x
Διαφήμιση

22 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:16:52:58 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Ηλίας Μαγκλίνης: «Είμαι όσα έχω ξεχάσει»

Ηλίας Μαγκλίνης: «Είμαι όσα έχω ξεχάσει»

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Είμαι όσα έχω ξεχάσει», που κυκλοφορεί στις 3 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Φωτογραφία © Χριστίνα Μπράτουσκα

«Ο άνθρωπος ξέρει πως δεν µπορεί ν’ αγκαλιάσει το σύµπαν και τ’ αστέρια του» γράφει ο Μίλαν Κούντερα στο Βιβλίο του γέλιου και της λήθης. «Πολύ πιο αβάσταχτο» συνεχίζει ο Τσέχος συγγραφέας «του φαίνεται το γεγονός πως είναι καταδικασµένος να χάσει και το δεύτερο άπειρο, αυτό το κοντινό που µπορεί κανείς να το φτάσει. Το ότι χάσαµε το εξωτερικό άπειρο, αυτό το δεχόµαστε σαν αναπότρεπτη µοίρα. Αλλά για την απώλεια του δεύτερου άπειρου, θα κατακρίνουµε σ’ όλη µας τη ζωή τον εαυτό µας. Σκεφτόµασταν το άπειρο των άστρων και στο άπειρο του πατέρα δεν δώσαµε ποτέ σηµασία» καταλήγει.

Εκεί οι γονείς µου έχτισαν ένα λυόµενο σπίτι ογδόντα τετραγωνικών και ανάστησαν τον κήπο, που πέρα από τρεις τέσσερις ελιές και δυο κοροµηλιές ήταν τελείως γυµνός. Μέσα σε λίγα χρόνια είχε γεµίσει µε λεύκες, πλατάνια, δάφνες και πικροδάφνες, εσπεριδοειδή, βερικοκιές, µουσµουλιές, ροδιές και τριανταφυλλιές.

Νοµίζω πως τέτοια, παρόµοια ήταν η σκέψη, µαζί µε ένα πλέγµα µύχιων ενοχών, που µε οδήγησαν στο να µεθοδεύσω εγώ ο ίδιος αυτή τη φορά ένα ταξίδι, µόνοι µας, ο πατέρας µου κι εγώ, τον Ιούνιο του 2001, στο εξοχικό µας στον Βόρειο Ευβοϊκό. Ο πατέρας µου αγάπησε αυτό το µέρος όταν η Δώρα, στον δεύτερο γάµο της, παντρεύτηκε έναν άνδρα που κρατούσε από εκεί, κι αφού το επισκέφθηκε, το 1971, ζήτησε να του βρούνε ένα κτήµα πάνω στη θάλασσα. Η Δώρα τα κατάφερε, βρήκε το κτήµα, τριάµισι στρεµµάτων, πολύ κοντά στο δικό της, πείθοντας, µαζί µε τον ντόπιο άνδρα της, τον ιδιοκτήτη να συµφωνήσει στην πώληση. Εκεί οι γονείς µου έχτισαν ένα λυόµενο σπίτι ογδόντα τετραγωνικών και ανάστησαν τον κήπο, που πέρα από τρεις τέσσερις ελιές και δυο κοροµηλιές ήταν τελείως γυµνός. Μέσα σε λίγα χρόνια είχε γεµίσει µε λεύκες, πλατάνια, δάφνες και πικροδάφνες, εσπεριδοειδή, βερικοκιές, µουσµουλιές, ροδιές και τριανταφυλλιές. Στη µεταµόρφωση του κήπου που έµπαινε στη θάλασσα, βοήθησε και το εκπληκτικά εύφορο έδαφος – έσκαβες στο ένα µέτρο κι έβρισκες άφθονο νερό εξού και η αρχική ονοµασία της τοποθεσίας: Ποτίστρα. 

Τα χρόνια όµως πέρασαν, ο πατέρας µου είχε από καιρό χάσει κάθε αντοχή και δύναµη κι έπρεπε να γίνουν εργασίες στο παραµεληµένο κτήµα, οπότε ανέλαβα να τις συντονίσω µε τους εργάτες, µε τον πατέρα µου να έχει την υψηλή εποπτεία.

Αυτό δεν είχε ξανασυµβεί· να βρεθούµε οι δυο µας, σε αυτό το µέρος. Η µητέρα µου είχε για πρώτη φορά αρνηθεί να ακολουθήσει. Παρέµεινε εθελουσίως εσώκλειστη, πίσω στην Αθήνα, στο σκοτεινό της δωµάτιο, ξαπλωµένη µόνιµα στο δεξί της πλευρό, καπνίζοντας και παρακολουθώντας στα βουβά εκποµπές τηλεµάρκετινγκ. Η µελαγχολία τής έτρωγε τα σωθικά, βυθιζόταν όλο και πιο πολύ µέσα σε αυτή τη µαύρη τρύπα, εξαρτηµένη από ψυχοφάρµακα, υπνωτικά, αγχολυτικά και ηρεµιστικά – όταν δεν ξεσπούσε κατά πάντων, κυρίως όµως εναντίον του άνδρα της και των δύο γιων της. 

alt

Φόρτωσα το αυτοκίνητο µε τα µηχανήµατα του οξυγόνου που υποστήριζαν τον πατέρα µου στην αναπνοή του, η οποία ακουγόταν πάντοτε βαριά, ακόµα κι όταν έλυνε σταυρόλεξα ξαπλωµένος. Πλέον φορούσε συνέχεια τη µάσκα στο πρόσωπό του, αυτή που θόλωνε σε κάθε εκπνοή. Τον κοιτούσα να φορά τη µάσκα των γηρατειών του και προσπαθούσα να τον φανταστώ µε τη µάσκα της νεότητάς του, εκείνη που φορούσε στα ελικοφόρα µαχητικά και στα αεριωθούµενα. Και οι δύο µάσκες, τότε και τώρα, του έδιναν οξυγόνο. Η µία, ψηλά στη στρατόσφαιρα· η άλλη, χαµηλά, αγκοµαχώντας, έρποντας σχεδόν πάνω στη Γη. Η µία µάσκα τον ανέβαζε ψηλά, σύµβολο της σωµατικής του αλκής· η άλλη τον συνέτριβε, όπως η βαρύτητα στο χώµα. 

Αλλά ο Ιούνιος είναι πάντοτε ανάλαφρος στο κτήµα, είναι η εποχή που έρχονταν τα αηδόνια. Δεν τα βλέπαµε ποτέ αλλά ακούγαµε το τραγούδι τους, τις συνοµιλίες τους, κατά το σούρουπο και νωρίς το πρωί, µε την αυγή. Καθώς σήµερα η κασέτα ξετυλίγεται στο παλιό µου δηµοσιογραφικό κασετόφωνο, πίσω από τη βραχνιασµένη φωνή του πατέρα µου, κάπου ανάµεσα στα χάσµατα της σκέψης του και στις απότοµες παύσεις, µπορώ ν’ ακούσω το κελάηδηµα των πουλιών. 

Εκείνος ο Ιούνιος σήµανε τη δύσκολη, διστακτική αρχή των εξοµολογήσεων, όταν µου µίλησε για τα πρώτα του τσιγάρα στο Αγρίνιο, δεκατριών χρονών µόλις, όταν έπαιρνε ρίγανη και την τύλιγε µέσα σε χαρτί εφηµερίδας και την κάπνιζε. Μίλησε για πολλά εκείνο το τριήµερο, αποκρύπτοντας προφανώς άλλα τόσα, περισσότερο απ’ όλες τις ιστορίες όµως που µου είπε µε είχε συναρπάσει εκείνη για το δεύτερό του επτάµηνο εκπαιδευτικό ταξίδι στη Νεβάδα της Αµερικής, τέλη του ’55, για την εκπαίδευση στις αεροµαχίες και στο πεδίο βολής, το Fighter Weapons Jet ή αλλιώς Gunnery School, µε τα τζετ πρώτης γενιάς, τα F-86, ως υποσµηναγός. 

Εκεί, είχε το δικό του δωµάτιο µέσα στη βάση και τις νύχτες ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Συχνά κοιµόταν σε ξενοδοχεία του Λας Βέγκας. Κάπου εκεί πρέπει να γνώρισε µια ξανθή Αµερικανίδα, τη Μαίρη Λου. Άρχισε να βγαίνει συχνά µαζί της, πήγαιναν φορώντας τις πιτζάµες τους στα ντράιβ ιν, έξω απ’ το Λας Βέγκας, µέσα στη µαύρη Σεβρολέτ του ’53 που ανήκε στην κοπέλα ή µέσα στη µεταχειρισµένη Στουντεµπέι-κερ, την οποία ο πατέρας µου είχε αγοράσει 200 δολάρια από κοινού µε έναν ακόµα Έλληνα συνάδελφό του, την οποία, µετά, φεύγοντας για την Ελλάδα, πούλησαν για πενήντα δολάρια. Υποθέτω ότι η έρηµος και οι κάκτοι ολόγυρά τους άστραφταν µέσα στο σκοτάδι, κυρίως όµως πρέπει να άστραφτε η Μαίρη Λου, η οποία του έµαθε να ακούει την ορχήστρα εγχόρδων του Τζάκι Γκλίζον, µε τη σόλο τροµπέτα του Μπόµπι Χάκετ. altΑργότερα, το 1961, όσες φωτογραφίες έβγαλε ο πατέρας µου µε τη Μαίρη Λου και είχε στείλει στη Δώρα από την Αµερική, την έβαλε να τις σκίσει µην τυχόν και τις ανακαλύψει η µητέρα µου την οποία µόλις είχε γνωρίσει στο Κονγκό. Η Μαίρη Λου είχε προηγηθεί κατά πέντε, έξι χρόνια της µητέρας µου, ωστόσο ο πατέρας µου έτρεµε τη ζήλια τής κατά δεκατρία χρόνια νεαρότερης Ελληνίδας συζύγου του. Έτσι δεν είδα ποτέ την όψη της Μαίρη Λου παρά µόνον τις φωτογραφίες που εκείνη τράβηξε του πατέρα µου.

Σε αντίθεση µε τις χαµένες φωτογραφίες της Μαίρη Λου, δεν ξέρω πώς έγινε και διασώθηκε µια άλλη φωτογραφία, του ’49 ή του ’50, στο Σαν Αντόνιο του Τέξας: ο Κωστάκης, καθισµένος αριστερά, µε µια συντροφιά γυναικών κυρίως, κοιτάζει τον φακό µε το πιο ωραίο χαµόγελο που τον είδα να έχει ποτέ. Η κοπέλα δίπλα του έχει απλώσει το χέρι της και κρατάει το δικό του, τον κρατάει απ’ τον καρπό για την ακρίβεια – σαν να θέλει µε αυτή την κίνηση να τον κρατήσει δικό της. Είναι η µόνη που φοράει σκουρόχρωµο φόρεµα, πιθανώς µαύρο. Και το βλέµµα της έχει κάτι υπαινικτικό. altΠιο πολύ µου αρέσει πώς αφήνει το άλλο της χέρι να ακραγγίζει, µετεωριζόµενο σχεδόν, το µπούστο της. Παρατηρώ ακόµα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, καθώς και των άλλων γυναικών της φωτογραφίας: Λατίνες κατά πάσα πιθανότητα, µεξικανικής καταγωγής – ουσιαστικά το Σαν Αντόνιο ήταν µεξικανικό έδαφος που κάποτε έγινε αµερικανικό έπειτα από πολεµικές επιχειρήσεις. Ένα όνοµα διασώθηκε µέσα από τις διηγήσεις των συµµαθητών και φίλων του πατέρα µου από τότε: Λουπίτα. Κάποιος τα είχε φτιάξει µε µια Λουπίτα, αλλά ποιος απ’ όλους; Να ήταν το κορίτσι που του κρατάει τον καρπό η Λουπίτα; 

Εκείνο τον Ιούνιο του 2001 πάντως, φαινόταν µέσα στην καχεξία του πιο πρόθυµος να µου µιλήσει. Δεν ήξερε ότι το κασετόφωνο τον ηχογραφούσε ή προσποιούνταν ότι δεν το είχε δει και έως σήµερα, όποτε ακούω την κασέτα εκείνη, στέκοµαι στο σηµείο που, απρόσµενα, στάθηκε επιτέλους και ο ίδιος στη νύχτα της Δευτέρας 24 Ιανουαρίου του 1944.

Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο θυµόταν πως τη στιγµή του πυροβολισµού νόµισε πως άκουσε κάποιον ή κάτι να σέρνεται δίπλα στο κρεβάτι του, τόσο έντονη ήταν η αίσθηση, που τρόµαξε σαν να είδε και αυτός τον αρχάγγελο µπροστά του.

Ο πυροβολισµός, είπε, είχε ακουστεί ως το σπίτι τους µα στο Αγρίνιο εκείνης της εποχής ακούγονταν συχνά πυροβολισµοί και εκρήξεις, ειδικά µέσα στη νύχτα. Άκουγες τον κρότο, τη ριπή, την έκρηξη και σκεφτόσουν, κάποιον κακοµοίρη καθάρισαν πάλι. Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο θυµόταν πως τη στιγµή του πυροβολισµού νόµισε πως άκουσε κάποιον ή κάτι να σέρνεται δίπλα στο κρεβάτι του, τόσο έντονη ήταν η αίσθηση, που τρόµαξε σαν να είδε και αυτός τον αρχάγγελο µπροστά του. Φώναξε τη µάνα του η οποία τον καταπράυνε µε µια κοµπρέσα στο µέτωπο και αργότερα κάποιος είπε ότι αυτό που άκουσε εκείνη τη νύχτα ήταν η ζεστή ακόµη ψυχή του σκοτωµένου πατέρα του, και σκέφτηκα µε τη σειρά µου ότι ίσως από εκείνη τη νύχτα ο άρρωστος δεκαπεντάχρονος γιος να ένιωσε τα χέρια του νεκρού πατέρα του καθώς τον τραβούσαν µακριά, πολύ µακριά· ίσως αργότερα στη ζωή του αυτά να περίµενε να επιστρέψουν, ίσως κάτι µέσα του να του ψιθύρισε ότι αυτά ακριβώς τα φασµατικά πατρικά χέρια ήταν που δεν του επέτρεψαν ποτέ να γίνει ο άνδρας του σπιτιού, διότι όταν τον έφεραν σπίτι, πάνω σε µια πόρτα, µου είπε, έτσι όπως είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, εµπύρετος ακόµα και ζαλισµένος, τον άρπαξε η µάνα του απ’ τον γιακά της πιτζάµας του και του είπε ότι αυτός τώρα θα ήταν ο άνδρας του σπιτιού, και αυτό η απελπισµένη Αγαθή όντως το φώναξε δυνατά για να το ακούσουν όλοι, όλοι εκτός από εκείνον, εκείνον που σε ένα σπίτι µε τρεις γυναίκες πλέον ήταν ο µοναδικός άνδρας. Δεν ξέρω πόσο βάρυνε αυτή η µητρική εντολή στους ώµους του, πάντως ουδέποτε έγινε ο άνδρας του σπιτιού. Αυτό τον ρόλο τον ανέλαβε, φύσει και θέσει, η Δώρα. 

Θυµάµαι καλά την ηµέρα που σκότωσαν τον παππού σου, µου είπε η κυρία Φ. Τον σκοτώσανε, µου εξήγησε, πάνω στην Παπαστράτου, όχι µακριά από την πλατεία. Η ίδια εργαζόταν εκείνο το βράδυ στο οικογενειακό ελαιοτριβείο όταν ακούστηκε ο πυροβολισµός. Μονάχα εκείνη θυµάται ότι σε τέτοιες επιθέσεις της ΟΠΛΑ, οι δράστες έβαζαν τις φωνές, ότι οι Γερµανοί έρχονται να κάνουν συλλήψεις, ο κόσµος στους δρόµους πανικοβαλλόταν και αυτοί έβρισκαν την ευκαιρία, µέσα στο χάος, να πυροβολήσουν το επιλεγµένο θύµα, το οποίο, εννοείται, είχαν ήδη πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής. 

Αµέσως κυκλοφόρησε το νέο, µου είπε. Ήρθαν µέσα στο ελαιοτριβείο και µου το είπανε: Σκοτώσανε τον Νίκο τον Μαγκλίνη. Καταλάβαµε, µου είπε, ότι ήταν πολιτικό. Είχανε σκοτώσει κι έναν Γκρίντα, ο οποίος έβγαζε εφηµερίδα, τοπική. Ρωτάω την κυρία Φ. αν έµαθε ποιος ήταν αυτός που πυροβόλησε τον Νίκο, αν κυκλοφόρησε κάποιο όνοµα, αλλά αρνείται κατηγορηµατικά να µου πει οποιοδήποτε όνοµα, εκείνη εξάλλου, όπως µου εξήγησε, απείχε απ’ όλα αυτά. 

altΚοιτάζω το πιστοποιητικό που έλαβα από το Μεσολόγγι. Τι αναφέρει σχετικά µε τη δολοφονία: «1944 24 Ιαν: Εκτελέσθηκε από τον Δηµοκρατικό Στρατό»Δεν µπορεί φυσικά να «εκτελέσθηκε από τον Δηµοκρατικό Στρατό». Το 1944 δεν είχε ακόµα ιδρυθεί ο Δηµοκρατικός Στρατός (ιδρύθηκε τέλη του 1946, στις απαρχές του τριετούς, ολοκληρωτικού εµφυλίου). 

Χαµογελώ σκεπτόµενος τον πρόθυµο λοχαγό απ’ το Μεσολόγγι, µε τον οποίο µιλήσαµε τηλεφωνικά. Ίσως να ζορίστηκε όταν µετέγραφε το παλαιό αρχείο στο έγγραφο που θα µου έστελνε. Τι όρο να χρησιµοποιήσει τώρα για να µην εµπλακεί σε µια ενδοϋπηρεσιακή τριβή; Θα µπορούσε στο σηµερινό έγγραφο να αναφέρεται η ΟΠΛΑ, αλλά όχι, προτιµήθηκε το πιο ασφαλές, το πιο νοµότυπο, αλλά ιστορικά τελείως ανακριβές, «Δηµοκρατικός Στρατός». 

Εκείνες τις µέρες ο Κωστάκης και η Βιβή ήταν άρρωστοι, θα µου διηγηθεί η Δώρα πολλές φορές, και ο µπαµπάς ήταν να τους φέρει πορτοκάλια. Και αντί για τα πορτοκάλια, έφεραν εκείνον σπίτι πάνω σε µια ξεχαρβαλωµένη πόρτα. Αναρωτιέµαι σήµερα: Γιατί να φέρουν το πτώµα του στο σπίτι; Τι δουλειά είχε ένα ζεστό, µατωµένο πτώµα στο σπίτι; Αλλά τέτοιοι ήταν οι καιροί στην Ελλάδα τού τότε. Εξάλλου ο Νίκος είχε δολοφονηθεί πολύ κοντά στο σπίτι του. Και ποιος ξέρει ποια πόρτα ξεχαρβάλωσαν για να τον σωριάσουν επάνω της. 

Ο λαιµός, το στήθος, το πρόσωπό του, όλα ήταν µέσα στο αίµα, µου είπε η Δώρα. Κι ο Τάκης ο Αντωνόπουλος, που βηµάτιζε δίπλα του την ώρα της επίθεσης, λουσµένος στο αίµα του µπαµπά. Μαζεύτηκε κόσµος πολύς στο σπίτι και φυσικά ήρθαν και οι Γερµανοί για να διενεργήσουν ανακρίσεις. Με το που βλέπει τους Γερµανούς η Δώρα, κάνει ένα βήµα µπροστά για να τους δώσει ονόµατα υπόπτων. Κάποιος όµως την εµποδίζει, δεν θυµάται ποιος, δεν είναι σίγουρη, κάποιος πάντως της λέει να µην πει κουβέντα στους Γερµανούς διότι τότε θα βρούνε όλοι τον µπελά τους απ’ τον ΕΛΑΣ. Μπορεί αυτός που της το είπε να ήταν ένας ξάδελφος του πατέρας της, Κίτσος στο επώνυµο. Αυτός, είπε η Δώρα, ήτανε κοµµουνιστής, συνεργάτης του Καραπαππά. Κάποιοι είπαν, αλλά δεν αποδείχθηκε ποτέ, συνέχισε η Δώρα, ότι ανακατεµένος στην απόφαση για τη δολοφονία του µπαµπά ήταν, εκτός από τον Καραπαππά, και ένας Ζώης. Μετά άκουσα ότι και ο Κίτσος, ο ξάδελφός του, ήταν ανακατεµένος στη δολοφονία του µπαµπά. Δεν το διασταύρωσα ποτέ, είπε η Δώρα, αλλά δεν του ξαναµίλησα ποτέ µέχρι που πέθανε. Κι εκείνη τη νύχτα δεν είπα τελικώς κουβέντα στους Γερµανούς παρότι πίεζαν.

«Το µαύρο πέπλο της βραδυάς εκείνης» γράφει ο ανώνυµος συντάκτης «απλωνότανε σιγά-σιγά κάτω απ’ τον γαλάζιο ουρανό, για να σχηµατίση την εγκληµατική ατµόσφαιρά του. Βρέχει σιγά-σιγά και είναι καταχνιά. Αραιωµένοι οι διαβάτες διασχίζουν τας οδούς. Είναι η ώρα 5 µ.µ.». 

Δύο χρόνια µετά, το Σάββατο 23 Μαρτίου του 1946, η τοπική (δεξιά) εφηµερίδα Αιτωλοακαρνανική Δράσις (όργανο του συλλόγου Εθνική Δράσις) αφιερώνει λίγο χώρο στην πρώτη σελίδα της στην αφήγηση της δολοφονίας του Νίκου. «Το µαύρο πέπλο της βραδυάς εκείνης» γράφει ο ανώνυµος συντάκτης «απλωνότανε σιγά-σιγά κάτω απ’ τον γαλάζιο ουρανό, για να σχηµατίση την εγκληµατική ατµόσφαιρά του. Βρέχει σιγά-σιγά και είναι καταχνιά. Αραιωµένοι οι διαβάτες διασχίζουν τας οδούς. Είναι η ώρα 5 µ.µ.». 

Το κείµενο διαπνέεται από το στερεοτυπικό αντικοµµουνιστικό πνεύµα της εποχής και έναν αφόρητα µελοδραµατικό στόµφο. Στην πραγµατικότητα, πρόκειται για στήλη µε τη βινιέτα «Σελίδες αίµατος. Ανάµεσα στους τάφους που άνοιξε η σπείρα του ΕΑΜ». Πρέπει να έχουν προηγηθεί τέσσερις παρόµοιες αφηγήσεις διότι πάνω από το ονοµατεπώνυµο του Νίκου αναγράφεται το γράµµα «Ε΄». Προσπαθώ να ξεχωρίσω ανάµεσα στις αράδες κάποια συγκεκριµένα στοιχεία: Η ώρα είναι 5.30 ακριβώς, γράφει µετά, αφήνοντας ήδη να περάσει µισή ώρα (στη ληξιαρχική πράξη θανάτου δίνεται ως ώρα της δολοφονίας η έκτη απογευµατινή) που ξεκίνησαν µε τον Αντωνόπουλο για να επιστρέψουν σπίτι. «Πέρασαν απ’ το Ζαχαροπλαστείον Ζήνα για να πάρη γλυκό για το άρρωστο κοριτσάκι του τη µικρή του Βιβή» γράφει η εφηµερίδα, αλλά το µόνο που δεν αναφέρει ο ανώνυµος συντάκτης είναι πως η µέρα ήταν Δευτέρα – απαίσια µέρα για να δολοφονηθεί κανείς. Και συνεχίζει: «στη γωνία του Χατζή σταµατήσαντες για ν’ αγοράσουν πορτοκάλια αντελήφθη ο κ. Αντωνόπουλος σκιές να τους παρακολουθούν, οπότε αµέσως είπε στον ήρωα Μαγκλίνη, Νίκο, µας παρακολουθούν. Με το γέλοιο το καθαρό, το γέλοιο του ανθρώπου που νοιώθει τη συνείδησί του αναπαυµένη, καθαρή και τίµια, απήντησε: Γιατρέ προσωπικότητες είµαστε µεις για να µας παρακολουθούν; Δεν κάναµε τίποτε, δεν έχουµε µε κανέναν προηγούµενο…».

Αντιπαρέρχοµαι τα επίθετα που έπονται για να περάσω στη στιγµή του φόνου: «Οι σκιές πλησίασαν και τότε µε κινηµατογραφική ταχύτητα ένοιωσαν πίσω των γρήγορα τρεξήµατα και αµέσως… Η κρύα κάνη είχεν ακουµπήσει στον τράχηλο του Μαγκλίνη και η σφαίρα είχε περάσει την καρωτίδα. Το αίµα κυλούσε άφθονον από το λαιµό βάφοντας τα χρυσοκίτρινα πορτοκάλια κατακόκκινα. Απεγνωσµένα έκανε λίγα βήµατα τρέχοντας για να κρυφθή σφίγγοντας τα πορτοκάλια στα χέρια του που τα πήγαινε ως φάρµακα στα άρρωστα παιδιά του. Δεν µπόρεσε να προχωρήση. Ξαπλώθηκε στο πέτρινο πεζοδρόµιο ξεψυχώντας, µε τις τελευταίες του λέξεις: µε σκότωσαν...».

altΗ Δώρα επιβεβαιώνει τα πορτοκάλια, επιβεβαιώνει τις οδούς και τα καταστήµατα, κυρίως επιβεβαιώνει τη σύντοµη στιχοµυθία ανάµεσα στους δύο άνδρες. Στην ίδια εφηµερίδα, την Τρίτη 2 Οκτωβρίου του 1945, η ίδια η Δώρα υπέγραψε και αυτή ένα σύντοµο, πονεµένο µα και ιδιαζόντως οργισµένο, χρονογράφηµα µε τίτλο «Για τον µπαµπά µου», το οποίο ξεκινά µε την κουβέντα του: «Δεν κάναµε τίποτε Τάκη για να µας παρακολουθούν». 

O εκτελεστής ήρθε όντως από πίσω, πλησίασε σε απόσταση αναπνοής και σχεδόν κόλλησε την κάννη στον αυχένα του Νίκου. Κάπου εκεί πρέπει να δίστασε, ο Νίκος πρέπει να αισθάνθηκε την κάννη διότι στράφηκε προς το µέρος του. Ο µπαµπάς µου γύρισε να κοιτάξει διότι ένιωσε κάτι να τον ενοχλεί, µου είπε η Δώρα. Τότε αυτός τον πυροβόλησε και η σφαίρα διαπέρασε την καρωτίδα στον λαιµό. Είπε, µε σκότωσαν, Τάκη. Έπεσε πάνω του ο Τάκης, ο οποίος ήταν και χειρουργός, αλλά ο µπαµπάς πέθανε από την ακατάσχετη αιµορραγία. 

Φαίνεται ότι όντως έζησε µερικά δευτερόλεπτα ο Νίκος, παραπατώντας και τρεκλίζοντας, µέχρι να σωριαστεί στο έδαφος. Φαίνεται ότι πρέπει να αντιλήφθηκε ότι πέθαινε. Ό,τι κι αν έκανε, ο γιατρός Αντωνόπουλος δεν µπορούσε να τον σώσει. Μια υψηλής ταχύτητας κωνική σφαίρα στροβιλίζεται δαιµονισµένα γύρω από τον άξονά της, διανοίγοντας βίαια µια καθαρή σήραγγα στο σώµα, εκτός κι αν, για κάποιο λόγο, παρέκκλινε από την ευθεία πορεία της λόγω κάποιας βαλλιστικής αιτίας, ας πούµε, αν βρήκε πάνω σε κάποιο χοντρό οστό, στη συγκεκριµένη περίπτωση, πάνω σε µία από τις κλείδες. Αλλά ακόµα και τότε, το οστό θρυµµατίζεται και τα δευτερογενή αυτά θραύσµατα καταστρέφουν τους ιστούς ολόγυρα. Συχνά µια σφαίρα έχει συνέπειες υδραυλικής φύσεως πάνω στο ανθρώπινο σώµα: το πέρασµά της διώχνει τα υγρά του σώµατος µακριά από τη σήραγγα του τραύµατος µε τέτοια πίεση που οι κοντινοί ιστοί δεν µπορούν να αντέξουν. Μία ροπή, και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Προδημοσίευση τριών ποιημάτων του Διονύση Μαρίνου από την ποιητική του συλλογή «Ποτέ πια εμείς», που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Μελάνι.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

π...

Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη «Κάποιοι άλλοι», που κυκλοφορεί στις 21 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τους π...

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: «Σε ποιον ανήκει η κόλαση»

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: «Σε ποιον ανήκει η κόλαση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη «Σε ποιον ανήκει η κόλαση», που κυκλοφορεί στις 14 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αυτά είναι τα Εθνικά Βραβεία Λογοτεχνίας των ΗΠΑ για το 2019

Αυτά είναι τα Εθνικά Βραβεία Λογοτεχνίας των ΗΠΑ για το 2019

Η Susan Choi, η Sarah M. Broom και ο αγαπητός και στη χώρα μας László Krasznahorkai ήταν μεταξύ των πέντε βραβευμένων με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου (National Book Award), που επιλέγουν κάθε χρόνο τα καλύτερα βιβλία που κυκλοφόρησαν στις ...

Σε φιλολογικό περιβάλλον

Σε φιλολογικό περιβάλλον

Η Μέμη Κατσώνη περιπλανήθηκε στο σύστημα του Γιόζεφ Ροτ, γοητεύθηκε από τον τετηγμένο πυρήνα του, μετέφρασε ένα γράμμα του προς τον Στέφαν Τσβάιχ (από το αμετάφραστο μέχρι στιγμής βιβλίο του "A life in letters"). Tέλος, η ίδια αυτοσχεδίασε μια απάντηση του Τσβάιχ αντ’ αυτού.

...
Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Προδημοσίευση τριών ποιημάτων του Διονύση Μαρίνου από την ποιητική του συλλογή «Ποτέ πια εμείς», που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Μελάνι.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

π...

Διαφήμιση