27 Μαρτιου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:08:43:42 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΕΑΤΡΟ - ΧΟΡΟΣ Ντυμένη την παρθενία και μόνη

Ντυμένη την παρθενία και μόνη

E-mail Εκτύπωση

altΓια την παράσταση Σταματία, το γένος Αργυροπούλου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, η οποία παίζεται για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Του Νίκου Ξένιου

Η Σταματία, το γένος Αργυροπούλου συνεχίζει την πορεία της, αυτήν μιας παράστασης που άφησε εποχή στη θεατρική σκηνή της Αθήνας και γι’ αυτό αξίζει πολλές μνείες ακόμη. Ο πολύπαθος βίος της, που η ηρωίδα αντιλαμβάνεται ως «μάρτυς μιας αμαρτωλής ζωής», εξαρχής θέτει τα όρια ανάμεσα σ’ αυτήν και τον κόσμο, υψώνει ερμητικό τείχος και προϊδεάζει για μιαν απόλυτα αλλοτριωμένη προσωπικότητα.

Η προσκόλληση της ηρωίδας στο ένδοξο παρελθόν (το δικό της και της Ελλάδας) είναι μια θλιβερή διαπίστωση, ανάλογη με εκείνη που κάνει ο Μάκης Τσίτας στο Μάρτυς μου ο Θεός. Ο Κώστας Σωτηρίου προτείνει μια νουβέλα για μια γυναικεία persona που καταγράφει τη «γυναίκα της διπλανής πόρτας», αυτήν που δέχεται να την περάσουν το δρόμο οι χρυσαυγίτες, χωρίς να πάρει χαμπάρι την ταυτότητά τους, τις πεποιθήσεις τους, το ποιόν τους: «Με καρδιά τρεμάμενη επήγα ως την τράπεζα, σημεία και τέρατα γίνονται στις μέρες μας με τους αλλοδαπούς…Ας είναι όμως, ο θεός προνόησε και έστειλε στο πλάι μου τρία ατρόμητα παλικάρια. Του σώματος προσκόπων, υποθέτω. Για τον φόβο των Ιουδαίων, με συνόδευσαν  από την τράπεζα ως πίσω. Παρότι είχαν πένθος, όπως συνεπέρανα από την αμφίεσίν τους. Μαύρα φορούσαν, τα καημένα… Μαύρα από την κορυφή ως τα νύχια!». 

Ο Κώστας Σωτηρίου γεννήθηκε το 1957 στην Αθήνα και σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός. Με τον Νίκο Θεοτοκά έχει γράψει τα εξής έργα: «Οι Αχινοί» (1996) και «Ο Νάμπυκας» (1997). Ακολούθησαν τα διηγήματα «Κοντραπόστο» (1998) και «Ο παναμάς» (1999) και τα μυθιστορήματα «Σκύλος χωρίς όνομα» (2001) και «Αναπάντητη κλήση» (2008).

Το ένδοξο παρελθόν και τα σημαιάκια

Το χιούμορ και ο σαρκασμός που αναδίδει το κείμενο του Κώστα Σωτηρίου επισκιάζεται από την τραγικότητα της φιγούρας της ηρωίδας, που κατ’ ουσίαν δεν βρίσκει στον γύρω κόσμο αντίκρισμα αλήθειας και βαθμηδόν υψώνει τείχη για να αποκλειστεί απ’ αυτόν.

Στις μαύρες σελίδες της οικογενειακής της ιστορίας αυτή η αντιπροσωπευτική γεροντοκόρη καταγράφει τον γάμο της αδελφής της με κάποιον αριστερό και τα δεινά που, κατά τη γνώμη της, κυοφορήθηκαν στο σπίτι τους. Το «δέον γενέσθαι», σε επίπεδο εθνικών, ιστορικών, πολιτικών, αισθητικών, αλλά κυρίως ηθικών επιλογών, επικρατεί της πραγματικότητας στην πεπλανημένη συνείδηση της Σταματίας. Με αυτό το δεδομένο, το χιούμορ και ο σαρκασμός που αναδίδει το κείμενο του Κώστα Σωτηρίου επισκιάζεται από την τραγικότητα της φιγούρας της ηρωίδας, που κατ’ ουσίαν δεν βρίσκει στον γύρω κόσμο αντίκρισμα αλήθειας και βαθμηδόν υψώνει τείχη για να αποκλειστεί απ’ αυτόν. Υπό μιαν έννοια, η τραγικότητα της Σταματίας είναι επιλογή, ωστόσο δεν ευθύνεται η ίδια για τη στενότητα της αντίληψής της.

Έτσι κι αλλιώς διακατέχεται από μια φαντασίωση «αστικής» ταυτότητας και καταγωγής. Το «γένος» της δεν είναι παρά το μέσο μικροαστικό γένος της βίαια αστικοποιημένης μετεμφυλιακής Ελλάδας, κι αυτό είναι κατάδηλο στο επίμεικτο ιδίωμα που χρησιμοποιεί, μια μορφή, ούτως ειπείν, απλουστευμένης καθαρεύουσας, σαν κι εκείνη που μας μάθαιναν στο Δημοτικό σχολείο επί δικτατορίας. Η απλή καθαρεύουσα, ανακατεμένη με τη δημοτική, ήταν τότε συνηθέστατη στο στόμα ημιμαθών ανθρώπων που θεωρούσαν πως υπερέχουν κοινωνικά: κλασικό το παράδειγμα της Μαντάμ Σουσούς, αλλά και οι θεατρικές παρωδίες αυτού του τύπου ανθρώπων: «…Υπήρχε,  βλέπεις,  και το πρόβλημα της γλώσσης. Η Ζωίτσα, όπως όλοι οι λαϊκοί άνθρωποι, ομιλούσε και καταλάβαινε μίαν γλώσσα διαφορετική από εκείνη των βιβλίων που εγώ προσπαθούσα να της μεταδώσω».

Ο φαλλικός Μπάμπης που μας άφησε χρόνους

Η Σταματία δεν έχει προλάβει να γνωρίσει το σεξ, ει μη μόνον έχει καταγράψει τη γνωριμία με τον επίδοξο σύζυγό της ως πληρότητα ερωτική: η εκπληκτική Ελένη Ουζουνίδου εναρμονίζει την ιδεώδη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου με τις προσδοκίες ενός κοινού για ένα νεοελληνικό έργο που θα αφορά τις αναζητήσεις του. Ο πρόωρος θάνατος του επίδοξου συζύγου της Χαράλαμπου τής αφήνει μόνο το ερωτικό όνομα «Μπάμπης» ως ανάμνηση, και πάνω σ’ αυτό οικοδομεί το ναρκοθετημένο οικοδόμημα της ταυτότητας και της προσωπικής της ιστορίας. Ο πατέρας της Σταματίας, ως είναι αναμενόμενο, αποδίδει το ατύχημα του Χαράλαμπου σε διαβολική συνεργία «κομμουνιστοσυμμοριτών», δίνοντας το πρώτο στίγμα αποκόλλησης από την πραγματικότητα και μπαίνοντας στη δίνη του αλκοολισμού.

Είναι μια Blanche Du Bois της σύγχρονης Αθήνας, στη μεθόριο της τρέλας, που με απόλυτα λυρικό τρόπο κλείνεται ερμητικά στις μνήμες της και τη μοναξιά της. Στην ουσία, η Σταματία δεν είναι μια γυναίκα, αλλά μια φορεσιά.

Οι καταβολές της καθιστούν τη Σταματία μια διαψευσμένη αστή, μια ματαιωμένη σύζυγο, μιαν ακυρωμένη μητέρα. Φέρει ενστιγματικά τα γνωρίσματα της ακροδεξιάς που σε μόνιμη βάση δικαιολογεί το γένος της (:επί κατοχής ο πατέρας παρ’ ολίγον να «ανταλλάξει κάτι σακιά αλεύρι με ένα μαγαζί στην Αιόλου», δηλώνει αφελώς, αγνοώντας τις διαστάσεις αυτής της παραδοχής). Η εθελοτυφλία της εξεικονίζει την «ελαφρά» συνείδηση του ηθικά γηρασμένου Νεοέλληνα, οι πολιτικοκοινωνικές επιλογές του οποίου εστιάζουν ιδιαίτερα στην κατοχή ενός αξιοπρεπούς εισοδήματος και μιας καλής ασφάλισης και σύνταξης. Αυτή η κοινότοπη αντίληψη στο έργο του Σωτηρίου μετεπενδύεται τον γοητευτικό μανδύα της ηθικής αξίωσης και του ψευδεπίγραφου ιδεώδους. 

Αφημένη στη μοίρα της, καταδικασμένη στον ρόλο της «φιλοξενούμενης» -αλλά κατά βάθος ανεπιθύμητης- θείας, η Σταματία προσκολλάται στον ανιψιό της και απογοητεύεται από αυτόν. Διακρίνει ιδιοτέλεια στις ενέργειες των άλλων και κατακρίνει με μεγάλη ευκολία τις επιλογές της αδερφής της και της φίλης της: «Μόνο στους χορούς και στα ψου ψου με τα αγόρια είχαν τον νου τους!». Θεούσα η ίδια και αφημένη στα χέρια του πνευματικού της, παρατηρεί τον κόσμο μέσα από το spectrum του κριτού, οδηγούμενη σε μια φαρμακερή διαπίστωση για κάθε ανθρώπινη αντίδραση. Στον μικρόκοσμό της ο Ελληνικός Στρατός και οι ένστολοι γι’ αυτήν είναι οι μόνοι αγνοί και καλοπροαίρετοι: «…δεν παραδέχομαι ότι ένστολος Έλλην είναι δυνατόν να προβεί εις βιαιότητας εναντίον ομοεθνών του. Ό,τι να μου ειπούν, αυτό εγώ δεν το παραδέχομαι!». Με την ίδια ανεδαφική προσέγγιση αντιλαμβάνεται και το savoir vivre και το κοινωνικό προσωπείο, που στο αξιακό της σύστημα κατέχουν εξέχουσα θέση, ενώ κυριαρχεί μια μορφή «δέσμευσης» προς τις πατρικές επιταγές, υποδηλωτική της χαμηλής της αυτοεκτίμησης. Είναι μια Blanche Du Bois της σύγχρονης Αθήνας, στη μεθόριο της τρέλας, που με απόλυτα λυρικό τρόπο κλείνεται ερμητικά στις μνήμες της και τη μοναξιά της. Καρπός του γάμου ενός υπαλλήλου του Υπουργείου Εμπορίου, από αυτούς τους δωσίλογους που επιβιώνουν σε όλες τις κυβερνήσεις (ΚΑΙ στη χούντα), γαλουχημένη με τον «φόβο εξ Ανατολών» και ταλαιπωρημένη από την οικογενειακή ιδεοληψία και τον απόλυτο συντηρητισμό, θύμα η ίδια αλλά και θύτης. Στην ουσία, η Σταματία δεν είναι μια γυναίκα, αλλά μια φορεσιά.

Η Σταματία της Ουζουνίδου είναι τραγική, είναι κωμική, είναι grotesque, είναι πολύ υστερική, είναι ερωτική και ταυτόχρονα είναι στερημένη και ανέραστη, είναι διεισδυτική και καχύποπτη, είναι κουτσομπόλα και αδιάφορη, είναι απόλυτα ουτοπίστρια και απόλυτα, μα απόλυτα συντηρητική.

Αγνή και αδαής για πάντα

Η -κατά το δέμας χυμώδης- Σταματία της Ουζουνίδου είναι τραγική, είναι κωμική, είναι grotesque, είναι πολύ υστερική, είναι ερωτική και ταυτόχρονα είναι στερημένη και ανέραστη, είναι διεισδυτική και καχύποπτη, είναι κουτσομπόλα και αδιάφορη, είναι απόλυτα ουτοπίστρια και απόλυτα, μα απόλυτα συντηρητική. Η απουσία της libido υποδηλώνεται με τη χρήση του κάτω μέρους του σώματός της, που το κινεί, το ξύνει και το προτείνει προς το κοινό αισθησιακά και εμφαντικά, σε ένα είδος «στεατοπυγικής» ερμηνείας. Κάθε άλλο παρά διάρρηξη παρθενικού υμένα δηλώνει αυτό. Αντίθετα, παραπέμπει ευθέως σε τρόμο του πέους, σε ξηρότητα, στειρότητα, ανελαστικότητα, μόνωπα αντίληψη των πραγμάτων.

Η Σταματία, όπως δηλώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, είναι «συνισταμένη πολλών γυναικών που πλαισίωσαν την παιδική μας ηλικία, σφραγίζοντάς την με ένα τρόπο μοναδικό, τέτοιο που θα έπρεπε να περάσουν τα χρόνια ώστε να μπορούμε να τον κατανοήσουμε και να πάρουμε τις αναγκαίες αποστάσεις». Ο ψίθυρός της, στην αρχή του έργου, είναι ο ψίθυρος εκείνης της γυναίκας που εξυφαίνει το σεμεδάκι με τις ώρες, αποδεχόμενη τον εγκλεισμό στη μοίρα που άλλοι έχουν διαγράψει για λογαριασμό της. Στην υποδειγματική σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου η Σταματία, εκτός από ψυχοπαθής και ακροδεξιά, είναι και συμπαθής, και κυρίως οικεία. Ιλαροτραγικά αγνή -στις παρυφές της σύγχισης και του σκοταδισμού- η πρωταγωνίστρια του Θεοδωρόπουλου «κλείνει το μάτι» στον θεατή, ανιχνεύοντας στα καθίσματα των θεατών την αδελφή ψυχή: έτσι, τρόπον τινά, ενοχοποιείται ο θεατής και αναγκάζεται ν’ αναζητήσει μέσα του τις καταβολές μιας φασίζουσας ιδιοσυγκρασίας. Αυτό είναι και το στοίχημα της μονοπρόσωπης παράστασης, που στην προκειμένη περίπτωση αφαιρεί τις επικές μεγαλοστομίες από το έργο, προικίζοντάς το, ταυτόχρονα, με μιαν αριστοφανική ελαφρότητα, υπογραμμισμένη από την έξυπνη σκηνογραφική επιλογή της Μαγδαληνής Αυγερινού: στο τέλος αυτή η μεγαλοκοπέλα που όλοι μας γνωρίσαμε κάποτε «υποδύεται» κυριολεκτικά τον κακόγουστο σκηνικό διάκοσμο του μέσου νεοελληνικού σπιτιού της δεκαετίας του ‘60, φορώντας τον ως ολόσωμο ράσο εξαγνισμού.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

Info
Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στην επίσημη σελίδα της παράστασης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Όταν ο Πίντερ συναντά τον Προυστ

Όταν ο Πίντερ συναντά τον Προυστ

Για την παράσταση Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή, η οποία παρουσιάζεται στο θέατρο Σημείο.

Του Νίκου Ξένιου

Τα δύο ...

Ένας Ντε Σαντ στα σύγχρονα σαλόνια

Ένας Ντε Σαντ στα σύγχρονα σαλόνια

Για την παράσταση της ομάδας Nova Melancholia Τα χρόνια της αθωότητας, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νούλα, η οποία παρουσιάζεται στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση μέχρι και τις 26 Μαρτίου.

Του...

Τι αμελούμε όλοι μας

Τι αμελούμε όλοι μας

Για την παράσταση του Claudio Tolcachir Η παράλειψη της οικογένειας Κόλεμαν, σε σκηνοθεσία της Μαριτίνας Πάσσαρη, η οποία παρουσιάζεται στη δεύτερη σκηνή, στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας.

Του Νίκο...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ημέρες λατρευτικής μουσικής

Ημέρες λατρευτικής μουσικής

Communio είναι ο τίτλος του νέου εγχειρήματος του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου και του μπαρόκ συνόλου Latinitas Nostra που παρουσιάστηκε στις 23 και στις 24 Μαρτίου στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Η πα...

Στο εργαστήρι του Βαγγέλη Δουβαλέρη

Στο εργαστήρι του Βαγγέλη Δουβαλέρη

Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου με το οποίο δούλεψαν πρόσφατα και μοιράζονται μαζί μας τα μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενος, ο μεταφραστής Βαγγέλης Δουβαλέρης με αφορμή τ...

Διαβάζοντας με τον Αργύρη Ξάφη

Διαβάζοντας με τον Αργύρη Ξάφη

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube