10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Τέσυ Μπάιλα γράφει...

Εκτύπωση

altΠεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Τέσυ Μπάιλα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ήρωες στη βροχή

Περπατά στη βροχή αλλά δεν τη νιώθει να διαπερνά το βρόμικο δέρμα του. Είναι σιγαλή, σχεδόν ψιθυριστή. Πάντα έτσι είναι μετά την καταιγίδα. Αδιάφορη. Οι υγρές σταγόνες της χαμογελούν στην κούραση τόσων ημερών, βρέχοντας το κεφάλι του, ύστερα κατρακυλούν στο πρόσωπό του και κάθε κύτταρο του αναριγεί. Ανοίγει το στόμα να τις δαγκώσει, να τις ρουφήξει, να τις αιχμαλωτίσει μέσα του, λες και η ελευθερία μόνο τη γεύση τους μπορεί να έχει. Κι ύστερα κλείνει τα μάτια για να αντικρίσει το μέλλον που έρχεται. Κι οι εικόνες του παρελθόντος παλεύουν να κρατηθούν στο μυαλό του όσο εκείνος προσπαθεί, με όλες του τις δυνάμεις, να τις διώξει μακριά του. 

Κρατά στην αγκαλιά του την κόρη του, τη μοναδική του κόρη, αυτή που του απόμεινε από τη λαίλαπα του πολέμου στη Συρία. Είναι εξαντλημένη και φοβισμένη. Έχει γαντζωθεί επάνω του και έχει αποκοιμηθεί.

Κρατά στην αγκαλιά του την κόρη του, τη μοναδική του κόρη, αυτή που του απόμεινε από τη λαίλαπα του πολέμου στη Συρία. Είναι εξαντλημένη και φοβισμένη. Έχει γαντζωθεί επάνω του και έχει αποκοιμηθεί. Όχι, η μικρή δε φοβάται τη βροχή. Της αρκεί η αγκαλιά του για να νιώσει ασφάλεια. Και το παραμύθι που της λέει κάθε μέρα όταν ξυπνά, τις ατέλειωτες ώρες που περιμένουν να ανοίξουν τα σύνορα για να φύγουν, καθισμένοι κατάχαμα. Εκείνο το παραμύθι για το ταξίδι του Σεβάχ του θαλασσινού και για τις περιπέτειές του στη θάλασσα μέχρι να βρει τον τόπο του. Και χαμογελάει ευτυχισμένη. Ξεχνιέται. Ξεχνάει τον Αμίρ και τη μάνα της. Και τον μικρό τους σκύλο. Ξεχνάει ακόμα κι εκείνο το βράδυ του μεγάλου βομβαρδισμού. 

«Μοιάζεις με τον μπάτμαν. Αν ήταν εδώ ο Αμίρ θα γελούσε πολύ. Είσαι ο ήρωάς μου» του είπε όταν τον είδε να σκίζει μια μεγάλη, μαύρη σακούλα σκουπιδιών και να σχηματίζει μ’ αυτές μια κάπα για να προστατευτεί από τη βροχή. Χαμογελά. «Έχεις δίκιο», της λέει και αρχίζει να τρέχει στη βροχή, κρατώντας την αγκαλιά, για να ανεμίζει η κάπα του. Ήρωας από βροχή, σκέφτεται και συνεχίζει να τρέχει όσο η μικρή λύνεται στα γέλια. Ή μάλλον, ήρωας από σκουπίδια. Ή μήπως ήρωας στα σκουπίδια;

Έτσι έτρεξε κι εκείνο το βράδυ. Όταν γυρίζοντας στο σπίτι αντίκρισε τη μικρή του κόρη, έντρομη να κρύβεται κάτω από το μεγάλο τραπέζι του σαλονιού. Στα πόδια της ήταν πεσμένο το σκυλί. Ασάλευτο, έβαφε κατακόκκινο το γκρίζο παντελονάκι της. Την πήρε αγκαλιά και την έσφιξε πάνω του. Δε μιλούσε. Είχε παγώσει. Μόνο μερικά αναφιλητά ξέφευγαν κάθε τόσο από το στήθος της. Ανέβηκε τη σκάλα κι έφτασε στην κρεβατοκάμαρα. Η γυναίκα του και ο Αμίρ ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Έμοιαζαν να κοιμούνται. Ανάμεσά τους το βιβλίο του Σεβάχ του θαλασσινού. Ανοιχτό στην προτελευταία σελίδα. Ποτισμένη από το αίμα που έρρεε ακόμα από το διαλυμένο κρανίο του Αμίρ και το κομμένο χέρι της γυναίκας του. Σαν τρελός κατέβηκε τις σκάλες, μην προλάβει το ζωντανό παιδί να κοιτάξει. Έτρεχε. Έτρεχε. Μια ατέλειωτη φυγή από μια κόλαση που έγδυνε τα όνειρά του και τα πετούσε στην άκρης της Ιστορίας καταματωμένα. Φοβόταν. Κι έτρεχε όσο άκουγε τον θάνατο να τον καταδιώκει σε κάθε του βήμα. 

