x
Διαφήμιση

9 Απριλιου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:07:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΟΚΙΜΙΑ-ΜΕΛΕΤΕΣ Robert Macfarlane: «Υπογαία»

Robert Macfarlane: «Υπογαία»

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Robert Macfarlane «Υπογαία – Ένα ταξίδι στα βάθη της γης και του χρόνου» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος), που κυκλοφορεί στις 19 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σχεδόν το προσπερνούμε.

Απομεσήμερο αργά, τέλη καλοκαιριού: εποχή του θερισμού στα βουνά βόρεια του Κάρσο. Μυρωδιά καπνού από ξύλα, λιβάδι. Ξύλινα καλύβια με απότομα γείσα, που φανερώνουν βαριές χειμερινές χιονοπτώσεις. Ένας γέρος κάθεται σε μια καρέκλα κάτω από ένα δυτικό καλκάνι και, με κλειστά μάτια, χαίρεται τον τελευταίο ήλιο. Κόσες είναι ακουμπισμένες σε τοίχους, με κομμένο γρασίδι στη λεπίδα τους. Κυκλάμινα στη σκιά, μοβ μανιτάρια μέσ’ από τη φυλλοστρωμνή κάτω από τις οξιές. Μηλιές εδώ κι εκεί, φωτισμένες από μικρά κίτρινα φρούτα. Η επιφάνεια της γης βαθουλωμένη από χορταριασμένες καταβόθρες. Είναι ένα από τα πιο γαλήνια τοπία όπου έχω περπατήσει ποτέ.

Ύστερα, επειδή είμαστε περίεργοι να δούμε πού οδηγεί, ακολουθούμε ένα πλαϊνό μονοπάτι που απομακρύνεται από το ανοιχτό έδαφος των λιβαδιών και των καλυβιών, καμπυλώνοντας απαλά μέσ’ από οξιές και βελανιδιές, κι έπειτα ανηφορίζοντας, με τα δέντρα να αραιώνουν αλλά και να ψηλώνουν συνάμα, λεύκες τώρα, με τα φύλλα τους να θροΐζουν στον άνεμο.

Βαδίζουμε στο μονοπάτι με την αθωότητα του ανήξερου, επειδή δεν ξέρουμε τι υπάρχει στο τέλος του, και μέσ’ από τις λεύκες βλέπουμε χρυσούς «υφάλους» νεφών να μαζεύονται πάνω από τη θάλασσα, μαύρους από κάτω. Ο ήλιος είναι ζεστός στο πρόσωπό μας, η έντονη μυρωδιά του γρασιδιού απ’ το λιβάδι βαραίνει τόσο, που γίνεται δυσώδης – κι έπειτα να το πρώτο από τα σημάδια, χαραγμένο βαθιά στην ωχρή φλούδα, και ύστερα το χείλος του βαράθρου.

Το στόμιο της καταβόθρας έχει πλάτος έξι μέτρα στο φαρδύτερο σημείο του. Κοιτώντας μέσα του νιώθω αυτό το κάλεσμα ενός αφύλακτου χείλους, που μου γνέφει να παραπατήσω. Από τις κεκλιμένες άκρες του στομίου φυτρώνουν δενδρύλλια οξιάς σκαλωμένα σε προεξοχές και γερμένα πάνω από το βάραθρο. Φτέρες θάλλουν σε πέτρινες κόγχες.

Μπροστά μας μια καταβόθρα πέφτει στο σκοτάδι. Τα πλαϊνά της είναι αντηρίδες από γκρίζο ασβεστόλιθο που βρύα τον απαλύνουν. Το στόμιο της καταβόθρας έχει πλάτος έξι μέτρα στο φαρδύτερο σημείο του. Κοιτώντας μέσα του νιώθω αυτό το κάλεσμα ενός αφύλακτου χείλους, που μου γνέφει να παραπατήσω. Από τις κεκλιμένες άκρες του στομίου φυτρώνουν δενδρύλλια οξιάς σκαλωμένα σε προεξοχές και γερμένα πάνω από το βάραθρο. Φτέρες θάλλουν σε πέτρινες κόγχες.

Χαραγμένες στους κορμούς των μεγαλύτερων δέντρων γύρω από την καταβόθρα είναι σβάστικες. Κάποιες είναι παλιές, επειδή η φλούδα έχει αρχίσει να επουλώνεται. Κάποιες είναι φρέσκιες· χαραγμένεςφέτος, ίσως, ή πέρυσι. Το ξύλο στις χαρακιές είναι ακόμη ωχρό. Μερικές από τις σβάστικες έχουν διαγραφεί με αιχμή μαχαιριού. Η φλούδα είναι πεδίο μάχης σημαδιών.

Καρφωμένο στον κορμό μιας οξιάς κοντά στο χείλος της καταβόθρας είναι ένα μεταλλικό φύλλο με ύψος εξήντα εκατοστά περίπου, βρομισμένο από φύκη. Γραμμένο πάνω με μαύρο μελάνι είναι ένα μακρύ ποίημα στα σλοβενικά, με τίτλο «Razčlovečenje». Στο κάτω μέρος του ποιήματος είναι προχειρογραμμένη η λέξη «ΡΑΧ».

«Ο τίτλος του σημαίνει κάτι σαν “Απανθρωπισμός”, “Να γίνεσαι απάνθρωπος”» λέει σιγανά ο Λούσιαν. «Τα σλοβενικά μου δεν είναι τόσο καλά ώστε να διαβάσω σωστά το υπόλοιπο».

Δείχνει την τελευταία αράδα του κειμένου, που έχει προστεθεί με αστερίσκο: ένα υστερόγραφο στο κύριο ποίημα.

«Αυτό, ωστόσο…» Σταματά. «Αυτό είναι ενός είδους κατάρα. Μια κατάρα ή προειδοποίηση εναντίον οποιουδήποτε θα προσπαθούσε να καταστρέψει το ποίημα ή να του προξενήσει φθορά».

Η προειδοποίηση δεν λήφθηκε υπόψη. Μέρη του ποιήματος έχουν ξυστεί με λεπίδα ή πέτρα, σε μια προσπάθεια να σβηστούν οι λέξεις. Άλλες λέξεις έχουν γραφτεί πάνω στο κείμενο, που με τη σειρά τους έχουν διαγραφεί. Σε μια πάνω γωνία, άλλη μια σβάστικα έχει χαραχτεί στο μέταλλο, νωπή και έντονη.

Νιώθω ξαφνικό τρόμο να ανεβαίνει μέσ’ από την καταβόθρα και να μου σφίγγει την καρδιά. Κάτι τρομερό έχει συμβεί εδώ κι εξακολουθεί να αντηχεί.

«Δες» λέει ο Λούσιαν δείχνοντας βόρεια μέσ’ από την κομοστέγη. Τώρα έχουν μαζευτεί σωρειτομελανίες πάνω από τις κορυφές. Βροχή πέφτει, σαν χοντρά σχοινιά, πέρα στα δυτικά. Υπάρχει μια μακρινή αίσθηση μένους, μανίας. Πέρα, πάνω από τον ωκεανό, το χρυσαφένιο φως έχει γίνει ελαιώδες κίτρινο.

Τι συνέβη εδώ; Το στόμιο του βαράθρου δεν λέει τίποτα. Τα δέντρα δεν λένε τίποτα. Σκύβοντας πάνω από το χείλος της καταβόθρας, βλέπω μόνο σκοτάδι από κάτω μου.

Νωρίτερα, ο Λούσιαν κι εγώ φεύγουμε από το σπίτι του στο Κάρσο και ταξιδεύουμε βόρεια προς τη Σλοβενία, όπου ο ασβεστόλιθος ζαρώνει σε απότομες κορυφές και βαθιές κοιλάδες με ποτάμια. Ορατές στον βορρά είναι οι μύτες των Ιουλιανών Άλπεων, μιας επιβλητικής ασβεστολιθικής οροσειράς όπου διεξήχθησαν κάποιες από τις πιο σφοδρές μάχες του αποκαλούμενου Λευκού Πολέμου –οι σειρές μαχών στα σύνορα Αυστροουγγαρίας και Ιταλίας– μεταξύ του 1915 και του 1918. Υπάρχει, λέει ο Λούσιαν, μια κορυφή ψηλά στην οροσειρά όπου θέλει να φτάσει, στην οποία ανοίχτηκαν σήραγγες στον πόλεμο – όπως πολλά βουνά στο μέτωπο κοιλάνθηκαν στη διάρκεια των μαχών, ώστε να προσφέρουν καταφύγιο και να σκορπίζουν θάνατο.

Στις Ιουλιανές, το σχέδιό μας είναι να χωρίσουμε, και αποκεί θα βαδίσω ανατολικά για τρεις ημέρες, μες στη Σλοβενία, από την «καμπούρα» του Τρίγκλαβ, του ψηλότερου βουνού στην περιοχή, ως κάτω στη γαλάζια λίμνη Μπλεντ – αν και το δελτίο καιρού προβλέπει χιόνι στο Τρίγκλαβ, κάτι που θα δυσκόλευε μια τέτοια πεζοπορία. Προτού φτάσουμε στις Ιουλιανές, ο Λούσιαν θέλει να μου δείξει ένα μέρος από τα ψηλότερα εδάφη του σλοβενικού καρστ, όπου δάση με ψηλές οξιές είναι καταφύγιο λύκων κι αρκούδων, και όπου, λέει ο Λούσιαν, ένα σύστημα σπηλαίων έχει μέσα μια ασυνήθιστη παρουσία.

Η Μαρία Κάρμεν κι εγώ αγκαλιαζόμαστε καθώς φεύγω από το σπίτι τους στο Κάρσο. Την ευχαριστώ για όλα όσα μου πρόσφερε. Με κρατά μακριά της, με τεντωμένα τα χέρια, δίπλα στο μπολ με τα ξεραμένα ρόδια στη βεράντα.

«Ρόμπερτ, είσαι ένα… bellisimo animale
«Μαρία Κάρμεν, αυτό είναι ό,τι ωραιότερο με έχουν αποκαλέσει ποτέ» λέω. «Αν είχα επαγγελματικές κάρτες, θα το τύπωνα πάνω ως το επάγγελμά μου. Σ’ ευχαριστώ μέσ’ από την καρδιά μου».

Καθώς ταξιδεύουμε με το αμάξι βόρεια, όλο και πιο ψηλά από φιδωτούς δρόμους, ρωτώ τον Λούσιαν αν είχα δίκιο που θεώρησα το σχόλιό της ως κομπλιμέντο.

«Α ναι» λέει, «το μεγαλύτερο κομπλιμέντο. Η Μαρία Κάρμεν θεωρεί τα ζώα πολύ πιο εντυπωσιακά από τους ανθρώπους. Γι’ αυτήν, η καρδιά και η καλοσύνη είναι πιο σημαντικά από οποιονδήποτε τιμητικό τίτλο ή πτυχίο».

Ακολουθούσε τον παρόχθιο δρόμο μιας λίμνης ονόματι Ντομπέρντο. Είναι τελείως στραγγισμένη: ένα χλοερό λιβάδι που μέσα του φαίνεται ο ασβεστόλιθος εδώ κι εκεί, με έκταση πολλών στρεμμάτων.

«Ντομπέρντο νομίζω πως είναι ό,τι θα λέγαμε στα αγγλικά “πλημμυρογενής λίμνη”» λέει ο Λούσιαν, «μια παροδική λίμνη που αναβρύζει από κάτω και μέσ’ από το πέτρωμα όταν έρχονται οι βροχές και η στάθμη του νερού ανεβαίνει – αλλά ξεραίνεται τους καλοκαιρινούς μήνες».

Οι δρόμοι έχουν σειρές από κυπαρίσσια φυτεμένα στη μνήμη των νεκρών των στρατών που πολέμησαν εδώ στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Τα δέντρα έχουν κομψούς κορμούς, είναι σαν κεριά με πράσινη φλόγα.

«Κανένας από τους παγκόσμιους πολέμους δεν έχει τελειώσει στ’ αλήθεια σε τούτη την περιοχή» λέει ο Λούσιαν. «Φωτιές σε θαμνότοπους στην κοιλάδα Βιπάβα προκάλεσαν την έκρηξη πυρομαχικών από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το περασμένο καλοκαίρι. Δεν θα μπορούσες να ’χεις καλύτερη μεταφορά για την πολιτική αυτής της περιοχής».

altΔιασχίζουμε τη Νόβα Γκόρικα, μια συνοριακή πόλη. «ΤΙΤΟ» είναι γραμμένο δύο φορές στη ράμπα εξόδου με μπλε σπρέι, από τη μια πλευρά της κεντρικής γραμμής κι αναποδογυρισμένο από την άλλη, ώστε να το διαβάζουν οι οδηγοί που έρχονται κι από τις δύο κατευθύνσεις.

Ο δρόμος ανεβαίνει ως ένα πέρασμα και κατεβαίνει σε μια γέφυρα πάνω από τον Ισόντζο. Ο Ισόντζο κυλά πιο κυανός από οποιονδήποτε άλλον ποταμό έχω δει. Είναι το κυανό της ακτινοβολίας Τσερενκόφ, όμορφο και ψυχρό.

Ο Λούσιαν σταματά σε μια λωρίδα στάσης πάνω από τη γέφυρα.

«Έναν αιώνα νωρίτερα, το να προσπαθήσεις να πας αποδώ εκεί θα ήταν ολέθριο» λέει δείχνοντας τους ασβεστολιθικούς γκρεμούς που υψώνονται από τις δυο μεριές της γέφυρας. Συνειδητοποιώ ότι το πέτρωμα των γκρεμών έχει αφύσικη υφή: διάτρητο, με τετραγωνισμένες οπές και πύλες.
«Είναι σαν ελβετικό τυρί αυτό το πέτρωμα» λέει ο Λούσιαν. «Άνοιξαν λαγούμια στον πόλεμο. Τα υψώματα είναι μια κερήθρα από πυροβολεία, στοές πρόσβασης και αίθουσες. Το έδαφος χαμηλότερα είναι όλο χαρακώματα και ορύγματα. Έσκαψαν μες στα βουνά· μετέτρεψαν το τοπίο σε πολεμική μηχανή. Θα δεις ακόμα περισσότερα τέτοια, απ’ τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ανέβουμε στις Ιουλιανές, όπου το χιόνι ήταν πιο πολύ και οι μάχες –αν είναι δυνατόν– ακόμα πιο λυσσαλέες».

Έχω ξανά μια έντονη εντύπωση αυτού του τοπίου ως ενός όπου η γεωλογία ταυτόχρονα γεννά και επιβεβαιώνει τρόπους αίσθησης. Εδώ, σε τούτο το κούφιο έδαφος του καρστ, η ιστορική μνήμη συμπεριφέρεται σαν ρέον νερό, εξαφανίζεται απροειδοποίητα, μόνο και μόνο για να αναβρύσει ξανά με νέα ονόματα, σε νέα μέρη, με ανανεωμένη δύναμη. Εδώ σε τούτη την τοπογραφία από κοιλότητες και κρυφά μέρη, σκοτεινά παρελθόντα κρύβονται κι έπειτα βγαίνουν ξανά στο φως.

Έχουμε μπει σε μια αμφισβητούμενη δασική περιοχή – μέρος της Ιουλιανής Μαρκιωνίας, το όνομα που δόθηκε στη μεθόριο των τωρινών Ιταλίας, Σλοβενίας, Κροατίας, ακόμα και της Καρινθίας. Κουλτούρες και γλώσσες έχουν αναμειχθεί εποικοδομητικά εδώ, αλλά επίσης εδώ ομάδες που θεωρούν τον εαυτό τους διαφορετικής εθνοτικής και εθνικής ταυτότητας έχουν διαπράξει φριχτούς διωγμούς η μια σε βάρος της άλλης. Ίχνη σύγκρουσης είναι ακόμη χαραγμένα στο τοπίο (χαρακώματα, ομαδικοί τάφοι, μνημεία), αρχειοθετώντας και διαιωνίζοντας μια σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία βίας και εκτοπισμού.

Σκαρφαλώνουμε ψηλότερα. Το αντιφέγγισμα της θάλασσας ασημώνει ακόμη τον ουρανό νότια. Υπάρχουν κυψέλες με ζωηρά χρώματα, αραδιασμένες σε σειρές σε αγρούς παραμέσα από τον δρόμο. Λιβάδια με αγριολούλουδα, μικροί αμπελώνες.

Διασχίζουμε ένα φαρδύ πέρασμα ανάμεσα σε ψηλές κορυφές. Οι οξιές και τα πεύκα έχουν πυκνώσει στα χαμηλά, και μυρίζω ρετσίνι στον δροσερό αέρα. Μια αίσθηση ορεινών κοινοτήτων και δασικού αγριότοπου αυξαίνει. Η έκταση των δασών εδώ κάνει τα ανθρώπινα σύνορα να δείχνουν ανοησία. Οξιές προελαύνουν πάνω από τα σύνορα.

Πιτσίλισμα από σκιές. Λίμνες φωτός. Ένα ξέφωτο, ένα λιβάδι, ένα παράπηγμα. Σπηλιές ορατές παντού στους βράχους, κρυμμένες στα δάση. Κοιλώματα ανάμεσα στα δέντρα, εκεί που καταβόθρες έχουν καταρρεύσει, γεμίσει, ξαναπρασινίσει. Μεγάλες επιφάνειες φωτός κατηφορίζουν σε λοφοπλαγιές. Η επάνω κορυφογραμμή ενός βουνού είναι τρυπημένη από ένα διαμπερές κενό σαν παράθυρο, αρχαίο απομεινάρι ενός προ πολλού εξαφανισμένου ποταμού. Μέσ’ από το τζάμι βλέπω γαλάζιο ουρανό και σύννεφα, πλαισιωμένα από πέτρα: ένας καμβάς σουρεαλιστή.

Εκεί που το άνω όριο δασικής ανάπτυξης πέφτει πάνω σε απότομα βράχια, μακρινοί κορμοί οξιάς στέκουν λείοι μπροστά στην πέτρα. Πριν από δύο χειμώνες η δυτική Σλοβενία επλήγη από μια δριμεία χιονοθύελλα που σκέπασε με πάγο εκατομμύρια δέντρα, βαραίνοντάς τα τόσο, που το ριζικό τους σύστημα δεν μπορούσε να αντέξει το βάρος της παγωμένης κομοστέγης τους. Πολλά από τούτα τα δέντρα πέθαναν, γκρεμισμένα από το φορτίο στις κορυφές τους.

Μια άλλη κοιλάδα έχει απότομες πλευρές ανατολικά, με λευκούς γκρεμούς ύψους 120 μέτρων να ορθώνονται από τον δρόμο σχεδόν. Στο μέσον ακριβώς ενός είναι ένα στόμιο σπηλιάς κι από μέσα ξεχύνεται μουγκρίζοντας ένας αργυρός ποταμός και πέφτει σε μια λίμνη σκαμμένη από το νερό στη βάση του γκρεμού. Ουράνια τόξα σχηματίζονται μες στο εκνέφωμα.

Δεν έχω ξαναδεί χαρακτηριστικό σαν αυτό. Αψηφά όλους τους συνηθισμένους γεωλογικούς και ποτάμιους κανόνες. Οι ποταμοί δεν προβλέπεται να βγαίνουν από το κέντρο γκρεμών. Αλλά ούτε προβλέπεται η γη να έχει παλίρροιες, ούτε τα βουνά προβλέπεται να έχουν παράθυρα – και οι σπηλιές δεν προβλέπεται να δημιουργούν παγετώνες.

Βρίσκουμε το παγετωνοσπήλαιο βυθισμένο ψηλά στα βουνά, εκεί που οι οξιές φτάνουν τα είκοσι μέτρα και η κομοστέγη είναι τόσο πυκνή, που μετά βίας βλέπουμε τον ουρανό. Ακολουθούμε μέσ’ από το δάσος ένα λεπτό περιμετρικό μονοπάτι γεμάτο ρίζες δέντρων. Ο αέρας είναι βαρύς, ζεστός.

Καθώς βαδίζουμε, ο Λούσιαν μου εξηγεί την ύπαρξη του παγετώνα, όμως δυσκολεύομαι να πιστέψω πως ό,τι λέει είναι αληθινό. Ένας ρέων ποταμός πάγου σε τούτο το ύψος, μ’ αυτή τη ζέστη; Δεν υπάρχει πουθενά χιόνι για μίλια ολόγυρα.

«Αυτό το σύστημα σπηλαίων έχει μήκος ένα μίλι, βάθος κοντά 400 μέτρα, και διαπερνά ένα ολόκληρο βουνό» λέει. «Η ελεύθερη κίνηση του ανέμου κατά μήκος του συστήματος σπηλαίων, σε συνδυασμό με το ψύχος του ίδιου του πετρώματος, διατηρεί τις θερμοκρασίες μέσα στο σύστημα πολύ κάτω από το σημείο ψύξης. Χιόνι μαζεύεται στα στόμια των σπηλιών τον χειμώνα, βοριάδες το παρασέρνουν βαθιά στο εσωτερικό τους και –άμπρα κατάμπρα!– μέσα σε χιλιετίες το χιόνι γίνεται ένας μακρύς λεπτός παγετώνας που φιδοσέρνεται μέσα στο βουνό».

Δεν έχω ζήσει ποτέ ξανά τέτοια απότομη πτώση της θερμοκρασίας. Οι τριάντα βαθμοί Κελσίου στο χείλος της δολίνης γίνονται είκοσι πέντε βαθμοί μέσα σε πέντε κάθετα μέτρα, μειώνονται έτσι όσο κατεβαίνουμε και, αν και αρχικά βαδίζαμε μέσα σε χλιαρό αέρα, σύντομα μια βραδινή ψύχρα μας τυλίγει κι ύστερα, καθώς πλησιάζουμε στο στόμιο της σπηλιάς, 30 μέτρα κάτω, ο αέρας κεντάει ψυχρός σαν μέταλλο στη μύτη, το χνότο μας βγαίνει σε τολύπες μπροστά μας, κι έπειτα μπαίνουμε σε μια ψιλή ασημένια ομίχλη.

Το έδαφος αρχίζει να κατηφορίζει αριστερά απ’ το μονοπάτι. Σύντομα βρισκόμαστε στις παρυφές μιας πελώριας δολίνης που από τη μια ως την άλλη μεριά θα είναι ως και 45 μέτρα. Η άλλη πλευρά είναι σχεδόν κάθετη, όμως η δική μας έχει κλίση κάπου πενήντα μοίρες κι ένα λεπτό μονοπάτι ξετυλίγεται φιδωτό μες στο βάραθρο, όπου χάσκει ένα στόμιο σπηλιάς.

Σε κάθε φουρκέτα του μονοπατιού ο αέρας παγώνει κι άλλο γύρω μας. Δεν έχω ζήσει ποτέ ξανά τέτοια απότομη πτώση της θερμοκρασίας. Οι τριάντα βαθμοί Κελσίου στο χείλος της δολίνης γίνονται είκοσι πέντε βαθμοί μέσα σε πέντε κάθετα μέτρα, μειώνονται έτσι όσο κατεβαίνουμε και, αν και αρχικά βαδίζαμε μέσα σε χλιαρό αέρα, σύντομα μια βραδινή ψύχρα μας τυλίγει κι ύστερα, καθώς πλησιάζουμε στο στόμιο της σπηλιάς, 30 μέτρα κάτω, ο αέρας κεντάει ψυχρός σαν μέταλλο στη μύτη, το χνότο μας βγαίνει σε τολύπες μπροστά μας, κι έπειτα μπαίνουμε σε μια ψιλή ασημένια ομίχλη – την ανάσα του ίδιου του παγετώνα.

Η απότομη πτώση της θερμοκρασίας δημιουργεί μια απότομα διαβαθμισμένη οικολογία. Τα δέντρα συρρικνώνονται σε κάθε καμπή του μονοπατιού, από επιβλητικές οξιές σε πεύκα μπονσάι στον πυθμένα της σπηλιάς, γραπωμένα εκεί στις αρκτικές θερμοκρασίες. Δίπλα στην είσοδο του στομίου, όπου η θερμοκρασία σπάνια ανεβαίνει πάνω από το σημείο ψύξης, υπάρχει μόνο ένα στρώμα από βρύα και λειχήνες – μια χαμηλή πολική τούνδρα. Οι μυρωδιές σ’ αυτό το βάθος είναι ολότελα διαφορετικές από εκείνες του Κάρσο και των δασών· αντί για ζέστη, βότανα, ρετσίνι και πέτρα, εδώ υπάρχουν βρύα, χειμώνας και πάγος.

Ο Λούσιαν κι εγώ κατεβαίνουμε από μια μεγάλη πέτρινη πλάκα, δρασκελίζουμε το κατώφλι της σπηλιάς και μπαίνουμε στο σκοτάδι. Κοιτάζω πίσω, μέσ’ από την ομίχλη, και βλέπω έναν μηνίσκο γαλάζιου ουρανού ορατό ακόμη, που τον τέμνει ένα πλέγμα από κλαδιά οξιάς. Θυμάμαι την αψίδα φωτός που αφήσαμε πίσω καθώς μπαίναμε στις παρισινές κατακόμβες. Νιώθω κίνηση στην πέρα γωνία της σπηλιάς: κάποιο πλάσμα, μεγάλο και δυνατό.

Η παγωνιά μού καίει τα αυτιά, τη νιώθω στα δόντια μου σαν κάτι να αφρίζει πάνω τους. Κάτω απ’ τα πόδια μου είναι μια σκληρή κρούστα από πέτρες και θραύσματα –λειχήνες, κλαράκια, οστά– πεσμένη από τα πλαϊνά της καταβόθρας και περίεργα σταθερή όταν την αγγίζεις. Ύστερα, ανάμεσα σε δύο ξαπλωμένα κλαδιά, βλέπω μια λάμψη κυανόμαυρου μετάλλου. Το κλοτσάω με τη μύτη του ποδιού και νιώθω το πόδι μου να γλιστρά. Όχι μέταλλο – πάγος.

«Είμαστε πάνω του» φωνάζω. «Λούσιαν, είμαστε πάνω σ’ έναν παγετώνα! Υπάρχει!»

Ο Λούσιαν βγάζει ένα αόρατο καπέλο και δήθεν υποκλίνεται.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Τάκης Θεοδωρόπουλος: «Τα Ελγίνεια και τα πορτοκάλια»

Τάκης Θεοδωρόπουλος: «Τα Ελγίνεια και τα πορτοκάλια»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου «Τα Ελγίνεια και τα πορτοκάλια – Επίγονοι ή κληρονόμοι;» που κυκλοφορεί στις 20 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Michel de Montaigne: «Δοκίμια»

Michel de Montaigne: «Δοκίμια»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τον πρώτο τόμο του Michel de Montaigne «Δοκίμια» στην οριστική μετάφραση του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή που κυκλοφορεί προσεχώς στη σειρά Νήματα, των εκδόσεων Εξάντας.

Επιμέλεια: ...

Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη: «Ο δημοσιογραφικός λόγος»

Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη: «Ο δημοσιογραφικός λόγος»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Νικολέττας Τσιτσανούδη-Μαλλίδη «Ο δημοσιογραφικός λόγος – Από τη Μεταπολίτευση έως τα “Μνημόνια”» που κυκλοφορεί στις 7 Φεβρουαρίου σε συνέκδοση από τις εκδόσεις Gutenberg και το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Harvard University.

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Πανευρωπαϊκή έκκληση σωτηρίας για τον κλάδο του βιβλίου

Πανευρωπαϊκή έκκληση σωτηρίας για τον κλάδο του βιβλίου

Οι Έλληνες εκδότες συνυπογράφουν την επιστολή της Ομοσπονδίας Ευρωπαίων Εκδοτών (FEP) και καλούν και το ελληνικό κράτος να στηρίξει τον κλάδο του βιβλίου.

Αθήνα, 8 Απριλίου 2020...

Η δυναμική του λωτού

Η δυναμική του λωτού

Για το μυθιστόρημα του Δημήτρη Μεσορράχη «Το μονοπάτι της Ευγενίας» (εκδ. Εστία).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Το βιβλίο είναι διπλά αντιμυθιστορηματικό, αλλά συνάμα δελεαστικό και...

Το σπίτι του Μπίντερμαν

Το σπίτι του Μπίντερμαν

Διήγημα του Χρήστου Μπουραντά

Σου είχα πει κάποτε: Αν ποτέ το σκεφτείς στα σοβαρά, αν δεν την παλεύεις άλλο, πάρε με να περάσω. Ό,τι και να γίνει.

Και θα ’ρθω τρέχοντας στη γειτ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube