Σοστάκοβιτς και Στάλιν: η τέχνη του συμβιβασμού

Εκτύπωση

Prokofiev shostakovich khachaturianΓια το μυθιστόρημα του Julian Barnes Ο αχός της εποχής (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Μεταίχμιο).

Του Γιώργου Λαμπράκου

Ο Τζούλιαν Μπαρνς (γεν. 1946) δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις στον Έλληνα αναγνώστη σύγχρονης μυθοπλασίας: πολλά βιβλία του, μεταξύ αυτών ιδιαίτερα έργα όπως Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ και Η ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια, έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί με επιτυχία. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, Ο αχός της εποχής, μεταφρασμένο από τον συγγραφέα Θωμά Σκάσση, που έχει μεταφράσει αρκετά ακόμα βιβλία του Μπαρνς, ο Βρετανός πεζογράφος μάς μεταφέρει στη Σοβιετική Ένωση προκειμένου να μας αφηγηθεί κρίσιμες στιγμές από τη ζωή του περίφημου συνθέτη Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς Σοστακόβιτς (1906-1975) (στη φωτογραφία βρίσκεται στο κέντρο, με τον Σεργκέι Προκόβιεφ στα δεξιά του και τον Αράμ Χατσατουριάν στα αριστερά του, το 1945).

O Σοστακόβιτς αναγνωρίστηκε ως συνθέτης με μεγάλο ταλέντο ήδη από τα πρώτα νεανικά του έργα κι έτσι, σύμφωνα με την απαρέγκλιτη επιταγή του Λένιν («Η τέχνη ανήκει στον λαό»), ήταν υποχρεωμένος να το ξεδιπλώνει για χάρη και μόνο του λαού και της καλλιτεχνικής παιδείας του.

Καλλιτέχνης που η ανατροφή του στην Πετρούπολη (την «Αγία Λενινούπολη» όπως την αποκαλούσε) συνέπεσε με την επάνοδο του Λένιν στη Ρωσία, με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης και με την εγκαθίδρυση της κομμουνιστικής δικτατορίας των Μπολσεβίκων, ο Σοστακόβιτς αναγνωρίστηκε ως συνθέτης με μεγάλο ταλέντο ήδη από τα πρώτα νεανικά του έργα κι έτσι, σύμφωνα με την απαρέγκλιτη επιταγή του Λένιν («Η τέχνη ανήκει στον λαό»), ήταν υποχρεωμένος να το ξεδιπλώνει για χάρη και μόνο του λαού και της καλλιτεχνικής παιδείας του. Με τον θάνατο του Λένιν και την άνοδο του Στάλιν στον θρόνο της «σοβιετικής αυτοκρατορίας» (Κονδύλης), ο Σοστακόβιτς συνεχίζει την παραγωγή έργων που στα αυτιά του καθεστώτος ακούγονται όπως πρέπει, δηλαδή «σοσιαλιστικά».

Έλα όμως που στο μεταξύ οι τέχνες της Δύσης έχουν σαρωθεί από το καταιγιστικό κύμα του μοντερνισμού, που με τους κάθε λογής πειραματισμούς του έχει ανανεώσει ριζοσπαστικά τις μορφές, τα πρότυπα, τα είδη. Ένας συνθέτης σαν τον Σοστακόβιτς, θαυμαστής μεταξύ άλλων του Στραβίνσκι, του Σένμπεργκ και του Μπεργκ, δεν θα μπορούσε να απέχει από αυτές τις καινοτομίες. Ο Μπαρνς περιγράφει λεπτομερώς το πώς η όπερα του Σοστακόβιτς Η λαίδη  Μακμπέθ του Μτσενσκ δέχεται το 1936 τον κριτικό κόλαφο καταρχάς του ίδιου του Στάλιν, κατ’ επέκταση του Κόμματος και της επίσημης εφημερίδας του, της Πράβντα, ως έργο «φορμαλιστικό», «αστικό», «ελιτίστικο» κ.λπ. Εν μια νυκτί, λοιπόν, ο μουσουργός μπαίνει στο στόχαστρο, και οι ανακρίσεις αρχίζουν: Γιατί κάνεις παρέα με τον στρατάρχη Τουχατσέφσκι που οργανώνει (ή μπορεί και να μην οργανώνει, αλλά δεν έχει και τόση σημασία) την ανατροπή του Πατερούλη μας; Γιατί δεν γράφεις τραγούδια κατανοητά και εύληπτα από την εργατιά μας; Γιατί συνθέτεις έργα «παρακμιακά», «νευρωτικά» και «πεσιμιστικά» την ώρα που εμείς παλεύουμε με αισιόδοξο πνεύμα για τη δημιουργία του σοβιετικού ανθρώπου; Οι εφημερίδες άρχισαν πλέον να ανακοινώνουν την είδηση του ανεβάσματος κάποιου έργου του ως εξής: «Σήμερα θα δοθεί συναυλία με έργα του εχθρού του λαού Σοστακόβιτς»…

«Η μουσική δραπετεύει από τις λέξεις – αυτός είναι ο σκοπός της και το μεγαλείο της».

Η αντίδραση του Σοστακόβιτς σε αυτή την πολεμική αποτελεί το κυρίως θέμα του βιβλίου του Μπαρνς. Ο συνθέτης είχε τρεις επιλογές: να αντιταχθεί πλήρως (οπότε θα έχανε αργά ή γρήγορα τη ζωή του, είτε σε ανακρίσεις είτε σε κάποιο γκουλάγκ, δίνοντας όμως ένα παράδειγμα αντίστασης στον ολοκληρωτισμό), να συμμορφωθεί πλήρως (οπότε θα υπέτασσε το δημιουργικό πνεύμα του στις κρατικές επιταγές που απαιτούσαν μια στρατευμένη τέχνη, γλιτώνοντας όμως τη ζωή του), ή να ελίσσεται, να δείχνει πως συμμορφώνεται, πετώντας ούτως ειπείν «μουσική λάσπη» για μια περίοδο ώστε να θολώνει τα νερά, όσο ο ίδιος θα εξακολουθούσε να γράφει και να παίζει, είτε στη χώρα του είτε στο εξωτερικό, τη μουσική που τον εξέφραζε πραγματικά (και παράλληλα να δέχεται στωικά τις διάφορες παραγγελίες ή και, όποτε αυτό θα συνέβαινε, τη φίμωσή του). Διάφορες περιστάσεις της ζωής του Σοστακόβιτς αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντος (ο ερχομός του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όπου ο κοινός εχθρός, ο φασισμός, συνενώνει πλέον βολικά τους μέχρι πρότινος εσωκομματικούς αντιπάλους, η θέληση του ίδιου να σώσει τη ζωή του και την οικογένειά του, η μεγάλη του ευχέρεια  να κινείται τόσο σε πειραματικό όσο και σε πιο λαϊκό επίπεδο σύνθεσης) θα οδηγήσουν αυτόν τον «μπολσεβίκο μη μέλος του Κόμματος» στον τρίτο δρόμο. Υπάρχει πάντως κι ένας άλλος, πιο θεμελιώδης λόγος που μπορεί να διασώσει έναν λιγότερο ή περισσότερο αντιφρονούντα συνθέτη, αλλά όχι έναν συγγραφέα: το ότι «Η μουσική δραπετεύει από τις λέξεις – αυτός είναι ο σκοπός της και το μεγαλείο της».

Όταν ερχόταν η Πρωτοχρονιά, ο συνθέτης, που δεν πίστεψε ποτέ στα μεγάλα λόγια των ηγετών του Κόμματος για συνεχή καλυτέρευση της ζωής στην ΕΣΣΔ, δήλωνε σκωπτικά: «Ας ευχηθούμε ότι τα πράγματα δεν θα καλυτερεύσουν κι άλλο!».

Ο Μπαρνς δεν φείδεται ειρωνείας όταν στοχάζεται τη λενινιστική και σταλινική περίοδο, αλλά και την εποχή μετά το 1953 – και πράγματι, η πολιτική και κοινωνική ζωή στην ΕΣΣΔ δίνει πάτημα για ανελέητη σάτιρα. Σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα, οι εργάτες (διάβαζε: κατάδικοι) που έφτιαξαν το Κανάλι της Λευκής Θάλασσας θα «αναμορφώνονταν και οι ίδιοι» από την εργασία τους – ο Μπαρνς σχολιάζει: «Αφού υπήρχαν εκατό χιλιάδες εργάτες, είναι πιθανό κάποιοι να βελτιώθηκαν ηθικά· ωστόσο, το ένα τέταρτο από αυτούς είχε βρει τον θάνατο, ήταν επομένως ξεκάθαρο ότι αυτοί δεν είχαν αναμορφωθεί». Ύστερα από τη Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν, ο Σοστακόβιτς γράφει σε έναν φίλο του πως «ο Παράδεισος επί της γης θα έρθει σε διακόσια δισεκατομμύρια χρόνια» – ο Μπαρνς σχολιάζει: «Τώρα σκεφτόταν ότι ίσως αυτή η πρόβλεψη ήταν υπεραισιόδοξη». Κι όταν ερχόταν η Πρωτοχρονιά, ο συνθέτης, που δεν πίστεψε ποτέ στα μεγάλα λόγια των ηγετών του Κόμματος για συνεχή καλυτέρευση της ζωής στην ΕΣΣΔ, δήλωνε σκωπτικά: «Ας ευχηθούμε ότι τα πράγματα δεν θα καλυτερεύσουν κι άλλο!».

alt

«Η τέχνη ανήκει σε όλους και σε κανέναν. Η τέχνη ανήκει σε κάθε εποχή και σε καμία. Η τέχνη ανήκει σε αυτούς που τη δημιουργούν και σε εκείνους που την απολαμβάνουν. […] Η τέχνη είναι ο ψίθυρος της ιστορίας, που ακούγεται πάνω από τον αχό της εποχής».

Ο εχθρός του Σοστακόβιτς, όπως τον παρουσιάζει ο συγγραφέας, ήταν λοιπόν η ακατάσχετη αισιοδοξία του κομμουνιστικού ιδεώδους: οι άνθρωποι που πήραν την εξουσία το 1917 δεν κατανόησαν τη ρωσική ψυχή, το γεγονός πως «το να είσαι Ρώσος σήμαινε να είσαι απαισιόδοξος· το να είσαι Σοβιετικός σήμαινε να είσαι αισιόδοξος». Και η τέχνη; Η τέχνη, όπως διαβάζουμε σε ένα από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου, «ανήκει σε όλους και σε κανέναν. Η τέχνη ανήκει σε κάθε εποχή και σε καμία. Η τέχνη ανήκει σε αυτούς που τη δημιουργούν και σε εκείνους που την απολαμβάνουν. […] Η τέχνη είναι ο ψίθυρος της ιστορίας, που ακούγεται πάνω από τον αχό της εποχής». Η γραφή του Μπαρνς, μεθοδική και στοχοπροσηλωμένη, περιδιαβαίνει την «αισιόδοξη τραγωδία» που ήταν η ζωή του Σοστακόβιτς περιγράφοντας διάφορα περιστατικά της, όπως τους τρεις γάμους του και τη σχέση με τα παιδιά του, τις επαφές του με άλλους καλλιτέχνες, μερικά ταξίδια του στη Δύση, καθώς και το πώς το Κόμμα όρισε έναν ιδεολογικό κατηχητή (!) για να του διδάξει τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού στις οποίες ήταν «ανεπίδεκτος μαθήσεως». Παρεκβάσεις, αλλά απολύτως σχετικές, όπως η ζωή του επικεφαλής της Ένωσης Σοβιετικών Συνθετών Χρένικοφ που μπροστά στον Στάλιν χεζόταν πάνω του (κυριολεκτικά, εξού και υπήρχαν νοσοκόμοι για τον καθαρισμό όσων πάθαιναν κάτι τέτοιο), δίνουν γλαφυρά το στίγμα της εξουσίας.

Σημαντικό βιβλίο, λοιπόν, σε μια εποχή που μικρο-ολοκληρωτισμοί, λογοκρισίες και πολιτικές ορθότητες επανέρχονται φανερά ή πονηρά στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, ο Αχός της εποχής είναι λιγότερο μια κατεξοχήν μυθιστορηματική βιογραφία και περισσότερο ένα λογοτεχνικό ρεπορτάζ πάνω στη συνειδησιακή αντοχή του ανθρώπου, στο πώς ένα άτομο συγκρούεται με ένα ολοκληρωτικό καθεστώς και ποιες δυνατότητες έχει (και δεν έχει) στη διάθεσή του για να βγει σώο και αβλαβές κατά τα αναπόφευκτα πάρε-δώσε με τους εγκληματικούς γραφειοκράτες του. Εύλογη, από αυτή την άποψη, είναι η απέχθεια του Σοστακόβιτς, αφενός απέναντι στους δυτικούς «ανθρωπιστές» (Πικάσο, Μαλρό, Σαρτρ κ.λπ.) που δεν είδαν ή δεν ήθελαν να δουν τίποτα το μεμπτό στην ΕΣΣΔ και πρέσβευαν τον κομμουνισμό (από τις φιλελεύθερες χώρες στις οποίες δημιουργούσαν και πλούτιζαν), αφετέρου σε όσους ευαγγελίζονταν την απόλυτη αντίσταση του καλλιτέχνη στο ολοκληρωτικό κράτος χωρίς να αντιλαμβάνονται το ανελέητο τίμημα, ότι δηλαδή κάτι τέτοιο θα οδηγούσε με μεγάλη πιθανότητα στον βίαιο θάνατό του. Ο Σοστακόβιτς, σύμφωνα με τον Μπαρνς, κράτησε μια μεσοβέζικη στάση («και ακεραιότητα και διαφθορά») την οποία χαρακτήριζε τόσο η έντονη ειρωνεία όσο και η θέληση για σωτήριους ελιγμούς (Έξι βραβεία Στάλιν και τρία παράσημα Λένιν δεν τα παίρνει κανείς χωρίς διαρκείς συμβιβασμούς). Κάτι τέτοιο φαίνεται να είναι σε ορισμένες περιστάσεις η μόνη τεχνική επιβίωσης. Ειδάλλως, όπως το λέει κι ο λαός, τα νεκροταφεία είναι γεμάτα ήρωες. 

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.

altΟ αχός της εποχής
Julian Barnes
Μτφρ. Θωμάς Σκάσσης
Μεταίχμιο 2016
Σελ. 242, τιμή εκδότη €15,50

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ JULIAN BARNES

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Οι Ιφιγένειες είναι πια μόνο λέξεις

Οι Ιφιγένειες είναι πια μόνο λέξεις

Για το μυθιστόρημα του Colm Tóibín «Σπίτι με ονόματα» (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Ίκαρος).

Του Νίκου Ξένιου

Ο ιρλανδός μυθιστοριογράφος Colm Tóibín (...

Μπορεί ένας υπολογιστής να γράψει λογοτεχνία;

Μπορεί ένας υπολογιστής να γράψει λογοτεχνία;

Για το μυθιστόρημα του Antoine Bello «Άντα» (μτφρ. Δημήτρης Δημακόπουλος, εκδ. Πόλις).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να γράψε...

Στη ναρκοθετημένη επικράτεια του Μισέλ Ουελμπέκ

Στη ναρκοθετημένη επικράτεια του Μισέλ Ουελμπέκ

Για τα βιβλία του Μισέλ Ουελμπέκ «Ο χάρτης και η επικράτεια» (μτφρ. Λίνα Σιπητάνου, εκδ. Εστία) και «Σεροτονίνη» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία).

Του Παναγιώτη Γούτα

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Δυσοίωνες πραγματικότητες, γοητευτικές αφηγήσεις

Δυσοίωνες πραγματικότητες, γοητευτικές αφηγήσεις

Για το μυθιστόρημα του Σαντιάγο Οράσιο Αμιγκορένα «Τα τελευταία μου λόγια (μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Gutenberg).

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

Ισχυ...

Δοκίμια & πονήματα: έργα που πλουτίζουν τη σκέψη

Δοκίμια & πονήματα: έργα που πλουτίζουν τη σκέψη

Μαξ Βέμπερ, Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Κορνήλιος Καστοριάδης, Αν Κάρσον κ.ά. Επιλογή δοκιμίων από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή.

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

...
Κάλο & Ρέγιες: βόμβες τυλιγμένες σε μεταξωτές κορδέλες

Κάλο & Ρέγιες: βόμβες τυλιγμένες σε μεταξωτές κορδέλες

Για τα μυθιστορήματα των Pino Cacucci «Φρίντα Κάλο - !VIVA LA VIDA!» (μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Άγρα) και Emma Reyes «Αναμνήσεις δι᾽ αλληλογραφίας» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος).

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη...