x
Διαφήμιση

24 Αυγουστου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΕΑΤΡΟ - ΧΟΡΟΣ Ξένες θεατρικές παραγωγές στο φεστιβάλ: κριτική αποτίμηση

Ξένες θεατρικές παραγωγές στο φεστιβάλ: κριτική αποτίμηση

E-mail Εκτύπωση

altΣπουδαίες, ενδιαφέρουσες αλλά και απογοητευτικές ξένες θεατρικές παραγωγές στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών.

Του Νίκου Ξένιου

Τα γοητευτικά φαντάσματα της Ινδοκίνας

Σημαντικές «φέτες» από την ιστορία κάποιων ανθρώπων, σπαράγματα από τους χαμένους τους έρωτες, τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, τις προδοσίες, τους αποχωρισμούς και τις εξορίες, περνούν στα λόγια και τις κινήσεις των Γάλλων και Βιετναμέζων ηθοποιών στο έργο που κράτησε τα σκήπτρα της καλύτερης παράστασης του φετινού φεστιβάλ.

Σημαντικές «φέτες» από την ιστορία κάποιων ανθρώπων, σπαράγματα από τους χαμένους τους έρωτες, τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, τις προδοσίες, τους αποχωρισμούς και τις εξορίες, περνούν στα λόγια και τις κινήσεις των Γάλλων και Βιετναμέζων ηθοποιών στο έργο που κράτησε τα σκήπτρα της καλύτερης παράστασης του φετινού φεστιβάλ, τη Σαϊγκόν της Γαλλοβιετναμέζας δημιουργού Καρολίν Γκυγελά Ενγκυγέν. Ανάμεσα στο 1956 και το 1996 (όταν τα σύνορα του Βιετνάμ ανοίγουν πάλι και η Πόλη Χο Τσι Μινχ δέχεται πίσω τον κόσμο της) και ανάμεσα στη Σαϊγκόν και το Παρίσι εκτυλίσσεται όλη η σύγχρονη γαλλική ιστορία της μετααποικιοκρατικής περιόδου και ζωντανεύει εκείνη η Γαλλία «που την αφηγείται κανείς έξω από τα σύνορα της Γαλλίας».

Στην πρώτη χρονική στιγμή ο γαλλικός στρατός παρουσιάζεται να έχει ηττηθεί, οι τελευταίοι επιχειρηματίες να εγκαταλείπουν τη Σαϊγκόν και οι κάτοικοι της πόλης που συνεργάστηκαν με τον «καπιταλιστή εχθρό» να είναι επίσης υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Στην υπνωτιστική μικρή σκηνή του εστιατορίου της, μια Βιετναμέζα εστιάτορας, που φέρει το χαρακτηριστικό όνομα Μαρία Αντουανέτα (υπέροχη η Αν Τραν Νγκια στον ρόλο), γιορτάζει για σαράντα ολόκληρα χρόνια τα γενέθλια του χαμένου της γιου. Η νεανική της εκδοχή (την ερμηνεύει η Τι Ταν Του Το) θα ανοίξει και θα κλείσει την παράσταση, καταλύοντας τα όρια του χρόνου στην αφήγηση. Όλες οι αφηγηματικές, σκηνικές, ηχητικές λεπτομέρειες συμβάλλουν στο έντονο συναίσθημα μελαγχολίας που επικρατεί καθώς σπάει η σιωπή, αποκαλύπτεται το μυστικό, ξεσκεπάζεται το υποσυνείδητο των χαρακτήρων και όλοι πασχίζουν να ξαναστήσουν μια ζωή από τα σπαράγματα προδομένων υπάρξεων του παρελθόντος.

Στη δεύτερη χρονική στιγμή –σαράντα χρόνια μετά– οι εξόριστοι «viet kieu», οι Βιετναμέζοι του εξωτερικού, μπορούν αν θέλουν να επιστρέψουν. Όμως, θέλουν πραγματικά να κάνουν κάτι τέτοιο; Η απόσταση, ιστορική και γεωγραφική, προκαλεί το ψέμα και τη μυθοπλασία. Με αφήγηση καταιγιστική μια παράσταση τρεισήμιση ωρών αποδεικνύει πως οι émigrés παραμένουν πάντα ζωντανοί φορείς της κουλτούρας τους, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Μαγικός ρεαλισμός απορροφά τη ζωή του Χαό (τον ερμηνεύει συγκινητικά ο Χουάνγκ Σον Λε), που η μικρή του «προδοσία» είναι πως τραγουδά για τους Γάλλους κατακτητές και η τιμωρία του είναι ο χωρισμός του από την αγαπημένη του Μάι. Ο ίδιος μαγικός ρεαλισμός παρασύρει και τον χαρακτήρα της Λιν (που την ερμηνεύει σπαρακτικά η Φου Χάου Νινγκιέν): ο τυχοδιώκτης εθνικόφρων στρατιώτης/εραστής της (τον ερμηνεύει ο Νταν Αρτίς) που ετοιμάζεται να φύγει την πείθει να τον ακολουθήσει στη Γαλλία, για να βρεθεί, σαράντα χρόνια μετά, στο ίδιο ρεστοράν μαζί με τον γιο της και να τον ξαναζωντανέψει.

Η Γαλλοβιετναμέζα δημιουργός μάς πείθει επί σκηνής θεάτρου πως οι ιστορίες των άλλων τελικά συνθέτουν τη δική μας, δακρύβρεχτη ιστορία, στήνοντας μια τραγωδία «περασμάτων» και ξεγλιστρώντας από τις κακοτοπιές του μελοδράματος, ενοποιώντας τους χρόνους και τους τόπους της αναφοράς της.

Το σκηνικό του ρεστοράν, που παραμένει απαράλλαχτο σε άλλον χρόνο και άλλον χώρο, περιλαμβάνει μια βιετναμέζικη κουζίνα στα αριστερά, μια κιτς τραπεζαρία στο κέντρο και μια μίνι σκηνή καμπαρέ με καραόκε στα δεξιά. Πλαστικά λουλούδια και μανεκί-νεκό (αυτά τα κουκλάκια «ταλισμάν» που υποτίθεται φέρνουν καλή τύχη), ένα ψυγείο με μπίρες, τούρτες και πλαστικά πιάτα, ένα άγαλμα του Βούδα και ένα εικόνισμα της Παναγίας. Ο Αντουάν Ρισάρ επιλέγει τραγούδια της Δαλιδά, της Συλβί Βαρτάν και του Κριστόφ και τα εναλλάσσει με φολκλόρ βιετναμέζικη μουσική των δεκαετιών ’50 έως ’80, μουσική συχνά επηρεασμένη από αμερικανικούς απόηχους μπλουζ και από κορεάτικη ποπ. Με εξώφθαλμη αναφορά στην ταινία Το μίσος (la Haine) του 1996, στο ύφος του Γουονγκ Καρ Βάι και ίσως και στον Τζιμ Τζάρμους, η Γαλλοβιετναμέζα δημιουργός μάς πείθει επί σκηνής θεάτρου πως οι ιστορίες των άλλων τελικά συνθέτουν τη δική μας, δακρύβρεχτη ιστορία, στήνοντας μια τραγωδία «περασμάτων» και ξεγλιστρώντας από τις κακοτοπιές του μελοδράματος, ενοποιώντας τους χρόνους και τους τόπους της αναφοράς της. Αξέχαστη για τη δραματουργική της ποιότητα η σκηνή του γάμου χωρίς καλεσμένους.

Οπλισμένη με σπουδές Κοινωνιολογίας και Τεχνών του Θεάματος στο Στρασβούργο, η Καρολίν Γκυγελά Ενγκυγέν ιδρύει το 2009 τη θεατρική ομάδα «Hommes Approximatifs» με τους Κλαιρ Καλβί, Αλίς Ντισάνζ, Ζυλιέτ Κραμέρ, Μπενζαμέν Μορώ, Μαριέτ Ναβαρό, Αντουάν Ρισάρ και Ζερεμί Παπέν και βομβαρδίζει το γαλλικό θέατρο με τις δημιουργίες της: Se souvenir de Violetta (2011), Ses Mains et Le Bal d’Emma (2012), Elle brûle (2013), Le Chagrin et Le Chagrin (Julie & Vincent) (2015), Mon grand Amour (2016) και Saigon (2017), που αποθεώθηκε στο φεστιβάλ της Αβινιόν. Μια παράσταση που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.

alt

Ο Ρομπέρ Λεπάζ και το ζήτημα της πολιτιστικής ιδιοποίησης

Οι Καναδοί αυτόχθονες (συγκεκριμένα: μια ομάδα αυτόχθονων γυναικών ξεκίνησε το όλο ζήτημα) διαμαρτυρήθηκαν έντονα γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν στο casting αυτής της πολυεθνικής παραγωγής του «Θεάτρου του Ήλιου», παρά το γεγονός ότι είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι.

Η Αριάν Μνουσκίν κάνει μετάκληση στον Καναδό Ρομπέρ Λεπάζ για να διερευνήσει θεατρικά τα «πρωτοέθνη» του Καναδά, σε μια παράσταση τριών επεισοδίων που καλύπτει με επικό τρόπο διακόσια χρόνια καναδικής ιστορίας, που τιτλοφορείται Kanata – Επεισόδιο 1ο: η διαμάχη (Κανατά σημαίνει «χωριό»: πρόκειται για την πρώτη ονομασία της αποικίας του Καναδά) και που ενσωματώνει τα πορίσματα μιας γενικής αντίδρασης που προκάλεσε, ήδη από τα πρώτα βήματα της παραγωγής της. Οι Καναδοί αυτόχθονες (συγκεκριμένα: μια ομάδα αυτόχθονων γυναικών ξεκίνησε το όλο ζήτημα) διαμαρτυρήθηκαν έντονα γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν στο casting αυτής της πολυεθνικής παραγωγής του «Θεάτρου του Ήλιου», παρά το γεγονός ότι είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι. Ο Λεπάζ κατηγορήθηκε για «πολιτιστική ιδιοποίηση» (ένα ζήτημα που άνοιξε ένα τεράστιο ντιμπέιτ και που θα μας απασχολήσει αργότερα σε επίπεδο αρθρογραφίας). Τελικά το πρώτο μέρος της τριλογίας περιλήφθηκε πέρυσι στο Festival d’Automne του Παρισιού.

Οι προσωπικές μικροαφηγήσεις στο σύγχρονο γαλλικό θέατρο συνθέτουν, κατά κανόνα, τη μακρο-Ιστορία, το συλλογικό ιστορικό αφήγημα. Είχαμε παρακολουθήσει στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση την περφόρμανς του Λεπάζ που στρεφόταν ενάντια στον ταξικό διαχωρισμό στο Κεμπέκ. Εκεί, μπροστά σε μια μακέτα, ο αφηγητής και μαζί του εμείς οι θεατές έριξε μιαν αδιάκριτη και κριτική ματιά στους εσωτερικούς χώρους. Κάτι αντίστοιχο, σε μεγάλη κλίμακα, συμβαίνει και με το Kanata, μόνο που εδώ αναλαμβάνει ένας ολόκληρος θίασος, αυτό «το υβριδικό είδος των ηθοποιών», το αυτόνομο, που υπερβαίνει τους εθνολογικούς ή κρατικούς προσδιορισμούς: οι ηθοποιοί του «Θεάτρου του Ήλιου» μπορεί να είναι Αφγανοί, Κινέζοι, Μικμάκ, Γάλλοι, Τογκολέζοι, Νορβηγοί, Χμερ, Ουρουγουανοί ή Αιθίοπες. Στην προσπάθειά του παγκοσμιοποίησης της τοπικής ιστορίας του Καναδά, ο Λεπάζ αναθέτει στον πολυεθνικό του θίασο να αναπαραστήσει τα γεγονότα.

Πολύ απτή και συγκεκριμένη πλοκή, σκληρές εικαστικές συνθέσεις επί σκηνής, ένας τεράστιος σκηνικός πλούτος, μια υπερπαραγωγή αντίστοιχη των προηγουμένων του «Θεάτρου του Ήλιου» και μια πολυφωνία 32 ηθοποιών διαφορετικής εθνολογικής προέλευσης.

Το πρώτο γεγονός είναι πως ο διαχειριστής ενός δυτικού μουσείου έρχεται σε επαφή με έναν πίνακα/πορτρέτο της Ζοζέφτ Ουρνέ, αυτόχθονης πριγκίπισσας του Καναδά, που φιλοξενείται σε μια συλλογή στην Οτάβα. Το δεύτερο εκλυτικό γεγονός είναι πως ένας κατά συρροήν δολοφόνος έχει σκοτώσει 49 ιθαγενείς (Χιουρόν) γυναίκες εργαζόμενες σε πορνεία του Βανκούβερ, προσεγγίζοντάς τες μέσω της εμπορίας ηρωίνης. Ο τρίτος θεματικός άξονας είναι μια δυτικής καταγωγής ζωγράφος του Βανκούβερ, που ενοικιάζει ένα λοφτ με τον ηθοποιό σύζυγό της για να καταπιαστεί εκεί με τη φιλοτέχνηση των πορτρέτων αυτών των κακοποιημένων γυναικών. Τέταρτο ζήτημα που τίθεται: οι οικογένειες των θυμάτων διαμαρτύρονται σε κάποιον Έντμουντ Κην, αγαπητό στους Χιουρόν (πορτρέτο του επίσης εκτίθεται στην Οτάβα), ενώ οι λευκοί συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται τις ιθαγενείς. Αυτή η σύγκρουση συμβαίνει στο Βανκούβερ το 2000 και ο σκηνοθέτης Ρομπέρ Λεπάζ κάνει ένα καυστικό σχόλιο για την κλοπή της αυτοδιάθεσης των κατοίκων, για την καταπάτηση των δασών τους, της κουλτούρας τους, για την παρεμπόδιση της πολιτιστικής τους συνέχισης. Τα επεισόδια εναλλάσσονται με θαυμαστή σκηνική ταχύτητα κι αποτελεσματικότητα: από το λοφτ του Βανκούβερ στη «φιλική» εκτός τειχών συνοικία και το Νηντλ Παρκ, το δάσος όπου γίνεται το ντελίβερι των ναρκωτικών. Από τον σταθμό της Χωροφυλακής μετά το έγκλημα σε ένα χοιροτροφείο στα περίχωρα του Βανκούβερ, πάντα στη Βρετανική Κολούμπια, με χρονικά πρωθύστερα εύκολα αποκρυπτογραφούμενα από τον θεατή, καθώς η δομή είναι αυτή του κινηματογραφικού σεναρίου. Τελευταίος (πέμπτος κατά σειρά) θεματικός άξονας της παράστασης είναι ο Τόμπυ, ένας ντοκιμαντερίστας που έρχεται στη συνοικία για να καταγράψει τα γεγονότα.

Πολύ απτή και συγκεκριμένη πλοκή, σκληρές εικαστικές συνθέσεις επί σκηνής, ένας τεράστιος σκηνικός πλούτος, μια υπερπαραγωγή αντίστοιχη των προηγουμένων του «Θεάτρου του Ήλιου» και μια πολυφωνία 32 ηθοποιών διαφορετικής εθνολογικής προέλευσης: αυτά είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της εξαιρετικής αυτής παράστασης. Πρόκειται για μια παράσταση που συνεχίζει την πορεία των έργων της Αριάν Μνουσκίν σε επίπεδο πολιτικής δήλωσης και σκηνικής επινοητικότητας αλλά που, αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν περιλαμβάνει την «έκρηξη» που είχαν οι παραστάσεις της Μνουσκίν. Περιμένουμε με αγωνία το δεύτερο μέρος.

alt

Φέτες «Οιδίποδα» από τον Γουίλσον στην Επίδαυρο

Πέραν της εκπληκτικής ερμηνείας της Λυδίας Κονιόρδου επρόκειτο για μια παράσταση εγκεφαλική, ως αναμενόμενη, φυσική εξέλιξη της όλης πορείας του Γουίλσον στο θέατρο, μια παράσταση –παρ’ όλα αυτά– που συνοψίζει το αισθητικό του σύμπαν με εύγλωττο τρόπο προσφέροντας πολύ ενδιαφέροντα ερεθίσματα προς σκέψιν.

Το αρχαίο δράμα έκανε φέτος το ντεμπούτο του στην Επίδαυρο με ένα μεγάλο όνομα: ο Ρόμπερτ Γουίλσον, ορμώμενος από τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή αλλά και από μια σειρά από βιβλιογραφικές και εικαστικές αναφορές, επιστρατεύει δύο αυτόπτες μάρτυρες του αρχετυπικού αυτού μυθικού αφηγήματος για να στήσει μια παράσταση δοκιμιακού χαρακτήρα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, μετά από παραγγελία του Φεστιβάλ Αθηνών και μετά από πρεμιέρα στη Πομπηία και δεύτερη παρουσίαση στη Βιντσέντζα. Σε έξι γλώσσες (ελληνικά, ιταλικά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά και λατινικά) και με χρήση των ιταλικών μεταφράσεων του Ετόρε Ρομανιόλι και του Ορσάτο Τζουστινιάνο, ο Γουίλσον συμπυκνώνει τον κάπως τουριστικό Οιδίποδά του στα κειμενικά αποσπάσματα που κατά την άποψή του συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη νοηματική βαρύτητα. Το σκόπιμα στριγκό φαλτσάρισμα του σαξοφώνου στρώνει τον δρόμο για τον μύθο όπου «όλα πάνε στραβά», για τον μύθο των κλασικών συμπλεγμάτων που θα μας αφορούν για πάντα μετά από την ερμηνεία του Φρόιντ. Μια ατμόσφαιρα μυητικής τελετής στήνεται πίσω από τη θυμέλη, ενώ τα ελάχιστα, σχετικά στατικά δρώμενα εκτυλίσσονται στη σκηνή και όχι στην ορχήστρα. Μόνο οι δυο μεγάλες πρωταγωνίστριες, η Λυδία Κονιόρδου (σε ρόλο αφηγήτριας αντλημένης από το Θέατρο Νο) και η Άνχελα Βίνκλερ, θα κατηφορίσουν προς το μέρος της ορχήστρας.

Πέραν της εκπληκτικής ερμηνείας της Λυδίας Κονιόρδου επρόκειτο για μια παράσταση εγκεφαλική, ως αναμενόμενη, φυσική εξέλιξη της όλης πορείας του Γουίλσον στο θέατρο, μια παράσταση –παρ’ όλα αυτά– που συνοψίζει το αισθητικό του σύμπαν με εύγλωττο τρόπο προσφέροντας πολύ ενδιαφέροντα ερεθίσματα προς σκέψιν. Ενδιαφέρουσα ήταν η παρουσία των χορευτών και των ηθοποιών του υποτιθέμενου Χορού: οι Dickie Landry, Μιχάλης Θεοφάνους, Αλέξης Φουσέκης, Meg Harper, Kayije Kagame, Casilda Madrazo, Laila Gozzi, Alessandro Anglani, Marcello di Giacomo, Francesca Fedeli, Annabella Marotta, Gaetano Migliaccio και Francesco Roccasecca πλαισιώνουν τις δύο αφηγήτριες, ενώ σε voice over ακούγονται ο ίδιος ο Ρόμπερτ Γουίλσον και ο Κρίστοφερ Νόουλς.

alt

Αυτόχειρες Παρθένοι και πράσσειν άλογα

Μια εμπειρία εφηβική πλησίστια στον θάνατο οργανώνεται σε αισθητικό γεγονός πόνου και έκστασης που παραπέμπει στη Σάρα Κέιν αλλά υστερεί ως προς την αφήγηση. Γι’ αυτό άλλωστε προστρέχει στην επικουρία του θιβετιανού Βιβλίου των Νεκρών.

Εμπνευσμένη από το μυθιστόρημα του Τζέφρυ Ευγενίδη Αυτόχειρες παρθένοι και με προηγούμενο την ομώνυμη ταινία της Σοφίας Κόπολα (1999) η Σουζάν Κένεντυ παρουσίασε στο φεστιβάλ την περφόρμανς Αυτόχειρες Παρθένοι, που θέμα της έχει την αυτοκτονία τεσσάρων κοριτσιών της οικογένειας Λίσμπον στις ΗΠΑ. Μια παραγωγή της Kammerspiele του Μονάχου, η παράσταση φέρει τις διακρίσεις του 14ου ευρωπαϊκού μεταλλίου Theatrical Realities του 2017. Πρωτοπαρουσιάστηκε πρόπερσι στο Teatro Palladium της Ρώμης.

Μια εμπειρία εφηβική πλησίστια στον θάνατο οργανώνεται σε αισθητικό γεγονός πόνου και έκστασης που παραπέμπει στη Σάρα Κέιν αλλά υστερεί ως προς την αφήγηση. Γι’ αυτό άλλωστε προστρέχει στην επικουρία του θιβετιανού Βιβλίου των Νεκρών: το επιθανάτιο ταξίδι της 13χρονης Αμερικανίδας Σεσίλια Λίσμπον, οργανώνεται σε μια υπνωτιστική απαγγελία προμαγνητοφωνημένη και τροποποιημένη ηλεκτρονικά και μια ροή αφήγησης αμιγώς ημερολογιακού μονολόγου της νεκρής κοπέλας που περιλαμβάνει ώς και τις αναρτήσεις της στο facebook. Το σκηνικό είναι ένα έδρανο πολύχρωμο που μοιάζει πολύ με κουκλόσπιτο ή με θιβετιανό ναό, όπου όμως κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζουν τα ηλεκτρονικά πολυμέσα, τα τηλεοπτικά μόνιτορ και οι γιγαντοοθόνες. Στη μέση υπάρχει ένας χαρακτηριστικός βωμός με διαφανές φέρετρο όπου κείται το γυμνό σώμα μιας νεκρής έφηβης.

Φιγούρες ανδρών ηθοποιών ντυμένων σαν έφηβες κούκλες-ιέρειες με ευκίνητες συνθετικές μάσκες που θυμίζουν manga με τεράστια διερευνητικά μάτια που μας κοιτούν και με λευκούς ιερατικούς μανδύες που θα μπορούσαν να είναι εξίσου νυχτικιές ή ράσα, ένας πλανώμενος παιδεραστικός υπαινιγμός για την καθολική εκκλησία. Και, το πιο ενδιαφέρον ίσως, ένα μεγάλο άβαταρ της νεκρής ηρωίδας που μας ξεναγεί σε αυτό το πεισιθάνατο κλίμα «διευρυμένης συνείδησης» με καθαρά φιλοσοφική διάθεση: εμείς παριστάμεθα ως αυτόπτες μάρτυρες της ομαδικής αυτοκτονίας, ακολουθώντας σε κατάσταση –υποτίθεται– διαλογισμού τους τελετουργικούς, αργούς ρυθμούς των ιερειών αυτού του μεταμοντέρνου «ναού», του βιασμού, της αποτρόπαιας αυτής εμπειρίας, καθώς και του ταξιδιού των κοριτσιών αυτών προς τον θάνατο.

Άγνωστοι αι βουλαί της σκηνοθέτιδος. Αφ’ εαυτού το αισθητικό γεγονός της παράστασης, καθώς και οι ενδιαφέρουσες μουσικές επιλογές της καθιερώνουν στιλιστικά την περφόρμανς που είδα. Κατά τα άλλα δεν αξιοποιείται το βιβλίο σε σημείο να γίνει μια συγκεκριμένη πρόταση προς το κοινό, ούτε όλη αυτή η επιστράτευση της τεχνολογίας δείχνει να γοητεύει κανέναν. Η δε ακινησία του όλου παραστασιακού γεγονότος θα μπορούσε να αναδειχθεί σε τεχνοτροπικό προτέρημα, αν δεν παρήγαγε την αίσθηση μιας ανυπόφορης νωθρότητας και δεν προκαλούσε το συναίσθημα της δυσφορίας. 

alt

Oμίχλη, ομίχλη, nothing but ομίχλη

Συννεφάκια όπου αιωρείται μια βιολοντσελίστα, βραχυπρόθεσμα νεφελώδη γλυπτά γνωστών καλλιτεχνών που διαλύονται σαν όνειρο, [...] μια αιωρούμενη πρόβα εγχόρδων, ένας χρόνος ακινητοποιημένος και μια διαρκής συνθήκη θεατρικής ψευδαίσθησης, εν ολίγοις ένα αξιόλογο υλικό και ένα ενδιαφέρον θέμα, όλα εξατμίζονται στην παντελή απουσία στόχευσης αυτής της παράστασης.

Το κορίτσι από το εργοστάσιο της ομίχλης του Eλβετού Τομ Λουτς ήταν μια παράσταση εκ των πραγμάτων ατμοσφαιρική: ένα ολόκληρο εργοστάσιο παράδοξων μηχανημάτων στήθηκε για να κυριαρχήσει ανάμεσά τους η μηχανή παραγωγής (θεατρικής) ομίχλης. Ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου μαζί με τους εργαζόμενους επιδίδεται σε μια πυρετώδη παραγωγή ομίχλης, κατασκευάζοντας φευγαλέες πραγματικότητες και υποστασιοποιώντας την ψευδαίσθηση. Συννεφάκια όπου αιωρείται μια βιολοντσελίστα, βραχυπρόθεσμα νεφελώδη γλυπτά γνωστών καλλιτεχνών που διαλύονται σαν όνειρο, μια προκλασική μουσική σύνθεση που έρχεται και φεύγει, στρώματα αιθέρα και αιθεροβάμονες chatters αφηγητές, μια αιωρούμενη πρόβα εγχόρδων, ένας χρόνος ακινητοποιημένος και μια διαρκής συνθήκη θεατρικής ψευδαίσθησης, εν ολίγοις ένα αξιόλογο υλικό και ένα ενδιαφέρον θέμα, όλα εξατμίζονται στην παντελή απουσία στόχευσης αυτής της παράστασης.

Με υπερτονισμένο το στοιχείο του παραμυθιού και με μια τσιρκολάνικη αισθητική, η σκηνική δημιουργία του Τομ Λουτς (που κατά την άποψή μου υπερεκτιμήθηκε εφέτος στο Theatertreffen Festspiele του Βερολίνου) επιχειρεί να αδράξει τον φευγαλέο χαρακτήρα μιας αγοραίας εποχής και να τον αντιπαραβάλει στην αιωνιότητα της ποίησης και του έρωτα. Πανέμορφη η μουσική του Mathias Weibel, υποβλητικό το ηχοτοπίο του Martin Hofstetter και ποιητικότατοι οι φωτισμοί της Tina Bleuler. Εφόσον τα μηχανήματα παραγωγής του ονείρου φιλοδοξούν να αποκτήσουν ανθρώπινη υπόσταση, αντίστοιχα και ο σύγχρονος άνθρωπος ονειρεύεται να απαλλαγεί από την τυραννία της καθημερινής ψηφιακής εικόνας και την επικοινωνιακή ψευδαίσθηση και να αποκαταστήσει με κάθε τρόπο την ποίηση στη ζωή του. Αυτό θα μπορούσε κανείς να εικάσει πως ήταν το σημαντικό θέμα αυτής της παράστασης. Μιας δημιουργίας που είχε τις ευγενέστερες των προθέσεων, πλην όμως πλατείαζε και παρέμεινε σε ένα πρώτο επίπεδο αφελούς αφηγηματικότητας.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Τελευταίο βιβλίο του, η νουβέλα «Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία» (εκδ. Κριτική). 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Χορός, φιλοσοφία και πάλι χορός

Χορός, φιλοσοφία και πάλι χορός

Για τέσσερις παραστάσεις χορού, οι οποίες παρουσιάστηκαν στο Φεστιβάλ Αθηνών.

Του Νίκου Ξένιου

Οι πανταχού παρόντες αριθμοί
...

Φεστιβάλ Αθηνών: Αυλαία στην Πειραιώς 260 με τέσσερις θεατρικές παραστάσεις

Φεστιβάλ Αθηνών: Αυλαία στην Πειραιώς 260 με τέσσερις θεατρικές παραστάσεις

Οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260 ολοκληρώθηκαν για φέτος. Από όσες είδαμε το τελευταίο διάστημα παρουσιάζουμε εδώ τέσσερις ελληνικές θεατρικές παραστάσεις.

Του Νίκου Ξένιου...

Τέσσερις άνισες παραστάσεις χορού στο Φεστιβάλ Αθηνών

Τέσσερις άνισες παραστάσεις χορού στο Φεστιβάλ Αθηνών

Τέσσερις παραστάσεις χορού από τον πρώτο μήνα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

Του Νίκου Ξένιου

Omar Rajeh - Maqamat / ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Αλεξάνδρα Κ*.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος.

Επιμέλεια: Κώστ...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Εύα Μ. Μαθιουδάκη.

Επιμέλεια: Κώστας...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube