Λίγο μετά το τέλος του κόσμου

Εκτύπωση

ligo-meta-to-telos-tou-kosmou-moicanΟ Γιώργος Στόγιας επιστρέφει με δέκα νέες αυτοτελείς ιστορίες για παιδιά, κάθε δεύτερη Κυριακή στην Book Press. 

Στα γνώριμα στοιχεία από τον πρώτο κύκλο της σειράς –το ιδιαίτερο συγγραφικό ύφος, τα σχέδια του moican, το υποστηρικτικό υλικό για γονείς και εκπαιδευτικούς– έρχεται να προστεθεί η εμπειρία των ανθρώπων που χρησιμοποίησαν το υλικό στο σπίτι ή το σχολείο και μοιράστηκαν τις εντυπώσεις τους με τους δημιουργούς. Όσο πλησιάζει η ώρα που το πείραμα αυτό θα πάρει τη μορφή βιβλίου, τόσο σημαντικότερη είναι η συμβολή των αναγνωστών. Μπορείτε να στέλνετε τις εντυπώσεις και τις κριτικές σας στο Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. . Προτεινόμενη ηλικία παιδιών 9+.

Ιστορία 12η: Λίγο μετά το τέλος του κόσμου

Ο αστυνόμος έφερε στον Δημήτρη ένα γάλα σοκολάτα κι ένα κουτί μπισκότα φράουλα.
«Ο φούρνος είναι ακόμη κλειστός, βρήκα ένα περίπτερο. Τηλεφώνησα στους γονείς σου».
«Σας ευχαριστώ». «Σε μια ώρα θα είναι εδώ». «Ανησυχήσανε;» «Ναι, αλλά τους είπα».
«Πού είναι η Δανάη;» «Την πήρε το ασθενοφόρο, ίσως θέλει ράμματα, όχι κάτι σοβαρό».
«Ο Νικήτας;» «Αυτός ήταν σε άσχημη κατάσταση». «Το ξέρω». «Θες να μου πεις τι έγινε;»
«Είναι κανονική ανάκριση;» «Κατάθεση εννοείς. Αν χρειαστεί. Τώρα μόνο απλή κουβέντα».
«Από πού να ξεκινήσω;» «Από την αρχή. Εκτός αν προτιμάς να ξεκουραστείς». «Μπα».
«Οκέι». «Πέρσι πήγα πρώτη φορά κατασκήνωση στο "Παιδικό Λιβάδι" και πέρασα ωραία.
Με την παρέα είχαμε κανονίσει να βρεθούμε ξανά φέτος γιατί είμαστε οι δωδεκάχρονοι,
οι μεγάλοι δηλαδή της τέταρτης κοινότητας που σίγουρα νικάνε σε όλα τα πρωταθλήματα.
Τον χειμώνα περίμενα που θα έβλεπα ξανά τους φίλους μου και θα ήμουν ελεύθερος.
Όταν είδα τον Στρατή, τον Θύμιο και τα άλλα παιδιά, μπήκαμε αμέσως μόνοι μας σε ομάδα,
ούτε ο ίδιος ο Αρχηγός δεν θα μπορούσε να μας χωρίσει. Κάναμε την πιο πολλή φασαρία.
Για να συμπληρώσουμε όμως, έχει δεκαπέντε κρεβάτια στη σκηνή, μας έβαλαν κι άλλους.
Με την πρώτη ματιά ο Άκης κι ο Μιχάλης φαίνονταν εντάξει, αλλά ο Νικήτας λίγο κούκου.
Η μαμά του έμεινε μέχρι την τελευταία στιγμή και μετά που έφυγε ήταν πολύ νευρικός.
Ρωτούσε συνέχεια τον ομαδάρχη μας αν θα μπορούσε να τον βάλει να κοιμάται δίπλα του.
Μας είχε ζαλίσει κι όταν ο ομαδάρχης μας πήγε στη γραμματεία να δώσει τις καταστάσεις
(θα σας πω και γι' αυτόν!) βρήκαμε ευκαιρία να κάνουμε στον Νικήτα το πρώτο πείραγμα:
Όταν μας ρώτησε αν ξέρουμε τι φαγητό θα έχει για μεσημεριανό, δεν ξέρω τι με έπιασε
και του είπα ό,τι χειρότερο μπορούσα να φανταστώ (για μένα): μελιτζάνες παπουτσάκια.
Το κουφό ήταν ότι του άρεσαν και έκανε έναν γελοίο ήχο γιάμι γιάμι, εντελώς στα σοβαρά.
Κοιταχτήκαμε και ο Στρατής πρόσθεσε: «Ο μάγειρας όμως βάζει τις βρώμικες κάλτσες του».
Ο Νικήτας το 'χαψε! Δεν το πιστεύαμε, ήτανε ντιπ χαζός, θα κάναμε τις πλάκες του αιώνα!
Ο καθένας μας ξεκίνησε να βάζει νέα, όλο και πιο αηδιαστικά συστατικά στη συνταγή.
Ο ομαδάρχης μας επέστρεψε, κάτι κατάλαβε, αλλά δεν μας είπε τίποτα να σταματήσουμε.
Είχε κάτσει έξω στο πεζούλι και έπαιζε με το κινητό του. Στον δρόμο για την τραπεζαρία
κυνηγιόμασταν και αυτός έκανε παρατηρήσεις που γράφαμε στα παλιά μας τα παπούτσια.
Ήταν σίγουρο, αυτή η περίοδος θα μας έμενε αξέχαστη, θα κάναμε επιτέλους ό,τι θέλαμε!
Είχαμε πολλή δουλειά, να φτιάξουμε τις ομάδες για τα αθλήματα, να κάνουμε προπόνηση,
να βγάλουμε κραυγές για την ομάδα και την κοινότητα, να ετοιμαστούμε για διαγωνισμούς.
Το πρωί πηγαίναμε πισίνα και την ώρα των ντουζ βολτάραμε στις κοινότητες των κοριτσιών.
Πάλι όμως μας έμενε αρκετός χρόνος για να βαριόμαστε, ειδικά το μεσημέρι και το βράδυ.
Κανείς δεν είχε όρεξη να κοιμηθεί κι έτσι δουλεύαμε τον Νικήτα για να περάσει η ώρα.
Σύντομα ανακαλύψαμε ότι είχε κόλλημα με πειρατές και χάρτες χαμένων θησαυρών, κι έτσι
φτιάξαμε μια ιστορία ότι πίσω από τον λόφο βρισκόταν η σπηλιά του λήσταρχου Νταβέλη.
Δεν θυμάμαι ποιος είχε πρώτος την ιδέα, όλοι όμως προσθέταμε απίστευτες λεπτομέρειες,
ότι υπήρχαν αμύθητα πλούτη αλλά μόνο ένας αγνός σαν πρόβατο μπορούσε να τα πάρει,
και πως στην είσοδο στέκονταν φαντάσματα γυναικών που αν τις άγγιζες γίνονταν ζόμπι.
Ο Νικήτας άκουγε με προσοχή τα παραμύθια μας και παρότι έλεγε ότι δεν τα πιστεύει
βασανιζόταν πως μπορεί να λέγαμε την αλήθεια και έτσι όλο μας ζητούσε νέες αποδείξεις.
Εμείς το είχαμε σκίσει, κλαίγαμε από τα γέλια, μέχρι κι ο ομαδάρχης μας δεν βαστιόταν πια.
Ο Θύμιος έψαξε στο γκουγκλ και βρήκε ότι μια Ιταλίδα κόμισσα αγαπούσε τον Νταβέλη,
είπε λοιπόν στον Νικήτα πως όταν κόψανε το κεφάλι του εκείνη το κόλλησε με το σώμα του
και το έβαλε στον πάγο μέχρι που η επιστήμη να βρει τρόπο να τον ζωντανέψει ξανά.
Ο Άκης έφερε ένα παράξενο μηχανικό εξάρτημα που βρήκε πεταμένο στα σκουπίδια
και υποστήριξε ότι ήταν από το διαστημόπλοιο του ληστή που προσγειώνεται τις νύχτες.
Υποτίθεται ότι πηγαίναμε μυστικά στη σπηλιά στις τρεις τα ξημερώματα να το δούμε.
Ο Νικήτας ήθελε πολύ να μην κοιμάται και να έρχεται μαζί μας, δεν τα κατάφερνε όμως.
Ό,τι και να έκανε τον έπαιρνε ο ύπνος. Και ξυπνητήρι που έβαζε, εμείς το κλείναμε κρυφά.
Κάθε πρωί λέγαμε ψέματα πως του μιλούσαμε, τον σκουντούσαμε αλλά εκείνος ροχάλιζε.
Απόψε, του υποσχόμασταν, θα πάμε. Και βέβαια του είχαμε κάνει τα νεύρα σμπαράλια.
Καθώς περνούσαν οι μέρες, ενώ ήμουν από τους πρωτοστάτες, είχα αρχίσει να χαλιέμαι.
Εκεί που γελούσα ένιωθα ότι ήταν πολύ εύκολο, ότι ο στραβός ήμουν εγώ κι όχι ο Νικήτας.
Μια φορά πήγα να βάλω φρένο και είπα στους άλλους "ρε, μήπως το παρακάναμε;" αλλά
μου τα χώσανε ότι ο Νικήτας δεν είναι με ειδικές ανάγκες, ίσα ίσα, χαιρόταν για την παρέα.
Υπήρχε κι ένας ακόμη λόγος που ξέκοψα: πού με έβρισκες, πού με έχανες, ήμουν στην 8Β.
Τη Δανάη την είχα ξεχωρίσει από την πρώτη στιγμή, έψαχνα το θάρρος να της μιλήσω.
Την κοιτούσα από μακριά στο θέατρο και μόλις με κοιτούσε πίσω χαμήλωνα το βλέμμα.
Τελικά ένα πρωί που είχα πάει δήθεν τυχαία εκεί που έπαιζε μπάσκετ, με φώναξε να μπω.
Ήταν καλή πλεϊμέικερ, μου έδινε τέλειες πάσες. Από τότε περνούσαμε πολλές ώρες μαζί...»
Ο αστυνόμος ήθελε να ανάψει τσιγάρο, αλλά οι εποχές έχουν αλλάξει, ήξερε ότι δεν κάνει.
Ο βόμβος από το ψυγείο του νερού πριόνιζε ανεπαίσθητα τη σιωπή, πήγε και το έσβησε.
Έξω από το τμήμα ελάχιστη κίνηση, ήταν η ώρα που οι ξενύχτηδες πηγαίνουν για ύπνο.
«Σε έναν μήνα βγαίνω στη σύνταξη» είπε χωρίς λόγο και ζήτησε από το παιδί να συνεχίσει.
«Πρώτη φορά άκουσα τη φήμη χτες το πρωί από μια φίλη της Δανάης στην καντίνα
που είπε ότι απόψε τα μεσάνυχτα θα ερχόταν το τέλος του κόσμου και να αγκαλιαστούμε.
Της λέω ευχαρίστως να αγκαλιαστούμε (η Δανάη βούρκωσε!), τα άλλα όμως είναι βλακείες.
Εκείνη συνέχισε, θα σκιστεί ο ουρανός στα δυο, πήγα να τη διακόψω, μα πετάχτηκαν άλλες
και πρόσθεσαν ότι θα κάνει 100 βαθμούς Κελσίου και θα ανοίξουν οι τάφοι. Μωρέ χάνετε,
πού τα ακούσατε αυτά, ρώτησα, όλοι τα ξέρουν, απάντησαν σαν σε χορωδία του σχολείου.
Σηκώθηκα, η Δανάη δεν ήρθε μαζί μου, τα πήρα στο κρανίο, πήγα στα αγόρια να κουλάρω.
Εκεί που ρίχναμε τρίποντα, ξεκινούν κι αυτοί, ότι το Κακό πολέμησε και νίκησε το Καλό,
η λάβα θα ξεχυθεί από τις τρύπες της γης, το Τέρας θα φάει πρώτους όσους αντιστέκονται,
τα μεσάνυχτα θα ακουστεί μια βοή και μέχρι να ξημερώσει θα συγκρουστούμε με τον ήλιο.
Δεν καταλάβαινα αν μιλούσαν σοβαρά ή αν ήταν συνεννοημένοι να μου κάνουν πλάκα.
Πήγα στην 8Β, τα παντζούρια κλειστά, μέσα τρεις ομαδάρχισσες πάνω σε ένα κρεβάτι.
Πριν πω κάτι, μου λένε με γελάκια η Δανάη δεν είναι εδώ, έλα όμως να δεις ένα βίντεο.
Μου δείχνουν στο κινητό ένα όπου μια αχτίνα χτυπάει τους ανθρώπους και λιώνουν.
Με βάζουν ανάμεσά τους να μου δείξουν κι άλλα, όμως ακούγεται ειδοποίηση για φαγητό.
Ο γελαστός μάγειρας ξεκουράζεται πίνοντας την μπίρα του, μου φαίνεται ο μόνος λογικός.
Τρώω διπλή μερίδα και κοιμάμαι το μεσημέρι για πρώτη φορά σε όλη την περίοδο.
Έρχεται το απογευματινό γλυκό, είναι κωκ, έχω σχεδόν ξεχάσει την πρωινή παλαβομάρα,
όταν από τα μεγάφωνα ακούγονται ονόματα κατασκηνωτών να πάνε στην πύλη, παράξενο,
δεν είναι ημέρα επισκεπτηρίου, σε λίγο βλέπω γονείς να ανηφορίζουν προς τις σκηνές.
Εγώ έχω φορέσει τα ποδοσφαιρικά μου γιατί έχουμε στις 5:30 ντέρμπι με την 4Γ αλλά
ο ομαδάρχης μου λέει το πρόγραμμα δεν θα ισχύσει, οι αγώνες δεν θα γίνουν σήμερα.
Στη γραμματεία συνωστίζονται γονείς, βαλίτσες και παιδιά. Άλλοι φεύγουν κατευθείαν.
Ο Νικήτας μιλάει χωρίς σταματημό, λέει για τη σπηλιά, ότι ο Νταβέλης ξύπνησε και βγαίνει,
επαναλαμβάνει μια φάση που έβαλε τυχαίο γκολ και τον κάναμε βασιλιά για μία ημέρα,
κάθε τόσο κλείνει τα μάτια και φωνάζει "έχω τύψεις!", όλοι του λένε να σκάσει επιτέλους.
Με πιάνει ανησυχία μην ανάμεσα στους γονείς που έχουν έρθει είναι και της Δανάης,
στη σκηνή της η ομαδάρχισσα έχει αγκαλιάσει σφιχτά μια κατασκηνώτρια και κλαίνε μαζί,
οι γονείς στέκουν παραδίπλα συγκινημένοι, ζητούν από την κόρη τους να είναι γενναία,
δεν αντέχω να μη ρωτήσω αφού δε θέλει γιατί φεύγει, γυρνά εκείνη θυμωμένη, απαντά,
για να περάσει την τελευταία νύχτα του κόσμου στο σπίτι με τους αγαπημένους της.
Ποιος διάολο τα είπε όλα αυτά φωνάζω, το είπανε και στις ειδήσεις του Σταρ λέει η μητέρα.
Κατεβάζω το κεφάλι, πλησιάζω τη Δανάη και της ψιθυρίζω στο αυτί να έρθει μαζί μου.
Με κοιτά και στα μάτια της βλέπω ότι με πιστεύει, με παίρνει από το χέρι και την κάνουμε.
Μου λέει, οι φίλες της ζηλεύουν που την ψάχνω συνέχεια, έχουν σκάσει από το κακό τους.
Γελάμε, και τώρα που δεν είμαι μόνος, δεν μασάω τίποτα, πάμε να βρούμε τον Αρχηγό,
να ρωτήσουμε τι γίνεται. Η Υπαρχηγός, μια γυμνάστρια, παλιά πρωταθλήτρια στο τρέξιμο,
λέει ότι έχει πάει στην Αθήνα με άδεια, τον αντικαθιστά αυτή, ό,τι θέλουμε θα βοηθήσει.
Της περιγράφω την κατάσταση, με ακούει προσεκτικά σαν να καταλαβαίνει το πρόβλημα,
τεντώνει τα φρύδια, κουνά το σαγόνι πάνω κάτω, συμφωνεί με ήχους όπως "μμ" και "ααα",
τη ρωτώ τι θα κάνει για να σταματήσει η τρέλα και με ρωτά τι ζώδιο είμαι και τι η Δανάη.
Τι σχέση έχει αυτό φωνάζω, λέει για να δω γιατί είσαι άπιστος Θωμάς και αν ταιριάζετε.
Για λίγο μένω με ανοιχτό το στόμα, έχει κι αυτή μυαλό κουκούτσι, δεν υπάρχει ελπίδα.
Με τη Δανάη λέμε πάμε όσο πιο μακριά τους γίνεται, φτάνουμε στον φράκτη στον λόφο,
βλέπουμε θέα όλη την κατασκήνωση και στο βάθος τη θάλασσα, κανονικά απαγορεύεται,
έχει φίδια ανάμεσα στους θάμνους, βρίσκουμε έναν βράχο σαν πεζούλι και καθόμαστε.
Ο αέρας φέρνει τις μπλεγμένες φωνές των παιδιών σαν να ακούμε το τραγούδι του φόβου.
Πώς είσαι τόσο σίγουρος, με ρώτησε η Δανάη. Δεν είμαι, της είπα. Και μετά με φίλησε.
Θέλεις να αποδράσουμε από την κατασκήνωση και να πάμε για παγωτό, τη ρώτησα,
ξέρω μια τρύπα στο συρματόπλεγμα, στον δρόμο πίσω από τον λόφο έχει μια καντίνα.
Ευτυχώς φορούσε κι εκείνη αθλητικά και κατεβήκαμε το μονοπάτι χωρίς να γλιστρήσουμε,
είχε κι εκείνη μαζί της χρήματα, έτσι ήπιαμε και καφέ, πρώτη φορά εγώ, δεν της το είπα.
Εδώ ο κόσμος συμπεριφερόταν κανονικά, ενώ ήμασταν τόσο κοντά, ένιωθα πολύ μακριά.
Στον γυρισμό βιαζόμασταν μην έρθει η ώρα για βραδινό φαγητό και μας ψάχνουν,
μπέρδεψα το μονοπάτι, ανησυχούσα ότι είχαμε χαθεί, όταν άκουσα τη φωνή του Θύμιου:
"Προχώρα Νικήτα, όλο ευθεία, συνέχισε, το άνοιγμα της σπηλιάς είναι σε πενήντα μέτρα,
ο λήσταρχος Νταβέλης σε περιμένει, μόνο εσύ μπορείς να τον νικήσεις. Πρόσεχε τα ζόμπι!"
Μαζί με το Θύμιο ήταν και οι άλλοι τρεις, ο Στρατής, ο Άκης, ο Μιχάλης, γελούσαν πνιχτά.
Τότε είδαμε τον Νικήτα. Περπατούσε στα τυφλά, έχοντας ένα μαντίλι δεμένο στα μάτια.
Το παραγεμισμένο στόμα του ήταν κλειστό με δυο μεγάλα κομμάτια μαγνητοταινίας.
Σκουντούφλησε σε μία πέτρα κι έπεσε. Ο Στρατής φώναξε "ο Νταβέλης σου επιτίθεται!"
και αμέσως μετά άρχισαν και οι τέσσερις να ρίχνουν ψηλά πέτρες που έσκαγαν δίπλα του.
Σταματήστε ηλίθιοι! φώναξα. Τώρα μας είδαν και τρόμαξαν που κάποιος ήταν μάρτυρας.
Κρύφτηκαν αμέσως λες και υπήρχε περίπτωση να μην είχαμε αναγνωρίσει ποιοι ήταν.
Με τη Δανάη πλησιάσαμε να μαζέψουμε τον Νικήτα που ήταν πεσμένος και έτρεμε.
Και τότε ξεκίνησε πάλι βροχή από πέτρες, μόνο που αυτή τη φορά σημάδευαν πάνω μας.
Φώναξα στη Δανάη να γυρίσει πίσω αλλά εκείνη με ακολουθούσε. Βούτηξα και την έριξα,
έκρυψε ο ένας το κεφάλι του άλλου με το σώμα του για να προφυλαχτούμε, μια πέτρα
χτύπησε τον Νικήτα, ούρλιαξε από τον πόνο, ακούστηκαν βρισιές και κατηγορίες.
Βρήκα ευκαιρία και σηκώθηκα απότομα παίρνοντας δυο πέτρες από χάμω, τις έριξα
εκεί που βρίσκονταν οι εχθροί μας, δεν τους πέτυχα, αλλά έδωσα χρόνο στη Δανάη
να σηκωθεί για να πάει πιο πίσω, πήρε πέτρες και έριξε για να με καλύψει. Αφού σήκωσα
τον Νικήτα που κρατούσε το αυτί του, εκεί τον είχε χτυπήσει η πέτρα, τράβηξα το μαντίλι,
και έριξα βιαστικά δυο πέτρες για αντιπερισπασμό γιατί τώρα είχαν βάλει στόχο τη Δανάη.
Ο Νικήτας τράβηξε μόνος του τη μαγνητοταινία από το πρόσωπό του, πρέπει να πόνεσε,
και μετά από το στόμα του το ζευγάρι μπλε κάλτσες με το οποίο τον είχαν μπουκώσει.
Δεν μπορώ να σας περιγράψω την κραυγή του, ήταν ό,τι πιο τρομακτικό έχω ακούσει ποτέ.
Τα μάτια του έβγαζαν φωτιές, έσκυψε, πήρε πέτρες για να εκδικηθεί όσους τον έβλαψαν,
δεν ξέρω αν κυνηγούσε τον Θύμιο και τους άλλους ή ακόμα τον λήσταρχο Νταβέλη.
Όπως έτρεχε σαν άγριο θηρίο ένα βραχάκι υποχώρησε και ο Νικήτας έκανε άσχημο πέσιμο,
οι άλλοι που τα είχαν παίξει κατάφεραν να διαφύγουν, αν είχε πιάσει στα χέρια του έναν
από αυτούς, πάω στοίχημα θα μπορούσε να τον είχε σκοτώσει, τέτοιος ήταν ο θυμός του.
Τράβηξα τον Νικήτα και τον έσυρα ως το οχυρωμένο σημείο που είχε βρει η Δανάη. Ησυχία.
Η Δανάη έβαλε το χέρι στο κεφάλι της σε ένα σημείο που την έτσουζε και είδε ότι είχε αίμα.
Ευτυχώς ήταν λίγο, μια πέτρα την είχε πάρει ξώφαλτσα. Μακάρι να είχαμε νερό ή ένα πανί
για να της περιποιηθώ την πληγή. Ο Νικήτας πονούσε. Πρέπει να γυρίσουμε, είπε η Δανάη.
Εγώ διαφώνησα, μπορεί να μας έχουν στήσει ενέδρα πριν τον φράκτη, πάμε στη θάλασσα.
Στον Νικήτα άρεσε αυτό, επαναλάμβανε τραγουδιστά "πάμε για κολύμπι στο ζεστό νερό!"
Μάλλον ήταν χαζή ιδέα, βασανιστήκαμε κατεβαίνοντας τον λόφο ενώ το φως λιγόστευε.
Όταν ο Νικήτας δεν άντεχε άλλο, έπρεπε να τον κουβαλώ, ήταν και βαρύς ο κρεμανταλάς!
Περάσαμε το σημείο που ήταν η καντίνα το απόγευμα αλλά τώρα, χωρίς κίνηση, είχε φύγει.
Βρήκαμε ένα δρομάκι προς την παραλία, παντού είχε πολλά σκουπίδια, ανακαλύψαμε
όμως ένα κολπάκι με λίγη αμμουδιά που ο αέρας έκοβε και αποφασίσαμε να μείνουμε.
Ρίξαμε θαλασσινό νερό για να απολυμάνουμε τις πληγές, έπεσε η νύχτα και έκανε κρύο,
ή απλώς ήμασταν πάρα πολύ κουρασμένοι, δεν γίνεται να κάνει κρύο Ιούλιο μήνα.
Κάτσαμε όσο πιο κοντά γινόταν για να ζεσταθούμε, ο Νικήτας μας αγκάλιασε σφιχτά.
Ήταν ανάμεσά μας, έκλεισε τα μάτια, αποκοιμήθηκε. Σε λίγο, κουρασμένοι, κάναμε το ίδιο.
Ξυπνήσαμε τρομαγμένοι από τα γαβγίσματα ενός λυκόσκυλου, λέω μέσα μου Παναγία μου,
ακούω τότε ανακουφισμένος τη φωνή του αφεντικού του να του λέει να κάτσει ήσυχα,
ανοίγω τα μάτια τυφλωμένος από τον φακό του, μου λέει "είστε σε ιδιόκτητη περιουσία,
νόμιζα ότι είστε λαθρομετανάστες", ο Νικήτας κόλλησε πάνω μου, φοβάται. Η Δανάη...»
Οι γονείς του Δημήτρη βρίσκονται στο Τμήμα, δεν πρόλαβε να τελειώσει τη διήγησή του.
Άλλωστε ο αστυνόμος ήξερε τη συνέχεια, το περιπολικό που κλήθηκε και το ασθενοφόρο.
Ενώ καθησύχαζε τους γονείς του και εξηγούσε σύντομα το περιστατικό, ήρθε ένας κύριος
που δήλωσε ότι εκπροσωπούσε τους ιδιοκτήτες της κατασκήνωσης και ήθελε να μιλήσει με
τους γονείς του παιδιού. Ο αστυνόμος ζήτησε να συναντηθούν σε χώρο έξω από το Τμήμα.
Ο Δημήτρης μπήκε στο αυτοκίνητο και έβλεπε από το τζάμι τους γονείς του να συζητούν με
τον κύριο, στην αρχή ήρεμα, μετά έντονα και στο τέλος πάλι ήρεμα σαν να συμφωνούσαν.
Στην αντανάκλαση του τζαμιού φαντάστηκε ότι είδε το γλυκό πρόσωπο της Δανάης, ήξερε
τον αριθμό του κινητού της, η συνοικία της όμως ήταν στην άλλη άκρη της Αθήνας.

effective-storytellingΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Οι ερωτήσεις που μπορείτε να βρείτε είναι εδώ είναι ανοιχτές και προσφέρονται για συζήτηση. Είναι καλό να χρησιμοποιηθούν, προσαρμοσμένες στο επίπεδο των παιδιών, αφού έχει επιτευχθεί η βασική κατανόηση της ιστορίας. 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Θέλω τον δικό μου πλανήτη

Θέλω τον δικό μου πλανήτη

Ο Γιώργος Στόγιας κλείνει με μια περιπέτεια επιστημονικής και αισθηματικής φαντασίας τον κύκλο των αυτοτελών ιστοριών του για παιδιά που προδημοσιεύτηκαν στην Book Press. 

...
Κλειστά για το καλοκαίρι, κλειστά για πάντα

Κλειστά για το καλοκαίρι, κλειστά για πάντα

Ο Γιώργος Στόγιας επιστρέφει με νέες αυτοτελείς ιστορίες για παιδιά, κάθε δεύτερη Κυριακή στην Book Press. 

Στα γνώριμα στοιχεία από τον πρώτο κύκλο της σειράς –το ιδιαίτερο συγγραφικό ύφος, τα σχέδια του moican...

Ο Ορφέας και η Ευρυδίκη μόνοι στην κορυφή

Ο Ορφέας και η Ευρυδίκη μόνοι στην κορυφή

Ο Γιώργος Στόγιας επιστρέφει με νέες αυτοτελείς ιστορίες για παιδιά, κάθε δεύτερη Κυριακή στην Book Press. 

Στα γνώριμα στοιχεία από τον πρώτο κύκλο της σειράς –το ιδιαίτερο συγγραφικό ύφος, τα σχέδια του moican...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μνήμη Βικτωρίας Θεοδώρου

Μνήμη Βικτωρίας Θεοδώρου

Της Αρχοντούλας Διαβάτη

…στην ακριβή σου μνήμη, ποιήτρια Βικτωρία Θεοδώρου, πελαγινή.

Μαθήτρια γυμνασίου οργανώθηκες στην ΕΠΟΝ. Βρήκα τα ποιήματά σου σε παλιά τεύχη της Επιθεώρησης...

«Με επηρεάζουν πράγματα που δεν θεωρούνται τέχνη»

«Με επηρεάζουν πράγματα που δεν θεωρούνται τέχνη»

Επιμέλεια: Κωστας Αγοραστός

Εικόνες καθημερινές, συνηθισμένες, συχνά πεζές, χρησιμοποιεί η Άνια Βουλούδη, αναδεικνύοντας την κρυμμένη ποίηση που βρίσκεται εντός τους, στην πρώτη της ποιητική συλλο...

Φυλακισμένοι στη γλώσσα της «φυλής» τους

Φυλακισμένοι στη γλώσσα της «φυλής» τους

Για την παράσταση «Φυλές» της Νίνα Ρέιν, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, η οποία παρουσιάζεται στο θέατρο Σταθμός.

Του Νίκου Ξένιου

Στο θέατρο Σταθμός είδ...