Δεν ξαναγύρισε ποτέ πίσω. 

Με το παιδί στην αγκαλιά βρέθηκε ένα βράδυ στα τουρκικά παράλια. Δεν τον ένοιαζε τίποτα. Διακινητές, μαύρο χρήμα, ναυάγια, ξεριζωμός, πόνος, όλα ήταν τριγύρω του αλλά δε φοβόταν. Τόσο βαθιά η απόγνωση. Του αρκούσε ότι θα κατάφερνε να ξεφύγει με ένα φουσκωτό για την Ελλάδα κι από εκεί θα έφευγε, και με τα πόδια ακόμα, για την Ευρώπη. Ακόμα κι αν δεν έφτανε ποτέ στο ελληνικό νησί, ακόμα κι αν το φουσκωτό βούλιαζε στα μισά του πελάγους δε τον ένοιαζε. Ας πέθαινε κι αυτός κι η μικρή, αρκεί να γλίτωναν τον καθημερινό θάνατο στη Συρία. Αρκεί να ξέφευγαν από την καταδίωξή του. 

Τους πέταξαν κυριολεκτικά στο φουσκωτό. Και βρέθηκαν κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Στοιβαγμένα σακιά της οδύνης. Δεν μπορούσαν να κουνηθούν, σχεδόν ούτε και να ανασάνουν. Τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους αναγκάστηκαν να τα αφήσουν στη στεριά. «Δεν υπάρχει χώρος» τους είπαν. Και ξεκίνησαν, χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, τυλιγμένοι στο σκοτάδι της νύχτας. Στην πάχνη της απελπισίας. Ύστερα από μερικά λεπτά ένα πλοίο εμφανίστηκε να έρχεται καταπάνω τους. Ούτε κατάλαβε πώς βρεθήκαν στο νερό. Η κόρη του είχε γαντζωθεί επάνω του, κρατώντας τον από τον λαιμό. Πονούσε το στήθος του σε κάθε ανάσα. Το παγωμένο νερό έκανε τις κινήσεις του ακόμα πιο αργές και τα ουρλιαχτά της μικρής σαν οργισμένες λεπίδες καρφώνονταν στο σώμα του.

Με όση δύναμη είχε μέσα του της μιλούσε. Μα εκείνη τρόμαζε από τις φωνές όσων πνίγονταν γύρω τους κι έκλαιγε. Άρχισε να της λέει για τον Σεβάχ, και μόνο τότε έγειρε στον λαιμό του με το μισό της πρόσωπο βουτηγμένο στο νερό. Γύρω τους πτώματα επέπλεαν μέσα σε μια τεράστια κηλίδα αίματος που έβαφε τη θάλασσα σιγά σιγά. Και απλωνόταν. Απλωνόταν. Ώσπου βυθίστηκε κι εκείνος μέσα της. 

Ξύπνησε στις κουκέτες ενός πλοίου που την τελευταία στιγμή τους περισυνέλλεξε. Όταν πια έσβηνε η φωνή του και ο Σεβάχ ετοιμαζόταν να βρεθεί για πάντα στον βυθό της θάλασσας.

Απέναντί του είναι ένας φωτογράφος. Έχει σηκώσει τη φωτογραφική του μηχανή και τους κοιτάζει να περπατούν προς το μέρος του. Είναι κι αυτός κουρασμένος. Τον ξέρει. Είναι ο Γιάννης. Τον είχε δει και στο νησί.

Τα πόδια του πονούν αλλά συνεχίζει να περπατά. Απέναντί του είναι ένας φωτογράφος. Έχει σηκώσει τη φωτογραφική του μηχανή και τους κοιτάζει να περπατούν προς το μέρος του. Είναι κι αυτός κουρασμένος. Τον ξέρει. Είναι ο Γιάννης. Τον είχε δει και στο νησί. Είχε πετάξει σε μιαν άκρη τη φωτογραφική του μηχανή και βοηθούσε έναν πατέρα να βγάλει τα παιδιά του από το νερό. Δεν έχουν μιλήσει ποτέ αλλά δέκα μέρες τώρα είναι κοντά τους και φωτογραφίζει. Λένε ότι είναι ο μεγαλύτερος φωτογράφος του Ρόιτερ. Μπορεί να είναι κι έτσι. Ποιος ξέρει; Εκείνος, πάντως, λέει ότι είναι κοντά τους «για να μην μπορεί να πει κανείς δεν ήξερα τι συμβαίνει». Και σήμερα που περίμεναν να ανοίξουν τα σύνορα δεν έχει φύγει καθόλου. Ασταμάτητα από το πρωί φωτογραφίζει το ανελέητο πέρασμα της Ιστορίας από τη ζωή τους. Και τα συντρίμμια τους. Όχι εκείνα που κουβαλούν στην πλάτη τους αλλά όσα θα σέρνει πάντα η ψυχή τους. Μπορεί να διακρίνει την αγωνία του στο χέρι που σημαδεύει τη ζωή μέσα από τον ακριβό του φωτογραφικό φακό. Είναι σίγουρος πως σκέφτεται πού πάει αυτός ο άντρας με το παιδί στην αγκαλιά, πώς θα τα βγάλει πέρα από εδώ και μπρος; Πώς ζει ένας άνθρωπος που τα έχει χάσει όλα και δεν έχει τίποτα; 

Τον παρατηρεί καθώς τον πλησιάζει. Μια μόνιμη θλίψη είναι χαραγμένη στα μάτια του. Σίγουρα θα τον περνά για ήρωα. Κάπως έτσι, φαίνεται, γεννιούνται οι ήρωες. Τους ντύνει η ζωή με τις μεγάλες μαύρες μπέρτες της απόγνωσης και τους ζητάει να συνεχίσουν. Μέσα στην καταιγίδα. Ο φωτογράφος κατεβάζει τον φακό και τον κοιτάζει. Για μια αποφασιστική στιγμή το βλέμμα τους διασταυρώνεται σε έναν άηχο αποχαιρετισμό.

Συνεχίζει τον δρόμο του. Περπατά ολομόναχος σε έναν άδειο μισοφωτισμένο δρόμο. Η κόρη του κοιμάται στο στήθος του. Την ανασηκώνει προσεκτικά για να μην την ξυπνήσει, καθώς το βάρος της συνθλίβει τα αδύναμα χέρια του. Τη σφίγγει επάνω του. Σκύβει και τη φιλά στο μάγουλο. Στερημένο από το χάδι της μάνας μυρίζει χώμα και βροχή, παιχνίδι και αγέρα. Μυρίζει παράπονο. Μυρίζει ελευθερία. Αλλά τώρα που, επιτέλους, τα σύνορα άνοιξαν βαδίζουν προς την ελευθερία. Προς τη λύτρωση. Γραμμή κατά πάνω τους. 

Ακούει το κλικ της φωτογραφικής μηχανής. Κι ύστερα κι άλλο, κι άλλο. Ένα αυτοκίνητο, με τα φώτα αναμμένα περνάει με ταχύτητα από δίπλα του στο αντίθετο ρεύμα. Κι ο δρόμος όλο και μακραίνει πίσω του.

* Η ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ είναι συγγραφέας. 
Τελευταίο της βιβλίο, το μυθιστόρημα «Τις νυχτες έπαιζε με τις σκιές» (εκδ. Ψυχογιός).

 


ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΤΕΣΥΣ ΜΠΑΪΛΑ

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Σπύρος Κιοσσές γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Σπύρος Κιοσσές γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Σπύρος Κιοσσές.

Επιμέλεια: Κώστας Αγ...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Γιώργος Γλυκοφρύδης γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Γιώργος Γλυκοφρύδης γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Γιώργος Γλυκοφρύδης.

Επιμέλεια: Κώστ...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Αλεξάνδρα Κ*.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Δυσοίωνες πραγματικότητες, γοητευτικές αφηγήσεις

Δυσοίωνες πραγματικότητες, γοητευτικές αφηγήσεις

Για το μυθιστόρημα του Σαντιάγο Οράσιο Αμιγκορένα «Τα τελευταία μου λόγια (μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Gutenberg).

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

Ισχυ...

Δοκίμια & πονήματα: έργα που πλουτίζουν τη σκέψη

Δοκίμια & πονήματα: έργα που πλουτίζουν τη σκέψη

Μαξ Βέμπερ, Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Κορνήλιος Καστοριάδης, Αν Κάρσον κ.ά. Επιλογή δοκιμίων από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή.

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

...
Κάλο & Ρέγιες: βόμβες τυλιγμένες σε μεταξωτές κορδέλες

Κάλο & Ρέγιες: βόμβες τυλιγμένες σε μεταξωτές κορδέλες

Για τα μυθιστορήματα των Pino Cacucci «Φρίντα Κάλο - !VIVA LA VIDA!» (μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Άγρα) και Emma Reyes «Αναμνήσεις δι᾽ αλληλογραφίας» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος).

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη...