x
Διαφήμιση

25 Φεβρουαριου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Σπουδή στο κίτρινο

Σπουδή στο κίτρινο

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Χριστόπουλου «Σπουδή στο κίτρινο», που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Το Ροδακιό.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Το μπερεκέτι μας

ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ. Ἰδιαζόντως ἐπικίνδυνο ἄτομο ὑπονομεύει τὶς προσπάθειες τῆς ἑταιρείας νὰ ἐξεύρει θέσεις ἀπασχόλησης ποὺ θὰ συμϐάλουν στὴν εὐημερία τοῦ τόπου. Ἀνθρωποκυνηγητό.

«Πανσέληνο» τὸν ξέραμε στὴ σχολή. Ὁ Ἀργύρης δηλαδή, ὁ παλιός του συγκάτοικος, καὶ οἱ συμφοιτητές του. Πανσέληνο τὸν ἀνέϐαζαν, Πανσέληνο τὸν κατέϐαζαν. Κι αὐτὸς τὸ δεχόταν. Πανσέληνο τὸν βάφτισε ὁ Εὐθυμίου - ὁ ξάδερφος τοῦ Ἰορδάνη - ἀπὸ τὴν Κομοτηνή, ποὺ σπούδαζε Ἀρχαιολογία, γιατὶ ἡ μορφή του θύμιζε τὶς ἁγιογραφίες τοῦ βυζαντινοῦ ζωγράφου ποὺ ὑπῆρξε καὶ δὲν ὑπῆρξε. Μόνο τὴ σκιά του βλέπαμε τὰ τελευταῖα χρόνια. Ἱερομόναχος στὴν ἐπικράτειά του μὲ τὶς κερασιές, τὶς ὀξιές, τὰ πλατάνια, τὶς καστανιές, τὰ παιδιὰ ποὺ δὲν ἔκανε ἀλλὰ υἱοθέτησε καὶ μαζί τους γέρασε. Πολλὰ ὑποσχόμενος φοιτητής. Ἄνθρακες ὁ θησαυρὸς στὸ τέλος. Ντὶπ γιὰ ντίπ.

Τὸν βρίζανε, τὸν προγκίζανε, μέχρι καὶ ὁ παπὰς τοῦ χωριοῦ τὶς Κυριακὲς λιϐάνιζε τὸν κόσμο νὰ κάψει τὸ σατανὰ ποὺ τρύπωσε στὸ δάσος καὶ δὲν ἔλεγε νὰ ξεκουμπιστεῖ. Γιὰ ἄλλους ἦταν ὁ σάτυρος ποὺ κρυϐόταν στὰ μαῦρα ρουμάνια καὶ ἔκανε ὀργιαστικὲς τελετὲς καὶ αἴσχη. Ἄλλοι διαδίδανε ἱστορίες μὲ ἐκρηκτικά, βόμϐες, ξένους πράκτορες, κρυμμένους θησαυρούς. «Ὁ Μπὶν Λάντεν τῶν δασῶν», ἔλεγαν συνωμοτικὰ καὶ τοῦ φόρτωναν κάθε στραϐοπάτημα, σίγουροι πὼς τὸ εἶχε ἀνακαλύψει τὸ μεγάλο κοίτασμα. Πενήντα χιλιάρικα ἡ ἀμοιϐή, ὅρισε ἡ ἑταιρεία.

Μιὰ καὶ δυό, ξημερώματα κίνησε, κάπου θὰ τὸν ξετρύπωνε, τοῦτα τὰ μονοπάτια πολλὲς φορὲς τὰ περπατήσανε παιδιὰ ἀμούστακα ἀκόμα, τότε ποὺ κανένας δὲν τόλμαγε οὔτε κλαράκι νὰ κόψει. Μετὰ σηκώθηκε ἀντάρα κι ἔγινε τὸ μεγάλο κακό.

Ποιὸ δάσος; «Ἐλντοράντο» τὸ λένε πιὰ ἐδῶ τριγύρω. Ὡραῖο ὄνομα! Ποιὸς νὰ εἶναι ὁ νονός, συλλογιζόταν ὁ Ἀργύρης - πατημένα τὰ ἑξήντα πέντε -, ποὺ ἤξερε τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ἡ ζωή του στένευε τὸν τελευταῖο καιρό. Δεύτερες σκέψεις δὲν ἔκανε. Ὁ χρόνος πίεζε. Μιὰ καὶ δυό, ξημερώματα κίνησε, κάπου θὰ τὸν ξετρύπωνε, τοῦτα τὰ μονοπάτια πολλὲς φορὲς τὰ περπατήσανε παιδιὰ ἀμούστακα ἀκόμα, τότε ποὺ κανένας δὲν τόλμαγε οὔτε κλαράκι νὰ κόψει. Μετὰ σηκώθηκε ἀντάρα κι ἔγινε τὸ μεγάλο κακό. Νὰ τὸν βρεῖ, νὰ τὸν νουθετήσει καί, ποῦ ξέρεις, νά -. Ὁδήγησε καμιὰ εἰκοσαριὰ χιλιόμετρα στὸν ἐπαρχιακό, πάτησε γκάζι στὸ σκουπιδότοπο. Καπνοὶ καὶ τοξικὲς οὐσίες, καμένα λάστιχα καὶ πλαστικὰ καλώδια, ρημαγμένα αὐτοκίνητα, τόνοι ἄχρηστων ὑλικῶν. Ἔστριψε στὸν δασικό, ἄλλα δεκαπέντε ἐκεῖ, ἄφησε τὸ αὐτοκίνητο σὲ ἕνα πλάτωμα. «Πῶς λόγγωσε ἔτσι ὁ τόπος;» ἀναρωτήθηκε. Μετὰ τὸ ἔκοψε μὲ τὰ πόδια. Ἡ ἀνάσα του γινόταν βαριά, δὲν ἄντεχε. Σταματοῦσε κάθε τρεῖς καὶ λίγο. Ἔδινε κουράγιο στὸν ἑαυτό του νὰ συνεχίσει, μὴν τὸ μετανιώσει. Μήν -.

Ἀγύριστο κεφάλι ὁ παλιὸς συγκάτοικος, ἀπὸ τοὺς τύπους ποὺ κάτι στράϐωσε νωρὶς στὴ ζωή τους καὶ δὲν θὰ ἴσιωνε ξανά. Κατὰ βάθος ὁ Ἀργύρης τὸν ζήλευε πάντα, ὅπως καὶ ὅλοι μας, κι ἂς μὴν τὸ ὁμολογούσαμε. Ποὺ τὰ παράτησε καὶ σὰν τὸν ὑδράργυρο σκόρπισε. Ἡ παρέα μὲ τὰ χρόνια βολεύτηκε. Γινήκαμε «γενιά», ποὺ λένε. Ὁ Πανσέληνος πουθενὰ δὲν χώθηκε, μὲ κανέναν δὲν πῆγε, ὅλα τ’ ἀρνήθηκε καὶ ἀπ’ αὐτὸ κρατήθηκε. Μονιὰς πορεύτηκε καὶ τό ’χε γιὰ καμάρι. Σὲ λίγο καιρό, τὰ πετρώματα, τὰ βουνά, τὰ δάση τῆς Μακεδονίας θὰ γίνονταν τὰ πολύτιμα μέταλλα ποὺ φύλαγε. Τί τὰ θὲς ὅμως. Μόνος του κανεὶς γίνεται κανένας. Μισάνθρωπος. Ὁ Ἀργύρης στὴν ἀρχὴ ἔδειχνε κάπως νὰ τὸν καταλαϐαίνει, οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς πάλι ὄχι.

Πενήντα χιλιάρικα θὰ τσέπωνε ὅποιος ἔδινε πληροφορίες στὴν ἑταιρεία ποὺ συνεργαζόταν μὲ τὸ Νομάρχη ποὺ συνεργαζόταν μὲ τὸ Δήμαρχο. Δὲν εἶναι λίγο πράγμα, μονολογοῦσε ὁ Ἀργύρης. Δὲν εἶναι- καὶ μιὰ σκέψη τοῦ ζέσταινε τὴν καρδιά. Στὸ χειρουργεῖο. Ποὺ ἐπειγόντως νὰ τὴ βάλει. Ἔπρεπε. Ὄχι τὴ δική του. Τῆς κόρης του. Ἔπρεπε. Κι ἀναϐολὴ δὲν σήκωνε. Στὴν πόλη καὶ στὰ γύρω χωριὰ ἐξαπέλυσαν ἀνθρωποκυνηγητό. Νὰ τὸν καταδώσουν. Ἄνθρωποι ποὺ ποτὲ δὲν τὸν εἶχαν δεῖ. Πενήντα χιλιάρικα τοῦ ζήταγε ὁ γιατρός. Μπροστά. Τὰ ὑπόλοιπα μετά. Ἀνθρωποκυνηγητό.

Προχώρησε κι ἄλλο. Ὥσπου τὸν βρῆκε. Σκυμμένος μ’ ἕνα μακὸ φανελάκι στὴ ρίζα μιᾶς ἀγριοκερασιᾶς, κάτι νὰ σκαλίζει, μὲ ὅλες τὶς ἀναγκαῖες προφυλάξεις, λὲς καὶ μελετοῦσε τὰ δέντρα. Ἄνοιξε διάπλατα τὰ μάτια του. «Χρυσάφι θὰ κρύϐει στὸ σακούλι του», ὑπέθεσε κι ἔϐαλε σημάδι.

Σὲ κεῖνα τὰ μέρη νυχτώνει νωρίς. Οἱ ἀχτίνες τοῦ ἥλιου δὲν βρίσκουν εὔκολα τὸ δρόμο νὰ ταξιδέψουν ἴσαμε κάτω. Τὸν ἄφησε ὑπομονετικὰ νὰ τελειώσει τὴ δουλειά του, κι ὁ ἴδιος στὸ μεταξὺ ἔκανε τοὺς ὑπολογισμούς του. «Πανάθεμά τον, πανάκριϐος ἔγινε ὁ ἀέρας π’ ἀναπνέουμε καὶ πρέπει κανεὶς νὰ ἔχει νὰ πληρώσει», ἀπολογήθηκε στὸν ἑαυτό του καὶ κρύφτηκε κι ἄλλο. Δυὸ βήματα τὸν χώριζαν ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς προσμονῆς. Τὸν φαντάστηκε ἐπικηρυγμένο στὴν Ἄγρια Δύση, καϐάλα στὸ ἄλογό του καὶ ξοπίσω του νὰ τρέχουν λυσσασμένοι ὅλοι οἱ σερίφηδες μὲ τοὺς βοηθούς τους καὶ οἱ κυνηγοὶ κεφαλῶν καὶ πιὸ πίσω οἱ τυχοδιῶκτες τοῦ Φὰρ Οὐέστ ποὺ διψᾶνε γιὰ χρυσό, ποὺ εἶναι ἕτοιμοι νὰ σκοτώσουν γιὰ χρυσάφι, νὰ λιντσάρουν γιὰ λίγες οὐγκιὲς καθαρὸ χρυσάφι.

«Τί κάνεις, βρέ Πανσέληνε, στὴ μέση τοῦ πουθενά;»
«Καλῶς τὸν ‟Μικρό”», εἶπε, μ’ ἕναν τόνο πίκρας στὴ φωνή, ἐκεῖνος. Σὰ νὰ τὸν περίμενε. «Πῶς ἀπ’ τὰ μέρη μας;» ρώτησε. «Γυρεύεις κάτι;»
«Νὰ δῶ τί κάνεις», εἶπε ὁ Μικρὸς καὶ ξεροκατάπιε, καὶ τοῦ φάνηκε ἡ κουϐέντα τοῦ φίλου του σὰν ἀπειλή, σὰν βρισιά.

Ὁ Πανσέληνος πῆρε μιὰ χούφτα χῶμα ὑγρὸ καὶ τὸ ἔφερε στὴ μύτη του. «Αὐτὸ φτάνει γιὰ νὰ ἱδρύσει κανεὶς μιὰν αἰωνιότητα», εἶπε. Ὁ Μικρὸς -ποὺ ποτὲ δὲν κατάλαϐε γιατί τὸν βάφτισε ἔτσι ὁ φίλος του ἀλλὰ μὲ τὸν καιρὸ τὸ συνήθισε - ἀπὸ ἀμηχανία ἔπαιζε μὲ τὸ κινητό του. Δὲν τὸ πολυσκέφτηκε καὶ τοῦ μίλησε δίχως περιστροφές.

alt«Σ’ ἔχουνε στριμώξει ἀπὸ παντοῦ, Πανσέληνε. Σὲ κυνηγοῦν θεοὶ καὶ δαίμονες, ὅλος ὁ κόσμος σὲ ψάχνει. Ξεσκίζεσαι καὶ ματώνεις. Γιὰ ν’ ἀποδείξεις τί; Εἶναι καιρὸς νὰ τὰ παρατήσεις, νὰ τοὺς ξηγηθεῖς ὄμορφα κι ὡραῖα, νὰ ἀποκαταστήσεις καὶ τὸ ὄνομά σου. Ὣς πότε φυγάς; Ἕνας χείμαρρος μᾶς παίρνει σϐάρνα καὶ ἀλίμονο σ’ ὅποιο κούτσουρο βρεθεῖ στὴν πορεία του. Οἱ ἄνθρωποι θέλουν δουλειές, οἱ δουλειὲς φέρνουν λεφτά, τὰ λεφτὰ ἐπενδύσεις, ἀνάπτυξη, εὐημερία. Ἔτσι πάει τὸ πράγμα. Ποιὸς νοιάζεται πιὰ γιὰ τὶς κερασιές, τὶς ὀξιές, τοὺς κέδρους, τὶς πέρδικες καὶ τοὺς λαγούς, γιὰ τὸν πετρίτη καὶ τὴν ἀλκυόνη σου, καημένε; Ποιὸς ὁ λόγος νὰ ἀντιστέκεσαι; Σὲ λίγο κι ἐσένα τὸν ἴδιο θὰ ἀπαλλοτριώσουν. Γεράσαμε, Πανσέληνε, πάρ’ το ἀπόφαση πιά!» Κι εὐχόταν ὁ φίλος του μόνος του νὰ πάει νὰ παραδοθεῖ.

Ὅσο τοῦ μίλαγε, ὁ Πανσέληνος εἶχε κρυμμένο τὸ κεφάλι ἀνάμεσα στὰ χέρια του, ὅπως ὁ φαντάρος στὸ ἀμπρὶ φυλάγεται ἀπὸ τὶς σφαῖρες. Τὸν κοίταξε ἴσια, μὲ μάτια ὑγρά. Ἤξερε πὼς ἦταν ἡ στιγμὴ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ φίλια πυρά.

«Ἐμένα πατρίδα μου» -εἶπε δίχως τσάκισμα στὴ φωνὴ - «οἱ θάλασσες καὶ τὰ ποτάμια, οἱ λίμνες καὶ τὰ ρυάκια, τὰ κορφοϐούνια καὶ οἱ κοιλάδες. Ἐμένα πατρίδα μου τὸ φῶς ποὺ λούζει τὸ Αἰγαῖο σὲ μιὰν ἀπόμερη γωνιά. Ἐμένα πατρίδα μου τὸ βουϐὸ κλάμα τοῦ ψαρᾶ μιὰ νύχτα στὴν Κερκίνη. Σ’ ἕνα ξωκλήσι ἀναπαύεται ὁ Θεός. Ἐσένα, Μικρέ, δὲν ξέρω ποιὰ ἀκριϐῶς εἶναι ἡ δική σου ἡ πατρίδα.»

Ἡ νύχτα ἔριχνε τὸ σεντόνι της. Τὸ φεγγάρι ἄναψε καὶ τοὺς ἔδειχνε τὸ δρόμο. Τραϐήξανε σ’ ἕνα φιδίσιο μονοπάτι, παντοῦ ξέφωτα καὶ ρυάκια, κατεϐήκανε, ἀνεϐήκανε ἕνα πλάτωμα, κάνανε ζὶγκ-ζὰγκ ἀνάμεσα σὲ πανύψηλους κορμοὺς δέντρων, περάσανε κάτι μελίσσια, φτάσανε ἐπιτέλους στὸ καλύϐι του. Τί καλύϐι δηλαδή, ἕνα κανονικὸ δεντρόσπιτο κρυμμένο ἀνάμεσα σὲ βελανιδιές, πουρνάρια, ἀριές, κουμαριές, ρείκια. Τὸ δικό του φτιαγμένο πάνω σὲ μιὰ φλαμουριά. Σκαρφαλώσανε μ’ ἕνα σκοινί. Ὁ Ἀργύρης κρύωνε. Ὁ Πανσέληνος ἄναψε μὲ δαδὶ μιὰ φωτιὰ καὶ τὸν κέρασε γράπα. Οἱ σκιές τους μεθυσμένες χόρευαν στὰ σανίδια καὶ τὰ νυχτόϐια πλάσματα τοῦ δάσους τοὺς κρατοῦσαν συντροφιὰ μὲ τὶς φωνές τους.

Οἱ ὧρες τσουλοῦσαν βιαστικά, καθὼς τὰ χρόνια τους. Τὸ μυαλό τους γλίστρησε στὰ παρελθόντα.

«Θύμισέ μου, Πανσέληνε…»
«Μίλησέ μου, Μικρέ…»
«Φάγαμε ψωμὶ κι ἁλάτι μαζί…»

Ὁ ἄνεμος οὔρλιαζε φέρνοντας ἀραιὰ καὶ ποῦ κραυγὲς ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς, γυναίκα ποὺ τῆς κλέϐουν βίαια τὸ ἔμϐρυο καὶ τὴν ἀφήνουν στέρφα. Ξημέρωνε. Τὸ φῶς τρύπωσε μέσα ἀπὸ τὸ παράθυρο. Βάλανε στὴ χόϐολη τὸ μπρίκι καὶ ρίξανε μπόλικο καφέ. Τὸ χέρι τοῦ Μικροῦ ἔτρεμε. Τὸ καϊμάκι χύθηκε. «Λεφτά, λεφτά!» εἶπε ὁ Πανσέληνος γελώντας.

«Πιστεύεις στὸν Θεό;» ρώτησε ὁ Ἀργύρης. «Πιστεύω», ἀπάντησε ὁ ἄλλος. «Πιστεύω. Μόνο ποὺ ἐγὼ τὸν λέω ἀλλιῶς.» Κι ἡ φωνή του κόπηκε στὰ δυό.

Μακριά, ὁ θόρυϐος ἀπὸ τὰ μηχανήματα ποὺ ἔτρωγαν τὰ σωθικὰ τοῦ βουνοῦ. Ἡ σκόνη, λευκὴ ὁμίχλη πάστωνε τὸ δάσος. Ὁ Πανσέληνος ἔκλεισε τ’ αὐτιά του. «Ὁ μικρός μας παράδεισος ἀργοπεθαίνει», κι ἡ στυφάδα τῆς ματιᾶς του ἁπλώθηκε ἕνα γύρω. «Τὸ νερὸ θὰ χαθεῖ. Τὰ δάση, λένε, κατοικοῦνται ἀπὸ τίμια πνεύματα ποὺ ζοῦν στοὺς ρυθμοὺς τῆς φύσης. Τὸ μπερεκέτι μας, Μικρέ. Τ’ ἀκοῦς; Τὸ μπερεκέτι μας. Χωρὶς αὐτὰ εἴμαστε ὁλότελα χαμένοι. Ἡ στιγμὴ τοῦ λογαριασμοῦ φτάνει κάποτε σὲ ὅλους.»

«Πιστεύεις στὸν Θεό;» ρώτησε ὁ Ἀργύρης. «Πιστεύω», ἀπάντησε ὁ ἄλλος. «Πιστεύω. Μόνο ποὺ ἐγὼ τὸν λέω ἀλλιῶς.» Κι ἡ φωνή του κόπηκε στὰ δυό.

Σηκώθηκε νωχελικά. Ἔχωσε δυὸ τρεῖς ἀλλαξιὲς καὶ μερικὰ βιϐλία στὸ σακίδιό του. «Ἀντίο, Ἀργύρη», τοῦ εἶπε. Πρώτη φορὰ τὸν ἔλεγε ἔτσι. Ὁ ἄλλος τά ’χασε.

Ποδοϐολητά. Ἀπὸ τὸν τηλεϐόα κραυγές. Σκυλιά.

Τὴν ἄλλη μέρα θὰ ἀνακρίνανε γιὰ τὰ τυπικὰ τὸν Ἀργύρη καὶ ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα θὰ τὸν ἀφήνανε ἐλεύθερο. Νὰ περάσει ἀπὸ τὸ ταμεῖο τῆς ἑταιρείας. Τὸ ἔπαθλο τὸν περίμενε. Ὁ Πανσέληνος κουϐέντα δὲν εἶπε. Οὔτε δικηγόρο κάλεσε.

Πέρασαν βδομάδες. Μεγάλη Πέμπτη ἔρχεται σπίτι καὶ πίνοντας τσίπουρα μοῦ τὰ ξερνάει ὅλα. Γιὰ τελευταία φορά. Μὴν καρφωθεῖ καὶ κινήσει ὑποψίες. Κανεὶς δὲν ἔμαθε τὸ παραμικρὸ γιὰ τὸν Πανσέληνο. Τὸ πράγμα ξεχάστηκε. Ἕνα πρωὶ παίρνει τὰ πόδια του καὶ βαδίζει γιὰ τὸ δάσος. Κίτρινος πυρετὸς τὸν κόϐει. Σκύϐει στὴ ρίζα τῆς κερασιᾶς. Λοξὲς ματιές. Λάσπες. Σκιὲς ποὺ δραπετεύουν στὸ σκοτάδι. Χέρια ποὺ ψάχνουν στὰ τυφλὰ τὸ μπερεκέτι. Ἕνα γυάλινο μπουκάλι κι ἀπέξω μιὰ ἐτικέτα: ΧΩΜΑ ΑΕΡΑΣ ΝΕΡΟ. «Ἄνθρακες ὁ θησαυρός», καὶ μένει ἀνάσκελα μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτά. Θύμα κι αὐτὸς κάποιας ἀμοιϐῆς. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀδυναμίας. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Αργός σίδηρος

Αργός σίδηρος

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Σωφρόνη Σωφρονίου «Αργός σίδηρος», που θα κυκλοφορήσει στις 15 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο

Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Λένας Διβάνη «Τι έμαθα περπατώντας στον κόσμο», που θα κυκλοφορήσει στις 14 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Ψεύτικοι δίδυμοι

Ψεύτικοι δίδυμοι

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αγγελάκου «Ψεύτικοι δίδυμοι», που θα κυκλοφορήσει στις 9 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Διαβάζοντας με τη Λένα Δροσάκη

Διαβάζοντας με τη Λένα Δροσάκη

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Σε εξέλιξη η ιστορική μετακόμιση της Εθνικής Βιβλιοθήκης

Σε εξέλιξη η ιστορική μετακόμιση της Εθνικής Βιβλιοθήκης

Εκατοντάδες χιλιάδες Tεκμήρια του Ελληνισμού μεταστεγάζονται στο νέο κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Μετά ...

Πλειστηριασμοί, εξώσεις και συλλογική αντίσταση

Πλειστηριασμοί, εξώσεις και συλλογική αντίσταση

Ο βραβευμένος Ισπανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Isaac Rosa αφηγείται με το εξαιρετικά σχεδιασμένο από την Cristina Bueno graphic novel του «Εδώ έζησε» (εκδ. Angelus Novus) μια επώδυνη αλλά ελπιδοφόρα ιστορία έξωσης.

...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube