x
Διαφήμιση

18 Ιανουαριου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:14:25:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΟΙΗΣΗ «Η γεύση εξασθενεί, η γλώσσα δεν εγκαταλείπει»

«Η γεύση εξασθενεί, η γλώσσα δεν εγκαταλείπει»

E-mail Εκτύπωση

Vasily Kandinsky Watercolor No 14Για την ποιητική συλλογή του Χαρίλαου Νικολαΐδη «Άλλες γεύσεις» (εκδ. Μελάνι).

Της Λένας Καλλέργη

Το δεύτερο βιβλίο ποίησης του Χαρίλαου Νικολαΐδη Άλλες Γεύσεις, (εκδ. Μελάνι, 2018), το οποίο ακολούθησε το Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο (Μελάνι, 2015) και τη μετάφρασή του ποιημάτων της Edna St. Vincent Millay (Θράκα, 2017), έρχεται να συμπληρώσει και να εξελίξει το έργο ενός νέου αλλά συγκροτημένου ποιητή. Κάθε έκδοση δουλειάς του είναι άρτιο αποτέλεσμα της εργασίας του πάνω στη γλώσσα και στο προσωπικό του ύφος, το οποίο αναζητά και διευρύνει συνεχώς τα όριά του.

Και αν οι γεύσεις αλλάζουν, με τα χρόνια, με τις συνθήκες, και αν χάνουν κάποτε την αρχική τους ένταση και εμείς χάνουμε τον ενθουσιασμό μας, υπάρχει και η άλλη γλώσσα, η αγωνίστρια,
για να μας θυμίζει τι έχουμε αισθανθεί και απολαύσει.

Στις Άλλες Γεύσεις, σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η γλώσσα, εκείνη που μιλάμε αλλά και η γλώσσα-όργανο του σώματος, συνυπεύθυνη για την αίσθηση της γεύσης. Ο Νικολαΐδης μας προτείνει να γευτούμε τις διαφορετικές γεύσεις του με οδηγό τη γλώσσα. Κι έτσι όπως η γλώσσα στο στόμα μας χωρίζεται σε περιοχές γεύσεων, γλυκό, αλμυρό, πικρό, ξινό, το αχαρακτήριστο umami ή το ασιατικό «καφτερό», ή και το ινδικό «στυφό» –γιατί δεν διαχωρίζονται σε όλους τους πολιτισμούς οι γεύσεις με τον ίδιο τρόπο– έτσι και στα ποιήματα του Χαρίλαου βρίσκουμε όλες τις γεύσεις αυτές, τους συνδυασμούς τους, αλλά και γεύσεις που επινοούνται από τον ποιητή και έρχονται από ιδιαίτερες περιοχές της γλώσσας, ή οδηγούν σε καινούρια μέρη τους αναγνώστες και ακροατές των ποιημάτων. Και αν οι γεύσεις αλλάζουν, με τα χρόνια, με τις συνθήκες, και αν χάνουν κάποτε την αρχική τους ένταση και εμείς χάνουμε τον ενθουσιασμό μας, υπάρχει και η άλλη γλώσσα, η αγωνίστρια, για να μας θυμίζει τι έχουμε αισθανθεί και απολαύσει. Έτσι φαίνεται να υποστηρίζει το αρχικό μότο του βιβλίου:

«Η γεύση εξασθενεί,
η γλώσσα δεν εγκαταλείπει».

Ο Νικολαΐδης γράφει, συχνότερα σύντομα ποιήματα – ποιήματα σαν «ορεκτικά», για να προσθέσω άλλον ένα γαστριμαργικό όρο. Τα ολιγόστιχα ποιήματα, εκτός από έντονες γεύσεις, είναι σαν αναπάντεχοι κεραυνοί σε καθαρό ουρανό: λειτουργούν με το ξάφνιασμα, με τη λάμψη τους, αλλά και με το βάθος τους. Πρόκειται για δύσκολη και απαιτητική μορφή ποίησης που απαιτεί ιδιαιτερη μαεστρία, αφού επενδύει στο μέγιστο αποτέλεσμα με τα ελάχιστα μέσα. Ο Νικολαΐδης την εξάσκησε στο προηγούμενο βιβλίο του, Η Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο, τη συνεχίζει και στο δεύτερο βιβλίο. Υπάρχουν και εκτενέστερα ποιήματα αλλά με έναν τρόπο και αυτά λειτουργούν με τόση κοφτερή καθαρότητα ώστε γίνονται ακαριαία. Άλλωστε, οι στροφές και των εκτενέστερων ποιημάτων είναι σύντομες και ο λόγος κοφτός. Δυο τρεις φράσεις και οι συσχετισμοί τους, και ιδού η κορυφή του παγόβουνου. Σε κάνουν να σταματάς, να στριφογυρίζεις τους στίχους στο μυαλό σου, να θέλεις κι άλλο. Όπως τα ορεκτικά ή μάλλον όπως η πολύ σοφά και προσεκτικά σχεδιασμένη ακριβή κουζίνα, όπου οι μερίδες είναι ακριβώς στην ποσότητα που χρειάζεται για να μπορέσει η γεύση να δουλέψει στο έπακρο, να χαρεί κάθε σταγόνα της τροφής που δέχεται η γλώσσα, και να δοθεί ξεχωριστή σημασία και βαρύτητα σε κάθε μικρό συστατικό:

ΜΠΟΡΑ

Πέρασε.
[Ο καιρός
–μη νομίζεις–
δεν ήταν
πάντα άστατος,
κάποτε είχε
οικογένεια
και φίλους]
Την επόμενη μέρα
τ’ ανεπίδοτα φιλιά
σκάσανε στα μούτρα μου.
Ακόμα μαζεύω.

Στα κομψοτεχνήματα-ποιήματα του Χαρίλαου Νικολαΐδη σημαντικό ρόλο –ιδιαιτέρως σημαντικό θα λέγαμε–, για την πρόσληψη του ποίηματος παίζουν οι τίτλοι-πλαίσια. Οι τίτλοι μας δίνουν την οπτική γωνία από την οποία πρέπει να κοιτάξουμε τι εκτυλίσσεται μετά. Χωρίς τους συγκεκριμένους τίτλους θα μπορούσαν να γίνουν εντελώς διαφορετικές αναγνώσεις των ποιημάτων, όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα «Κλόουν».

ΚΛΟΟΥΝ

Ρωτάει ευγενικά
πού είναι το μπάνιο,
ευχαριστεί,
κλειδώνει την πόρτα,
γεμίζει τον νιπτήρα,
βουτάει το κεφάλι,
ουρλιάζει.
Μπουρμπουλήθρες.

Επίσης, αρκετά ποιήματα παραπέμπουν σε άλλα έργα και δημιουργούς, φτιάχνοντας έτσι έναν διάλογο με τον Καβάφη, τον Γέητς, τον Εμπειρίκο, τον Έλιοτ:

ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ, ΚΥΡΙΕ ELIOT

Το επόμενο πρωί,
με την ανάσα σου
ακόμα στο κορμί μου,
αναθεωρώ.
Ο κόσμος τελειώνει
όπως αρχίζει
-μ’ ένα μεγάλο ΜΠΑΜ-
και ο Απρίλης
είναι μήνας τρυφερός.

Αφαιρέθηκε κάθε τι περιττό, αφαιρέθηκε όμως και ό,τι θα μπορούσε να συμπεριληφθεί αλλά δεν ήταν απολύτως απαραίτητο.

Άλλες φορές, συνομιλεί με παραμύθια όπως αυτό του Πήτερ Παν και με ταινίες όπως η «Σιωπή των Αμνών». Αυτές οι αφορμές μοιάζει να γέννησαν στον Νικολαΐδη το σπόρο του μετέπειτα ποιήματος, το οποίο φαίνεται να έχει δουλευτεί στη συνέχεια εξαντλητικά. Αφαιρέθηκε κάθε τι περιττό, αφαιρέθηκε όμως και ό,τι θα μπορούσε να συμπεριληφθεί αλλά δεν ήταν απολύτως απαραίτητο. Η αφαίρεση σε μεγάλα κέφια και η ακρίβεια σε εξαιρετικές στιγμές. Τα εργαλεία αυτά αποτελούν μέρος της δεξιοτεχνίας του Νικολαΐδη, του ακούραστου καθαρίσματος του έργου του ώστε να δημιουργήσει νύξεις, να δείξει μικρά κομμάτια, να φτιάξει εικόνες, οι οποίες ωστόσο δεν δίνονται υπαινικτικά, ή ως μέρος μιας ατμόσφαιρας, ή ως ένα μυστικό που μισο-διαφαίνεται. Περισσότερο τις εισπράττω με τον τρόπο που βλέπω ξαφνικά, περπατώντας στον δρόμο, ένα παράξενο λουλούδι, ένα έντομο που στέκεται για λίγο και με κοιτά στα μάτια, μια λοξή γωνία πεζοδρομίου, ένα περιστέρι που σχεδόν πέφτει πάνω μου πετώντας, και κάνω έναν απότομο ελιγμό για να το αποφύγω. Άμεσα, ολόκληρα σύμπαντα, ειδωμένα μέσα από μικρά τους κομμάτια.

Κάτι που δεν θα μπορούσε να λείπει από ένα τέτοιο είδος ποιητικής τέχνης είναι η κορύφωση του τέλους των ποιημάτων. Τονίζει ακόμα περισσότερο, και κλείνει με τον πιο επιτυχημένο τρόπο, την ποιητική σύλληψη. Δημιουργείται έτσι μια έντονη και συγκεκριμένη επίγευση, ώστε να απολαμβάνουμε το ποίημα για ώρα, αφού το έχουμε γευτεί.

ΤΖΙΝΙ

Από μικρός
ήθελα να σου μοιάσω,
να σχεδιάζω θαύματα,
να εκπληρώνω ευχές.
Μαγικό τζίνι.
Με δέχθηκες,
με μύησες
στην τέχνη σου.
Γενναιόδωρο τζίνι.
Τώρα μεγάλωσα,
στέλνω αιτήσεις.
Αφελές τζίνι.
Σε αφήνω μόνο
να σκεφτείς,
να κάνεις
την αυτοκριτική σου.
Άχρηστο τζίνι.
Χιλιών ετών μαντράχαλος
και ζεις ακόμα στο λυχνάρι.

Το στιγμιαίο τους και το ξεκάθαρό τους εντυπώνεται με ταχύτητα στη μνήμη και στο συναίσθημά μας. Και το ξάφνιασμα και η έκπληξη που προκαλούν με τους συνδυασμούς που μας επιβάλουν, συμβάλλουν στο να μείνει η εντύπωσή τους ζωντανή.

Ποια είναι, λοιπόν, η γευστική, γλωσσική και ποιητική λειτουργία αυτών των οξυδερκών παρατηρήσεων για τη ζωή και τον κόσμο, αυτών των καλοφτιαγμένων και ορεκτικών ποιημάτων; Πολλαπλή. Κατ’ αρχάς, ακονίζουν μια ικανότητα που θα μπορούσε να ονομαστεί «παρατηρητικότητα από ανάγνωση». Είναι η ικανότητα να θυμάσαι και να ανακαλείς εικόνες, συνδυασμούς πραγμάτων και αισθήσεις μέσα από την ανάγνωση κειμένου. Ο Νικολαΐδης μάς δίνει το κίνητρο και τα κλειδιά, και φτιάχνουμε το υπόλοιπο παζλ μόνοι μας. Στις πιο ακραίες περιπτώσεις, μας δίνει ένα αίνιγμα, όπως στα ποιήματα «Κουτί» και «Γκαντεμόψαρο». Στα πιο εκτενή ποιήματά του, τις στιγμές της πολυλογίας του, ας πούμε, μας οδηγεί με πιο συγκεκριμένο τρόπο σε βαθύτερους διαδρόμους του κόσμου του, που μοιραζόμαστε μαζί του. Ύστερα, είναι ποιήματα που τα παίρνουμε μαζί μας. Το στιγμιαίο τους και το ξεκάθαρό τους εντυπώνεται με ταχύτητα στη μνήμη και στο συναίσθημά μας. Και το ξάφνιασμα και η έκπληξη που προκαλούν με τους συνδυασμούς που μας επιβάλουν, συμβάλλουν στο να μείνει η εντύπωσή τους ζωντανή.

Επίσης, είναι ποιήματα τερπνά: περνάει κανείς καλά διαβάζοντάς τα, συγκινείται, διασκεδάζει, έχουν λεπτό χιούμορ, δεν προσποιούνται κάτι πέρα από αυτό που είναι. Ο πόνος τους, επίσης, δίνεται με μια ελαφράδα η οποία είναι δύσκολη και μεγάλη υπόθεση στη λογοτεχνία. Το ανάλαφρο είναι ζητούμενο, κι όταν μιλάμε για πράγματα πολύ κεντρικά στη ζωή όλων μας, τον έρωτα, τη μοναξιά, τον φυσικό κόσμο, την πορεία μας μέσα σε αυτόν, που γι’ αυτά μιλάει κι ο Νικολαΐδης, τον ευχαριστούμε που το κάνει με τον δικό του εύχαρι και κομψό τρόπο.

Ποιες άλλες γεύσεις, λοιπόν, δοκίμασα εγώ, διαβάζοντας το βιβλίο του Νικολαΐδη;
Την πικρή και καυτερή των δακρύων του κοριτσιού που άδικα το έριξαν από το ποδήλατο.
Την αγωνιώδη του αγχωμένου κλόουν.
Τη γεύση της υποψίας καννιβαλισμού, που με γέμισε αποστροφή.
Τη στυφή του έκπληκτού ψητού αρνιού.
Την γεμάτη επιθυμία γεύση της πτήσης που όλο ακυρώνεται και καμιά φορά γίνεται πραγματικότητα.
Της ησυχίας και του ανακουφιστικού θορύβου των καθημερινών πραγμάτων.
Τη θριαμβευτική του νέου ερωτευμένου. Που είναι πολύ γλυκιά.
Την ξαφνική, που σε πάει αλλού, της μέντας. Αλλά και τόσο οικεία.
Την τρομακτική της εφηβείας.
Το μικροσκοπικό τσίμπημα λίγου μελιού, στην άκρη ενός μικρού κουταλιού, μετά από βάσανα και κόπους.
Όλες δικές μας. Και όλες, άλλες γεύσεις.

* Η ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ είναι ποιήτρια και μεταφράστρια.
Τελευταίο της βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Περισσεύει ένα πλοίο» (εκδ. Γαβριηλίδη).

  Στην κεντρική εικόνα, έργο του Vasily Kandinsky, Watercolor No. 14.


altΆλλες γεύσεις
Χαρίλαος Νικολαΐδης
Μελάνι 2018
Σελ. 44, τιμή εκδότη €8,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Θυμάρι ανθίζει στην πλαγιά∙ λιποθυμούν οι μέλισσες»

«Θυμάρι ανθίζει στην πλαγιά∙ λιποθυμούν οι μέλισσες»

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Χ. Θεοχάρη «Ότι εγκρατής η επικράτεια – Ολιγόλεκτα και χάι-κου» (εκδ. Κουκκίδα).

Της Ευσταθίας Δήμου

Η παρουσία του...

«Είναι η χλόη που φυτρώνει όπου υπάρχει χώμα κι όπου υπάρχει νερό»

«Είναι η χλόη που φυτρώνει όπου υπάρχει χώμα κι όπου υπάρχει νερό»

Για την ανθολογία ποιημάτων του Walt Whitman «Φύλλα Χλόης» (μτφρ. Ελένη Ηλιοπούλου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, εκδ. Κέδρος).

Της Άλκηστης Σουλογιάννη

Οι εκδόσ...

«Θα πω ήταν θέλημα Θεού κι ας μην πιστεύω»

«Θα πω ήταν θέλημα Θεού κι ας μην πιστεύω»

Για την ποιητική συλλογή του Διονύση Μαρίνου «Ποτέ πια εμείς» (εκδ. Μελάνι).

Του Νίκου Ξένιου

Η ποιητική συλλογή Ποτέ πια εμείς (εκδ. Μελάνι) του Διονύση Μαρίνου είναι α...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Το ροκ πέθανε… Ζήτω το ροκ!»

«Το ροκ πέθανε… Ζήτω το ροκ!»

Για τον συλλογικό τόμο «Το ροκ πέθανε… Ζήτω το ροκ!» σε επιμέλεια Γιάννη Ν. Κολοβού και Νικόλα Χρηστάκη (εκδ. Απρόβλεπτες).

Του Νίκου Πουλάκη

Στα τέλη τ...

Ποίος ήτο ο φονεύς του παππού μου

Ποίος ήτο ο φονεύς του παππού μου

Για το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (εκδ. Μεταίχμιο).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Στο τελευταίο μυθιστόρημα (;) του Ηλία Μαγκλίνη συν...

Η «Δούκισσα των Αθηνών» και οι πρωταγωνιστές της

Η «Δούκισσα των Αθηνών» και οι πρωταγωνιστές της

Για τη μελέτη του Διονύση Ν. Μουσμούτη «Ο Διονύσιος Ταβουλάρης, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου και Η Δούκισσα των Αθηνών» (εκδ. Πλέσσα).

Της Κυριακής Πετράκου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube