16 Αυγουστου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Οι τυφλοί

Οι τυφλοί

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Νίκου Α. Μάντη, Οι τυφλοί, που θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Είναι Μάρτιος του ’49, ο Απόστολος στα δεκαπέντε. Το κρύο είναι ακόμα δυνατό, και σε συνδυασμό με την υγρασία, τον περονιάζει μέχρι το μεδούλι. Νιώθεις ό,τι νιώθει, βλέπεις ό,τι βλέπει, δηλαδή τίποτα, μιας και τα μάτια του είναι δεμένα. Φοράει το παλτό του μακαρίτη του παππού του, από γνήσιο εγγλέζικο κασμίρι, που του πέφτει μεγάλο στους ώμους, και στα πόδια του χοντροπάπουτσα, τις λασπωμένες αρβύλες, που έχουν γεμίσει νερά και του παγώνουν τα δάχτυλα. Τα χέρια του είναι δεμένα πισθάγκωνα με μια χοντρή τριχιά και έχουν ματώσει. Γύρω του ακούει βαριές πατημασιές και αραιούς καλπασμούς αλόγων. Κάπου κάπου ένα χέρι τον πιάνει απ’ το μπράτσο και τον οδηγεί, με απότομες, εχθρικές κινήσεις, όταν μοιάζει να χάνει το δρόμο του ή όταν κινδυνεύει να πέσει, κολλώντας στη λασπουριά και στις πέτρες. Τον πηγαίνουν για εκτέλεση.

Πριν από λίγες ώρες τον πιάσανε, και τώρα πρόκειται να έρθει η τιμωρία. Τον κατηγορούν ότι σχεδίαζε να αυτομολήσει στις τάξεις του εχθρού, των φασιστών και εθνοπροδοτών χουντοβασιλικών καθαρμάτων, προδίδοντάς τους όλα τα μυστικά που έμαθε, μετά από τρεις μήνες περίπου στον Δημοκρατικό Στρατό.

Πρέπει να βρίσκεται κάπου στους πρόποδες των Αγράφων, πάνω απ’ τον κάμπο της Καρδίτσας. Πριν από λίγες ώρες τον πιάσανε, και τώρα πρόκειται να έρθει η τιμωρία. Τον κατηγορούν ότι σχεδίαζε να αυτομολήσει στις τάξεις του εχθρού, των φασιστών και εθνοπροδοτών χουντοβασιλικών καθαρμάτων, προδίδοντάς τους όλα τα μυστικά που έμαθε, μετά από τρεις μήνες περίπου στον Δημοκρατικό Στρατό. Ο Απόστολος ξέρει ότι αυτή τη φορά δε θα τη γλιτώσει. Ξέρει ότι πρόκειται να πληρώσει ακριβά τον τυχοδιωκτισμό και την ανευθυνότητά του. Είναι η δεύτερη φορά που αποπειράται να εγκαταλείψει τον ΕΛΑΣ, στον οποίο στρατολογήθηκε βίαια, μαζί με δέκα άλλους συνομηλίκους συμμαθητές του, ένα πρωί του Γενάρη που οι αντάρτες μπήκαν στο χωριό του και το έκαναν βάση τους. Για κάποιο διάστημα παρέμεινε στο στρατό με τη θέλησή του, αφού, ακόμα και όταν αρρώστησε με βρογχίτιδα και του δόθηκε η ευκαιρία να επιστρέψει στη φροντίδα της μάνας του, του πατέρα του και των δύο μεγαλύτερων αδερφάδων του, εκείνος αρνήθηκε, από φιλότιμο μάλλον. Έμαθε να χειρίζεται το τουφέκι, έμαθε πολυβόλο και χειροβομβίδα, έμαθε πώς να κρύβεται μέσα στα δάση και πώς να ακολουθεί τους τρόπους ανάπτυξης των ομάδων, εφαρμόζοντας σχέδια εφόδου και υποχώρησης, έκανε ώρες σκοπός, του δόθηκε και όπλο, δεδομένου ότι, λόγω της δυσχερούς θέσης στην οποία είχε βρεθεί ο Δημοκρατικός Στρατός, ακόμα και ανήλικοι έπρεπε πια να πάρουνε μέρος στις μάχες. Ωστόσο, όταν άρχισαν να ακούγονται οι πρώτες τουφεκιές και έσκασαν οι πρώτες βόμβες από αεροπλάνα που πετούσαν ουρλιάζοντας σα φριχτά όρνια πάνω από τ’ Άγραφα, ανακάλυψε ότι δεν ήταν καθόλου φτιαγμένος για πόλεμο και ότι έπρεπε οπωσδήποτε να δραπετεύσει.

Ωστόσο, δεν πέρασε πολύς καιρός και αποπειράθηκε ξανά ν’ αποδράσει. Αυτή τη φορά κρύφτηκε στα χαλάσματα ενός εγκαταλειμμένου χωριού, της Γουβιάνας, που το ’ξερε καλά γιατί ως παιδί περνούσε με τον παππού του από κει όταν πηγαίνανε στα σταροχώραφα. Αλλά και πάλι τον πήρανε χαμπάρι. Και τώρα θα γινόταν εκείνο που του είχανε πει.

Ήξερε ότι αν έφευγε για την Αθήνα, προσπαθώντας να πάρει το δρόμο για Λιβαδειά, θα έπεφτε πάνω στον Εθνικό Στρατό, όπου κατά πάσα πιθανότητα δε θα του κάνανε κακό, μιας και ήταν ανήλικος και εμφανώς στρατολογημένος με τη βία· σ’ αυτή την περίπτωση, βέβαια, θα κινδύνευαν σοβαρά οι δικοί του. Είχε όμως  φοβηθεί τόσο πολύ από τις μάχες, που δεν τον ένοιαζε καν αυτό. Ένα πρωί που οι βόμβες πέφταν βροχή από τα αεροπλάνα, ανατινάζοντας ολόκληρες πλαγιές και θάβοντας για πάντα κάτω απ’ τα χώματα, που χύνονταν σαν ουράνιος εμετός, αντάρτες, ζώα και σπίτια, και που είδε τους μισούς συμμαθητές του να σωριάζονται νεκροί, αφού οι περισσότεροι ήταν εντελώς άπραγοι, μην ξέροντας να φυλαχτούν καλά, όντας χωριατόπαιδα δίχως πονηριά και δόλο στο μυαλό τους, αλλά και άτυχοι επιπλέον, ο ίδιος, έχοντας κατουρηθεί τρεις φορές χωρίς καν να το καταλάβει, μέσα στο τρέμουλο και στον πανικό του, αποφάσισε ότι σε πρώτη ευκαιρία θα το ’βαζε στα πόδια, στα τυφλά, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση θα τον απομάκρυνε πιο σύντομα απ’ το πεδίο της μάχης. Έτσι και έκανε, την ίδια μέρα κιόλας. Φυσικά, τον πιάσανε. Η προειδοποίηση, πέρα από ένα γερό μπερντάχι ξύλο από το χέρι του φοβερού Νταβανέλου, ενός Αγρινιώτη γίγαντα που είχε το πρόσωπο καλυμμένο με μούσι παντού, εκτός απ’ τις κουμπότρυπες των ματιών του, ήταν ότι την επόμενη φορά που θα δοκίμαζε κάτι τέτοιο, θα εφαρμοζόταν ο προβλεπόμενος κανόνας, δηλαδή εκτέλεση επί λιποταξία. Την είχε γλιτώσει μονάχα επειδή ήταν μικρός. Ωστόσο, δεν πέρασε πολύς καιρός και αποπειράθηκε ξανά ν’ αποδράσει. Αυτή τη φορά κρύφτηκε στα χαλάσματα ενός εγκαταλειμμένου χωριού, της Γουβιάνας, που το ’ξερε καλά γιατί ως παιδί περνούσε με τον παππού του από κει όταν πηγαίνανε στα σταροχώραφα. Αλλά και πάλι τον πήρανε χαμπάρι. Και τώρα θα γινόταν εκείνο που του είχανε πει.

altΞαφνικά, το χέρι που τον κατευθύνει, τον αρπάζει απ’ τον ώμο και του δίνει εντολή να σταθεί. Αυτό είναι, παγώνει σύγκορμος. Έφτασε η ώρα. Τα βήματα και οι καλπασμοί σταματούν επίσης. Κάποιος του λέει χαμηλόφωνα «μην κουνηθείς». Ακούει δυο άντρες να ξεπεζεύουν, τουφέκια να τραβιούνται απ’ τους ώμους. «Λυπηθείτε με», θέλει να πει, «δεν πρόκειται να ξαναφύγω, θα μείνω για πάντα μαζί σας, εδώ, μόνο μη μου πάρετε τη ζωή», αλλά η φωνή του δε βγαίνει, λες και βρίσκεται σε κάποιον εφιάλτη απ’ τον οποίο δεν μπορεί να ξυπνήσει. Αναρωτιέται μήπως ήταν ανόητος που δεν τους μίλησε τόση ώρα, που δεν έπεσε στα πόδια τους να τους ικετέψει, πράγμα που δεν το έκανε όχι από περηφάνια, όπως εκείνοι ίσως λανθασμένα νομίζουν, αλλά επειδή ο φόβος τον είχε παραλύσει τελείως. Και τώρα θα πεθάνει με τα μάτια δεμένα, σαν κάποιος προδότης, σαν το τελευταίο απόβρασμα. Θα ’θελε να μπορούσε να τους πει να του λύσουν τα μάτια, απαλλάσσοντάς τον απ’ το εξευτελιστικό, μαύρο κομμάτι πανί, αλλά διστάζει, φοβάται ότι μπορεί να καταρρεύσει εντελώς, και άλλωστε δεν έχει τη δύναμη να κάνει οτιδήποτε θα ανέτρεπε την προδιαγεγραμμένη πορεία των πραγμάτων. Νιώθει τους άντρες να στήνονται σε απόσπασμα. Ακούει τους μεταλλικούς ήχους των όπλων τους που γεμίζουν. Τα πόδια του τον εγκαταλείπουν και ξέρει ότι πλησιάζει η στιγμή που θα τρανταχτεί και θα βυθιστεί, είτε λιποθυμώντας είτε πεθαίνοντας. Μαζί του τρέμεις τώρα κι εσύ, τον ακολουθείς στη συντριπτική αγωνία θανάτου που τον ζώνει. Και τότε όλα μαυρίζουν και για μια ακόμα φορά αλλάζεις διάσταση∙ μεταφέρεσαι, όχι μόνος σου πλέον, αλλά ακολουθώντας εκείνον, σαν κάποιου είδους ψυχικό παράσιτο πάνω του, σ’ ένα ταξίδι στην καρδιά του χρόνου, αφού η εκπυρσοκρότηση έχει ήδη ακουστεί και οι σφαίρες έχουνε πάρει τον αμετάκλητο δρόμο τους. Καθώς λοιπόν οι σφαίρες διανύουν εκείνη την όχι και τόσο απειροελάχιστη απόσταση ανάμεσα στις κάννες των όπλων απ’ όπου ξεπήδησαν και στο τρεμάμενο κορμί του Απόστολου, μέσα απ’ το σκότος που σας κυκλώνει, λες και βουτήξατε στα βάθη κάποιας διαγαλαξιακής μαύρης τρύπας, κάνει την εμφάνισή του ένας άντρας· στο κέντρο του σκοταδιού διακρίνεται το πρώτο σημάδι μιας μορφής που πλησιάζει αργά και που σε λίγο είναι εκεί μπροστά σας, ενώπιος ενωπίω με τον ετοιμοθάνατο νέο και τον αθέατο ξενιστή του απ’ το μέλλον, ένας άντρας μετρίου αναστήματος, ντυμένος με μια παλιομοδίτικη, καφέ ρεντιγκότα, με ασθενικό, οστεώδες πρόσωπο και αραιά, καστανά γένια, μια ασκητική μορφή με χαρακτηριστικά φθισικού και μ’ ένα μαύρο βλέμμα που καίει.

«Η δυστυχία δε διορθώνεται∙ είναι το αιώνιο αποτέλεσμα της Πτώσης. Όποιος νομίζει ότι μπορεί να διορθώσει τη δυστυχία, καταλήγει να μισεί τους ανθρώπους, γιατί η δυστυχία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης τους. Για να ξεριζώσεις τη δυστυχία, θα πρέπει να ξεριζώσεις και το ανθρώπινο γένος μαζί».

«Δε θα πεθάνεις σήμερα», ακούγεται η φωνή του, βαριά και μειλίχια, σαν άγρια πέτρα βουτηγμένη στο μέλι. «Μα πώς, αφού ήδη με σκότωσαν», ρωτάει ο Απόστολος με τη σκέψη του. «Δε θα πεθάνεις σήμερα», κάνει ο άλλος ατάραχος, σαν ομιλούσα φωτογραφία. «Σε σκότωσαν για να πεθάνεις αργότερα, πολύ αργότερα, εξήντα χρόνια σχεδόν. Εδώ, σε τούτο το ίδιο σημείο, θα πεθάνεις τότε. Όχι όμως σήμερα». «Δε σε καταλαβαίνω». «Δε χρειάζεται. Ήμουν κι εγώ κάποτε μελλοθάνατος. Είχα επαναστατήσει και νόμιζα ότι μπορούσα ν’ αλλάξω τη φύση του κόσμου, το ανίκητο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στους δυνατούς και στους αδυνάτους. Την τελευταία στιγμή, πριν με κρεμάσουν, ο τσάρος μού έδωσε χάρη. Έζησα χρόνια στη Σιβηρία, φυλακισμένος στα κάτεργα, ως αποτέλεσμα εκείνης της χάρης. Και δεν υπήρξε μέρα που να μην ευγνωμονήσω το Θεό για τη σωτηρία μου». «Ξέρω ποιος είσαι», αναφωνεί έκπληκτος ο Απόστολος. «Σε ξέρω. Έχω διαβάσει βιβλία σου. Είσαι ο πιο μεγάλος συγγραφέας που υπήρξε ποτέ. Ο κόσμος θα μνημονεύει τ’ όνομά σου για πάντα». «Ετούτη τη στιγμή που μιλάμε, ένα χέρι γράφει τη μοίρα μας. Πνεύματα άλλων ανθρώπων κινούνται κι αναπνέουν ανάμεσά μας σαν μέδουσες, και κάποιος κρατάει σημειώσεις απ’ τη ζωή μας πάνω στον πεπερασμένο τοίχο ενός μικρού σπιτιού. Όταν το σπίτι αυτό γκρεμιστεί, η γραφή θα γίνει ένα με τον άνεμο. Γιατί ο άνεμος είναι το Βιβλίο των Πάντων». «Αν έρχεσαι από το μέλλον, πες μου, ποιος θα νικήσει στον πόλεμο που χωρίζει στα δύο τη χώρα μου;» «Αυτό θα το δεις από μόνος σου. Μην εμπιστεύεσαι την πραγματικότητα ωστόσο. Οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για να ζούνε και να πεθαίνουν. Τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό, εκτός απ’ τη χάρη Του». «Συγγραφέα, ήσουν επαναστάτης κι έγινες χριστιανός. Σε σέβομαι, αλλά δε σε πιστεύω. Η χάρη του τσάρου σε συγκλόνισε τόσο πολύ, που πρόδωσες τους ανθρώπους για χάρη μιας ανώτερης δύναμης, του τσάρου, ή του Θεού, που είναι ο τσάρος των ουρανών. Εγώ τώρα πεθαίνω, ωστόσο δεν ικέτεψα για τη ζωή μου. Παρόλη την αγωνία μου, δεν καταδέχτηκα κάτι τέτοιο. Πώς γίνεται να μη σε νοιάζουν τα βάσανα των ανθρώπων, να τα θεωρείς δεδομένα; Τρεις μήνες τώρα στο βουνό, διάβασα πολύ, και τα μάτια μου άνοιξαν. Ναι, τον φοβάμαι το θάνατο, ξέρω όμως ότι η ζωή μπορεί να γίνει χειρότερη κι από το θάνατο, όταν υπάρχει αδικία». «Τότε, γιατί δεν πολέμησες όπως πρέπει; Γιατί έφερες τον εαυτό σου σ’ αυτή την κατάσταση;» «Δεν ξέρω. Είναι κάτι που δεν το ελέγχω. Που με κάνει να ντρέπομαι». «Αυτό είναι που σε κάνει άνθρωπο. Αυτό που περιφρονείς, χαρακτηρίζοντάς το δειλία». «Όχι, όχι». «Η δυστυχία δε διορθώνεται∙ είναι το αιώνιο αποτέλεσμα της Πτώσης. Όποιος νομίζει ότι μπορεί να διορθώσει τη δυστυχία, καταλήγει να μισεί τους ανθρώπους, γιατί η δυστυχία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης τους. Για να ξεριζώσεις τη δυστυχία, θα πρέπει να ξεριζώσεις και το ανθρώπινο γένος μαζί». «Και τι προτείνεις δηλαδή, συγγραφέα;» «Ο μόνος πόλεμος που έχει αξία είναι ο πόλεμος εναντίον του Θανάτου. Ο πόλεμος εναντίον του όμως, όχι η αποφυγή του». «Αυτό κάνουν κι οι σύντροφοί μου. Πολεμάνε το θάνατο της ανθρώπινης ψυχής, που είναι η απληστία και ο άσπλαχνος πλούτος». «Οι σύντροφοί σου και οι εχθροί τους δεν πολεμούν τίποτα παρά μονάχα το μέλλον». «Δηλαδή;» «Η χώρα σου μοιάζει με τη δική μου. Με μια μεγάλη διαφορά. Η ψυχή της δικής μου χώρας βρίσκεται στη φτώχια της. Εκεί είναι κλεισμένο όλο της το μεγαλείο. Γι’ αυτό δεν πρόκειται να πλουτίσει ποτέ, ούτε και να πουλήσει τον εαυτό της σε καμιά δημοκρατία ή πρόοδο του κόσμου τούτου. Η ψυχή της δικής σου χώρας, εντούτοις, αντιμετωπίζει ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα. Είναι παγιδευμένη στο παρελθόν. Για τούτο και οι συμπατριώτες σου νομίζουν ότι πολεμάνε ο ένας των άλλο προς χάριν των ιδεών τους, στην ουσία όμως διεξάγουν έναν τυφλό πόλεμο εναντίον του μέλλοντος, γιατί σκοπός του μέλλοντος πάντοτε είναι να μας απομακρύνει απ’ το παρελθόν. Όμως οι Έλληνες δεν το αντέχουν κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό η μοίρα τους είναι να δυστυχούν πάντα, αναπόφευκτα, ίσως λίγο περισσότερο απ’ ό,τι δυστυχούν οι υπόλοιποι λαοί της οικουμένης». «Και τι μπορεί να γίνει γι’ αυτό;» «Ελάχιστα. Πιθανώς η μόνη παρηγοριά να είναι η σκέψη ότι το μέλλον δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια υποψήφια προσθήκη στο παρελθόν». Εκείνη τη στιγμή νιώθεις ν’ αφυπνίζεσαι, έχεις αναγνωρίσει κι εσύ τον μυστηριώδη άντρα και φλέγεσαι να του μιλήσεις, να τον ρωτήσεις γι’ αυτά που σε καίνε, μέσα απ’ το στόμα του Απόστολου. Και προσπαθείς να το κάνεις. Κουνάς τα χείλη σου όπως τα κουνάει το χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα, στέλνοντας κοσμικά σήματα σε κάποια παράλληλη διάσταση, και μ’ έναν μαγικό τρόπο τα λόγια σου ντύνονται με τον ήχο της φωνής του Απόστολου και σχηματίζουν τις λέξεις: «Μπορεί ν’ αλλάξει κανείς την ψυχή του; Μπορεί να φτιάξει μιαν άλλη ψυχή;» «Η ψυχή είναι ένα ψωμί ζυμωμένο με πόνο, αγάπη και θάνατο. Είναι η πιο απλή τροφή του κόσμου. Για να φουσκώσει όμως, είναι απαραίτητο ένα τέταρτο συστατικό, ίσως το πιο σημαντικό απ’ όλα. Η λήθη».

Οι πυροβολισμοί ακούστηκαν καθαρά, ωστόσο το σώμα του είναι άθικτο, παρόλο που τινάζεται ακόμα σύγκορμος απ’ τον τρόμο. Όλο αυτό ήταν μια φάρσα. Εικονική εκτέλεση, που σκοπό είχε να συνετίσει έναν απείθαρχο νεαρό.

Τότε ο Απόστολος συνειδητοποιεί ότι έχει γυρίσει πίσω στο φως, στο χωράφι με τους αντάρτες, και κάποιος του έχει βγάλει το μαύρο μαντίλι απ’ τα μάτια. Μισότυφλος απ’ τον απογευματινό ήλιο, βλέπει μισή ντουζίνα αντάρτες να τον κοιτάνε γελώντας, δείχνοντάς τον με το δάχτυλο κοροϊδευτικά, λες και μόλις του σκάρωσαν μια φάρσα. Οι πυροβολισμοί ακούστηκαν καθαρά, ωστόσο το σώμα του είναι άθικτο, παρόλο που τινάζεται ακόμα σύγκορμος απ’ τον τρόμο. Όλο αυτό ήταν μια φάρσα. Εικονική εκτέλεση, που σκοπό είχε να συνετίσει έναν απείθαρχο νεαρό. Ο Απόστολος ακουμπάει το παντελόνι του και καταλαβαίνει ότι έχει χεστεί και κατουρηθεί ταυτόχρονα. Και τότε βάζει κι εκείνος τα γέλια. Γελάει με σπασμούς, με λυγμούς και δάκρυα, και πλησιάζει τους άλλους αντάρτες, νιώθοντας να θεριεύει εντός του ένα πελώριο κύμα αγάπης γι’ αυτούς, τόσο μεγάλο, που τον αναγκάζει να σκύψει μπροστά στον Νταβανέλο, τον τιμωρό και βασανιστή του, που είναι κι εκείνος παρών, γελώντας με όλη του την ψυχή, μ’ ένα γέλιο που κάνει τα Άγραφα να τρέμουν και να σειούνται συθέμελα, να σκύψει μπροστά του και ν’ αγκαλιάσει τις μπότες του, φιλώντας τις ξανά και ξανά, σκουπίζοντας τις λάσπες που τις λερώνουν με τα μάγουλα, τα μαλλιά και τα γένια του, με μιαν αγάπη που όμοιά της δεν έχει νιώσει ποτέ ξανά στη ζωή του.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ευτυχισμένες οικογένειες

Ευτυχισμένες οικογένειες

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη, Ευτυχισμένες οικογένειες, που θα κυκλοφορήσει την Πέμπτη 27 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης...

Καινούργια πόλη

Καινούργια πόλη

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη Καινούργια πόλη, που θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα σπό τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Ανατομία Κόρης

Ανατομία Κόρης

Προδημοσίευση από τη νουβέλα της Μαρίας Φακίνου Ανατομία Kόρης, που θα κυκλοφορήσει στις 24 Μαρτίου από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η κατάρα της Γαλλίδας

Η κατάρα της Γαλλίδας

24 νέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Υγρό φόρεμα

Υγρό φόρεμα

24 νέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νικόλας Περδικάρης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ό,τι βαφτίζε...

Παίζει τη θάλασσα

Παίζει τη θάλασσα

24 νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νίκος Ξένιος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Έβ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube