x
Διαφήμιση

27 Μαϊου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:18:17:57 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ Ο ΞΕΝΟΣ

ΠΡΩΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ

Θέση για έναν

E-mail Εκτύπωση

tokyo-4-390Της Μαρίας Κώτσια*

Στην business class του αεροπλάνου, οι φαρδιές δερμάτινες πολυθρόνες σε επικλινή θέση, τα φώτα της καμπίνας χαμηλωμένα, διακρίνει ανάμεσα στα χωρίσματα γυναικεία πέλματα μέσα σε ελαστικά καλσόν και μαύρες ανδρικές κάλτσες. Αυτός με την πλάτη όρθια και τα δερμάτινα παπούτσια να του σφίγγουν την καμάρα του ποδιού, ψάχνει με το βλέμμα την αεροσυνοδό για ένα ακόμα bloody mary. Το ποτό σερβίρεται σχεδόν αμέσως, κουνάει το κεφάλι αρνητικά – όχι δεν θα ήθελε κάτι άλλο. H μικρή οθόνη μπροστά του πληροφορεί πως το αεροπλάνο πετάει με ταχύτητα 910km\h. Πώς θα'ταν άραγε αν έσκαγε πάνω σ' ένα τοίχο μ' αυτήν την ταχύτητα, τι θα ένιωθε, θα πονούσε, πόσο, περισσότερο απ' ότι τώρα; Άλλες τέσσερις ώρες πτήση. 

Δυτικό άκρο

E-mail Εκτύπωση

altΤης Γιώτας Ωρολογά*

Αυθαίρετα. Πρόσφυγες. Περαματάρηδες. Παράγκες αμφιθεατρικές η μια δίπλα στην άλλη, με τις ίδιες μικρές αυλές να κρέμονται σαν πολεμίστρες στο βουνό. Οι λέξεις κλείνουν μέσα εποχές. Xαρακώματα. Άνθρωποι ξεριζωμένοι στο δυτικότερο άκρο της αθηναϊκής γης. Και δεξαμενές. Πελώριες. Άσπρες.

Η ψύξη της ντομάτας

E-mail Εκτύπωση

ntomata 1Του Γιάννη Καρκανέβατου*

Είχε φτάσει σε ηλικία που, συνυπολογίζοντας και κάποια προβλήματα υγείας, δεν ήξερα αν θα τη βρω ζωντανή σε τρεις μήνες που θα επέστρεφα. Κουτάβι την είχαμε μαζέψει από μια κούτα στο γήπεδο του Στρέφη. Μετά από πίεση της μάνας, της δώσαμε το όχι και τόσο ευφάνταστο όνομα Κανέλα. Ενηλικιωθήκαμε παρέα και δεν μπορούσα να μην την αποχαιρετήσω. Θα ήθελα να της πω ότι έφευγα το απόγευμα για δουλειά στο Παρίσι, αλλά αυτή ζει το τώρα και θα ήταν μάταιο. Της έβαλα το λουρί και βγήκαμε. Αποφάσισα να μην ακολουθήσω το συνηθισμένο δρομολόγιο, με την ελπίδα ότι αυτή η αλλαγή σε μια καθημερινή συνήθεια ίσως την έβαζε σε υποψίες.

Η Χαχαχαρά στα Μιζερόφυτα

E-mail Εκτύπωση

makoto-shinkai-clouds-sky-track-girl-trainΤης Ζαχαρούλας Θεοδώρου*

Η Χαχαχαρά γεννήθηκε πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια αλλά δεν έχει μεγαλώσει ακόμα. Ζει και δεν εργάζεται στα Μιζερόφυτα, πυρήνα Αρβανίτικων και σαρκοβόρων φυτών. Το σπίτι της μυρίζει μανούλα και μεγάλο αδελφό. Καμιά φορά, μυρίζει πατσά και σκορδοστούπι και τότε η Χαραχαρά βεβαιώνεται πως είναι υιοθετημένη. 

Ο θυρωρός

E-mail Εκτύπωση

ghostΤου Νίκου Γυφτόπουλου*

Την Τρίτη 2 Απριλίου ξύπνησε με το χρώμα που έχουν οι ξεθωριασμένοι τοίχοι τα πρώιμα καλοκαίρια, όταν πέφτει το φως στις ταράτσες των πολυκατοικιών, καμιά εκατοστή μέτρα μακριά από τη μάντρα της Δημοτικής Φιλοξενίας. Χωρίς να ανασηκώσει το κεφάλι, ψηλάφισε το στρώμα του κι αφού βεβαιώθηκε ότι δεν είχε αλλάξει θέση το μπουκάλι, άνοιξε τα χείλη του κι άρχισε να πιπιλά την άκρη του, σαν μωρό που ψάχνει ρώγα για να ξεδιψάσει. Όσοι τον συνάντησαν αργότερα στο διάδρομο προς το γυμναστήριο, είδαν να τους κουνά το κεφάλι όπως κάνουν οι συγγενείς και οι φίλοι όταν τους ξαναβλέπουν μετά από πολύ καιρό. Χαμογελούσε δείχνοντας τα κιτρινισμένα δόντια του κι έσφιγγε την παλάμη τους με χέρι άσπρο και μαλακό, που κανείς δεν το είχε δει μέχρι εκείνο το πρωινό, έτσι που το 'κρυβε συνεχώς στη δεξιά του τσέπη λες κι ήταν κλεμμένο ή δανεικό. 

Το υπόστρωμα του κόσμου

E-mail Εκτύπωση

repulsion1Του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου*

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν ποτέ ο τύπος που είχε σχέσεις με τους γείτονές του – ούτε τις ήθελα κιόλας. Με απωθούσαν η επίπλαστη εγκαρδιότητα και οι ανούσιες κουβέντες της σκάλας. Όμως, μιας και ασανσέρ στην πολυκατοικία δεν υπήρχε, ήμουν αναγκασμένος να τις αντιμετωπίζω συχνά. Είχα λοιπόν βρει τρόπο να τις αποφεύγω – ή τουλάχιστον να τις ελαχιστοποιώ. Έβαζα το κεφάλι κάτω, μουρμούριζα μια καλημέρα μέσα απ' τα δόντια μου κι έκανα τάχα ότι βιάζομαι. Ανέβαινα τρέχοντας τους ορόφους για να παραμένω όσο λιγότερο γινόταν στην επικίνδυνη ζώνη. Κακό δεν μου 'κανε, είχα ανάγκη κι από λίγη άσκηση. Άλλωστε δεν είχαμε και κανέναν άνθρωπο που να έχω κάτι να πω μαζί του. Όλο κάτι αδιάκριτοι γέροι ήταν, κάτι νωθροί οικογενειάρχες με προκοίλια και υστερικές μητέρες με τα πιτσιρίκια τους. Με τα τελευταία, η αδιαφορία ευτυχώς ήταν αμοιβαία. Κανείς που να δείχνει έστω κι ελάχιστα ενδιαφέρων – ή, μάλλον, σχεδόν κανείς. 

Σκύρος

E-mail Εκτύπωση

kokkotas360Του Βασίλη Κόκκοτα* 

Μετά και τα τελευταία, αναπάντεχα γεγονότα, ο Ζυλιέν Λαφάργκ, 22 ετών, κάτοικος Παρισιού, έχασε ολοκληρωτικά την πίστη του. Στην οικογένειά του δήλωσε ότι αυτό ήταν, έπαιξε και έχασε. Στους μπάτσους είπε με υπεροψία ότι και να τον άφηναν ελεύθερο, πάλι τα ίδια θα έκανε. Στον δικαστή παρίστανε τον μουγκό. Τον δικηγόρο τον αγνόησε. Στους άλλους προσποιήθηκε ότι δεν ενδιαφέρεται.

Γράμμα στη μητέρα

E-mail Εκτύπωση

mother-cabriniΤης Λένας Κορομηλά*

Μάνα,

Εμείς εδώ στην Γεπουλία είμαστε καλά. Εσύ εκεί; Περνάνε οι μέρες χωρίς να λαβαίνουμε γράμμα σου. Εδώ στα ξένα που ήρθαμε με τον μπαμπά, εγώ και αυτός μια μέρα, κάθε μέρα βρέχει και εγώ σκέφτομαι ότι δεν περνάει μια μέρα που να μην βρέξει και ότι αυτή είναι αληθινή βροχή και όχι η βροχή στο χωριό μας στην Νέα Πέτρα. Αυτό σκέφτομαι αλλά δεν το λέω στον μπαμπά γιατί αυτός θα μου πει ότι λέω βλακείες και μπορεί και να έχει δίκιο. 

Σαν ξένος

E-mail Εκτύπωση

san-xenosΤης Κατερίνας Κονιδάρη*

Έφτιαξα καφέ, άνοιξα το facebook και έμπλεξα σε τσακωμό. Είχε ανεβάσει τη φωτογραφία ενός νεκρού μετανάστη. Από κάτω έγραφε: «Κοιμηθείτε ήσυχοι εσείς, κανονίστε τα ποτάκια σας, βγείτε τις βόλτες σας, μιλήστε για τα προβλήματά μας στα ζεστά σας σπίτια. Εμείς φεύγουμε ένας ένας, είτε με μαχαίρια, είτε με τα τρένα». Ωραίος. Αυτός ο πονεμένος και εμείς οι προνομιούχοι. Κοίταξα τα σχόλια: «Να φέρουν στις κάσες τα παιδιά των δολοφόνων των μεταναστών». Είκοσι like. «Κωλοφάρα φασίστες και όλοι εσείς στο λήθαργο, θα έρθει η ώρα σας». Δεκαπέντε like. «Σύντροφε, κάτι τέτοιοι είναι χειρότεροι και από φασίστες». Επτά. Δεν άντεξα, έγραψα κι εγώ: «Δεν περίμενα ρε φίλε ότι για ένα ποτό θα γινόμουν αντίπαλός σου». Και ένας άλλος κάτω από εμένα: «Μας βάζεις όλους σε ένα τσουβάλι, γίνεσαι άδικος».

Γυρίζω μετά

E-mail Εκτύπωση

an-old-man2Της Αδαμαντινής Καβαλιεράτου*

Ξυπνάω δεκαεννιά χρόνια μετά. Περνάω από το μαύρο στο λευκό. «Πού είμαι;». «Νερό». Να μιλήσω, να φωνάξω, να σηκωθώ: αδύνατον. Τραβάω τα σωληνάκια, άνθρωποι με άσπρες μπλούζες μαζεύονται γύρω μου. Με κοιτάζουν ανήσυχα, με απορία. Άλλος τα πόδια, άλλος τα χέρια, άλλος τα μηχανήματα πλάι στο κεφάλι μου· μια γυναίκα μου βάζει ξανά τα σωληνάκια στη μύτη και το στόμα. Ένα τρυφερό χτύπημα στην παλάμη. Κάνω το κεφάλι στο πλάι· μεταλλικά κρεβάτια στη σειρά· πάνω τους κοιμισμένοι. Γυρίζω από την άλλη: το ίδιο. Ένας άντρας σκύβει, μου μιλάει: «Καλώς ήρθες, θυμάσαι το όνομά σου;» Το όνομά μου το θυμάμαι, όπως και όλα τα άλλα. Θυμάμαι τι έκανα και πού ήμουν την προηγούμενη μέρα.

Αράπης, είπε

E-mail Εκτύπωση

sad-woman-depression_optΤης Βιβής Τσάκαλου*

Αράπης, είπε. Άνοιξε το στόμα της και είπε αράπης. Πού τη βρήκε αυτή τη λέξη. Πού την ξέθαψε; Η γλώσσα της στο μεταξύ πήγαινε ροδάνι: μια αραπίνα στην τουαλέτα που πρόσεχε μην τελειώσει το χαρτί υγείας, ένας αράπης στο αεροδρόμιο που δεν καταλάβαινε τι του έλεγαν, κάτι αράπηδες στην υποδοχή του ξενοδοχείου που τους έδιναν ποτά (welcome drinks, διευκρίνισε).

Σινκανσέν

E-mail Εκτύπωση

nursesTου Άκη Παπαντώνη*

Ο διάδρομος είναι χαμηλοτάβανος, μακρύς. Ατελείωτος όπως τα τρένα στα καρτούν που έβλεπες μικρός. Κάθε τρίτη πόρτα φωτίζεται από μια λάμπα αλογόνου. Κουβαλάς μια μεγάλη ροζ τσάντα. Και μια μικρή μαύρη. Κι ένα θερμός με καφέ φίλτρου. Αν κάποιος σε έβλεπε θα έλεγε πως το ‘χεις ξανακάνει. (Δεν το έχεις.) Ο διάδρομος είναι ήσυχος. Η ησυχία σου τρυπάει τα μηνίγγια. Νιώθεις το μαλακό πάτωμα να βράζει. Την ημικρανία να κλιμακώνεται. Αυτή τη στιγμή θα ήταν το πιο λυτρωτικό βάσανο, σκέφτεσαι. Τρίβεις μηχανικά, με κυκλικές κινήσεις του αντίχειρα, το σημάδι στον δεξί σου παράμεσο. Στον αριστερό σου ώμο στηρίζονται πέντε δάκτυλα. Με φαγωμένα νύχια. Ακολουθείτε δυο γάμπες τυλιγμένες σε λευκό καλσόν κατά μήκος του διαδρόμου. Οι τρεις σας ένα μικρό τρενάκι. Σαν εκείνα τα ξύλινα που έπαιζες μικρός. Στο δωμάτιο 4 στρίβετε. Στα ιαπωνικά ο αριθμός τέσσερα, σι, ηχεί όπως η λέξη θάνατος – το μόνο πράγμα που κράτησες από την Ιαπωνία. Μαζί με το τρένο-σφαίρα, το Σινκανσέν.

Πέρα από τον Ρουβίκωνα

E-mail Εκτύπωση

littleboyimmigrantsΤου Κίμωνα Θεοδώρου*

Δούλεψαν είκοσι χρόνια στη Δυτική Γερμανία. Γκασταρμπάιτερ. Όταν χτύπησε η νοσταλγία, επέστρεψαν σε μια κωμόπολη στη Μακεδονία, τέλος και αρχή μιας εποχής, από τη δεκαετία των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων του 1970 στη δεκαετία του 1980: η επίσημη κοινή αίσθηση −συνήθως επίπλαστη− προμήνυε ελπίδα και σταθερότητα, καθώς η χώρα έμπαινε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Θα γινόταν μια σύγχρονη δημοκρατία με τα όλα της.

Σελίδα 2 από 3

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube