, έγραφε καμιά αράδα –ποτέ δεν ήξερα τι έγραφε– και με κοίταζε να μεγαλώνω. Μόνο με κοίταζε σαν να κοίταζε ψάρια σε ενυδρείο. Και ας πέταγαν σπίθες τα μάτια του, και ας έβλεπε το δάκρυ που συντρόφευε τα μάτια μου καθώς με κοίταζε. Ούτε μια φορά δεν μπήκε στη ζωή μου να τα σαρώσει όλα. Και ας λαχταρούσα όσο τίποτα άλλο τον πατέρα μου. Όχι τον οποιονδήποτε, εκείνον. Που με τόση στοργή χάιδευε τα ποιήματά του, που γυάλιζε τα παπούτσια του την Κυριακή, που χτένιζε με ευλάβεια τη χωρίστρα του, που κοίταζε έξω από το παράθυρο και εκείνο θάμπωνε από την ανάσα του. Που έβαζε τα γυαλιά του μόλις άνοιγε τα μάτια και τα έβγαζε λίγο πριν κοιμηθεί. Που περπατούσε με δυσκολία για να μην του ξεφύγει το ελάττωμα. Αλλά ήταν καλός. Και βαθύς. Και ευγενικός. Και γλυκομίλητος. Επέστρεψες πατέρα; Θα με πάρεις μαζί σου; ρώταγα.

 

Η μάνα μου όταν γεννήθηκα και είδε ότι είμαι αγόρι άρχισε, μου είπαν, τις κατάρες. Ο φόβος που την κυρίευσε πρέπει να ήταν όμοιος με συντριβή. «Μην τολμήσεις και μου τον αγγίξεις και μου τον χαλάσεις άτιμε, θα σε σκίσω ζωντανό». Και έτσι και αυτός με κοίταζε από μακριά. Χωρίς να φύγει από το σπίτι. Κοντά και μακριά. Και λαχταρούσα τόσο πολύ να τον καταλάβω. Να με πάρει μιαν αγκαλιά. Να μου διώξει τους φόβους και εγώ να διώξω τους δικούς του. Ήξερα ότι μπορούσαμε να τα βρούμε. Το ένιωθα, παρόλο που δεν είχαμε ποτέ ευθεία σχέση. Και όταν μεγάλωσα, εκείνος χάθηκε. Όταν έφυγα για την Αγγλία για σπουδές, η μάνα μου έστειλε ένα γράμμα ότι ο πατέρας μου σκοτώθηκε και δεν προλάβαινα ούτε την κηδεία. Δεν μπορώ να της το συγχωρέσω. Πώς μπορεί μια μάνα να μην είναι στρογγυλή; Να μην μπορεί να χωρέσει ό,τι δεν χωράει αλλού; Να μην μπορεί να κλείσει μέσα της όλα τα προβλήματα του κόσμου; Να μην μπορεί να καταλάβει ότι μέσα μου ζει ο πατέρας μου και ότι είμαι περήφανος για αυτόν. Και εάν έμαθα από κάποιον να αγαπώ είναι από εκείνον, από εκείνη τη σχέση μέσω παρατήρησης, την κολοβή, την ανάπηρη σχέση. Όχι από εκείνη. Που έλεγε ότι με αγαπά και άφηνε τον πατέρα μου να καίγεται σαν κερί αναμμένο. Να κάθεται μόνος του με τις ώρες με το στυλό του πάνω στο γραφείο και να μην του φέρνει ένα ποτήρι νερό. Το βλέμμα της, δεν θα το ξεχάσω ποτέ το βλέμμα της, ήταν γεμάτο δηλητήριο. Τον έβλεπε και τον σιχαινόταν, ντρεπόταν που ανεχόταν να τον έχει σπίτι της. Αηδίαζε που είχε καταντήσει να είναι αυτός ο πατέρας του παιδιού της. Και το μέσα της ξηλώθηκε σαν εσωτερική ραφή. Άδειασε. Και δεν αγαπούσε πια κανέναν. Ούτε εμένα, παρά τους θεατρινισμούς και τις υπερβολές. Δεν υπήρχε ίχνος συγκίνησης. Μόνο λόγια πεταμένα στον αέρα και πολλή ψευτιά. Γράφοντας αυτές τις αράδες νιώθω ότι είμαι μια μούμια που την έχουν ταριχεύσει και δεν έχει ξεψυχήσει ακόμα. Νιώθω κρύος και άδειος, σφιχτοδεμένος από το σάβανό μου, αλλά κάτι μέσα μου λέει ότι δεν τέλειωσαν όλα.

Θυμήθηκα ότι αυτό που πάντα ευχόμουν είχε συμβεί. Φώναζα να επιστρέψει και να με πάρει μαζί του. Και είδα ότι όχι μόνο επιστρέφει, αλλά δεν έχει φύγει ποτέ από μέσα μου.

Και βάστηξα πολλά χρόνια νομίζοντας ότι είμαι ζωντανός. Έκανα σχέσεις, τέλειωσα σπουδές. Αλλά είμαι ανάπηρος. Σήμερα συνειδητοποίησα γιατί πήγα στο μπουρδέλο. Είδα τα κορίτσια, είδα τις σκάλες των «σπιτιών», είδα τους δρόμους και τότε θυμήθηκα. Θυμήθηκα ότι αυτό που πάντα ευχόμουν είχε συμβεί. Φώναζα να επιστρέψει και να με πάρει μαζί του. Και είδα ότι όχι μόνο επιστρέφει, αλλά δεν έχει φύγει ποτέ από μέσα μου. Ούτε ένα λεπτό. Και τον ένιωσα. Σε εκείνους τους δρόμους. Μέσα στα σκοτάδια. Στα αγοράκια που έκρυβαν το πρόσωπό τους. Στις λάμπες που τρεμόπαιζαν. Σε εκείνη την υπόκωφη τρεμουλιασμένη μουσική. Εκεί βρίσκεται ο πατέρας μου. Τον είδα. Όχι σαν σκιά. Αλλά σαν ύπαρξη. Γέρος, ταλαιπωρημένος, μόνος. Τα χρόνια του πήρανε πολλά, αλλά αυτή η σπίθα στο βλέμμα φώτιζε σαν πυροτέχνημα τη νύχτα. Και λέω, δεν μπορεί. Αυτός είναι. Επέστρεψε από τον θάνατο. Και τριγυρνάει ακόμα εκεί, όπως οι ψυχές ανθρώπων που έχουν δολοφονηθεί, που γυρνούν νύχτα μέρα στον τόπο του εγκλήματος. Αλλά δεν ήταν μόνον η ψυχή του εκεί. Ήταν όλος. Και τον πλησίασα. Του μίλησα. Δεν θέλησα να με πάρει είδηση ο Άρης. Του είπα ότι ξέρω ποιος είναι. Επέστρεψες, του είπα. Μάταια προσπάθησε να μου πει ότι έκανα λάθος. Αυτός ήταν. Είμαι για πρώτη φορά στη ζωή μου σίγουρος. Για όλα. Για τη μάνα μου, για τη ζωή μου, για τη νέκρα μου, για τα ποιήματά του. Είναι αυτός. Έτσι ζούσε, έτσι ζει. Δεν έφυγε ποτέ. Δεν σκοτώθηκε, όπως μου είπε εκείνη. Και δεν καταλαβαίνω πια τι σημασία έχει που έγινα άνδρας. Τι σημαίνει να είσαι άνδρας; Πώς εκφράζεται; Πώς νιώθει ένας άνδρας που δεν νιώθει; Το σπίτι μου ήταν ένα στερημένο σπίτι. Από έρωτα. Από αγάπη. Κανείς δεν συνάντησε κανέναν. Δύο μόνοι και εγώ που μεγάλωνα μόνο στην όψη. Και νόμιζε η μάνα μου ότι τα κατάφερε. Εκδικήθηκε. Έχασε τη ζωή της, αλλά έκανε στρέιτ το γιο της. Έναν στρέιτ που πια δεν γαμάει. Ούτε τις πουτάνες. Είμαι ένας στρέιτ χωρίς φύλο. Το νιώθω πια. Ας είχα γίνει τουλάχιστον σαν και εκείνον. Εκείνος καιγόταν για κάτι. Τον είδα σήμερα σου λέω και ξέρω. Ενώ εσύ, μάνα, καιγόσουν για κάποιον; Εσύ τι ήθελες στη ζωή σου; Μόνο να κάνεις κάποιον να πονά; Και μαζί με αυτόν, δεν πήρες είδηση ότι πέρασε η ζωή σου; Κανείς ποτέ δεν σε πήρε. Κανείς ποτέ δεν σε συνεπήρε. Σε κανέναν δεν δόθηκες. Τι σόι μήτρα ήσουνα; Η γη είναι στρογγυλή. Και εσύ στρογγυλή έπρεπε να ήσουν. Γιατί μόνο μέσα στον κύκλο μεγαλώνουν τα παιδιά. Μέσα στον κύκλο της ζωής. Μέσα στην αλυσίδα. Στον δεσμό και στα δεσμά. Στα όρια. Στην επανόρθωση. Στη ζωντάνια. Και εγώ είμαι νεκρός. Καμαρώστε με. Νεκρός. Δεν κατοικεί εντός μου κανείς. Και είναι ακόμα ζωντανός ο πατέρας μου. Με τα μικρά μυωπικά γυαλιά του. Το κοστούμι του υπαλλήλου. Τη χωρίστρα. Τα άσπρα του γένια. Είναι ζωντανός, με ακούς; Δεν θέλω να είμαι άλλο μόνος. Θέλω να θέλω. Κουράστηκα. Πρώτη φορά θέλω. Την ώρα που του έπιασα φευγαλέα το χέρι και του έδωσα το μικρό χαρτάκι στην κρύα του παλάμη. Επέστρεψες, του έγραψα. Ακούς; Είναι ζωντανός. Είναι ο πατέρας μου. Και δεν με νοιάζει τι κάνει τα βράδια. Τον πέθανες εσύ από τη ζωή σου και με άφηνες να πιστεύω ότι πέθανε. Αλλά τώρα τον είδα. Ήταν εκεί. Σκυφτός και κυρτός. Και δίπλα του εσύ, μάνα. Όπως τότε που γνωριστήκατε. Για λίγες στιγμές, όταν πλάγιασες μαζί του. Για λίγες στιγμές, ήσουν στρογγυλή.

 

marialena-2* Η ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Είναι υποψήφια διδάκτωρ ψυχολογίας στο ΕΚΠΑ. Εργάζεται ως ψυχολόγος στην ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ως ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια ιδιωτικά. Αρθρογραφεί σε έντυπα και εφημερίδες.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΤΟ bookpress.gr.

Διαβάστε τα υπόλοιπα δημοσιευμένα διηγήματα. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Γάγγης και Τίβερης

Γάγγης και Τίβερης

Της Μαρίας Καλιόρη *

Την είδε να στέκεται στην άκρη της γέφυρας και να στρέφει μια τελευταία φορά το κεφάλι της πίσω. Έπειτα άνοιξε τα χέρια της, πέταξε για λίγο στον αέρα και χάθηκε στο ποτάμι. Έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά του...

Ασύμμετροι ζυγοί

Ασύμμετροι ζυγοί

Της Κατερίνας Κοντοπούλου *

Τσιγάρο; Μου γνέφει αρνητικά. Δεν καπνίζει. Ανάβω εγώ, με κοιτάζει κάπως. Επικριτικά. Σαν τη μάνα μου, μόνο νεώτερη. Έχει καλό εξαερισμό εδώ, συνεχίζω. Για τον καπνό. Σηκώνει τους ώμους, δεν την νοι...

Πώς

Πώς

Της Αθηνάς Μπαλή *

Έπιασε τον γιακά του με τα δυο χέρια για να τον κρατήσει όρθιο∙ θέλησε να τρέξει αλλά με τα καινούργια παπούτσια σε αυτό το πεζοδρόμιο ακόμα και το να βαδίσεις ήταν κατόρθωμα.

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Τι (δεν) είναι η Δύση: μια επίκαιρη διαμάχη

Τι (δεν) είναι η Δύση: μια επίκαιρη διαμάχη

Σκέψεις με αφορμή τα βιβλία «Τι είναι η Δύση» του Φιλίπ Νεμό (μτφρ. Δημήτρης Αναγνωστόπουλος, Πένυ Μέγγουλη, Αμαλία Σταθάκη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας) και «Μικρή ιστορία της Δύσης» του Ροζέ-Πολ Ντρουά (μτφρ. Ασπασία Σιγάλα, εκδ. Ψυχογιός). 

...
Η ελληνική «περιπέτεια» του Δον Κιχότε

Η ελληνική «περιπέτεια» του Δον Κιχότε

Από τη Σμαράγδα Μαυροκορδάτου στη Μελίνα Παναγιωτίδου: μια αναδρομή σε όλες τις μεταφραστικές απόπειρες του μυθιστορήματος του Μιγκέλ ντε Θερβάντες «Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα».

Του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

...
Τέχνη κι εξιλέωση στη σκιά της Ιστορίας

Τέχνη κι εξιλέωση στη σκιά της Ιστορίας

Για το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» (εκδ. Ψυχογιός).

Του Κώστα Δρουγαλά

Το έκτο βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα είναι ένα μυθισ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube