19 Ιανουαριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:01:15:49 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ Τρίτη πρωί

Τρίτη πρωί

E-mail Εκτύπωση

Triti proiΤου Αχιλλέα Τζορμακλιώτη

Πάρκαρε το μπλε Φίατ επάνω στη στροφή. Η πολυκατοικία ήταν ακριβώς απέναντι. Το διαμέρισμά της ξεχώριζε ανάμεσα στ’ άλλα: γλάστρες και φυτά πεταμένα τριγύρω – σωρός π’ έπνιγε τα τείχια και γονάτιζε τα πλακάκια. Ήταν στον δεύτερο όροφο και το μπαλκόνι είχε τόση σκόνη π’ ένας ελαφρύς βοριάς τη σήκωνε και τη σκόρπιζε στον αέρα σαν χνούδι. Προχώρησε κ’ ένιωσε το πεζοδρόμιο να καίει τη σόλα του παπουτσιού τούτη την πρωινή ώρα. Η πόρτα στην είσοδο ήταν πάντα ανοιχτή και το ασανσέρ δεν δούλευε. Τα σκαλιά τού φάνηκαν πολλά. 

Η πόρτα της άνοιξε μετά από έξι-εφτά χτυπήματα. Ήταν αγουροξυπνημένη, με μαλλιά πιασμένα σ’ έναν ανακατωμένο κότσο˙ φορούσε ένα λευκό κολλητό μπλουζάκι και μια γκρι φόρμα. Κοιτάχτηκαν αμίλητοι για κάμποσα δευτερόλεπτα.

- Δεν θα μου πεις να περάσω;

Παραμέρισε και τον άφησε να μπει. Η γκαρσονιέρα φάνταζε σ’ οριακή κατάσταση: ο νεροχύτης γεμάτος πιάτα, ένας μπόγος από ρούχα βάραινε το στρώμα του κρεβατιού κ’ η σκόνη κάλυπτε τις επιφάνειες σαν σκορπισμένη πούδρα. Βολεύτηκε μόνος του σ’ ένα πουφ κ’ εκείνη κάθισε στο κρεβάτι απέναντί του.

-Πώς είσαι; ρώτησε.

Την κοίταγε στα μάτια.

-Τι κάνεις εδώ, μπαμπά;

-Δεν χάρηκες που ήρθα;

-Δεν ξέρω˙ βασικά, αιφνιδιάστηκα.

-Και είναι καλό αυτό;

Έπιασε τον μπόγο τα ρούχα, τα ’βαλε πίσω από την πλάτη της κ’ έγειρε λίγο πάνω τους.

-Μπαμπά, έχεις να με δεις κάτι μήνες κ’ έρχεσαι έτσι ξαφνικά μια Τρίτη πρωί; ρώτησε.

-Ήθελα˙ δηλαδή, θεώρησα πως έπρεπε, είπε.

Εκείνη άλλαξε το βλέμμα της κ’ έπιασε το κινητό στα χέρια. Έβλεπε την οθόνη και σκούπιζε παράλληλα τα μάτια. Δεν είχε καν πλύνει τις τσίμπλες της. Εκείνος συνέχιζε να σκανάρει το μέρος και σκεφτόταν τόσα και δεν ήξερε αν τον ενοχλούσε ή όχι όλη αυτή η ακαταστασία. Ταίριαξε το παντελόνι του και το πουφ έκανε θόρυβο.

-Θέλεις καφέ; τον ρώτησε.

-Ναι, θα ’θελα έναν.

-Τι καφέ;

-Ό,τι κάνεις και για σένα.

Την είδε που σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα του μπάνιου κ’ έχωσε τη μούρη της αποκάτω. Πρόσεξε πως η βρύση έσταζε μετά βίας, υπήρχε ελάχιστη ροή.

-Θες να δω τη βρύση; ρώτησε.

-Θα τη φτιάξεις, δηλαδή; ρώτησε η κόρη του.

-Θα προσπαθήσω. Όσο εσύ θα κάνεις τους καφέδες.

Και τότε εκείνη έκανε για τον πάγκο, άρπαξε δυο ποτήρια κι άρχισε να τα σφουγγίζει. Κι αυτός πήγε προς τη βρύση, ξεβίδωσε το φίλτρο και παρατήρησε πως είχε μπουκώσει. Έκοψε λίγο χαρτί υγείας, σκούπισε το φίλτρο προσεχτικά κ’ έπειτα το ξέπλυνε καλά κάτω από τη βρύση. Το βίδωσε κ’ είχε κανονική ροή. Επέστρεψε στο πουφ την ώρα που κ’ εκείνη έφερνε δύο φραπεδάκια χωρίς αφρό.

Τις πρώτες ρουφηξιές δεν τις ακολούθησε συζήτηση. Όμως εκείνος δεν άντεχε δίχως να την προσέχει. Κ’ εκείνη την απασχολούσε μονάχα το κινητό.

-Λοιπόν, της είπε κάποτε, δουλεύεις ακόμη σεκιούριτι;

-Ναι, δεν άλλαξε κάτι.

-Βραδινή στο εργοστάσιο, έ;

-Ναι.

-Να προσέχεις, της είπε.

Σήκωσε τα μάτια της από την οθόνη και τον κοίταξε. Χαμογέλασε δίχως να φανούν τα δόντια της. Κ’ ύστερα επέστρεψε στην οθόνη.

-Εσύ; τον ρώτησε τότε κ’ εκείνη.

-Εγώ, ξέρεις, είπ’ εκείνος κάπως αμήχανος, ακόμη δεν μπορώ να βρω κάτι.

-Θα με εξέπληττε αν έβρισκες, του απάντησε.

-Μην το λες, ψάχνω. Αλήθεια ψάχνω.

Άφησε το κινητό στην άκρη και τον κοίταξε καλά. Μια παγωμάρα ξεκίνησε να καταβάλλει το κορμί της και να το ταρακουνά.

-Μπαμπά, πόσο καιρό; Δέκα μήνες ή μήπως πάει χρόνος; Και το ταμείο; Για πόσο ακόμα; Δηλαδή αν ζούσε η μαμά τι θα έκανες; Όχι, μπορείς να μου πεις τι θα έκανες; Δεν καταλαβαίνεις ότι κάτι τέτοιο δεν αρμόζει σε άνθρωπο πενήντα ετών;

Τα λόγια της ήταν ρίψεις ευθείας βολής. Είχαν κατακάτσει στο στήθος του και το πλάτειασαν και το βάρυναν.

-Ξέρεις ότι δεν είναι εύκολο. Στην ηλικία μου ποιος θα προσλάβει έναν πρώην τορναδόρο; Να τον κάνει τι; Μπορεί καλή ζωή να μην έχω αλλά κι αυτή –έτσι είναι– καμιά φορά δεν γύρισε τα ζύγια κατά το μέρος μου.

-Μα, ρε μπαμπά, η μαμά, το θυμάσαι πως η μαμά…

-Τίποτα η μαμά, τη διέκοψε. Ξέρω, θα πεις πως η μαμά με βάσταγε. Κ’ ίσως να ’ναι έτσι. Όμως και τι να έκανα αφού πέθανε; Δεν μπορούσα άλλο εδώ γι’ αυτό κ’ έφυγα στον Δομοκό.

-Αλλά εγώ μπορούσα μόνη στην κωλόπολη, έτσι δεν είναι;

-Λάθος μεγάλο… Μετράει η συγγνώμη;

Όμως αυτή σηκώθηκε κ’ έχυσε τον καφέ στον νεροχύτη. Κ’ ύστερα γύρισε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Εκείνος έμεινε σιωπηλός. Και τι τάχα να ’λεγε;

Το κινητό της χτύπησε έτσι που τους τράνταξε. Το σήκωσε κι άκουσε από τον δυνατό ήχο του μεγαφώνου της μι’ αντρική φωνή. Την άφησε να μιλήσει, βρήκε λίγη όρεξη και προχώρησε προς το μπαλκόνι της. Η μπαλκονόπορτα ήταν μισάνοιχτη, βγήκε έξω και με δυσκολία περπάτησε ανάμεσα στις γλάστρες. Η βρομιά, χωμάτινο νάιλον που σκέπαζε τα πάντα˙ μπαρούτια από μολύβι σε βομβαρδισμένο τοπίο. Ο ήλιος μετά βίας φώτιζε αλλά η ζέστη ήταν αφόρητη. Έστριψε και μπήκε ξανά μέσα. Είχε κλείσει το κινητό της κ’ είχε γυρίσει κατά τον τοίχο. Ίσως και να κοιμόταν.

Στο τραπέζι στην άκρη της κουζίνας διέκρινε τη φωτογραφία της γυναίκας του πεσμένη. Τη σήκωσε και τη στερέωσε. Ήταν μια πρόσφατη φωτογραφία, όταν πια δεν είχε μαλλιά και το κρανίο της έλαμπε κάτω από τον φωτισμό μιας λάμπας φθορίου. Το πρόσωπό της, γυρισμένο πλάγια, σχεδόν προφίλ, κοίταγε χαμηλά και κρατούσε στα χέρια της ένα βιβλίο. Τη φωτογραφία την είχε τραβήξει αυτός˙ το πρωί, προτού μπει για τελευταία φορά στον θάλαμο. Δεν θυμόταν πώς έφτασε στα χέρια της κόρης του και γιατί από τις τόσες κρατούσε αυτή. Γύρισε το κεφάλι κ’ είδε π’ ήταν ασάλευτη. Κοιμόταν όπως έκανε πάντα: γρήγορα κι αθόρυβα.

Όταν εκείνη ξύπνησε, ύστερα από σχεδόν τρεις ώρες, εκείνος, απέναντί της, σε μια καρέκλα με τα πόδια σταυρωμένα, είχε γείρει το κεφάλι και την κοίταγε.

-Δεν έφυγες;

Η φωνή της ήταν ξερή και τρεμουλιαστή. Σαν παρατεταμένος βήχας.

-Αποφάσισα να σε περιμένω να ξυπνήσεις.

Αυτή δεν μίλησε και σηκώθηκε τεντώνοντας τα χέρια.

-Δεν ξέρω, τις τελευταίες μέρες έχω μια συνεχή υπνηλία, είπε. Όταν ήρθες είχα μόλις ξυπνήσει και κοίτα που ξανακοιμήθηκα.

-Δουλεύεις σήμερα, κανονικά;

-Ναι, κανονικά.

Είχε φτάσει σχεδόν απόγευμα κ’ η ζέστη έμοιαζε να ’χει μαλακώσει. Στις τραβηγμένες κουρτίνες το διαμέρισμα φάνταζε πιο γκρίζο κι άχρωμο. Το φως του απογεύματος με κάποιο τρόπο το ’κανε σκουρότερο. Η κόρη του σηκώθηκε και ξεκίνησε γρήγορα να ετοιμάζεται.

-Θα βγω, είπε. Πρέπει να φύγουμε.

Δεν έκανε περισσότερα από δεκαπέντε λεπτά κ’ έπειτα σηκωθήκαν και βγήκαν από το σπίτι. Κατέβηκαν τα σκαλοπάτια και κοντοστάθηκαν στην είσοδο.

-Θέλεις να σε πάω κάπου; της είπε νεύοντας κατά τ’ αυτοκίνητο.

-Όχι, όχι. Λίγο πιο κάτω θα περάσουν να με πάρουν. Εσύ πού θα πας;

-Δεν ξέρω, να φάω κάτι ίσως.

Περίμενε έναν λόγο της κ’ η πλάτη του ίδρωνε. Έπιασε λίγο το πουκάμισο και το κούνησε σαν για να του δώσει μια ικμάδα δροσιάς. Αυτή πότε τον κοίταγε πότε άφηνε το βλέμμα να ξεφύγει κάπου τριγύρω φοβισμένο.

-Καλώς, ξαναμιλάμε τότε, της είπε και τα κομμάτια του σκορπίστηκαν.

-Έγινε.

(Τον είδε π’ έστριψε και σκέφτηκε να τον σταματήσει και να του πει δυο λόγια. Όμως άφηνε τα βήματα να τον απομακρύνουν και τις λέξεις να κολλούν στα χείλια της σαν γραμματόσημα. Θυμήθηκε το πρωί και τον απότομο τρόπο της. Την απομάκρυνσή του και την απρόσμενη επανεμφάνισή του. Τη ζωή που τους χώριζε και τους ένωνε την ίδια στιγμή. Η μαμά, σκέφτηκε˙ αυτή δημιούργησε και για τους δύο έναν άλλο κόσμο).

Λίγο πριν ανοίξει την πόρτα γύρισε και την κοίταξε. Σήκωσε το χέρι του κι αυτή, έτσι της φάνηκε ή έτσι έγινε, έτσι το πίστεψε κ’ εκείνος, χαμογέλασε. Ο δρόμος είχ’ ελάχιστη κίνηση. Το Φίατ έκανε θόρυβο και κατηφόρισε.

 

altInfo
Ο Αχιλλέας Τζορμακλιώτης γεννήθηκε το 1989 στη Λάρισα, όπου και ζει. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο και σε συλλογικά έργα.

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. .
Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Deux grains de beauté

Deux grains de beauté

Της Ιώς Κούκη

Κοιτούσες επίμονα το γυμνό σου στέρνο στον καθρέφτη για χρόνια. Βρίσκονταν εκεί από τη στιγμή της γέννησής σου, οι δυο συμμετρικές σου ελιές. Δεν τις κληρονόμησες από κανέναν, γεννήθηκαν μαζί με σένα. Η απόσταση ...

Eros mortalis

Eros mortalis

Της Χριστίνας Ντούση

«Θα περάσουμε θαυμάσια, θα δεις». Η αεροσυνοδός με παίρνει από το ένα χέρι. Η μάνα μου αφήνει διστακτικά το άλλο. Το καρτελάκι με τη λέξη «ασυνόδευτο» χοροπηδά στο λαιμό μου. Στο αεροπλάνο, τη σκέφτομαι γι...

Πέραμα

Πέραμα

Της Μάρτυς Λάμπρου

«Έμπα!» μου έκανε νεύμα το ψηλό αγόρι απ' την Κίο ανοίγοντας αργά το παράθυρο. Είχε σταματήσει με τ' αλάρμ τη Μερσεντές του στην οδό Ιπποκράτους γωνία στο σηματοδότη σαν φάρο. Από ένα...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Θυμόμαστε, δεν χρησιμοποιούμε» τη μνήμη του Ολοκαυτώματος

«Θυμόμαστε, δεν χρησιμοποιούμε» τη μνήμη του Ολοκαυτώματος

Για 5ο χρόνο οι εκδ. Γαβριηλίδης αφιερώνουν τον Ιανουάριο στη μνήμη του Ολοκαυτώματος με το σύνθημα «Θυμόμαστε, δεν χρησιμοποιούμε». Θα προβληθούν δύο ταινίες, μια στις 17 και μια στις 18 Ιανουαρίου στο Poems n' Crimes (Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι).

...

Μαρία Λαϊνά: «Αυτό το τίποτα που με καταδιώκει»

Μαρία Λαϊνά: «Αυτό το τίποτα που με καταδιώκει»

Η Μαρία Λαϊνά συνομίλησε με την Αργυρώ Μποζώνη, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της «Θυμάσαι τι είναι η ποίηση; Ιστορίες ποδηλασίας» (εκδ. Πατάκη).

Της Αργυρώς Μποζώνη

Πρίν ...

«Η προσωπικότητα και το έργο του Γιάννη Χρήστου φλερτάρουν με τον μύθο»

«Η προσωπικότητα και το έργο του Γιάννη Χρήστου φλερτάρουν με τον μύθο»

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Αδαμόπουλος σε μια de profundis συζήτηση με τον Παναγιώτη Θεοδοσίου για την εξ αποστάσεως γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου, τις περιπέτειες της μουσικής κληρονομιάς του, την ίδρυση της «Εταιρείας φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου».

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube