«Βότσεκ»: Μια παράσταση στιβαρή, πυκνή, καθηλωτική

Εκτύπωση

altΓια την όπερα του Alban Berg «Βότσεκ» σε σκηνοθεσία του Ολιβιέ Πυ και διεύθυνση ορχήστρας από τον Βασίλη Χριστόπουλο, που παρουσιάστηκε στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Της Έλενας Χουζούρη

Όπερα πρόκληση για κάθε σκηνοθέτη, έχει χαρακτηρίσει ο Ολιβιέ Πυ τον «Βότσεκ» του Άλμπαν Μπεργκ, που για πρώτη φορά ανέβασε η Εθνική Λυρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία του φημισμένου Γάλλου σκηνοθέτη, διευθυντή του Φεστιβάλ της Αβινιόν, και παίζεται αυτές τις ημέρες για λίγες –δυστυχώς– παραστάσεις. Και γράφουμε «δυστυχώς» γιατί σπάνια διαπιστώνεται μια τέτοια, υψηλής στάθμης, αρμονική σύμπλευση κειμένου-μουσικής-σκηνοθεσίας-σκηνογραφίας-ερμηνείας, σε παράσταση όπερας. Μιας όπερας κάθε άλλο παρά εύκολης, τόσο από θεματικής όσο και από μουσικής απόψεως. Μιας όπερας, η οποία θεωρείται τομή στην ιστορία του μελοδράματος, διότι σπάζει όλα τα, έως την σύνθεση και την αναπαράστασή της, γνωστά και παραδομένα κλειδιά καθώς και τους απαρασάλευτους κώδικες του μουσικού αυτού θεάτρου. 

Ο Βόυτσεκ δεν ήταν ακριβώς επινόηση του Μπύχνερ αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν ένας πρώην στρατιώτης που είχε δολοφονήσει την άπιστη ερωμένη του στη Λειψία το 1821 και είχε καταδικαστεί να εκτελεστεί δι’ απαγχονισμού. Ο Μπύχνερ θα αναπλάσει αυτήν την πραγματική ιστορία.

Τι όμως είναι ο «Βότσεκ» και ποια τα συμφραζόμενά του ώστε να τον καταστούν τόσο ανατρεπτικό; Και γιατί ο Άλμπαν Μπεργκ [1885-1935] τον αποκαλεί στην όπερά του «Βότσεκ» και όχι «Βόυτσεκ» όπως είναι γνωστός από το τρίπρακτο ημιτελές θεατρικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ [1813-1837], πάνω στο οποίο ο αυστριακός συνθέτης έχτισε τη δική του εκδοχή; Ως συνήθως αυτά τα αφηγήματα έχουν μεγάλο βάθος και διασταυρώνονται με τις αντίστοιχες συλλογικές αφηγήσεις των εποχών τους. Ο απλοϊκός, φτωχός, στρατιώτης Βόυτσεκ που γίνεται έρμαιο οποιασδήποτε εξουσίας, έως να φτάσει στα όρια της τρέλας, πρωταγωνιστεί στις ημιτελείς θεατρικές σελίδες του Μπύχνερ, του Γερμανού συγγραφέα ο οποίος, έως τα 24 χρόνια του που πεθαίνει, προλαβαίνει να συμμετάσχει στα επαναστατικά κινήματα της εποχής του, να συγγράψει κείμενα διαμαρτυρίας και διεκδικήσεων και να αφήσει πίσω του άλλα δύο μυθιστορήματα, το Λεόντιος και Λένα και Ο θάνατος του Δαντόν. Η ριζοσπαστική, αντιηρωική, φιγούρα του, κατά Μπύχνερ, Βόυτσεκ είναι αφενός εναρμονισμένη με τις ιδέες του συγγραφέα του και αφετέρου ως γραφή ανταποκρίνεται στον ρομαντισμό των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα – ο Μπύχνερ τοποθετείται δίπλα στον Γκαίτε και τον Σίλλερ. Ωστόσο ο Μπύχνερ με την επίσης ημιτελή νουβέλα του Λεντς θεωρείται ότι ανοίγεται και προς έναν πρώιμο μοντερνισμό. Άλλο ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο Βόυτσεκ δεν ήταν ακριβώς επινόηση του Μπύχνερ αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν ένας πρώην στρατιώτης που είχε δολοφονήσει την άπιστη ερωμένη του στη Λειψία το 1821 και είχε καταδικαστεί να εκτελεστεί δι’ απαγχονισμού. Η υπεράσπιση είχε ζητήσει να εξεταστεί η ψυχική υγεία του κατηγορουμένου, πράγμα που έγινε αλλά ο γιατρός που τον είχε εξετάσει απεφάνθη ότι ήταν ψυχικά υγιής. Ο Μπύχνερ θα αναπλάσει αυτήν την πραγματική ιστορία. 

Ο πρώτος «Βόυτσεκ» θα παραμείνει άγνωστος και αδημοσίευτος περίπου σαράντα χρόνια, με το δυσανάγνωστο χειρόγραφο του Μπύχνερ να αλλάζει κατά καιρούς ιδιοκτήτες, οι οποίοι το διαφοροποιούσαν, πρόσθεταν ή παρέλειπαν κατά το δοκούν σελίδες του. Την τελική εκδοχή-ανασύστασή του, με όλες τις πιθανές παρεμβάσεις, επιχειρεί ο συγγραφέας Καρλ Εμίλ Φράντσος και το 1879 εκδίδει το έργο με τίτλο Βότσεκ – Ένα σπάραγμα τραγωδίας. Το έργο με την έντονη κοινωνική κριτική που ασκεί εντυπωσιάζει τον κόσμο των συγγραφέων και των διανοουμένων. 

[Ο Μπεργκ] Αρχίζει να συνθέτει την όπερα, λίγο πριν ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος [Πρώτος Παγκόσμιος], το καλοκαίρι του 1914, στον οποίο επιστρατεύεται ως Δεκανέας. Ο πόλεμος και η ζωή στον στρατώνα, θα τον σημαδέψουν βαθιά και θα επηρεάσει τη ματιά του πάνω στον δικό του στρατιώτη Βότσεκ.

Όταν ο Άλμπαν Μπεργκ συναντά τον Βόυτσεκ του Μπύχνερ

Θα περάσουν σαράντα τέσσερα χρόνια ακόμη έως ότου ο «Βότσεκ» να ανέβει σε θεατρική σκηνή. Τον Νοέμβριο του 1913 με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από την γέννηση του Μπύχνερ, το έργο θα παρουσιαστεί στο Μόναχο, και μάλιστα σε σκηνοθεσία του Μαξ Ράινχαρτ. Ένα χρόνο αργότερα ο «Βότσεκ» θα ταξιδέψει στην αυστριακή πρωτεύουσα και θα αρχίσει να παρουσιάζεται στη βιεννέζικη θεατρική σκηνή από τις 5 Μαΐου 1914. Στην πρεμιέρα του έργου, ανάμεσα στους θεατές θα βρίσκεται και ο εικοσιεννιάχρονος τότε Άλμπαν Μπεργκ. Βλέπει το έργο, ενθουσιάζεται και αποφασίζει να το μετασκευάσει σε όπερα. Ωστόσο το κείμενο δεν του ήταν άγνωστο. Ήδη από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα όταν είχαν εκδοθεί τα Άπαντα του Μπύχνερ, ο τότε «Βόυτσεκ» απασχολούσε τους κύκλους των διανοουμένων και ο συνθέτης είχε παρακολουθήσει τις διάφορες αλλαγές που είχαν γίνει στο αρχικό κείμενο. Αλλαγές θα επιφέρει και ο ίδιος με τη σειρά του στο κείμενο όταν αρχίζει να ασχολείται με τον «Βότσεκ», αποδεχόμενος τελικά το διαφοροποιημένο όνομα αντί του αρχικού «Βόυτσεκ». Συνενώνει τις σκηνές σε δεκαπέντε, τις οργανώνει έτσι ώστε να έχουν μεταξύ τους συνεκτική δομή, καταλήγει σε τρεις πράξεις, με πέντε σκηνές η κάθε μία, διαμορφώνει το λιμπρέτο, κρατά την τραχιά, βίαιη κάποτε, γλώσσα, τον ακραίο ρεαλισμό. Αρχίζει να συνθέτει την όπερα, λίγο πριν ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος [Πρώτος Παγκόσμιος], το καλοκαίρι του 1914, στον οποίο επιστρατεύεται ως Δεκανέας. Ο πόλεμος και η ζωή στον στρατώνα, θα τον σημαδέψουν βαθιά και θα επηρεάσει τη ματιά του πάνω στον δικό του στρατιώτη Βότσεκ. Οι σκηνές στον στρατώνα που στήνει στην όπερα είναι βιωματικές. Έχει βιώσει απευθείας την στρατοκρατία, τη βιαιότητα, τη χυδαιότητα, την ακραία επίδειξη του ανδρισμού, αλλά και την απελπισία, τον φόβο, την τρέλα.

alt

Σύσσωμοι οι κριτικοί αναγνωρίζουν σ’ αυτήν την πρωτοτυπία της, την τομή που επιφέρει στην όπερα, την δύναμή της, την τόλμη της, κατατάσσοντάς την ανάμεσα στα αριστουργήματα του λυρικού θεάτρου του 20ου αιώνα.

Λίγο πριν λήξει ο πόλεμος –η Συνθήκη Ειρήνης υπογράφεται τον Νοέμβριο του 1918– ο Άλμπαν Μπεργκ γράφει στη γυναίκα του: «Υπάρχει κάτι από μένα σ’ αυτόν τον χαρακτήρα, καθώς πέρασα αυτά τα χρόνια του πολέμου, εξίσου εξαρτώμενος από ανθρώπους που μισώ, ήμουν αλυσοδεμένος, άρρωστος. Αιχμάλωτος, παραιτημένος, για την ακρίβεια ταπεινωμένος». Αυτές οι έννοιες της πλήρους εξάρτησης από ένα στρατοκρατικό, ασφυκτικό περιβάλλον, της αιχμαλωσίας, της βαναυσότητας και της ταπείνωσης, διαπερνούν τον οπερατικό Βότσεκ. Η όπερα θα ολοκληρωθεί το 1922 αλλά μετά από διάφορες περιπέτειες θα κάνει την πρώτη παγκόσμια θριαμβευτική της εμφάνιση στο Βερολίνο στις 14 Δεκεμβρίου 1925. Σύσσωμοι οι κριτικοί αναγνωρίζουν σ’ αυτήν την πρωτοτυπία της, την τομή που επιφέρει στην όπερα, την δύναμή της, την τόλμη της, κατατάσσοντάς την ανάμεσα στα αριστουργήματα του λυρικού θεάτρου του 20ου αιώνα. Ο κατά Άλμπαν Μπεργκ «Βότσεκ» είναι ένας θρίαμβος του εξπρεσιονισμού έχουν γράψει οι κριτικοί, μήπως όμως κι ενός πρώιμου μοντερνισμού, αναρωτιόμαστε εμείς; Πάντως όπως επισημαίνει ο συνθέτης και μουσικολόγος Μηνάς Αλεξιάδης «Ο «εξπρεσιονιστικός» Βότσεκ εμφανίζεται ως η πρώτη κορυφαία ατονική όπερα παγκοσμίως όταν το μουσικό θέατρο του 20ου αιώνα έπρεπε να αντιμετωπίσει μια εξαιρετικά κρίσιμη συνθήκη: να διαχειριστεί το ιδιαίτερο βάρος και την ευθύνη της ανανέωσης και της συνέχειας της όπερας στην μετα-Πουτσίνι και μετά-Ρίχαρντ Στράους εποχή, δηλαδή στην ιστορική φάση μιας διαφαινόμενης λήξης του στενού πυρήνα του οπερικού ρεπερτορίου». Με τον «Βότσεκ» ο βιεννέζος συνθέτης σπάει αυτόν τον πυρήνα, του ανοίγει νέους ορίζοντες, τον οδηγεί σε νέες διαδρομές. 

Ο Μπύχνερ της προσέδωσε ευρύτερες διαστάσεις, ο Άλμπαν Μπεργκ την εμπλούτισε μπολιάζοντάς την με τις σύγχρονες με την εποχή του αντιλήψεις, ο Ολιβιέ Πυ την απογείωσε, αναδεικνύοντας τις πολιτικές, κοινωνικές, ψυχολογικές, μεταφυσικές, ηθικές, έμφυλες παραμέτρους της.

Όταν ο Ολιβιέ Πυ συναντά τον Βότσεκ του Άλμπαν Μπεργκ

Δικαίως, λοιπόν, ο καταξιωμένος και γνώριμός μας Γάλλος σκηνοθέτης Ολιβιέ Πυ, χαρακτηρίζει τον κατά Άλμπαν Μπεργκ «Βότσεκ», πρόκληση. Αν μάλιστα κρίνουμε από το αποτέλεσμα της παράστασης που έστησε στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ο Πυ όχι μόνον ανταποκρίθηκε σ’ αυτήν την πρόκληση αλλά επί πλέον ο «Βότσεκ» τού έδωσε την ευκαιρία να προχωρήσει σε πολλαπλές αναγνώσεις του έργου και να προσδώσει μια σφαιρικότερη και πολυεπίπεδη σκηνοθετική προσέγγιση, με διαχρονικές προεκτάσεις. «Ο Βότσεκ» λέει ο Γάλλος σκηνοθέτης «δεν είναι ούτε βασιλιάς, ούτε Θεός όπως συνήθως συμβαίνει στην κλασική όπερα με τους βασικούς ήρωες. Είναι ο ανώνυμος, ο απλός άνθρωπος, ο χωρίς δικό του αφήγημα. Όταν στη δραματουργία των προηγούμενων αιώνων παρουσιάζονταν λαϊκές φιγούρες, ήταν κυρίως δευτερεύοντες, κωμικοί ρόλοι συμπληρωματικοί της δράσης. Ουδέποτε έως τον Βότσεκ δεν ανέβηκαν στην σκηνή για να καταθέσουν τον πόνο τους ενώπιον του παγκόσμιου κοινού, ο κοινός θνητός, ο χωρίς πρόσωπο εργάτης, η χωρίς φωνή πόρνη, ο χαμένος μέσα στο ανώνυμο πλήθος στρατιωτικός» τονίζει ο Ολιβιέ Πυ. Πραγματικά, πάνω στην –επιτέλους– περιστρεφόμενη σκηνή της Λυρικής δεν παρακολουθήσαμε απλώς την θλιβερή ιστορία ενός στρατιώτη που αδυνατεί να προσαρμοστεί σ' ένα ασφυκτικό στρατοκρατικό περιβάλλον. Αδυνατεί όμως και να ξεφύγει από αυτό, με μοναδική του καταφυγή την αγαπημένη του σύντροφο Μαρί, που όμως τον απατά για ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, με αποτέλεσμα να τη σκοτώνει και στη συνέχεια να αυτοκτονεί. Αυτός είναι ο πρωταρχικός πυρήνας εκείνης της παλιάς αληθινής ιστορίας του 1821. Ο Μπύχνερ της προσέδωσε ευρύτερες διαστάσεις, ο Άλμπαν Μπεργκ την εμπλούτισε μπολιάζοντάς την με τις σύγχρονες με την εποχή του αντιλήψεις, ο Ολιβιέ Πυ την απογείωσε, αναδεικνύοντας τις πολιτικές, κοινωνικές, ψυχολογικές, μεταφυσικές, ηθικές, έμφυλες παραμέτρους της.

Με βαθιά αίσθηση οικονομίας, με αποφυγή κάθε περιττού, με μέτρο τη δωρικότητα και τον μινιμαλισμό, με εντυπωσιακή συνταύτιση με το κείμενο, τη γλώσσα και τη μουσική, έστησε μια παράσταση στιβαρή, πυκνή, καθηλωτική.

Με βαθιά αίσθηση οικονομίας, με αποφυγή κάθε περιττού, με μέτρο τη δωρικότητα και τον μινιμαλισμό, με εντυπωσιακή συνταύτιση με το κείμενο, τη γλώσσα και τη μουσική, έστησε μια παράσταση στιβαρή, πυκνή, καθηλωτική. Μια παράσταση τόσο γερά χτισμένη ώστε να μην περισσεύει ούτε το ελάχιστο. Νευρώδεις εναλλαγές των δεκαπέντε σκηνών, αρμονική συνομιλία τους με την ατονική αλλά τα μάλα εκφραστική και ιδιότυπα αφηγηματική μουσική του Μπεργκ –θα μπορούσα να την παραλληλίσω με κείμενο ενός πρώιμου μοντερνιστή συγγραφέα– ενισχυμένη με λεπτές μουσικές αναλαμπές από Στράους, Μάλερ, Βάγκνερ αλλά και λαϊκά γερμανικά τραγούδια – το τραγούδι των κυνηγών από τους στρατώνες του Μεγάλου Πολέμου πέρασε αργότερα στις μπιραρίες των Ναζί. Ο Πυ κράτησε σε ύψιστο σημείο τον δραματικό τόνο της όπερας του Μπεργκ χωρίς ούτε στιγμή να υποπέσει στην παγίδα του μελοδραματισμού. Δημιούργησε μια ατμόσφαιρα στην οποία υποφώσκει η αίσθηση της απειλής, και του εγκλεισμού. Τα μαυρόασπρα σκηνικά σαν ένας οριζόντιος λαβύρινθος κατοικιών ή μια αποστειρωμένη κλινική αίθουσα ή ένα εργαστήριο, συντελούν ακόμη περισσότερο στο να προκαλείται αυτή η αίσθηση. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, ο Γάλλος σκηνοθέτης, μεταστοιχειώνοντας σκηνικά τη μουσική του Μπεργκ, ανέδειξε τις αντιθέσεις και τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του χαρακτήρα του Βότσεκ, από την τραγικότητα της σιωπής του, με τις ανάλογες εκφράσεις στο πρόσωπό του, στο παραληρηματικό μουρμουρητό του, με την επαναλαμβανόμενη φράση «Εμείς είμαστε φτωχοί άνθρωποι», στις υποταγμένες του κινήσεις απέναντι στην εξουσία του λοχαγού και του γιατρού, έως τις ακραία δραματικές αντιδράσεις – πράξεις του που τον οδηγούν στον φόνο και την αυτοκτονία.

alt

Ο τρελός –ο πανάρχαιος σαλός– έρχεται να υπενθυμίσει την άλλη, την ανατρεπτική πλευρά των πραγμάτων, τα υπόγεια μυστικά των συνειδήσεων που ενώ μοιάζουν φαινομενικά ήσυχες και υπάκουες στις αυθαιρεσίες της εξουσίας, μπορεί κάποια αφορμή να τις ωθήσει σε απρόσμενες προσωπικές εξεγέρσεις έως τις πιο ακραίες, όπως είναι ένας φόνος.

Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος στάθηκε ικανοποιητικά στο ύψος αυτού του πολυεπίπεδου και δύσκολου από κάθε άποψη ρόλου. Το ίδιο και η Ναντίνερ Λένερ, στον διφυή ρόλο της πιστής και της αμαρτωλής συντρόφου του Βότσεκ – το δίπολο αμαρτία-ενοχή είναι ιδιαίτερα έντονο στην παράσταση. Από κοντά, ο λοχαγός, ως εκπρόσωπος της στρατοκρατικής ανδροκρατικής εξουσίας, που τον ερμηνεύει-υποδύεται ο Πήτερ Χόαρ –από τις καλύτερες παρουσίες της παράστασης–, ο Πήτερ Ουέντ, πειστικός στον ρόλο του χυδαίου μάτσο Αρχιτυμπανιστή, ο Γιάννης Γιαννίσης στον ρόλο του ψυχρού, ορθολογιστή, απειλητικού γιατρού, αλλά και οι δεύτεροι ρόλοι με την άψογη ερμηνεία τους συντέλεσαν στην εξαιρετική παράσταση που απολαύσαμε. Θα επισημάνουμε έναν φαινομενικά τρίτο ρόλο αλλά στην πραγματικότητα ουσιαστικό για όσα –από τα πολλά– που «έλεγε» το έργο και η παράσταση. Εκείνον του τρελού, με τη μάσκα του κλόουν –συνομιλία του Πυ με τον πολυσυζητημένο Joker;– που εμφανιζόταν κάθε τόσο στη σκηνή ως το alter ego του Βότσεκ. Ο τρελός –ο πανάρχαιος σαλός– έρχεται να υπενθυμίσει την άλλη, την ανατρεπτική πλευρά των πραγμάτων, τα υπόγεια μυστικά των συνειδήσεων που ενώ μοιάζουν φαινομενικά ήσυχες και υπάκουες στις αυθαιρεσίες της εξουσίας, μπορεί κάποια αφορμή να τις ωθήσει σε απρόσμενες προσωπικές εξεγέρσεις έως τις πιο ακραίες, όπως είναι ένας φόνος. Στην παράσταση που είδαμε τον ρόλο του τρελού ερμήνευε ο Παναγιώτης Πρίφτης. 

Στη δημιουργία της υποβλητικής ατμόσφαιρας της παράστασης συντέλεσαν και τα μαυρόασπρα και γκριζόασπρα σκηνικά με το λαβυρινθώδες σχήμα του Πιερ Αντρέ Βάιτς, καθώς και φωτισμοί του Μπερντράν Κιγύ ώστε να τονίζεται το εξπρεσιονιστικό στοιχείο της όπερας. Κάποιες στιγμές μάλιστα η όλη ατμόσφαιρα ανακαλούσε στη μνήμη μας τον μεσοπολεμικό γερμανικό εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στην Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ. η οποία εκτέλεσε υποδειγματικά τη μουσική σύνθεση του Άλμπαν Μπεργκ, και προσωπικά στον διεθνούς φήμης μαέστρο Βασίλη Χριστόπουλο που την διηύθυνε. Χαρήκαμε και τους μουσικούς που έπαιζαν επί σκηνής καθώς και τους μουσικούς στην ταβέρνα. Επί σκηνής επίσης έπαιζε πιάνο ο Σπύρος Σουλαδάκης. Ακόμα συμμετείχαν και μέλη της παιδικής χορωδίας της Ε.Λ.Σ. Εν κατακλείδι, μια συνολικά υψηλού επιπέδου παράσταση.

* Η ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.
Τελευταίο βιβλίο της, η επανέκδοση του μυθιστορήματός της «Σκοτεινός Βαρδάρης» (εκδ. Πατάκη).

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Έρωτας και πολιτική στον «Ντον Κάρλο» του Βέρντι

Έρωτας και πολιτική στον «Ντον Κάρλο» του Βέρντι

Για την όπερα «Ντον Κάρλο» του Τζουζέππε Βέρντι, σε μουσική διεύθυνση του Φιλίπ Ωγκέν και σε σκηνοθεσία του Σερ Νίκολας Χάιτνερ, η οποία θα παρουσιάστεί για μια τελευταία φορά στις 5 Ιανουαρίου στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος...

Εικαστική άνοιξη στην καρδιά του χειμώνα

Εικαστική άνοιξη στην καρδιά του χειμώνα

Τέσσερις σημαντικές εικαστικές εκθέσεις στην Αθήνα.

Της Τόνιας Μάκρα

Μια αναπάντεχη άνοιξη μοιάζει να περνά αυτό το διάστημα η αθηναϊκή εικαστική σκηνή, γεγονός που θυμίζει παλαι...

Μια όπερα προκλητικά άρτια

Μια όπερα προκλητικά άρτια

Για την όπερα «Powder her face» (1995) του Τόμας Άντες, σε μουσική διεύθυνση του Νίκου Βασιλείου και σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή της Εναλλακτικής Σκηνής Αλέξανδρου Ευκλείδη, η οποία παρουσιάζεται στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ο σχεδιασμός της Κατερίνας Ευαγγελάτου για το Φεστιβάλ Αθηνών

Ο σχεδιασμός της Κατερίνας Ευαγγελάτου για το Φεστιβάλ Αθηνών

Διαδικτυακά, και με την ευχή να πραγματοποιηθούν όλες οι παραστάσεις, η Κατερίνα Ευαγγελάτου ανακοίνωσε (χωρίς ημερομηνίες) το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2020.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Ολό...

Η σημασία ενός θανάτου

Η σημασία ενός θανάτου

Για τη σημασία της ποίησης της Κικής Δημουλά, με αφορμή τον θάνατό της. 

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Με την Κική Δημουλά, η ελληνική ποίηση δεν έχασε μόνο την...

Ο Ληρ κι ο Γαργαντούας πίνουν μαζί

Ο Ληρ κι ο Γαργαντούας πίνουν μαζί

Για το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού «Οι ρετσίνες του βασιλιά» (εκδ. Πατάκη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ο Ισίδωρος Ζουργός είναι σ’ αυτό το μυθιστόρ...