x
Διαφήμιση

20 Ιουλίου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:04:39:50 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Νέα πνοή στον αγέραστο ιδαλγό

Νέα πνοή στον αγέραστο ιδαλγό

E-mail Εκτύπωση

altΓια το Β' μέρος και την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος του Μιγκέλ ντε Θερβάντες «Ο ευφάνταστος ιππότης Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα» (μτφρ. Μελίνα Παναγιωτίδου, εκδ. Εστία).

Του Θάνου Κάππα

Δέκα χρόνια χρειάστηκε ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες για να ολοκληρώσει το δεύτερο μέρος τού Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα (1605 το πρώτο, 1615 το δεύτερο), παραδίδοντας στην ανθρωπότητα το έργο που έμελλε να αναγνωριστεί ως θεμέλιο του μοντέρνου μυθιστορήματος και ο δημιουργός του ως ο πρώτος συγγραφέας του σύγχρονου κόσμου, που διαμόρφωσε, εν πολλοίς, τους όρους της νέας μυθοπλασίας. Ανάλογο, περίπου, διάστημα εργάστηκε και η μεταφράστρια Μελίνα Παναγιωτίδου για την ολοκλήρωση του δεύτερου μέρους (Εστία 2009 και 2018, αντίστοιχα) – ένας μεταφραστικός άθλος που επανασυστήνει με τον καλύτερο τρόπο το αριστούργημα του Θερβάντες, σε παλιούς και νέους αναγνώστες.

Η μετάφραση μού άφησε μια βαθιά εντύπωση όχι μόνο για την ποιότητά της αλλά και για την εκούσια δέσμευση κάποιων ανθρώπων σε μείζονα έργα τέτοιου μεγέθους, ένα έργο ζωής που δεν εξαργυρώνεται στην αγορά, καθώς αποτελεί καρπό ειλικρινούς πάθους και μιας βαθύτερης ανάγκης για δημιουργία.

Θα ’θελα, εισαγωγικά, να πω πως όταν πριν μερικά χρόνια πήρα στα χέρια μου τη μετάφραση του πρώτου μέρους της έκδοσης, από τις πρώτες ήδη γραμμές του προλογικού σημειώματος και αμέσως μετά της κυρίως μετάφρασης, ένιωσα να με χτυπά καταπρόσωπο η δύναμη, ο πλούτος των ελληνικών της Μελίνας Παναγιωτίδου. Διάβαζα απορροφημένος, συντονισμένος με τη γραφή της  – εκείνο το μοναδικό συναίσθημα της αποδοχής, της πλήρους κατάφασης στον τρόπο, στο ύφος της γραφής, που φυσικά δεν είναι ποτέ μόνο ύφος, δεν μιλάμε μόνο για το γλωσσικό ταλέντο ή τη μεταφραστική δεινότητα, αλλά για το εν γένει ήθος του προσώπου που εμψυχώνει τις λέξεις, το πνεύμα από το οποίο εκπορεύεται μια εργασία τέτοιου όγκου και μόχθου. Η μετάφραση μού άφησε μια βαθιά εντύπωση όχι μόνο για την ποιότητά της αλλά και για την εκούσια δέσμευση κάποιων ανθρώπων σε μείζονα έργα τέτοιου μεγέθους, ένα έργο ζωής που δεν εξαργυρώνεται στην αγορά, καθώς αποτελεί καρπό ειλικρινούς πάθους και μιας βαθύτερης ανάγκης για δημιουργία.

Μιλώντας για ένα έργο σαν τον δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, έχεις την αίσθηση πως οτιδήποτε προσθέτεις σε μια απέραντη, διαρκώς ογκούμενη βιβλιογραφία κινδυνεύει να ακουστεί αφόρητα κοινότοπο ή ριψοκίνδυνο. Όλα κινούνται σε μια λεπτή γραμμή υποθέσεων, εικασιών ή προβολών πάνω σε ένα τόσο πολυεπίπεδο, ανυπότακτο έργο, που επιδεικνύει απίστευτη αντοχή στον χρόνο, εμπνέοντας διαρκώς κάθε είδους μελέτες και μελετητές, ανασύροντας στον καθένα τα πιο δημιουργικά κομμάτια του εαυτού. Είναι ένα κείμενο που διακρίνεται για την απλότητα (της δομής του) και την ανοιχτότητά του, έργο που αγκαλιάζει σχεδόν το σύνολο της ζωής, οπότε ο καθένας το φέρνει στα μέτρα του, αντλεί απ’ αυτό ό,τι χρειάζεται ή προβάλλει σ’ αυτό δικές του σκέψεις και θεωρίες. Απ’ αυτή την άποψη θα ήταν πιο συνετό να θέτει κανείς ερωτήματα παρά να προβαίνει σε απλοποιητικές κρίσεις που στερεώνουν τα πράγματα σε άκαμπτα, οριστικά σχήματα και νοήματα.

Mας μεταφέρεται μια εικόνα κατά την οποία εκείνον τον χειμώνα του 1605 τα βιβλιοπωλεία ξεπουλούσαν το ογκώδες νέο βιβλίο, ενώ όσοι δεν ήξεραν ανάγνωση συναθροίζονταν σε ταβέρνες και πλατείες για να ακούσουν από το στόμα κάποιου εγγράματου αναγνώστη τις απίστευτες, κωμικές περιπέτειες του ευφάνταστου ιδαλγού και του πιστού του ασπιδούχου. 

Ένα πρώτο ερώτημα, λοιπόν, θα ήταν το εξής: Πώς διαβάζεται σήμερα ο δον Κιχότε; Και συνακόλουθα: με ποιον τρόπο είναι, αν είναι, αστείος, σήμερα, ο δον Κιχότε; Πώς γελούσαν τότε οι άνθρωποι και πώς γελούν σήμερα; Mας μεταφέρεται μια εικόνα κατά την οποία εκείνον τον χειμώνα του 1605 τα βιβλιοπωλεία ξεπουλούσαν το ογκώδες νέο βιβλίο, ενώ όσοι δεν ήξεραν ανάγνωση συναθροίζονταν σε ταβέρνες και πλατείες για να ακούσουν από το στόμα κάποιου εγγράματου αναγνώστη τις απίστευτες, κωμικές περιπέτειες του ευφάνταστου ιδαλγού και του πιστού του ασπιδούχου. 

Τι κάνει εκείνους τους ανθρώπους να γελάνε με την καρδιά τους; Είναι η λεγόμενη παρωδία των ιπποτικών διηγήσεων που τους ενθουσιάζει; Μήπως είναι ο μακροπερίοδος, πληθωρικός, περίπλοκος λόγος του δον Κιχότε, οι ευφάνταστες γλωσσικές πιρουέτες του που ξεδιπλώνονται μπροστά σε ανύποπτες κοπέλες του χωριού και πανδοχείς που τον κοιτάζουν έκπληκτοι, μην καταλαβαίνοντας τίποτα; Είναι οι πτώσεις και το ξύλο και οι ματσουκιές που υφίστανται διαρκώς οι ήρωες; 

Μοιάζει λογικό όσο πηγαίνουμε προς τα πίσω οι άνθρωποι να είναι λιγότερο θωρακισμένοι, να παραδίνονται πιο εύκολα σε γκάφες και παθήματα των ηρώων. Σήμερα είμαστε ευαίσθητοι απέναντι στις προσβολές του προσώπου των άλλων, αυτό που περιγράφει σχηματικά το πολιτικά ορθό αλλά αποτελεί πραγματικό αίτημα των σύγχρονων καιρών. Σήμερα παρακολουθούμε τις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν ή του Μπάστερ Κήτον με ένα μειδίαμα συμπάθειας, τρυφερότητας και κυρίως εκτίμησης στην ιδιοφυία τους, η παρακολούθηση των ταινιών τους ενσωματώνει αναπόφευκτα και την αποτίμησή τους, την αξιολόγησή τους ως αριστουργημάτων – αντίθετα μπορούμε να φανταστούμε εκείνους τους πρώτους θεατές των έργων τους παραδομένους στην πρωτογενή λειτουργία της κωμωδίας, στο επίπεδο της φάρσας, του γκανγκ. Αυτή η αναλογία ίσως μας φανεί χρήσιμη και για το έργο του Θερβάντες  – ο αναγνώστης ξέρει εκ των προτέρων πως κρατά στα χέρια του ένα αριστούργημα του λεγόμενου δυτικού κανόνα, για το οποίο διατηρεί εντούτοις μια ασαφή εικόνα ρομαντισμού και ιλαρότητας, σαν ο προηγούμενος σχολιασμός του να έχει μετατρέψει τον δον Κιχότε σε σύμβολο ικανό ακόμα και να σκεπάζει, να αποκρύπτει το ίδιο το έργο. Φυσικά οι ίδιες ποιότητες του κειμένου είναι παρούσες και το 1605 και σήμερα – ο φωτισμός τους αλλάζει. Οι αναγνωστικές ηδονές πάντως, ίδιες ή διαφορετικές από την εποχή του, οργανώνονται γύρω από κάποιους βασικούς άξονες, κάποια ειδικά χαρακτηριστικά του έργου, απέναντι στα οποία καλείται να ανταποκριθεί αποτελεσματικά η μετάφραση. Σε μια μη αξιολογική σειρά, αυτά θα λέγαμε πως συνοψίζονται:

Στον θεατρικό χαρακτήρα του έργου, που συναρτάται με την προφορικότητα της γλώσσας και αφορά τη ζωντάνια και την αναπαραστατικότητα του λόγου δύο προσώπων που περιπλανώνται μέσα σε έναν διεσταλμένο, απέραντο χρόνο, με φόντο μια φύση η οποία εντείνει την αίσθηση της σκηνογραφίας. Νομίζω πως η Μελίνα Παναγιωτίδου έχει κάνει εξαιρετική δουλειά σ’ αυτόν τον τομέα, καθώς η ανάγνωση σε οδηγεί συνεχώς, σε σπρώχνει να φέρεις το κείμενο στο στόμα σου, να το εκφωνήσεις – γεγονός που ευνοεί, φυσικά, και κάθε ενδεχόμενη θεατρική του μεταφορά. 

Στο στοιχείο της παρωδίας, το οποίο αφορά το ύφος των μονολόγων, αυτούς τους σχοινοτενείς, μπαρόκ, τεχνουργημένους λόγους, μια τέχνη λεπτή που δεν πρέπει να προδοθεί αποδιδόμενη μονοδιάστατα, καθώς τα πράγματα χαρακτηρίζονται από μια διαρκή αμφισημία – αυτό που αρχικά αποδομείται από τον συγγραφέα, η ιπποτική στερεοτυπία δηλαδή, επανασυστήνεται διαρκώς από τον ήρωα καθώς τον διαπερνά, τον δονεί σύγκορμα ο υψηλόφρων ιπποτικός λόγος, αυτό το μείγμα ηθικής ακεραιότητας, ευγένειας και μεγαλείου. Άρα δεν μιλάμε ακριβώς για αποκαθήλωση εκείνων των μύθων αλλά για αυτό που τόσο εύστοχα συνοψίζει ο Μπόρχες ως «κρυφό, νοσταλγικό αποχαιρετισμό τους» («Αποσπασματικές μαγείες του δον Κιχώτη» μτφρ. Αχ. Κυριακίδης).

Στον καθαρά κωμικό χαρακτήρα του έργου, που προκύπτει από την σύγκρουση ενός κόσμου ιδανικών με έναν κόσμο αναγκών, γεγονός που δημιουργεί ένα ευτράπελο, ευφρόσυνο αποτέλεσμα, επιτρέποντας στο τραγικό να κρύβεται επιδέξια μέσα στο κωμικό καθώς κάθε τι γυρίζει εύκολα στο ανάποδό του. 

Στην ουσία το βασικό ζήτημα παραμένει η γλώσσα, κεντρικό θέμα του έργου είναι η ίδια η γλώσσα, ο ίδιος ο δον Κιχότε, η ίδια αυτή ρευστή και διαφεύγουσα ύλη του συγκροτείται από γλώσσα.

Αυτοί οι άξονες βεβαίως είναι απλώς ένας οδηγός σε ένα έργο στο οποίο όπως λέει και η μεταφράστρια «κάθε τι μοιάζει με μια διαρκή οφθαλμαπάτη»· στην ουσία το βασικό ζήτημα παραμένει η γλώσσα, κεντρικό θέμα του έργου είναι η ίδια η γλώσσα, ο ίδιος ο δον Κιχότε, η ίδια αυτή ρευστή και διαφεύγουσα ύλη του συγκροτείται από γλώσσα –  ελπίζω αυτό να μην ακούγεται ταυτολογικό, με την έννοια πως κάθε λογοτεχνικός ήρωας είναι φτιαγμένος από γλώσσα, γιατί εδώ η γλώσσα αποτελεί πυρηνικό συστατικό του κειμένου, και η γραφή, η ιστορία, έχουν κεντρική, εξέχουσα σημασία.   

Η μετάφραση έρχεται να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες πολλές και αξιόλογες, αρχής γενομένης από εκείνης των Μαυροκορδάτων το πρώτο μισό του 18ου αιώνα, ή του Ισίδωρου Σκυλίσση μετά τα μέσα του 19ου, ως την πιο πρόσφατη του Ηλία Ματθαίου το 1994-95. Η ίδια η Μελίνα Παναγιωτίδου στέκεται σε δύο απ’ αυτές, στη λογοτεχνικά προσανατολισμένη και υποδειγματικά πιστή του Κλέανδρου Καρθαίου, μια σπουδαία μετάφραση σε ακραιφνή δημοτική, εκδιδόμενη σε συνέχειες στον «Νουμά» ακριβώς έναν αιώνα πριν (έργο που ολοκληρώνεται αργότερα, με την Ιουλία Ιατρίδη), καθώς και στη δημιουργική, περισσότερο ελεύθερη του Ηλία Ματθαίου, μεταφράσεις που απηχούν δύο διαφορετικές σχολές, δύο διαφορετικές προσεγγίσεις, προς τις οποίες η ίδια αποτίει φόρο τιμής στην εισαγωγή της, ένδειξη σεβασμού και αγάπης σ’ αυτό που προηγήθηκε – η δική της μετάφραση χαράσσει μια νοητή γραμμή ανάμεσα στις δύο, συνομιλώντας και αξιοποιώντας κατά κάποιο τρόπο τα θετικά διδάγματα της καθεμιάς.

alt

Γιατί όμως, άλλη μια μεταφραστική απόπειρα; Τι νέο κομίζει; 

Η στόχευσή της είναι διπλή: αφενός να δώσει νέα πνοή στο κλασικό κείμενο κι αφετέρου να διασώσει τον ιστορικό του προσδιορισμό, να μην ξεχνάς πως πρόκειται για έργο από το οποίο μας χωρίζουν τετρακόσια χρόνια.

Πέρα από το γεγονός πως κάθε σοβαρή, ουσιαστική μεταφραστική δουλειά είναι αυτονόητα δικαιωμένη γιατί ξανακοιτάζει και εμπλουτίζει το πρωτότυπο με το βλέμμα του σήμερα, η Μελίνα Παναγιωτίδου έχει την τύχη να μεταφράζει από την εγκυρότερη κριτική έκδοση του έργου υπό τον Francisco Rico (1998), με αποκαταστημένο το κείμενο και συνοδευτικό τόμο 1.450 σελίδων – τόμος που την τροφοδοτεί με πληθώρα πραγματολογικών και γλωσσικών σχολίων. Μεταφράζει επίσης σε μια εποχή πιο ανοιχτή και ελεύθερη γλωσσικά, εποχή κατά την οποία τα γλωσσικά πάθη μοιάζει να βρίσκονται σε ύφεση, παρ’ ότι μια υπόγεια αντιπαράθεση βρίσκεται πάντα σε εξέλιξη – βεβαίως η τύχη είναι όλη των αναγνωστών, διότι δεν είναι δεδομένο πως οποιοσδήποτε μιλάει και γράφει σήμερα διαθέτει και την ικανότητα να ανταποκριθεί με τον επινοητικό, συνθετικό τρόπο τής Μελίνας Παναγιωτίδου στις ανάγκες ενός τόσο απαιτητικού έργου. Η στόχευσή της είναι διπλή: αφενός να δώσει νέα πνοή στο κλασικό κείμενο κι αφετέρου να διασώσει τον ιστορικό του προσδιορισμό, να μην ξεχνάς πως πρόκειται για έργο από το οποίο μας χωρίζουν τετρακόσια χρόνια. Φυσικά αντλεί ό,τι χρειάζεται από ολόκληρο σχεδόν το φάσμα της γλώσσας, αναδεικνύοντας τη λόγια και δημώδη παράδοση, γραπτή και προφορική (είτε προς τη λόγια / μεσαιωνική κατεύθυνση είτε προς την κοινή ομιλουμένη, κατά τις ανάγκες της), στήνοντας ένα εντυπωσιακό ανάγλυφο της ελληνικής στο οποίο μπορούν να συγκατοικούν το οψιφανής και το πανέμνοστος δίπλα στο βαγιοκλαδίζω και τα χουγιαχτά, το ενδιατρίβω και ο εκπρεπής δίπλα στις κατακεφαλιές και τα λιανίσματα. Και όχι μόνο να συγκατοικούν, γιατί αυτό είναι εύκολο, αλλά να συνηχούν, να δημιουργούν παράδοξες νέες ποιότητες σε ένα κείμενο εξαιρετικά ζωντανό, ρέον, παλλόμενο, που δεν γίνεται ποτέ προβλέψιμο και καθησυχαστικό ή επίπεδο. Στο δεύτερο μέρος, ειδικά, λάμπουν κυριολεκτικά τα λογοπαίγνια και οι παροιμίες, εργασία που έγινε «στη βάση της πλαστογραφίας, της επινόησης και της απιστίας», ώστε να μεταφερθούν αποτελεσματικά στα ελληνικά. 

Βεβαίως πρόκειται για έργο όπου «τα προβλήματα είναι ο κανόνας», ένα από τα οποία υπήρξε η μεταγραφή των κυρίων ονομάτων και, κυρίως, η μετονομασία ή μη του ίδιου του δον Κιχώτη. Η δύσκολη απόφαση της μετάβασης στον δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, που βασάνισε τη μεταφράστρια, ήρθε ως αποτέλεσμα της σταδιακής ωρίμανσης μέσα της τής πεποίθησης πως η αλλαγή δεν αφορά τη μετονομασία ενός συμβόλου αλλά την ανάκτηση, την επιστροφή στον ήρωα του ονόματός του – σε κάθε περίπτωση, για αυτού του είδους τις μεταφραστικές επιλογές τελικός κριτής είναι, πάντα, ο χρόνος. 

Νομίζω πως οποιοσδήποτε καλόπιστος αναγνώστης μελετήσει την έκδοση στο σύνολό της, με τις εισαγωγές και τις σημειώσεις της, είναι αδύνατον να μην σταθεί θαυμαστικά απέναντι στα ποιοτικά της χαρακτηριστικά, να μην καταληφθεί από ξαφνικό έρωτα όχι μόνο για τον Θερβάντες και τον ευφάνταστο ιδαλγό του, αλλά και για την εκθαμβωτική μεταφορά του σ’ αυτά τα εξίσου ευφάνταστα ελληνικά, που στήνουν ένα πανόραμα των διαρκών μεταμορφώσεων της γλώσσας – γλώσσα που σε ρουφάει στη δύναμή της, στις τεράστιες δυνατότητες και τις ατελείωτες εκδοχές της, σε σημείο που έτσι βυθισμένος, απορροφημένος και παραδομένος, να αισθάνεσαι και ο ίδιος κομμάτι της γλώσσας και της ιστορίας, ένας άνθρωπος που μέσα του συναιρούνται οι φωνές άλλων ανθρώπων, άλλων εποχών, ποταμοί και παραπόταμοι της ελληνικής που συγκλίνουν, αρδεύοντας ευφορικά το σώμα της μετάφρασης. 

Αυτή η φροντίδα και η στοργικότητα με την οποία αγκαλιάζει τις λέξεις, επιτρέπει στο κείμενο, τόσο στο αναλυτικό-κριτικό όσο και σ’ εκείνο της μετάφρασης, να μην εκπίπτει, να μην καταντά σχήμα νεκρό ή άσκηση ύφους. Η μετάφρασή της βρίσκεται στον αντίποδα κάθε στατικότητας και στειρότητας που νεκρώνουν τα κείμενα.

Η Μελίνα Παναγιωτίδου γράφει και μεταφράζει με μια εσωτερικευμένη, κρυφή συγκίνηση η οποία διαχέει ένα διακριτικό, θερμό φως στα πρόσωπα και τα πράγματα. Είναι μια συγκίνηση φυσική αυτή; Του προσώπου της; Του τρόπου που αισθάνεται τον κόσμο; Είναι συγκίνηση που απορρέει από τη συνάντησή της με ένα κείμενο τέτοιας αξίας; Υποθέτω πως είναι όλα μαζί. Αυτή η φροντίδα και η στοργικότητα με την οποία αγκαλιάζει τις λέξεις, επιτρέπει στο κείμενο, τόσο στο αναλυτικό-κριτικό όσο και σ’ εκείνο της μετάφρασης, να μην εκπίπτει, να μην καταντά σχήμα νεκρό ή άσκηση ύφους. Η μετάφρασή της βρίσκεται στον αντίποδα κάθε στατικότητας και στειρότητας που νεκρώνουν τα κείμενα – πίσω από τις λέξεις της αισθάνεσαι διαρκώς μια συνείδηση εν εγρηγόρσει, έναν πύργο ελέγχου που ρυθμίζει επιτυχώς την κυκλοφορία τόσου και τέτοιου γλωσσικού υλικού. Αυτή η μεταφραστική «ευφυία» τής δίνει τη δυνατότητα, από τις ανεξάντλητες και ισοσθενείς κατά μια έννοια επιλογές, να προκρίνει τελικά εκείνη που υπακούει στον δικό της μεταφραστικό σχεδιασμό, που υπηρετεί το δικό της μεταφραστικό όραμα. Δεν υπάρχει επιτυχημένη μετάφραση και μάλιστα τόσο απαιτητική, που να μην την κινεί μια ευρύτερη σύλληψη του κόσμου, μια κεντρική σκέψη, μια συνολική ιδέα ή πνεύμα. 

Σε όλη την πορεία της μετάφρασης έχεις την αίσθηση πως σε συνοδεύει το μάτι της μεταφράστριας που αγρυπνά, που επισκοπεί, αναστοχάζεται και ανακατεύει διαρκώς το μείγμα, σαν να παραλάσσει τις αναλογίες αυθορμητισμού και ελέγχου, ελευθερίας και πιστότητας, παράδοσης στην έμπνευση και προσήλωσης στο πρωτότυπο, ώστε το αποτέλεσμα να αποβάλει κάθε ενδεχόμενη κλινικότητα ή εγκεφαλικότητα, να ακουστεί σύμφωνο με το μοντέλο λόγου που έχει οραματιστεί, αναδεικνύοντας τη μουσική των λέξεων μιας παρτιτούρας που γράφεται συνεχώς μέσα της, ως την οριστική, τελευταία τελεία. Στο κείμενο που προδημοσιεύεται στη Νέα Εστία του 2005 και αφορά το επεισόδιο στο Πανδοχείο, η Μελίνα Παναγιωτίδου συνεχίζει να επεμβαίνει μέχρι την τελική δημοσίευση κάνοντας μικροδιορθώσεις, ασήμαντες θεωρητικά, ελάχιστες, που επηρεάζουν όμως, σημαντικά, τη ροή ή το ύφος – απ’ αυτή την άποψη καμιά μετάφραση δεν είναι ποτέ οριστική. 

Η δίτομη, επιμελώς φροντισμένη και αισθητικά άρτια έκδοση της Εστίας που αναδεικνύει την επίμοχθη, εμπνευσμένη μεταφραστική δουλειά της Μελίνας Παναγιωτίδου, αφήνει στον αναγνώστη αισθήματα πληρότητας, χαράς κι ευγνωμοσύνης για το έργο που κρατά στα χέρια του. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης έκλεινε το σημείωμά του στο σχετικό αφιέρωμα της Νέας Εστίας λέγοντας: «Η μετάφραση του Κλέανδρου Καρθαίου υπήρξε αναμφισβήτητα η καλύτερη στον αιώνα που πέρασε, η μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου έρχεται να θέσει, πιστεύουμε, σοβαρότατη υποψηφιότητα για την ίδια θέση στον αιώνα που έρχεται». Η ίδια ακριβώς εντύπωση ενισχύεται σήμερα, δεκατρία χρόνια μετά, με την επιτυχή ολοκλήρωση της εξαιρετικής αυτής μετάφρασης, που αφήνει το ισχυρό της αποτύπωμα στο κλασικό έργο-σταθμό των νέων χρόνων.

* Ο ΘΑΝΟΣ ΚΑΠΠΑΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. 
Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή «Πικρούτσικα πικρούτσικα» (εκδ. Εστία).

 Το κείμενο διαβάστηκε, με μικρές διαφοροποιήσεις, στην εκδήλωση με αφορμή την κυκλοφορία του δεύτερου μέρους του Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, την Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει».


altΔον Κιχότε ντε λα Μάντσα
Μέρος Β: Ο ευφάνταστος ιππότης Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα
Μιγκέλ ντε Θερβάντες
Μτφρ. Μελίνα Παναγιωτίδου
Εστία 2018
Σελ. 824, τιμή εκδότη €27,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ MIGUEL DE CERVANTES

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μάρτιν ΜακΊνες, ένα «ντεμπούτο» με όριο τον ουρανό

Μάρτιν ΜακΊνες, ένα «ντεμπούτο» με όριο τον ουρανό

Για το πρώτο μυθιστόρημα του Martin Maclnnes «Γη χωρίς τέλος» (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Κριτική).

Του Διονύση Μαρίνου

Οι απιθανότητες μιας αιφνίδια...

Αντόν Τσέχοφ, ένας μέγιστος δάσκαλος

Αντόν Τσέχοφ, ένας μέγιστος δάσκαλος

Για το βιβλίο με «Διηγήματα και νουβέλες» του Αντόν Τσέχοφ (μτφρ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, εκδ. Ψυχογιός).

Της Άλκηστης Σουλογιάννη

...

Ένα ευφάνταστο τσίρκο του τρόμου

Ένα ευφάνταστο τσίρκο του τρόμου

Για τη συλλογή διηγημάτων του Stephen King «Νυχτερινή βάρδια» (μτφρ. Γωγώ Αρβανίτη, εκδ. Κλειδάριθμος).

Του Γιώργου Λαμπράκου

Ένας συγγραφέας με τουλάχι...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
13 αστυνομικά και crime μυθιστορήματα απ' όλον τον κόσμο

13 αστυνομικά και crime μυθιστορήματα απ' όλον τον κόσμο

Επιλογές μυθιστορημάτων μεταφρασμένης αστυνομικής και crime πεζογραφίας. Kλασικoί και σύγχρονοι καταξιωμένοι συγγραφείς αλλά και νέες ανακαλύψεις.  

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

Καλοκα...

Φεστιβάλ Αθηνών: Αυλαία στην Πειραιώς 260 με τέσσερις θεατρικές παραστάσεις

Φεστιβάλ Αθηνών: Αυλαία στην Πειραιώς 260 με τέσσερις θεατρικές παραστάσεις

Οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260 ολοκληρώθηκαν για φέτος. Από όσες είδαμε το τελευταίο διάστημα παρουσιάζουμε εδώ τέσσερις ελληνικές θεατρικές παραστάσεις.

Του Νίκου Ξένιου...

«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

Για την ποιητική συλλογή του Διονύση Στεργιούλα «Καθόλου ποιήματα» (εκδ. Νησίδες) και την επανέκδοση της μοναδικής ποιητικής συλλογής της Ανθούλας Σταθοπούλου «Νύχτες αγρύπνιας» (εκδ. Οδός Πανός), με εισαγωγή του Διονύση Στεργιούλα.

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube