x
Διαφήμιση

19 Οκτωβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:07:00:03 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Οι απόγονοι του Κάιν και το Μουσείο Πολέμου

Οι απόγονοι του Κάιν και το Μουσείο Πολέμου

E-mail Εκτύπωση

altΓια το μυθιστόρημα του Κλάουντιο Μάγκρις «Υπόθεση αρχείου» (μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Καστανιώτη).

Του Γιώργου Βέη

«Η Ιστορία, πιο πολύ κι από ένα Κτηματολόγιο, είναι μια τράπεζα DNA,
μια κοιλάδα του Ιωσάφατ, που προσδοκά την ανάσταση όλων των δισεκατομμυρίων ζώντων
ή πιο σωστά ζωντανών πλασμάτων, μιας και κανένα άτομο ζωής δεν εξαλείφεται».
Υπόθεση αρχείου

Σπονδυλωτό έργο. Πολυεπίπεδο, εξαιρετικά διαφωτιστικό, υποδειγματικά αναλυτικό. Η ιδιαίτερα επεξεργασμένη αφήγηση, του πολύπλευρα μορφωμένου συγγραφέα (1939-) και, μεταξύ άλλων, καθηγητή Γερμανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της γενέθλιας Τεργέστης, θέλησε να ακολουθήσει συνειδητά τη γνωστή ηροδότεια τεχνική των αλλεπάλληλων παρεκβάσεων. Τα πρόσωπα συνομιλούν με σκιές, με φαντάσματα, αλλά και με τους εφιάλτες της εξ αντικειμένου πραγματικότητας ορισμένων κρίσιμων πολέμων της παγκόσμιας Ιστορίας. Το άγος των θλιβερών συρράξεων, η φρίκη των εξανδραποδισμών, η κατάρα του μοιραίου τραύματος στοιχειώνει τις πυκνογραμμένες σελίδες ενός ασθματικού, μείζονος διαβήματος. Το παραλήρημα των επιζώντων καθηλώνει την ανάγνωση. Το Κακό συνοψίζεται σε μια κραυγή: στην τελευταία μάλιστα που προλαβαίνει να αφήσει το θύμα της εξόντωσης. Το μυθιστόρημα, από μιαν άποψη, είναι ακριβώς ο υπομνηματισμός αυτής της κραυγής.

Ο καθόλα υπαρκτός καθηγητής Ντιέγκο ντε Ενρίκες (1909-1974), ένας «ιδιοφυής και απαρασάλευτος Τριεστίνος», διακεκριμένος συντοπίτης του Κλάουντιο Μάγκρις, έχει αφιερώσει τη ζωή του στη συλλογή όπλων και πολεμικού υλικού κάθε είδους, προκειμένου να τα στεγάσει σε «ένα πρωτότυπο, πλουσιότατο Μουσείο Πολέμου, το οποίο προβάλλοντας τόσο πολλά εργαλεία θανάτου, θα υπηρετούσε την ειρήνη».

Ο καθόλα υπαρκτός καθηγητής Ντιέγκο ντε Ενρίκες (1909-1974), ένας «ιδιοφυής και απαρασάλευτος Τριεστίνος», διακεκριμένος συντοπίτης του Κλάουντιο Μάγκρις, έχει αφιερώσει τη ζωή του στη συλλογή όπλων και πολεμικού υλικού κάθε είδους, προκειμένου να τα στεγάσει σε «ένα πρωτότυπο, πλουσιότατο Μουσείο Πολέμου, το οποίο προβάλλοντας τόσο πολλά εργαλεία θανάτου, θα υπηρετούσε την ειρήνη». Δεν πρόλαβε όμως: «Βρήκε τον θάνατο στην πυρκαγιά της αποθήκης όπου κοιμόταν, ανάμεσα στα αντικείμενα του Μουσείου του, μια πυρκαγιά μυστηριώδη, η οποία έγινε η αφορμή για μια έρευνα και μια δίκη, που κατέληξαν σε μια τρύπα στο νερό». Μαζί του κάηκε και ο κατάλογος των δωσίλογων κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Οι υπόνοιες αμείωτες, η βία ανυποχώρητη. Η διαβεβαίωση του Μουσείου είναι πειστική από κάθε άποψη: η μνήμη των ολέθρων πρέπει να δρα ομοιοπαθητικά. Να απομακρύνει, να καταργεί δηλαδή ει δυνατόν εξ αντιδιαστολής το μίασμα του μαζικού φόνου. Ό,τι δηλαδή κυρίως υπαινίσσεται εδώ το κίνητρο του δημιουργικού λόγου. Η ανάμνηση είναι η κατάλληλη μέθοδος διαφυγής. Το αλυσιδωτό πέρασμα στη σωτηρία, στην εκ των προτέρων ακύρωση των όποιων διαδοχικών αφανισμών του μέλλοντος. Ένα χωρίο αρκεί. Π.χ.: «Το μόνο ζήτημα είναι να τα μεταφέρουμε όλα σ’ ένα Μουσείο, όπου δεν υπάρχει πια πόλεμος, γιατί δεν υπάρχει πια ζωή. Επιστήμονας ήδη από τα πέντε μου χρόνια και εφευρέτης στα εννιά, στα δεκάξι εμπνεύστηκα και σχεδίασα, συγκεκριμένα, όπλα φανταστικά και τρομερά, όμως αποφάσισα ότι εκείνα τα μοντέλα θα τα έκανα γνωστά όταν δεν θα υπήρχαν πια πόλεμοι στον κόσμο και τα όπλα εκείνα θα ήταν πια ακίνδυνα και άχρηστα. Πρέπει να στερήσουμε από τη ζωή –από όλη τη ζωή, από όλα τα πράγματα– τη χρησιμότητά τους, τη δυνατότητα χρήσης τους. Η αξία χρήσης είναι πάντα, με κάποιον τρόπο, η αξία του φονικού. Να σπάσουμε τη μύτη της λόγχης, να σκουριάσουμε τα ντουφέκια, να στομώσουμε τις λεπίδες, έτσι ώστε η ζωή, η τόσο ακονισμένη πάντα, να μην κόβει πια».

Η κειμενική προοπτική ανοίγεται αβίαστα. Ο συγγραφικός παλμός δεν δολιχοδρομεί, δεν παλινδρομεί. Αναρωτιέται και καταθέτει ευθέως. Η φορά είναι ανοδική. Δηλαδή ποιητική. Τα ερωτήματα, τα όποια προκύπτουν είναι εύλογα. Όπως φέρ’ ειπείν συνιστούν τα εξής: «Nα κάηκαν, άραγε, εκείνη τη νύχτα και τα πρόχειρα κατάστιχα; Να κάηκαν κυρίως εκείνα τα κατάστιχα, να μπήκε η φωτιά μόνο και μόνο για να καούν εκείνα τα διαλυμένα σημειωματάρια κι ό,τι ήταν γραμμένο μέσα εκεί… Αν μία φορά, λένε, ένας ιδαλγός αγόρασε έναν πύργο μόνο και μόνο επειδή η κυρά του λαχταρούσε ένα τριαντάφυλλο που άνθιζε στο περβάζι ενός μικρού παράθυρου εκείνου του πύργου, κάποιος μπορεί να πυρπόλησε μια συνοικία για να καταστρέψει ένα πάκο χαρτιά, κι αν βέβαια κάηκε κι ο άνθρωπος που τα είχε μαζί του, ε, κρίμα, είναι μια παράπλευρη απώλεια. Αν όμως εκείνα τα χαρτιά υπήρχαν ακόμα κάπου, σκοροφαγωμένα και μουχλιασμένα, μετά από τόσα χρόνια…; Ίσως, ποιος ξέρει, να μπορούσαν να διαβαστούν ακόμα». Οι αναγνώστες καλούνται από τις πρώτες σελίδες να συμμετάσχουν στο παιχνίδι της περίτεχνης γραφής. Οι επαρκέστεροι μεταξύ αυτών θα βιώσουν περισσότερες απολαύσεις.

alt
Ο Κλάουντιο Μάγκρις

Η γεωγραφία της μεγάλης, διαχρονικής Οδύνης ξεδιπλώνεται μπροστά της: από το Βιετνάμ στο Μεξικό, στη Βολιβία και στην Παραγουάη κι από εκεί στα πεδία των μαχών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και στις απηνείς διώξεις των εβραίων, των παντοειδών λεγομένων μαγισσών εκασταχού εκάστοτε. Τα όπλα εκθέτουν τη συλλογική παράνοια των απογόνων του Κάιν.

Η πρωτοβουλία του προαναφερόμενου καθηγητή Ντιέγκο ντε Ενρίκες έδωσε εν ολίγοις το έναυσμα της συγγραφικής δράσης. Όμως ο παρ’ ολίγον ιδρυτής του παράδοξου αυτού Μουσείου δεν κατονομάζεται στο μυθιστόρημα. Παραμένει πεισματικά ανώνυμος. Αυτή, η οποία κατονομάζεται, είναι μια εμφανώς επινοημένη επιμελήτρια Τέχνης, η Λουίζα, κόρη ενός μαύρου και μιας εβραίας. Σύμφωνα με εντολή των αρχών της Τεργέστης, αναλαμβάνει το έργο της επίβλεψης της ανέγερσης του Μουσείου μέσα κυριολεκτικά στις σελίδες της Υπόθεσης αρχείου. Θα αντιμετωπίσει τα πάντα με τη δέουσα προσοχή. Η γεωγραφία της μεγάλης, διαχρονικής Οδύνης ξεδιπλώνεται μπροστά της: από το Βιετνάμ στο Μεξικό, στη Βολιβία και στην Παραγουάη κι από εκεί στα πεδία των μαχών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και στις απηνείς διώξεις των εβραίων, των παντοειδών λεγομένων μαγισσών εκασταχού εκάστοτε. Τα όπλα εκθέτουν τη συλλογική παράνοια των απογόνων του Κάιν. Η Λουίζα δεν καταρρέει από την επίθεση του εφιάλτη. Τα γονίδιά της αποδεικνύονται ιδιαίτερα ισχυρά. Στωική, ψύχραιμη, ευρηματική, συνιστά προσωποποίηση ενός οικουμενικού κουράγιου. Καθώς μάλιστα έρχεται σε άμεση επαφή με τον εσωτερικό κόσμο του συλλέκτη και ταυτοχρόνως δωρητή, όπως προκύπτει από τις αποσπασματικές εξομολογήσεις του, σε τσουρουφλισμένα από τη φωτιά ημερολόγια, αντιλαμβάνεται σε βάθος τα αίτια και τα αιτιατά της απόφασής του. Διαπιστώνει ότι το αίτημα της ειρήνης είναι, κατ’ αρχάς, το όνειρο ενός παιδιού. Για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής παραθέτω τα εξής χαρακτηριστικά: «Τα στρατιωτάκια ήταν αυτά που μ’ έκαναν να καταλάβω ότι έπρεπε να εξαλειφθεί ο πόλεμος κι ότι ο μοναδικός τρόπος να το πετύχω είναι να παίζω πόλεμο. Να παίζω για να μην κάνω πόλεμο· στρατιωτάκια εναντίον στρατιωτών. Τα πιο ωραία τα πουλούσε ο σιορ Πόπελ, όταν είχαμε ήδη μετακομίσει στην Τεργέστη. Μια διμοιρία από μαυροντυμένους Πρώσους ουσάρους, με τα σιρίτια τους· μια άψογη δουλειά, τέλειες πόρπες, χρυσές πάνω στους μαύρους επενδύτες, καλπάκια και σπαθιά σχολαστικά πανομοιότυπα με τα αληθινά. Ίσως να μου τα είχε χαρίσει ο ίδιος, μια φορά που είχαμε μπει στο μαγαζί του, δε θυμάμαι καλά. Η μαμά έκανε πολλά δώρα στον πατέρα μου, αλλά λίγα σ’ εμένα. Αντίθετα ο σιορ Πόπελ έκανε δώρα σε όλους».

Το μυθιστόρημα επιχειρεί να καλύψει εν προκειμένω το κενό, το οποίο άφησε πίσω της η λαίλαπα του αδικαιολόγητου εν πολλοίς μίσους: έτσι, αναδημιουργεί παιδευτική τραγωδία. Κι αυτή είναι ίσως η σπουδαιότερη πλευρά του.

Το Μουσείο της Λουίζας είναι βεβαίως αντιμέτωπο εκ προοιμίου με τις υποκειμενικότητες των ιστορικών, με τις εμμονές, τις στρεβλώσεις, τις αυθαιρεσίες τους και τα συναφή συνδηλούμενα. Η Λουίζα ξέρει ασφαλώς ότι «αν ψάχνεις να βρεις ένα νόημα στην Ιστορία, είναι σαν να κοιτάς τα σύννεφα. Στα σύννεφα βλέπεις σχήματα που μοιάζουν με λιοντάρια, με βουνά, με λίμνες, με θάλασσες. Είναι σχήματα αυθαίρετα, κατά τον ίδιο τρόπο που είναι αυθαίρετη και η Ιστορία. Βλέπω την Ιστορία σαν ένα μεγάλο όνειρο, που όμως δεν το ονειρεύεται κανείς. Είναι σαν όνειρο που ονειρεύεται τον εαυτό του. Ίσως όμως δεν έχει προορισμό...», όπως της έδειξε ο μονήρης της Δρέσδης και της Φρανκφούρτης Άρθουρ Σοπενχάουερ. Η Λουίζα οφείλει συνεπώς, χτίζοντας το Μουσείο της, να χτίσει την Αλήθεια. Να υλοποιήσει σύνταγμα Ήθους.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για το μοναδικό στην Ιταλία κρεματόριο, το οποίο λειτούργησε στην πολύπαθη Τεργέστη, την περιώνυμη «Ριζιέρα του Αγίου Σάββα», όπου πέντε χιλιάδες εβραίοι φονεύθηκαν εν ψυχρώ. Τόσο σε θαλάμους αερίων, με τη συστηματική χρήση του φονικού αερίου Zyklon B, όσο και με τη συνδρομή μιας σιδερένιας ράβδου, η οποία εκτίθεται στο Μουσείο της Ριζιέρα. Συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, όμως, για τις εν λόγω θηριωδίες δεν βρέθηκαν πουθενά. Την ημέρα ακριβώς της αυτοκτονίας του Χίτλερ, πυρπολήθηκαν όλα από τον διοικητή αυτής της μονάδας θανάτου. Οι δε καταγραφές των ονομάτων στους τοίχους καλύφθηκαν εντελώς με ασβέστη. Το μυθιστόρημα επιχειρεί να καλύψει εν προκειμένω το κενό, το οποίο άφησε πίσω της η λαίλαπα του αδικαιολόγητου εν πολλοίς μίσους: έτσι, αναδημιουργεί παιδευτική τραγωδία. Κι αυτή είναι ίσως η σπουδαιότερη πλευρά του.

Η διεξοδική, πρόσφορη μετάφραση αποτελεί κέρδος του τυχερού αναγνώστη που θα αποφασίσει να περιηγηθεί στα τοπία του βιβλίου. Οι δε 217 σημειώσεις υποστηρίζουν άμεσα την απρόσκοπτη, την πλήρη αφομοίωση των μηνυμάτων του έργου.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ είναι πρέσβης επί τιμή και ποιητής.
Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή πεζών κειμένων «Ινδικοπλεύστης» (εκδ. Κέδρος).

Απόσπασμα από το βιβλίο

«Ο θάνατος ταιριάζει στα μουσεία. Σε όλα τα μουσεία, όχι μόνο σ’ ένα Μουσείο Πολέμου. Κάθε έκθεση –πίνακες, γλυπτά, αντικείμενα, μηχανήματα– είναι μια νεκρή φύση και οι άνθρωποι που συνωστίζονται στις αίθουσες, γεμίζοντάς τες και αδειάζοντάς τες σαν σκιές, εξασκούνται στη μελλοντική οριστική διαμονή τους στο μεγάλο Μουσείο της ανθρωπότητας, του κόσμου, όπου ο καθένας είναι μια νεκρή φύση. Πρόσωπα, σαν φρούτα που κόπηκαν από το δέντρο και τοποθετήθηκαν γερτά πάνω σ’ ένα πιάτο».


altΥπόθεση αρχείου
Κλάουντιο Μάγκρις
Μτφρ. Άννα Παπασταύρου
Καστανιώτης 2017
Σελ. 464, τιμή εκδότη €19,08

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΜΑΓΚΡΙΣ

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Οι Γάλλοι το κάνουν καλύτερα!

Οι Γάλλοι το κάνουν καλύτερα!

Για τα μυθιστορήματα του Pierre Lemaitre «Ιρέν» (μτφρ. Κλαιρ Νεβέ, εκδ. Μίνωας), της Nadine Monfils «Τεκίλα Φραπέ» (μτφρ. Μαρία Γυπαράκη, εκδ. Εξάντας) και του Tanguy Viel «Άρθρο 353 του Ποινικού Κώδικα» (μτφρ. Χαρά Σκιαδέλλη, Πόλις).

...

Οι Ιφιγένειες είναι πια μόνο λέξεις

Οι Ιφιγένειες είναι πια μόνο λέξεις

Για το μυθιστόρημα του Colm Tóibín «Σπίτι με ονόματα» (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Ίκαρος).

Του Νίκου Ξένιου

Ο ιρλανδός μυθιστοριογράφος Colm Tóibín (...

Μπορεί ένας υπολογιστής να γράψει λογοτεχνία;

Μπορεί ένας υπολογιστής να γράψει λογοτεχνία;

Για το μυθιστόρημα του Antoine Bello «Άντα» (μτφρ. Δημήτρης Δημακόπουλος, εκδ. Πόλις).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να γράψε...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Δυσοίωνες πραγματικότητες, γοητευτικές αφηγήσεις

Δυσοίωνες πραγματικότητες, γοητευτικές αφηγήσεις

Για το μυθιστόρημα του Σαντιάγο Οράσιο Αμιγκορένα «Τα τελευταία μου λόγια (μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Gutenberg).

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

Ισχυ...

Δοκίμια & πονήματα: έργα που πλουτίζουν τη σκέψη

Δοκίμια & πονήματα: έργα που πλουτίζουν τη σκέψη

Μαξ Βέμπερ, Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Κορνήλιος Καστοριάδης, Αν Κάρσον κ.ά. Επιλογή δοκιμίων από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή.

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

...
Κάλο & Ρέγιες: βόμβες τυλιγμένες σε μεταξωτές κορδέλες

Κάλο & Ρέγιες: βόμβες τυλιγμένες σε μεταξωτές κορδέλες

Για τα μυθιστορήματα των Pino Cacucci «Φρίντα Κάλο - !VIVA LA VIDA!» (μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Άγρα) και Emma Reyes «Αναμνήσεις δι᾽ αλληλογραφίας» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος).

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube