x
Διαφήμιση

1 Ιουνιου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:12:08:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ Το σπίτι του Μπίντερμαν

Το σπίτι του Μπίντερμαν

E-mail Εκτύπωση

to spiti tou bindermannΔιήγημα του Χρήστου Μπουραντά

Σου είχα πει κάποτε: Αν ποτέ το σκεφτείς στα σοβαρά, αν δεν την παλεύεις άλλο, πάρε με να περάσω. Ό,τι και να γίνει.

Και θα ’ρθω τρέχοντας στη γειτονιά σου, στο πι και φι, στο γνωστό στενάκι, Γλασκώβης 5, μ’ ένα κρασί παραμάσχαλα, με τον καλύτερό μου εαυτό.

Έχει γεράσει κι άλλο χωρίς εμάς το παλιόσπιτο, έγινε ό,τι ήταν πάντα, μια μουντή ομοφωνία, ένα τέρας αντιπαροχής, ανεβαίνω γοργά τα σκαλάκια, χτυπάω συνθηματικά δυο φορές και μια τρίτη κοφτή, το ταμπελάκι Μπίντερμαν έχει πια ξεθωριάσει, ακόμα ν’ αλλάξεις όνομα στο κουδούνι, στους λογαριασμούς, στις παραγγελίες πίτσας, στο κοινό μας λεξιλόγιο, το θυροτηλέφωνο φτύνει λέξεις μαζί με παράσιτα, ρωτάει απρόθυμα ποιος είναι, άνοιξέ μου, ρε βλάκα, η βαριά εξώθυρα σκουπίζει μια στοίβα ειδοποιητήρια όσο τη σπρώχνω, μυρωδιά από χλωρίνη και μούχλα, από τα υπόγεια αντηχούν ανατολίτικες μελωδίες και βραχνοί διάλογοι, το παλιό ασανσέρ με τη δίφυλλη πόρτα μοιάζει ακόμα με φέρετρο, μπαίνω μέσα, κλείνω τα μάτια.

Στον τέταρτο ο Τζου μου ανοίγει νυσταγμένα, φοράει ένα πλεκτό πουλόβερ γεμάτο τρίμματα κι ένα στραβωμένο γεια χαρά, τον ταΐζεις καλά τον μπέμπη σκέφτομαι, ρωτάω πού είσαι, δείχνει το δωμάτιό σου, έχεις να βγεις από χτες λέει, έχεις μπει, λέει σε βιντεοφάση, γνέφω όλο κατανόηση, βαδίζω στα ενδότερα, τα αιθέρια έλαια δεν καλύπτουν την οσμή του τηγανόλαδου, ένα άγνωστο πλήθος έχει κατασκηνώσει στο σαλόνι, αγόρια με ράστα, κορίτσια με τατουάζ, δάχτυλα με γκολουάζ, ρούμι με κόλα, το τελευταίο του Μάνου Τσάο, ακροβατικά σε στρωματάκια, τσάκρας και βαθιές εισπνοές, τα έπιπλα ελαφρώς πειραγμένα, η πλαστική βαφή κρέμεται απ’ το ταβάνι σα νεκρικό σάβανο, σου ’χα πει κάποτε, τ’ ακρυλικά δεν πιάνουν στις παλιές οροφές, ο ψηλός με τις τζίβες κοιτάζει καχύποπτα, διαβάζει τη σκέψη μου, ποιος είμ’ εγώ που ήρθα να κριτικάρω το ταβάνι, καιρό έχω να φανώ στα πέριξ, να φέρω κρασί, να κάνω γιόγκα, να παίξω το τελευταίο του Μάνου Τσάο, να ρίξω ένα βάψιμο, να ρίξω ένα κατούρημα, να γίνω ένα μέρος του όλου, σ’ αυτήν εδώ τη φωλιά των κατατρεγμένων, της μικρής ουτοπίας σου, του σπιτιού μας.

Πού να ’ξερε ο ψηλός, μαζί γράφαμε τα συμβόλαια, πέντε στο τεσσάρι, λίγοι και καλοί, ο Τάσος με τη Γιώτα, το ζωάκι μας ο Τζου, Εγώ, Εσύ, η πολυθρόνα του Μπίντερμαν, δυο γλάστρες, ένα ψυγείο, μια φλοκάτη απ’ τη Μεσσηνία, ένα ντιβάνι απ’ τα σκουπίδια, η Κοινωνία του Θεάματος του Γκυ Ντεμπόρ, κλεμμένα DVD, κλεμμένες ατάκες από ταινίες του Ταραντίνο, όλη η ζωή μας σινεμά, όλα τα θηρία μαζεμένα, όλα για όλα, αγία οικογένεια, τα λόγια είναι περιττά. Μου χες πει κάποτε, είμαστε μια γροθιά εσύ κι εγώ, θιασάρχες, κολώνες του σπιτιού, σε πίστεψα, αρχισυμμορίτες, το ’να χέρι νίβει τ’ άλλο, πάντα σε πίστευα, και ζήσαμε εμείς καλά, κι οι άλλοι τρεις καλύτερα.

Δε μάθαμε ποτέ ποιος ήταν ο Μπίντερμαν, δε χρειάστηκε, με τα χρόνια η λίστα μάκραινε, πλούσιος εβραίος βιοτέχνης λινών, επιζών ολοκαυτώματος, κατάσκοπος της Μοσάντ σε αποστρατεία, ληστής με τα μαύρα, ταμίας στο πεντάγωνο, εξόριστος πρίγκιπας της Μπίντερλαντ, φυγόδικος διαγαλαξιακός πειρατής, υπερήρωας σε υπερωρία, βαμπίρ με δυσανεξία στο αίμα, τσιράκι του σατανά, ραβίνος, χήρος, εισοδηματίας, κάποιος άγνωστος.

Δε μάθαμε ποτέ ποιος ήταν ο Μπίντερμαν, δε χρειάστηκε, με τα χρόνια η λίστα μάκραινε, πλούσιος εβραίος βιοτέχνης λινών, επιζών ολοκαυτώματος, κατάσκοπος της Μοσάντ σε αποστρατεία, ληστής με τα μαύρα, ταμίας στο πεντάγωνο, εξόριστος πρίγκιπας της Μπίντερλαντ, φυγόδικος διαγαλαξιακός πειρατής, υπερήρωας σε υπερωρία, βαμπίρ με δυσανεξία στο αίμα, τσιράκι του σατανά, ραβίνος, χήρος, εισοδηματίας, κάποιος άγνωστος.  

Σε βρίσκω θαμμένη κάτω απ’ τα σκεπάσματα, το δωμάτιό σου τμήμα απολεσθέντων θεματικού πάρκου, σου ’χα πει κάποτε ξεφορτώσου τη σαβούρα, βολεύομαι στην άκρη του κρεβατιού, μας χωρίζει ένα βουνό κασέτες, το μπλε φως της παλιάς τηλεόρασης γυαλίζει πάνω στα μάτια σου, μοιάζεις με τα ανδροειδή απ’ το Blade Runner, ανυπόμονη σαν το μοτέρ της παλιάς βιντεοκάμερας, πού το ξέθαψες πάλι αυτό το απομεινάρι, κλασική περίπτωση βιντεοφάσης, λεξοτανίλ των έξι μιλιγκράμ, στην οθόνη ο Τάσος κι ο Τζου με τα σώβρακα, χιονίζει στην Αθήνα, το σπίτι στολισμένο, λαμπιόνια που παίζουν μουσική, οι δυο τους εκτοξεύουν κουραμπιέδες, οι μούρες τους έχουν γίνει κάτασπρες, τους φαίνεται αστείο, η Γιώτα σκουπίζει τη φλοκάτη, τα χαλιά, τα χάλια τους, εγώ παίζω παιχνίδια στο κομπιούτερ, εσύ πίσω απ’ την κάμερα, τους απειλείς ότι θα πάρουν πόδι απ’ το μπιντερμανέικο, γελάς όμως, γελάς δυνατά, τώρα χωμένη στο πάπλωμα είσαι εντελώς ανέκφραστη, τούφες απ’ την κοτσίδα σου αναπαύονται στους αδυνατισμένους ώμους, στο βίντεο ο Τάσος έχει γραπώσει τον Τζου πάνω απ’ το νιπτήρα, αδειάζει το κρεμοσάπουνο στην κεφάλα του, το ζωάκι μας κλαψουρίζει, η Γιώτα κακαρίζει, εσύ τους ζητάς να σου αγοράσουν καινούριο, εγώ λέω είστε εντελώς ηλίθιοι, πείνασα.

Τη στιγμή της κορύφωσης η εικόνα καταρρέει, πολύχρωμες κυματομορφές και ηλεκτροστατικά παράσιτα, ο ήχος θρυμματίζεται σε μικρά κομμάτια, το κάδρο ρολάρει ασπρόμαυρο, σκατά, χάλασε κι αυτή, ανακατεύεις τις κασέτες πλάι σου σα να ψάχνεις τη λύτρωση, απομαγνητίστηκαν οι πιο πολλές, θες να δούμε Απόκριες μήπως, Βαρκελώνη, Βερολίνο, ούτε καν με κοιτάς, βρίζεις και κατηγορείς τα πάντα, το βλέμμα σου εστιάζει στο κενό, μοιάζεις με ανδροειδές, ποιοι ειν’ όλοι τούτοι στο σαλόνι ρωτάω, τεντώνεσαι και χασμουριέσαι, διάφοροι, δεν τους ξέρεις, ρωτάω αν έχεις μιλήσει με τα παιδιά, λες αδιάφορα ότι ο Τάσος θα έρθει Ελλάδα για Χριστούγεννα, λέω πέτυχα τη Γιώτα στο μετρό, τρέχει και δε φτάνει με τον μικρό, γνέφεις καταφατικά, γνέφεις αδιάφορα.

Το βίντεο σταθεροποιείται, η πεντάδα καλπάζει ηρωικά στο λευκό αστικό τοπίο, χιονοπόλεμος, η Γιώτα γλιστράει και πατάει τσιρίδα, ο Τάσος κάνει να την βοηθήσει και πέφτει κι αυτός, ο Τζου μασουλάει χιόνι μπροστά στην κάμερα, ωραίο θα ήταν, λέει, με λίγο σιρόπι βύσσινο, η Αθήνα πριν την κρίση, μετά τους ολυμπιακούς, σκέτο όνειρο, πρόσωπα δίχως το βάρος δεκαπενταετίας, μοιάζουν αφύσικα τσιτωμένα, σχεδόν τρομακτικά, μας ειρωνεύονται από μια άλλη διάσταση, μες στη φτώχεια τους μας μοστράρουν μια πλούσια ζωή.

Βγαίνω έξω στο μπαλκόνι, έχει ακόμα αρκετή ζέστη για Νοέμβρη μήνα, το κλίμα έχει αλλάξει, πότε πότισες τελευταία, ο αγαπημένος σου φίκος έχει μείνει λειψός, το γιασεμί αγνώριστο, η γιούκα αγέρωχη σα να μην τρέχει τίποτα, μισώ τις γιούκες, είναι ύπουλα φυτά με λόγχες αντί για φύλλα, θα μου βγάλουν το μάτι κάποια μέρα, σα γέρος ακούγεσαι, μιλάς πίσω μου, δυνατά χέρια με αγκαλιάζουν σφιχτά, ευτυχώς σηκώθηκες από το νεκροκρέβατο, τα μαλλιά λυτά, σε φιλώ στο μέτωπο.

Τι τρέχει ρωτάω, στυλώνεις το βλέμμα στο Λυκαβηττό απέναντι, οι κόγχες των ματιών σου σα να έχουν βαθύνει τελευταία, έχεις πάρει παράξενη τροπή, όχι ότι ήσουν ποτέ κορίτσι που περπατάει στα ίσια, που μαζεύει αποδείξεις, που σιδερώνει γιακάδες, που στέκεται σε ουρές, σ’ άρεσε να κάνεις μεγάλα ταξίδια, να κοιμάσαι πολύ, να τραπεζώνεις κόσμο, να βρίζεις στο δρόμο, να γελάς δυνατά. Έτσι σε γνώρισα και πάντα βγάζαμε άκρη, καφές και ψαγμένες συζητήσεις, πάντα εμείς κι όλοι οι άλλοι, μέσα σ’ αυτό το σπιτικό, γιατί αλήθεια σ’ αφήσαμε μονάχη, σκορπίσαμε εδώ κι εκεί, νησίδες αγεφύρωτες μες στη μητρόπολη, έχουν ανέβει και τα ενοίκια τελευταία, άστα να πάνε, η κρίση γεννάει ευκαιρίες και ξένους επενδυτές, ένα δυάρι επιπλωμένο στην Κυψέλη, ένα λοφτ με θέα Φιλοπάππου, ένα απ’ όλα κι ένα χωρίς τζατζίκι, ένα ποτάκι και φύγαμε, το κέντρο μια ζώνη διασκέδασης, μαφίες, μπράβοι, καλλιτέχνες, αποικιοκράτες, το πιάνεις το νόημα, το ζουμί, το λοιπόν, έχω να δηλώσω: η Αθήνα είναι ένα κολαστήριο, το πέδιλο με κάλτσα σκέτη αηδία, οι γιούκες γριές μάγισσες που σου βγάζουν τα μάτια και τα μόνα σίγουρα στη ζωή ο θάνατος κι η εφορία.

Ο Τζου μου κάνει νόημα από μέσα να χαμηλώσω ένταση, το πλήθος έχει βγάλει κιθάρες, μπαγλαμάδες, πίνουν το κρασί που έφερα για σένα, ας είναι, δε φταίνε κι αυτοί σε τίποτα, ούτε ο ψηλός με τις τζίβες, ούτε ο γιόγκι με τα τσάκρας, καλή καρδιά πάνω απ’ όλα, ορίστε το νέο μου μότο, ίσως και το άλλο, η ελπίδα είναι για όσους δεν βλέπουν την αλήθεια, ταιριάζουν και τα δυο στην καινούργια σου παρέα, εμείς ήμασταν σίγουρα αλλιώς, λίγο μποέμ, λίγο βλαμμένοι, αυτοί είναι κατεξοχήν το δεύτερο, με κάτι τέτοια σε πικάρω μπας και ξυπνήσεις, να μου πεις σκάσε, να μου δώσεις μια κουτουλιά, κάποιο σημάδι ότι κρατάς τη σπίθα ακόμα αναμμένη, γιατί με κοιτάς σα χάνος, σαν κάποια που μάταια περίμενε στην αποβάθρα, αλήθεια, τόσο πολύ άργησα στο ραντεβού της ζωής μας, θα ορκιζόμουν έφυγα μόλις χτες, κι ότι οι κόγχες σου έχουν βαθύνει τελευταία.

Συγνώμη, πήρα πάλι φόρα, αυτό το βράδυ είναι δικό σου, με κάλεσες και ήρθα στο πι και φι, Γλασκώβης 5, εμείς κι όλοι οι άλλοι, καφές και ψαγμένες συζητήσεις, για το μοντέρνο κίνημα, τη σχολή του Μπαουχάους, τη σχολή των Ασασίνων, την ασιατική κουζίνα, τη μοριακή κουζίνα, το σωματίδιο του θεού, το παράδοξο του Φέρμι, τη γάτα του Σρέντιγκερ, γάτες γενικώς, λεοπαρδάλεις που καραδοκούν κοπάδια των γκνου στη σαβάνα, ο τελευταίος λευκός ρινόκερος που πεθαίνει σε εγκλεισμό, παρθένες φυλές του Αμαζονίου σε πρώτη επαφή με τον τηλεοπτικό φακό, οι καλύτεροι φακοί Leica σε τιμή ευκαιρίας, το καλύτερο φως για εξωτερικό γύρισμα, τα πάντα, αλήθεια, πώς και δεν έγινε ποτέ κάτι μεταξύ μας, άλλο ένα μυστήριο, όπως το σωματίδιο του Θεού, η σκοτεινή ύλη κι ο νόμος του Μέρφι, το λοιπόν, μου ’ρθε φανταστική ιδέα, τι θα ’λεγες να παντρευτούμε όπως είμαστε, να φύγουμε για πάντα μακριά, φτιάξε στα γρήγορα βαλίτσα, ένα σάντουιτς, μια πρόφαση, ντύσου ζεστά, άσε κλειδιά στον Τζου, καιρός να μάθει να επιβιώνει μόνος του, πάμε να φύγουμε σου λέω από δω μέσα.

Σ’ έκανα να γελάσεις κι αυτό μου φτάνει, σαν κάτι να έχει ζεστάνει μέσα σου τελευταία, ή απλά κρύωσε ο αέρας γύρω μας, σκοτεινιάζει στο μπαλκόνι, η ώρα περνάει ακόμα και για μας, νιώθω εντάξει με το χρόνο, τον εαυτό μου, τη φιλία μας, αλλαγή πλάνου, καθισμένοι στο τραπεζάκι της κουζίνας, ανάβεις τσιγάρο, παίρνω μια ρουφηξιά, σχεδιάζω το αποψινό βράδυ, τι λες πάμε μια βόλτα στα Εξάρχεια, πάμε σινεμά, πάμε κάπου που έχει χιόνι, κάπου θα βρούμε να πάμε, φυσάω τον καπνό, το χέρι σου μου κλείνει το στόμα, πάλι πήρες φόρα, χαλάρωσε, αλλαγή πλάνου, τόση ώρα μες στο μπάνιο, περιμένω να βγεις μπας και την κάνουμε επιτέλους, ατμοί δραπετεύουν από τη βάση της πόρτας, τώρα, στεγνώνω τα μαλλιά, αλλαγή πλάνου, κοιτιέσαι στον καθρέφτη του χωλ, φτου σου κούκλα είσαι, πάμε όμως αργήσαμε, με βρίζεις, μου δίνεις ένα πεταχτό φιλί, σκουπίζω το κραγιόν απ’ το μάγουλό μου, ανοίγω την εξώπορτα, αλλαγή πλάνου, κοντοστέκεσαι στο κατώφλι, κουράγιο, άλλο λίγο λέω, ένα δυο βήματα, ένα ασανσέρ που μοιάζει με φέρετρο, τρία τέσσερα σκαλάκια κι αυτό ήταν, ακίνητη, βουβή, κλείνω τα μάτια, σε λίγο θα είμαστε ελεύθεροι, υπομονή, σε τραβώ απ’ το χέρι, κοντοστέκεσαι, έχεις βουρκώσει, ρωτάω τι έπαθες πάλι βρε, με χαϊδεύεις, στοργικά, απολογητικά, ψελλίζεις:

Θα το ‘θελα πολύ… μα έχεις αργήσει. 

Η μορφή σου καταρρέει, κυματιστές γραμμές και πολύχρωμα ηλεκτροστατικά παράσιτα, η φωνή θρυμματίζεται σε μικρά κομμάτια, ένα νέφος από εικονοστοιχεία και λευκό θόρυβο, τρεμοσβήνεις στο φάσμα του υπεριώδους, μοιάζει με ψέμα, στέκεις παγωμένη στο χώρο, στο χρόνο, χαμογελαστά, στοργικά, απολογητικά ψελλίζεις: αγάπη μου, έχεις μπει σε βιντεοφάση. Και θα ορκιζόμουν πως τα χείλη δε σαλεύουν. Τα μαλλιά δεν ανεμίζουν. Σίγα σιγά σβήνεις. Αφήνεις πίσω ένα θολό μετείκασμα. Σκοτεινή ύλη. Το σπίτι ρολάρει, τρεμοπαίζει. Τα αντικείμενα. Σβήνουν ένα ένα. Τα έπιπλα. Το ψυγείο. Η πλαστική βαφή. Τα κάδρα. Τα κοινόχρηστα. Τα βιβλία. Οι βιντεοκασέτες. Η παλιά τηλεόραση. Τα παιδιά στο σαλόνι. Ο Τζου. Η Γιώτα. Ο Τάσος. Τα πάρτι μας. Οι καυγάδες. Οι βόλτες. Οι ανάσες. Τα ροχαλητά. Τα όνειρά μας.

Σου είχα πει κάποτε: Αν δεν την παλέψεις, πες μου να περάσω. Ό,τι και να γίνει. 

Ανοίγω τα μάτια ξαπλωμένος στο κρύο μάρμαρο, σ’ ένα σπίτι που του ’χουν μείνει μόνο τα ντουβάρια, το σπίτι κάποιου αγνώστου. Σηκώνομαι βαριά και περιφέρομαι άσκοπα, τα βήματα στον κενό χώρο αντηχούν παράταιρα. Ίσως σε μια άλλη διάσταση τα πράγματα να γίνονται αλλιώς, ίσως και να υπάρχεις. Έξω απ’ τη τζαμαρία, τα κτίρια αυτής της πόλης αντιστέκονται στους κραδασμούς του χρόνου με μια μπανάλ ειλικρίνεια, μια λαβωμένη αξιοπρέπεια. Γερνάνε αργά, αναπνέουν, στριμωχτά, πάλλονται, ασυγχρόνιστα, μέχρι το βάθος του ορίζοντα, μια εκθετική καμπύλη που τείνει στο άπειρο, ένα μωσαϊκό από μικρούς κόσμους, νησίδες αγεφύρωτες μες στη μητρόπολη.

Ας είναι, φτάνει που το ζήσαμε μαζί. Κατευθύνομαι στην έξοδο και κλείνω με δύναμη την πόρτα πίσω μου. Λείπεις ήδη απ’ τον κόσμο αυτό.

 

bourandas christosInfo
Ο Χρήστος Μπουραντάς είναι αρχιτέκτονας και ψηφιακός δημιουργός. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών. Έχει εργαστεί στον τομέα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού (2008-2017), εξερευνώντας παράλληλα κι άλλους δημιουργικούς τομείς, όπως το animation, την τέχνη πολυμέσων και τη δημιουργική γραφή. Έχει εμπλακεί σε κινηματογραφικές και θεατρικές παραγωγές στο σχεδιασμό παραγωγής και την καλλιτεχνική διεύθυνση και έχει βραβευτεί για τη μικρού μήκους ταινία του Aurelia (2015). Έχει διατελέσει εισηγητής σε εκπαιδευτικά σεμινάρια και συμμετάσχει σε ατομικές και ομαδικές εικαστικές εκθέσεις. Από το 2017 εργάζεται ως ερευνητής στο Media Art & Innovation του Ινστιτούτου Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος».

 

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. . Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ορφέας σπαρασσόμενος

Ορφέας σπαρασσόμενος

Της Άρτεμις Γρίβα

Ω εσείς τρισκατάρατοι Πλούτωνα και Περσεφόνη, που σκαρφιστήκατε την καταδίκη μου! Ωιμέ, ο βαριόμοιρος εγώ! Μαύρη η ώρα που γύρισα και σε κοίταξα, Ευρυδίκη, εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα μπροστά στην πύλη...
Εκείνη την ημέρα

Εκείνη την ημέρα

Του Αντώνη Μυλωνάκη

«Η πίστη μπορεί να ανάψει φωτιά, που ούτε ο Θεός έχει τη δύναμη να σβήσει»

1

Σήμερα εί...

Σε αναμονή

Σε αναμονή

Του Χρυσόστομου Αγαπητού

Στο αεροδρόμιο του νησιού. Πέρα απ' τη τζαμαρία απλωνόταν η πίστα απογείωσης. Αν ήταν πρωί, θα μπορούσες ν' αγναντεύσεις τον ορίζοντα, τώρα όμως η γυάλινη επιφάνεια έμοιαζε με κάτοπτρο που καθρέπτιζε την ψυχρά φωτισμένη αίθουσα...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ορφέας σπαρασσόμενος

Ορφέας σπαρασσόμενος

Της Άρτεμις Γρίβα

Ω εσείς τρισκατάρατοι Πλούτωνα και Περσεφόνη, που σκαρφιστήκατε την καταδίκη μου! Ωιμέ, ο βαριόμοιρος εγώ! Μαύρη η ώρα που γύρισα και σε κοίταξα, Ευρυδίκη, εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα μπροστά στην πύλη...
Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019

Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019

Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ανακοίνωσε τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019 (για τις εκδόσεις 2018). Τα Βραβεία απονέμονται στους: Μάρω Δούκα (Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων), Γιώργο Παπαδάκη, Δημήτρη Κανελλόπουλο, Δήμητρα Κολλιάκου, Χάρη Βλαβιανό, Βαγγέλη Χ...

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: «Ο τόπος μέσα μας»

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: «Ο τόπος μέσα μας»

Προδημοσίευση ενός αποσπάσματος από το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη «Ο τόπος μέσα μας», που κυκλοφορεί στις 5 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube