x
Διαφήμιση

14 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:04:13:27 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Εικόνες από τη ζωή στο χωριό

Εικόνες από τη ζωή στο χωριό

E-mail Εκτύπωση

alt

Του Νίκου Ξένιου

Στο βιβλίο του Άμος Οζ ο αναγνώστης εισέρχεται σ’ ένα «πλεκτό» από βινιέτες που εξυφαίνονται σ’ ένα φανταστικό χωριό που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Τελ Αβίβ.

Ο κεντρικός χαρακτήρας καθεμιάς από αυτές εισβάλλει σε μιαν επόμενη ως δευτερεύουσα παρουσία, κι έτσι δημιουργείται η αίσθηση μιας κοινότητας μικρής έκτασης, όπου κάθε κάτοικος γνωρίζει επακριβώς τις κινήσεις του άλλου. Οι ήρωες μιλούν μόνον όταν πρόκειται να πουν τα απολύτως απαραίτητα, όμως οι σιωπές που παρεμβάλλονται υπογραμμίζουν μια διαρκώς επικείμενη απειλή. Το χωριό μοιάζει με τις μικροσκοπικές πλαστικές φάρμες των παιδικών παιχνιδιών, όπου τα ανθρωπάκια, τα ζωάκια, τα υποστατικά και τα οχήματα είναι έρμαια της φαντασίας του παιδιού. Αίφνης επανεμφανίζονται τα πουλιά και τα ζώα που είχαν εγκαταλείψει το άλλο χωριό, εκείνο του βιβλίου του Άμος Οζ: Ξαφνικά στα βάθη του δάσους. Όμως παραμένει το καφκικό, «άβολο» συναίσθημα πως κάτι περίεργο συμβαίνει.

«Ήταν βράδυ. Ένα πουλί έκραξε δύο φορές. Τι ήθελε, άραγε, να πει;»: στο αφήγημα Ξένοι ο δεκαπεντάχρονος Κόμπι Εζρά είναι ερωτευμένος με τη βιβλιοθηκάριο Άντα Ντβας, όμως τον χωρίζουν απ’ αυτήν η ηλικία, η περιορισμένη γνώση του της Τορά και η φυσική του δειλία. Σκέφτεται λοιπόν να της μιλήσει για τα ζώα. Η μελέτη της Βιρτζίνια Γουλφ, η σκιώδης παρουσία της γιατρού Στάινερ και της καθηγήτριας λογοτεχνίας Ραχήλ Φράνκο προοιωνίζουν το ατελέσφορον του έρωτά του: «Υπάρχουν θέματα και μοτίβα στα οποία ο συγγραφέας επανέρχεται ξανά και ξανά επειδή πηγάζουν, όπως φαίνεται, από τη ρίζα της ψυχής του». Το αγόρι φοβάται και ο πολιτισμός είναι ενοχικός.

Ύποπτοι σκαφτιάδες κάτω στα υπόγεια

Η αυστηρή Ραχήλ Φράνκο, χήρα καθηγήτρια λογοτεχνίας στο επαρχιακό σχολείο, ζει με τον ηλικιωμένο πατέρα της Πέσαχ Καντέμ, πρώην βουλευτή του ισραηλινού κοινοβουλίου, που μετά από μιαν αποπληξία έχει μικρές διαλείψεις, μπερδεύει τα ονόματα και, υπό το κράτος ενός ασίγαστου θυμού, διαρκώς απαξιώνει το πολιτικοκοινωνικό παρόν, νοσταλγεί τους ιδεολόγους πολιτικούς που γνώρισε στη ζωή του, κατόπιν τους απαξιώνει και αυτούς και προσπαθεί να υπαγορεύσει τη βιογραφία του εις επήκοον των επερχόμενων γενεών. Δέσμιος της έννοιας της ιδιοκτησίας και εγκλωβισμένος όπως είναι στο παρελθόν, αρχίζει ν’ ακούει ύποπτους θορύβους στο υπόγειο του σπιτιού. Μια σειρά από αποσιωπήσεις στη βιογραφία του δημιουργεί αντίστιξη προς το βιβλίο που επιχειρεί να γράψει ο άραβας Αάνταλ.

Ο νεαρός Αάνταλ, φοιτητής κι επίδοξος συγγραφέας που φιλοξενείται εργαζόμενος στο καλύβι της αυλής, εγκλωβισμένος σε μιαν άλλη πραγματικότητα, ακούει επίσης τους θορύβους. Ο πατέρας αντιπαθεί τον νεαρό Άραβα κι έρχεται σε συνεχείς διαπληκτισμούς μαζί του, θεωρώντας πως έχει κληρονομικές διεκδικήσεις στην περιουσία του. Η Ραχήλ, που επιδεικνύει μητρική τρυφερότητα και αυστηρότητα προς τον πατέρα, προσπαθεί να τον πείσει πως το μοναδικό πράγμα που υπάρχει θαμμένο στο σπίτι τους είναι η βεβαρυμένη του συνείδηση*. Παρά την επανάληψη της καθημερινής ρουτίνας και τη φαινομενική ευζωϊα πατέρα και κόρης, στο διήγημα εκκρεμεί η εικόνα του ασυμφιλίωτου Ισραηλινών και Αράβων, η αίσθηση μιας διαρκούς ανησυχίας και ανάγκης για αλλαγή παραστάσεων, τόσο εκ μέρους της Ραχήλ όσο κι εκ μέρους του Πέσαχ. Ο μόνος που παίζει ήρεμος στη φυσαρμόνικά του νοσταλγικές αραβικές, εβραϊκές και ρώσικες μελωδίες και συνειδητά επιλέγει την παραμονή του στην καλύβα της αυλής είναι ο Αάνταλ, ο νεαρός Άραβας. Το φύλο, η επιθυμία, η ηλικία και η εθνότητα αποκλείουν την πραγματική σύνδεση των ηρώων, αυτήν που θα συνιστούσε, π.χ, ο Ε.Μ. Φόρστερ. Ό,τι μένει είναι η αίσθηση πως η επιλογή του νεαρού Άραβα είναι να γράψει για νικητές και ηττημένους, για θύτες και θύματα, αλλά και για ληστές και λεηλατημένους και για την ασχήμια και κακομοιριά του κόσμου. Η Ραχήλ θα αφουγκραστεί και η ίδια τους ήχους μυστηριωδών εργατών που την υποσκάπτουν «ανεπαισθήτως», όταν μια καλοκαιρινή ασφυκτική βραδιά δεν θα την πιάνει ο ύπνος. Ένα μοτίβο κατάδυσης στο βάθος του ανθρώπινου ασυνείδητου γίνεται αριστοτεχνική εικόνα στη νουβέλα αυτή. 

Οιδιπόδεια και βαρειές κληρονομιές

Στο αφήγημα Κληρονόμοι, ο Αριέ Τσέλνικ, οικοδεσπότης μιας παλιάς αγροικίας, βλέπει με έκπληξη έναν άγνωστο, τον Γουόλφ Μαφτσίρ -που δηλώνει μακρινός συγγενής- να εισβάλλει στο σπίτι του και στη συνείδησή του και κατόπιν ν’ ανεβαίνει στο κρεβάτι της γριάς μητέρας του φιλώντας την στο στόμα. Αμέσως μετά τον παρακολουθούμε να γδύνεται και ν’ ανεβαίνει κι ο ίδιος στο κρεβάτι της ηλικιωμένης μητέρας, αφήνοντας μια τρομερά σοκαριστική εκκρεμότητα αιμομειξίας και εκπόρνευσης να πλανάται στην αντίληψή μας. Ο μυστηριώδης και καταλυτικός Γουόλφ Μαφτσίρ σχεδιάζει την κατεδάφιση του παλιού σπιτιού και την κερδοφόρα οικοδόμηση ενός σανατόριου, εναρμονιζόμενος με το γενικότερο κλίμα εκποίησης που επικρατεί στο τουριστικό χωριό. Και πάλι, δύο πραγματικότητες ασυμβίβαστες τελικά συνυπάρχουν, και μάλιστα με τον πιο παράδοξο τρόπο.

Η συνύπαρξη, αντίθετα, είναι αδύνατη στους Συγγενείς: εδώ η γιατρός Γκίλι Στάινερ, μια μοναχική γεροντοκόρη, λαμβάνει ειδοποίηση από τον φαντάρο ανηψιό της για άφιξή του και ετοιμάζει ενθουσιωδώς τη φιλοξενία του. Μια έντονη σχέση βίας και αγάπης έχει καταστήσει αυτόν τον ανηψιό το πιο προσφιλές της πρόσωπο. Η θεία έχει διαφωνήσει με την αδελφή της και έχει χειροδικήσει κατά την ανατροφή του ανηψιού, η αυστηρότητά της όμως αυτή απολήγει σε ένα είδος σαδομαζοχιστικής εξάρτησης των δύο. Με αναρρωτική άδεια ο ανηψιός αποφασίζει και ανακοινώνει επικείμενη επίσκεψή του. Αυτομάτως το παιδικό του δωμάτιο ετοιμάζεται, ωστόσο τελικά ο επιθυμητός επισκέπτης μυστηριωδώς δεν εμφανίζεται. Στην απονενοημένη, χωρίς έκβαση αναζήτηση στην οποία αποδύεται η θεία, αίφνης βρίσκει και φορά ένα πανωφόρι που πιστεύει ότι ανήκει στον απόντα ανηψιό. Σενάρια πλάθονται για το τι απέγινε ο ανηψιός, ενώ ο Αριέ Τσέλνικ του προηγούμενου αφηγήματος καλημερίζει τη γιατρό τυλιγμένος σε ένα χακί αμπέχωνο. Συμπαιγνία των σιωπηλών μαρτύρων; Ειρωνεία του συγγραφέα; Ερήμωση ονομάζεται το κλίμα που κυριαρχεί, καθώς αρχέγονα συναισθήματα διάρρηξης των δεσμών αίματος μας παραπέμπουν σε βιβλικές σκηνές.

Αντίστοιχα, στο διήγημα Χαμένοι, αφηγητής είναι ένας πράκτορας μεσιτικού γραφείου: μας αφηγείται λοιπόν πώς επισκέπτεται την ερειπωμένη, εκατονταετή κατοικία του εκλιπόντος συγγραφέα Ελντάντ Ρούμπιν, όπου τώρα κατοικούν η χήρα και η κόρη του. Στο τέλος τον βλέπουμε να εγκαταλείπεται καθισμένος σε μια παλιά αναπηρική πολυθρόνα, μέσα στο σκοτεινό κελάρι. Τον μεσίτη αυτόν τον έχει ήδη συναντήσει στον δρόμο ο Αβραάμ Λεβίν, ήρωας του «γοτθικού» αφηγήματος, που φέρει τον τίτλο Τραγουδώντας: εδώ πολλοί από τους χαρακτήρες του βιβλίου μαζεύονται για ένα απόγευμα ώστε να τραγουδήσουν «παλιά εβραϊκά και ρωσικά μελαγχολικά τραγούδια», ενώ απ’ έξω ακούγονται τα βομβαρδιστικά αεροπλάνα, κι ενώ στο βουνό ουρλιάζουν τα τσακάλια. Η οικοδέσποινα επιμένει να κάνουν πως δεν ακούν και να συνεχίσουν το τραγούδι τους, που είναι και ο λόγος για τον οποίο συγκεντρώθηκαν.

Go get yourself a life

Τι προσδίδει στυλ στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Άμος Οζ; Μπορεί η κοσμική καθημερινότητα που συγκαλύπτει τις ερειπωμένες ζωές των ηρώων. Ίσως μια τσεχωφικού τύπου απώλεια, που δεν περιγράφεται, αλλά γίνεται βίωμα του αναγνώστη. Πιθανόν, τέλος, η απουσία της ευτυχούς απόληξης και η εναγώνια αναζήτηση της ανακούφισης που δεν έρχεται από πουθενά. Όπως και να ’χει, τα κίνητρα που έχει ο κάθε αφηγητής, οι μεταφορές που επιστρατεύει ο συγγραφέας και η πλοκή η ίδια έχουν τόσο υλικό και απτό χαρακτήρα όσο και τα κτήρια και τα τοπία όπου διαδραματίζονται οι οκτώ ιστορίες. Η Γιαρντένα, στους Χαμένους, εξομολογείται: «Εμένα μου αρέσει μερικές φορές να γδύνομαι σιγά σιγά μπροστά στον καθρέφτη και να φαντάζομαι πως είμαι ένας πεινασμένος άντρας που κάθεται και με κοιτάζει να γδύνομαι». Ο Μπένι Άβνι, ο κοινοτάρχης του Περιμένοντας, μένει στην αιώνια αναμονή της γυναίκας του. Το ίδιο κάνει και η Γκίλι Στάινερ στους Συγγενείς. Ο μεσίτης απορροφάται σε μιαν αναμονή που τον αφανίζει, καθισμένος στην αναπηρική πολυθρόνα του νεκρού συγγραφέα, κι έτσι αφανίζεται στο κελάρι του σπιτιού που σκόπευε να αγοράσει, να πουλήσει και να εκμεταλλευτεί. Ο Γουόλφ Μαφτσίρ χάνεται στο κρεβάτι της γριάς γυναίκας.

Όσο για το χωριό Τελ Ιλάν, είναι η «Προβηγκία του Ισραήλ» ή η «Τοσκάνη του Ισραήλ», ένα μέρος ειδυλλιακό, που σε κάθε διήγημα αλλάζει και μορφή. Η αλλαγή μορφής του Τελ Ιλάν καλύπτει μιαν ευρύτατη γκάμα τοπίων, ξεκινώντας από ένα «παλιό νωθρό χωριό εκατό χρόνων» για να καταλήξει σ’ έναν πραγματικό βάλτο, στο τελευταίο αφήγημα: Σε τόπο μακρινό σε άλλους καιρούς. Περίεργη είναι αυτή η τελευταία ιστορία, που ανακαλεί το απώτερο παρελθόν του οικισμού. Τότε στον τόπο αυτόν, εκεί όπου στο αφηγηματικό παρόν υπάρχουν «μεγάλα δέντρα και κόκκινες στέγες και μικρές αγροτικές φάρμες», κυριαρχούσε ένας σκοτεινός βάλτος: η καταληκτική αφήγηση λειτουργεί ως αποκάλυψη, ως φυσική ολοκλήρωση των προηγουμένων. Οι χαρακτήρες που αλληλοπαρακολουθούνται δεν είναι παρά αντανακλάσεις της πραγματικότητας, είδωλα. 

Στo Σε τόπο μακρινό σε άλλους καιρούς, τόσο διαφορετικo στυλιστικά αφήγημα, οι γυναίκες, ως άλλες μαινάδες, αποφασίζουν να σκοτώσουν τον μοναδικό υγιή επισκέπτη του χωριού, ενώ από το έλος «αναδίδονται πρασινωπά αέρια»: ο αφηγητής είναι ταυτόχρονα φαρμακοποιός, δάσκαλος, συμβολαιογράφος, ληξίαρχος, υγιεινολόγος, αρχειοφύλακας, μεσίτης και διαιτητής του χωριού. Προέχει δε η εργασία, εφόσον ζωή δεν υπάρχει: «Όποιος μπορεί να δουλέψει να δουλεύει, να παιδεύεται και να το βουλώνει. Κι όποιος δεν μπορεί, παρακαλώ πολύ να πεθάνει. Τέρμα.» Οι θεσμοί, στην ίδια τη χρονική φάση της ίδρυσής τους, είναι θνησιγενείς και ατελέσφοροι, και αυτή είναι η καταγγελία του συγγραφέα. Η μεταμορφωσιγένεια και το υποδόριο φόβητρο που πλανάται ή υποσκάπτει την ευμάρεια του χωριού Τελ Ιλάν είναι το κύριο γνώρισμα, υφολογικό και πραγματολογικό, του βιβλίου. Πρόκειται για ένα χωριό στο οποίο η γεωργία έχει εγκαταλειφθεί, μαζί με τις ιδέες εκσυγχρονισμού που πρέσβευαν κάποια παλιά πολιτικά κόμματα. Αλλοδαποί εργάτες τώρα εγκαθίστανται, μισθώνονται και ασχολούνται με τα νέα, αξιοποιήσιμα επαγγέλματα που έλκουν τους τουρίστες τα Σαββατοκύριακα στο Τελ Ιλάν. Έτσι, σχεδόν κάθε αυλή σπιτιού έχει κι έναν αλλοδαπό. Όμως στη μεγαλύτερη και κεντρική ιστορία, τους Σκαφτιάδες, ο αλλοδαπός είναι Άραβας, πράγμα που θέτει σοβαρά ζητήματα συνύπαρξης Αράβων και Ισραηλινών.

Όμως, πολύ πέραν του να είναι ένα αμιγώς πολιτικό βιβλίο που αξιοποιεί την εβραϊκή εμπειρία, το Σκηνές από τη ζωή στο χωριό καταγράφει με συμπάθεια την ελλειπτικότητα και έλλειψη στόχου της ανθρώπινης ύπαρξης, καταφάσκοντας στο στοιχείο της έκπληξης με ένα είδος κομψής λαγνείας και μεταπλάθοντας το στατικό παρόν των χαρακτήρων σε δυναμικό βέλος που τους κινεί ιλιγγιωδώς προς την αναίτια ανάλωσή τους.

 

altΕικόνες από τη ζωή στο χωριό
Άμος Οζ
Μτφρ: Λουίζα Μιζάν
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2013
Τιμή € 10,65, σελ. 186
alt

 



* Ο Άμος Οζ είναι γόνος σιωνιστών μεταναστών της Ανατολικής Ευρώπης. Ήταν ένας από τους πρώτους Ισραηλινούς που υποστήριξε, ήδη μετά το τέλος του Πολέμου των Έξι Ημερών, τη δημιουργία δύο κρατών στην Παλαιστίνη: ενός εβραϊκού και ενός παλαιστινιακού, ως την μόνη λύση για την ισραηλινο-παλαιστινιακή διαμάχη. Το 1978 συμμετέχει στην ίδρυση της οργάνωσης "Ειρήνη Τώρα". Σε αντίθεση όμως με άλλα μέλη του φιλειρηνικού κινήματος στο Ισραήλ, δεν ήταν αντίθετος με την κατασκευή του Τείχους στη Δυτική Όχθη, που άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του '90, έχει όμως εκφράσει την αντίθεσή του στην πολιτική του εποικισμού της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας και ήταν από τους πρώτους που χαιρέτησαν τη συμφωνία του Όσλο και την έναρξη συνομιλιών με την PLO (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης).

Τον Ιούλιο του 2006, ο Άμος Οζ υποστήριξε την εισβολή του ισραηλινού στρατού στον Λίβανο για την αντιμετώπιση των μελών της Χεζμπολάχ. Σε συνέντευξή που έδωσε στην εφημερίδα "Λος Άντζελες Τάιμς" εκείνη την περίοδο δήλωσε πως ο πόλεμος δεν αφορά την επέκταση του Ισραήλ. Πως δεν υπάρχουν εδαφικές διεκδικήσεις από καμία πλευρά. Πως το ισραηλινό φιλειρηνικό κίνημα οφείλει να στηρίξει την προσπάθεια της χώρας για αυτοάμυνα. Αργότερα όμως, ο Άμος Οζ, όπως και οι συγγραφείς Νταβίντ Γκρόσμαν και Αβραάμ Γεόσουα, άλλαξε γνώμη και στάση απέναντι στον πόλεμο στον Λίβανο.

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Το κατασκοπικό μυθιστόρημα έχει τη δική του ιστορία

Το κατασκοπικό μυθιστόρημα έχει τη δική του ιστορία

Από την Υπόθεση Ντρέιφους στον Τζέιμς Μποντ και τον Τζορτζ Σμάιλι.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

Η ιστορία του κατασκοπικού μυθιστορήματος (που γεννιέται κα...

Ένας θηλυκός Μόγλης στη Βόρεια Καρολίνα

Ένας θηλυκός Μόγλης στη Βόρεια Καρολίνα

Για το μυθιστόρημα της Ντέλια Όουενς «Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Δώμα).

Του Διονύση Μαρίνου

Πόσο παράξενη περίπτωση είναι η Ντέλια Όουενς...

Φαντάσματα ψυχών ή παιχνίδια του μυαλού;

Φαντάσματα ψυχών ή παιχνίδια του μυαλού;

Για τη νουβέλα του Χένρι Τζέιμς «Το στρίψιμο της βίδας» (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Ψυχογιός).

Της Χριστίνας Μουκούλη

Πόσο πιθανό είναι να συμβεί στ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Βραδιά-αφιέρωμα στον Ντίνο Μπουτζάτι

Βραδιά-αφιέρωμα στον Ντίνο Μπουτζάτι

Η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS και οι εκδόσεις METAIXMIO σας προσκαλούν σε μια βραδιά αφιερωμένη στον σημαντικό ιταλό συγγραφέα Dino Buzzati, την Τρίτη, 19 Νοεμβρίου, στις 19:30 στον Πολυχώρο των εκδόσεων, στην Ιπποκράτους 118.

...
Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη «Κάποιοι άλλοι», που κυκλοφορεί στις 21 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τους π...

Αλόννησος - Liberty Island (1972-2015)

Αλόννησος - Liberty Island (1972-2015)

Του Δημήτρη Αδαμίδη

Μια κηλίδα πάνω στην άμμο η Ασημίνα. Τα γόνατα στο στήθος και στα χέρια το σαγόνι, μόνη ενώπιον ουρανού και θάλασσας. Το βοριαδάκι μύριζε καταιγίδα. Κύματα ξεθύμαιναν κοντά στα παπούτσια της, κάτι ψιθύρι...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube