25 Μαϊου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:17:59:42 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Ευτυχισμένες οικογένειες

Ευτυχισμένες οικογένειες

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη, Ευτυχισμένες οικογένειες, που θα κυκλοφορήσει την Πέμπτη 27 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Κάνε μια κακή πράξη 

Οι ευτυχισμένες οικογένειες δεν έχουν μυστικά αλλιώς δεν είναι ευτυχισμένες.

Έτσι δεν έλεγε πάντοτε ο θείος Άγης; Πιάνω τον Τζώρτζη και θέλω να μάθω. «Πρέπει κάποτε να μου πεις τι έγινε τότε με την Υβόνη. Σας έχω δει με τα μάτια μου να φιλιέστε... Κάτι έγινε παρακάτω. Πρέπει να μου πεις».

Οι ευτυχισμένες οικογένειες δεν έχουν μυστικά αλλιώς δεν είναι ευτυχισμένες.

Πριν ακόμη ανοίξω το στόμα μου, αντιλαμβάνεται –από το ύφος μου, υποθέτω– αυτό που θα ρωτήσω. Βλέπω το σώμα του, το άλλοτε λαχταριστό, γεροδεμένο, που ο άπονος χρόνος το παραμόρφωσε, να γέρνει προς τα πίσω. Τα μάτια του αποκτούν εκείνο το ερεβώδες χρώμα που διακρίνω στο βλέμμα του παππού, όταν κι εκείνος μέσα από τις φωτογραφίες πασχίζει να κρύψει τα μυστικά του. «Δεν ξέρεις τι λες» απαντά και δεν αναγνωρίζω τη φωνή του, έτσι καθώς φτάνει στ' αυτιά μου βραχνή και αιχμηρή, όπως η μύτη ενός μαχαιριού. Αλλάζει ο Τζώρτζης. Καθημερινά αλλάζει και θα λυπηθώ αν κάποτε καταλήξει να θυμίζει τον πατέρα του, αν εντέλει έχει κληρονομήσει αυτές τις υπολογισμένες σιωπές που σε κάνουν να αισθάνεσαι άβολα.

Τι έγινε λοιπόν τότε με την Υβόνη; Γιατί δεν πιστεύω πως όλα σταμάτησαν στο επεισοδιακό φιλί που έδωσαν τα δύο αδέρφια σ' εκείνο το πάρτι στο Ψυχικό· τότε που νιώθαμε όλοι σαν τη «χαμένη γενιά» σε μια Ελλάδα που έπαιζε με το μέλλον της. Τη βραδιά στην οποία αναφέρομαι ο Τζώρτζης ήταν στουπί στο μεθύσι και τη σχέση του με το ποτό τού τη δίδαξε αναμφίβολα η μητέρα του. Παραπαίει και φωνάζει πως δεν υπάρχει τίποτα που δεν θα τολμούσε να κάνει. Κάποιος από την παρέα τον προκαλεί να φιλήσει την αδερφή του. Αρπάζει την Υβόνη, που εκείνη την ώρα στέκεται δίπλα του, και της δίνει ένα περιπαθές φιλί στα χείλη. Εκείνη αιφνιδιασμένη ανταποκρίνεται, όλοι χειροκροτάμε, αλλά όσο παρατείνεται το φιλί, αρχίζουμε να αισθανόμαστε άβολα. Στο τέλος σπεύδω να τους χωρίσω και τότε ο Τζώρτζης μες στη ζάλη του δεν με αναγνωρίζει καν. Με σπρώχνει και μου λέει: «Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου!».

altΑυτό το περιστατικό θα συζητιέται για καιρό στα σχολεία της περιοχής. Κάποιος μαθητής θα γράψει ένα ποίημα με τίτλο γαλαζοαίματο φιλί και θα το αφιερώσει στα ερωτευμένα αδέρφια. Λίγους μήνες μετά, ένα ζεστό πρωινό του Ιουνίου, η Σοφία βρίσκεται στο εξοχικό τους στο Πόρτο Ράφτη και με έχει παρακαλέσει να ποτίζω τα λουλούδια της. Μπαίνω με τα κλειδιά της και καθώς περνώ μπροστά από το δωμάτιο του Τζώρτζη ακούω γέλια και αναστεναγμούς. Αναγνωρίζω τη φωνή της Υβόνης, αλλά νιώθω τέτοια ταραχή, ώστε σηκώνομαι και φεύγω αμέσως. Αργότερα του τηλεφωνώ και τον ρωτάω ευθέως: «Τι στον διάολο έκανες με την Υβόνη στο κρεβάτι πρωί πρωί; Είναι αδερφή σου, το καταλαβαίνεις αυτό;».

Γελάει με τον επηρμένο τρόπο του ωραίου εφήβου και μου απαντά: «Πάλι βάζεις με το μυαλό σου ιδέες, εξαδέλφη Μπέτυ!». Έτσι κλείνει αυτή η ιστορία, αλλά υπάρχουν κι άλλες στιγμές που συλλαμβάνω στον αέρα ανεπίτρεπτα ερωτικά σημάδια. Δεν μου το βγάζει κανείς από το μυαλό. Κάτι συνέβη τότε με αυτούς τους δύο.

Έρχομαι τώρα στην Υβόνη. Ένα θλιβερό περιστατικό από την παιδική της ηλικία μού διηγείται η Κώστια, η μητέρα μου, σε κάθε ευκαιρία, περισσότερο για να μου δείξει πόσο ανόητη και ασήμαντη γυναίκα είναι η Νόνικα.

Μάνα και κόρη επιστρέφουν από τον γιατρό, ο οποίος έχει διαγνώσει καχεξία και πολλά κινητικά προβλήματα στο παιδί. Η Υβόνη είναι μόλις πέντε χρονών. Κι η μητέρα της σχεδόν με μίσος την πετά πάνω στο κρεβάτι και φωνάζει: «Σακάτικο! Καλύτερα να πέθαινες!». Το ακούει ο Άγης και, έτσι αψίκορος όπως είναι, την αρπάζει και την αρχίζει στα χαστούκια. Η Κώστια είναι πολύ παραστατική καθώς περιγράφει τη σκηνή. Αλλάζει ακόμα και τη φωνή της για να μιμηθεί τον Άγη. «Να φύγεις, να φύγεις, παλιοβρόμα. Είσαι μάνα εσύ! Κακώς σε παντρεύτηκα!» Η Νόνικα κλαψουρίζει και τον ικετεύει να σταματήσει. Ύστερα πέφτει στα πόδια του παιδιού κι αρχίζει να τα φιλά, αλλά δεν μιλά στην Υβόνη. Βλέπω την Κώστια να την παριστάνει αλλάζοντας ξανά τη φωνή της και τη φαντάζομαι να λέει: «Σε παρακαλώ... Είμαι χαζή, είμαι ανόητη... σε παρακαλώ!».

Εγώ περισσότερο λυπάμαι τη Νόνικα και το λέω στη μητέρα μου.

«Γιατί τη λυπάσαι δηλαδή;» με ρωτά και βάζει τα χέρια στη μέση. «Κάνει μια ζωή που δεν την αξίζει». Δεν έχω δει πρόσωπο ανθρώπου να ξεχειλίζει από τόση περιφρόνηση.

Την Υβόνη τη θυμάμαι όντως καχεκτική και άχρωμη στα δώδεκά μας χρόνια. Μόνο τα μάτια της διασώζονταν πάνω της, αυτά τα μάτια που κληρονόμησε από τη γιαγιά Λήδα και την έκαναν πάντα να ξεχωρίζει.

Την Υβόνη τη θυμάμαι όντως καχεκτική και άχρωμη στα δώδεκά μας χρόνια. Μόνο τα μάτια της διασώζονταν πάνω της, αυτά τα μάτια που κληρονόμησε από τη γιαγιά Λήδα και την έκαναν πάντα να ξεχωρίζει.

Δεν ξέρω ποια καλή νεράιδα την άγγιξε στη συνέχεια με το ραβδάκι της και μεταμορφώθηκε στην ψηλή, εντυπωσια­κή κοπέλα με την οποία δεν μπορούσα πια να συγκριθώ. Αυτό συνέβη τη χρονιά που έφυγε στην Ελβετία για θερινά μαθήματα. Γύρισε, θυμάμαι, άλλος άνθρωπος. Ωστόσο κάτι εύθραυστο, σαν ανάμνηση από τη δυσοίωνη προφητεία του σκιτζή του γιατρού, την περιέβαλλε πάντα. Ίσως η ίδια δεν πείστηκε ποτέ ότι ο παιδίατρος είχε λαθέψει και λογάριαζε πως σε κάθε απρόσεκτη κίνησή της θα μπορούσε να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Ύστερα ήταν όλες αυτές οι παύσεις της, γιατί, ενώ σου μιλούσε, σώπαινε ξαφνικά και, όταν αποφάσιζε να ξανανοίξει το στόμα της, τα λόγια της έβγαιναν στην αρχή συγκεχυμένα, ασυνάρτητα, μέχρις ότου ξαναβάλει σε τάξη τις λέξεις. Τι ήταν αυτές οι παύσεις; Με τρόμαζαν πολύ.

Και να φανταστεί κανείς ότι αυτή η άτολμη φύση με το μοναστικό ήθος ενθουσιαζόταν να ακούει για τα τελετουργικά πάρτι της δεκαετίας του '80 με ομαδικό σεξ και μαραθώνιους κοκαΐνης. Με έβαζε να της λέω για κοινούς γνωστούς που μέσα στις παραισθήσεις τους έτρεχαν ολόγυμνοι γύρω γύρω και φώναζαν επειδή φαντάζονταν πως τους κυνηγούσε ο σκύλος του σπιτιού· ή για τις λαμπάδες και τις μάσκες που πρόσθεταν γοητεία και μυστήριο στις πολυπρόσωπες ερωτικές σκηνές. «Σιγά το δύσκολο! Θα μπορούσα κι εγώ να τα κάνω αυτά» σχολίαζε ασυλλόγιστα. «Δεν είναι όλοι για όλα» της έλεγε στο τέλος ο Τζώρτζης, εννοώντας πως έχει κι ο Σατανάς τους δικούς του εκλεκτούς σ' αυτό τον κόσμο. Τότε εκείνη πήγαινε στη Γενεύη για σπουδές κι ο Τζώρτζης θα άρχιζε την Οδύσσειά του στην Ευρώπη, που δεν θα έβγαζε πουθενά.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Οι τυφλοί

Οι τυφλοί

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Νίκου Α. Μάντη, Οι τυφλοί, που θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Καινούργια πόλη

Καινούργια πόλη

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη Καινούργια πόλη, που θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα σπό τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Ανατομία Κόρης

Ανατομία Κόρης

Προδημοσίευση από τη νουβέλα της Μαρίας Φακίνου Ανατομία Kόρης, που θα κυκλοφορήσει στις 24 Μαρτίου από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μαύρη χήρα

Μαύρη χήρα

Της Χριστίνας Ντούση

Μετρούσε ήδη δέκα χρόνια στη στενή. Τα μισά στον Κορυδαλλό, τα άλλα μισά στις γυναικείες φυλακές Ελαιώνα Θήβας. Στα σαράντα της πήρε το μαχαίρι της κουζίνας και μαζί με τα φασολάκια που καθάριζε, καθάρισε ...

Δαμάζοντας την ύλη, τη μνήμη και τα σώματα

Δαμάζοντας την ύλη, τη μνήμη και τα σώματα

Για την παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου Ο Μεγάλος Δαμαστής, η οποία παρουσιάζεται στην Κεντρική σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση μέχρι και τις 11 Ιουνίου.

Του Νίκου Ξένιου...

«Αγαπητό μου ημερολόγιο…»

«Αγαπητό μου ημερολόγιο…»

Για το βιβλίο της Κατερίνας Σχινά Μυστικά του συρταριού - Η τέχνη και οι τεχνίτες της ημερολογιακής γραφής (εκδ. Πατάκη).

Του Νίκου Ξένιου

Τα θ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube