21 Ιανουαριου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:10:53:30 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΟΙΗΣΗ Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά

Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά

E-mail Εκτύπωση

black-white photograph of emily dickinsonΤου Νίκου Ξένιου

Are you too deeply occupied to say if my verse is alive? (από επιστολή της Έμιλι Ντίκινσον[1])

Γεννημένη το 1830 στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης από καλβινιστική οικογένεια της ανώτερης αστικής τάξης κι εξ αγωγής προσηλωμένη στο πουριτανικό ήθος της εποχής της, η ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον δεν εναρμονίστηκε με τον τότε κοινωνικό καθωσπρεπισμό.

Στη διαφοροποίησή της συνέβαλαν πολλοί παράγοντες: τα νεανικά διαβάσματά της του Σαίξπηρ και του Έμερσον[2], η οδυνηρή της εμπειρία του αμερικανικού Εμφυλίου και τα αντιρατσιστικά της αισθήματα, το έντονο ενδιαφέρον της για την –τότε επίκαιρη– εξερεύνηση των πολικών περιοχών, τέλος ο γενικότερος ενθουσιασμός της για την εξέλιξη, συνέβαλαν στη δόμηση μιας αντισυμβατικής προσωπικότητας: «Τα χέρια μου μόνο δυο – όχι τέσσερα, ή πέντε όπως έπρεπε να είναι – και τόσες πολλές ανάγκες – κι εγώ τόσο πολύ βολική – κι ο χρόνος μου τόσο ασήμαντος – και το γράψιμό μου τόσο περιττό».

Χειρίστηκε τον πεισιθάνατo στίχο ως μέσο διακωμώδησης του φόβου του θανάτου.

Από νωρίς η Ντίκινσον μορφώθηκε και γνώρισε τη θρησκευτική έξαρση στη μικρή της πόλη, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε τη μεταφυσική στέγαση[3]. Απόδειξη το ότι, ενώ κάποια πρώιμα ποιήματά της αναφέρονται –ή και απευθύνονται– στον ίδιο τον Ιησού[4], το όψιμο έργο της την κατατάσσει στη χορεία δημιουργών όπως ο Ουίτμαν, ο Ουάλας Στίβενς, ο Ρόμπερτ Φροστ και η Τζορτζ Έλιοτ. Πολλοί –ίσως λόγω του θαυμασμού της για τον Ραλφ Ουάλντοου Έμερσον– τη θεωρούν «υπερβατολογική» ποιήτρια, ενώ άλλοι διαφωνούν κάθετα με τον χαρακτηρισμό. Η ακαδημαϊκός Σούζαν Γιούχας θεωρεί πως η Ντίκινσον αντίκρισε τον Νου και το Πνεύμα ως προσιτούς χώρους, και μάλιστα επέλεξε να «ζήσει» στα πλαίσια αυτών των «χώρων», που τους προσέδωσε συχνά τους χαρακτηρισμούς: «ανεξερεύνητη Ήπειρος», ή «τοπίο του Πνεύματος». Η ποίησή της υποδηλοί ισόβια λαγνεία προς την αρρώστια και τον θάνατο, με πολλαπλά είδη αναφοράς[5]. Εν τέλει, χειρίστηκε τον πεισιθάνατo στίχο ως μέσο διακωμώδησης του φόβου του θανάτου, καλλιεργώντας ιδιότυπο χιούμορ και περίτεχνο υπαινικτικό ύφος. Ως ανύπαντρη, δε, «καθώς πρέπει» κόρη, έμεινε επί πενήντα έξι ολόκληρα χρόνια, μέχρι τον θάνατό της, στην πατρική έπαυλη στο Άμχερστ, ταξίδεψε ελάχιστες φορές, πέρασε τις περισσότερες ώρες στην παιδική της κάμαρα κι έκανε παρέα με τα αδέλφια της, τα λουλούδια του θερμοκηπίου της[6] και τα κατοικίδια της οικογένειάς της.

office
   Το δωμάτιο της ποιήτριας.

«Υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη»

Αποσυρόμενη όλο και περισσότερο από τον κόσμο η Ντίκινσον ξεκινά, το καλοκαίρι του 1858, ν’ αναθεωρεί παλαιότερα ποιήματά της και να καθαρογράφει τη δουλειά της σε τετράδια, θεσπίζοντας, τρόπον τινά, ένα τύπο «αυτοέκδοσης». Τα σαράντα αρχειακά τετράδια που φιλοτέχνησε μεταξύ 1858 και 1865 περιλαμβάνουν γύρω στα οκτακόσια ποιήματα εναλλασσόμενων ιαμβικών τετραμέτρων, τριμέτρων, διμέτρων και εξαμέτρων από το συνολικό corpus του έργου της. Κάθε στροφή μπαλάντας «σπάει» σε στίχους διαφορετικών μέτρων, με χρήση τετραμέτρου στον πρώτο και τρίτο στίχο, τριμέτρου για τον δεύτερο και τον τέταρτο, καθώς και ομοιοκαταληξία ανάμεσα στον δεύτερο και τέταρτο: αλλά κι αυτά με υψηλό βαθμό στιχουργικής ελευθερίας[7]. Σε δοκίμιο του 1915, η Ελίζαμπεθ Σάρτζεντ αποκάλεσε «τολμηρή» την έμπνευση της Ντίκινσον και την ίδια την αποκάλεσε «ένα σπάνιο λουλούδι της Νέας Αγγλίας». Πολλοί κριτικοί επαίνεσαν τον μόχθο της αλλά απέρριψαν την καινοτόμο, ως προς το μέτρο και την ομοιοκαταληξία, στιχουργική της[8].

Η Ντίκινσον προοιωνίσθηκε το κλίμα του επερχόμενου Μοντερνισμού...

Με την αλλόκοτη χρήση της στίξης[9], τις νοηματικά βαρύνουσες και σημασιολογικά δυσερμήνευτες λέξεις με τα κεφαλαία αρχικά, με το ιδεαλιστικά εξυφασμένο, γριφώδες, ελλειπτικό νόημα, με τη συνεχή «αποστροφή»[10] προς τον αναγνώστη, η Ντίκινσον προοιωνίσθηκε το κλίμα του επερχόμενου Μοντερνισμού[11]. Ήταν αναπόφευκτο, με όλα αυτά τα δεδομένα, οι μεταφραστικές απόπειρες των τριών κυριών που επιμελήθηκαν τη φροντισμένη έκδοση του Gutenberg να προσκρούσουν στην πείσμονα κρυπτικότητα ενός ποιητικού σύμπαντος που δύσκολα βρίσκει σύστοιχο του στην ελληνική ποίηση[12].

Μόνον επτά (ή, κατ’ άλλους, πέντε) από τα χίλια οκτακόσια ποιήματα της εργογραφίας της δημοσιεύθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής της, μάλλον δε εν αγνοία της. Μετά τον θάνατό της, το 1886, η νεώτερη αδελφή της Λαβίνια ανακάλυψε τα ποιήματα της Έμιλι[13]. Ο πρώτος της ποιητικός τόμος κυκλοφόρησε το 1890, τέσσερα χρόνια αργότερα, καθιερώνοντάς την ως μία από τις μεγαλύτερες ποιήτριες του αιώνα της. Το έργο της γενικά διακρίνεται σε τρεις περιόδους: 

Α. Στα προ του 1861 ποιήματα, κάπως πιο συμβατικά και συναισθηματικά φορτισμένα. Ο Τόμας Τζόνσον, που τα δημοσίευσε αργότερα, μπόρεσε να χρονολογήσει μόνο πέντε από τα προ του 1858 ποιήματά της. Η ελληνική έκδοση Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά του οίκου Gutenberg ανθολογεί και μεταφράζει δεκαέξι από αυτά.

Β. Στα μεταξύ 1861 και 1865 ποιήματα[14], αντιπροσωπευτικά της πιο δημιουργικής της περιόδου.[15] Η ελληνική έκδοση Gutenberg ανθολογεί και μεταφράζει τριάντα τέσσερα από τα ποιήματα της παραγωγικής αυτής περιόδου της ποιήτριας.

Γ. Στα μετά το 1866 ποιήματα, που συνιστούν το ένα τρίτο του έργου της[16]. Στην ελληνική έκδοση Gutenberg έχουμε, ανθολογημένα και μεταφρασμένα, πέντε ποιήματα αυτής της περιόδου, μαζί με τέσσερα αχρονολόγητα.

Εξήντα τρία ποιήματα επί συνόλω, σε μια «ριψοκίνδυνη και καταδικασμένη εκ των προτέρων», όπως τη χαρακτηρίζουν οι ίδιες οι μεταφράστριες, απόδοση στη Νέα Ελληνική[17].

Επιστολές προς τον έξω κόσμο

Οι επιστολές αποτελούσαν για την Ντίκινσον κλειδί επικοινωνίας με τους ομοτέχνους της.

Παρά το γεγονός ότι υιοθετούν τρέχουσες εκφράσεις της ελληνικής και συχνά –προφανώς μη έχοντας άλλην επιλογή– προσδίδουν φιλοσοφική φόρτιση σε λέξεις που εκ φύσεως είναι δυσμετάφραστες –ως προσιδιάζουσες στο λεξιλογικό «κλίμα» εκείνης της εποχής και στην αλλόκοτη ψυχική ιδιοσυστασία της μεγάλης δημιουργού[18]– οι κυρίες Λ. Σακελλίου, Α. Γρίβα και Φ. Μαντά κατορθώνουν –στο δεύτερο μέρος του καλαίσθητου τόμου– να συγκεντρώσουν ένα αξιόλογο απάνθισμα επιστολών, που μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς ή, ακόμα καλύτερα, αφορμή για ενίσχυση της εν Ελλάδι ντικινσονιανής βιβλιογραφίας. Οι μελετήτριες παραθέτουν (η κυρία Μαντά μεταφράζει και σχολιάζει) επιστολές που αποκαλύπτουν σημαντικές πτυχές της τέχνης και της προσωπικότητάς της (όπως και τα ποιήματα, αντιστρόφως, φωτίζουν σημεία των επιστολών της). Οι επιστολές αποτελούσαν για την Ντίκινσον κλειδί επικοινωνίας με τους ομοτέχνους της και της έδιναν την ευκαιρία, όχι μόνο να επιλέξει τα πρόσωπα με τα οποία θα επικοινωνούσε αλλά και την persona που θα υιοθετούσε όταν τους έγραφε, προσαρμόζοντας στον αποδέκτη το ύφος, το λεξιλόγιο και την έκταση της κάθε επιστολής[19].

Κατά περιόδους, κάποια σκιώδης ανδρική παρουσία, επώνυμη ή μη, κυκλοφορεί στο γραμματολογικό περιβάλλον της εν λόγω επιστολογραφίας. Στα δεκαοκτώ της η Ντίκινσον σφραγίζεται από τη φιλία του –μεγαλύτερού της σε ηλικία– δικηγόρου Νιούτον, στον οποίο στο εξής θ’ αναφερόταν γραπτώς ως σε "Tutor", "Preceptor" ή "Μaster" και ο οποίος ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε το ποιητικό της ταλέντο. Η απόφασή της να επικοινωνήσει με τον Χίγκινσον το 1862 σημαίνει πως η ποιήτρια είχε αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά τη δημοσίευση του έργου της[20]. Στην πρώτη της έκδοση ο Χίγκινσον υποστήριξε τη νέα ποιήτρια, γράφοντας διθυρράμβους για την «εσωτερικότητά της»[21] και διατηρώντας επιφυλάξεις σχετικά με τον «ημιτελή χαρακτήρα του έργου της». Η Έμιλι θα λάβει σοβαρά υπ’ όψιν της τα ενθαρρυντικά του σχόλια, αποκαλώντας τον "Κύριε Χίγκινσον" ή "Αγαπητέ φίλε" και υπογράφοντας ως "η μαθήτριά σας". Καθοριστική είναι και η γνωριμία με τον Σάμιουελ Μπόουλς, προς τον οποίον πιθανότατα απευθύνονται οι γνωστές ως "Master Letters" τρεις επιστολές της. Γενικώς διακατεχόταν από αμφιθυμία σχετικά με τη σκοπιμότητα ή μη κάποιας δημοσίευσης: οι επιστολές της είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές σε ό,τι αφορά αυτό το ζήτημα.

Από το παράθυρο, ο κήπος και ο θάνατος

Ο ποιητικός της καμβάς αγκάλιασε ευρύ θεματολογικό φάσμα, καθιερώνοντας μια καλειδοσκοπική εξεικόνιση του κόσμου.

Αν και η ποιήτρια περιορίστηκε να ζει στα αστικά σαλόνια της πόλης της για ν’ αναδιπλωθεί, στο τέλος, στους τέσσερεις τοίχους του πατρικού της σπιτιού, ο ποιητικός της καμβάς αγκάλιασε ευρύ θεματολογικό φάσμα, καθιερώνοντας μια καλειδοσκοπική εξεικόνιση του κόσμου, μέσα από τις επάλληλες αλλοιώσεις ενός διαταραγμένου ψυχισμού. Η περίπτωσή της είναι ίσως η πιο διάτρανη απόδειξη του ότι το Σύμπαν φτιάχνεται μόνο από λέξεις: «Είχαμε δυό τυφώνες μέσα σε λίγες ώρες, ένας εκ των οποίων πλησίασε τόσο πολύ που μού έλυσε την ποδιά - μα αυτή τη στιγμή ο ήλιος λάμπει, οι κότες της Μάγκι τιτιβίζουν[22], κι ένας άντρας ανώνυμης ευστροφίας φτιάχνει ένα κήπο στο σοκάκι για να βάλει σε τάξη μοσχεύματα από γαλαζοπούλια. Η σελήνη ξεφυτρώνει από τους σπόρους… η ψιψίνα της Βίνι αποκοιμήθηκε στο γρασίδι την Τετάρτη -ένα Σικελικό σύμπτωμα[23]- τα πανιά είναι έτοιμα για το καλοκαίρι …»[24]

Λεγόταν, χαρακτηριστικά, πως η Ντίκινσον έγραφε «με τον ίδιο ζήλο με τον οποίο άλλες γυναίκες πλέκουν ή ράβουν». Το χάρισμά της με τις λέξεις και με την καλλιέργεια της εποχής της την έφερε στο κατώφλι μιας εποχής κατάλληλης για την παραγωγή μιας εκκεντρικής, διανοουμενίστικης ποίησης.[25]. Η άρση της στερεότυπης εικόνας της λευκοντυμένης βικτωριανής ποιήτριας[26] που έγραψε χίλια οκτακόσια άτιτλα ποιήματα αρνούμενη να δεχθεί οιονδήποτε στο σπίτι της και διατηρώντας τις φιλίες της μέσω αλληλογραφίας, καθίσταται δυσκολότερη από το γεγονός ότι δεν παντρεύτηκε ποτέ, πράγμα όχι και τόσο ασύνηθες σε μια κοινωνία με τόσο περιορισμένο ανδρικό πληθυσμό. Σε κάποια ποιήματά της μιλά για κάποιο «ράφι» που της αντιστοιχεί, ενώ γενικότερα υψώνει ένα «κάστρο» ανάμεσα στην καθημερινή ενασχόλησή της με την ποίηση και στο θαύμα του κόσμου που την περιβάλλει[27] .

Υπό τη σκοπιά της στιχουργικής, οι ποιητικές μέθοδοι της Έμιλι Ντίκινσον μπορούν να χαρακτηριστούν ως πρωτοποριακές, εφόσον κάνει χρήση ελλειπτικών φράσεων, το μέτρο ξεφεύγει, οι ρίμες δεν ομοιοκαταληκτούν πάντα, η παύλα δηλώνει συχνά την έμφαση κ.ο.κ[28]. H εκτεταμένη χρήση σημείων στίξεως και κεφαλαίων αρχικών γραμμάτων σε πολλές λέξεις παράγει ένα «ιδιοσυγκρασιακό» ύφος, που δικαιολογεί τους εξεζητημένους χαρακτηρισμούς που της αποδόθηκαν κατά καιρούς[29].

Ωστόσο, η ποιήτρια δεν άφησε κάποιο θεωρητικό κείμενο που να δικαιολογεί τις αισθητικές της επιλογές ή τις στιχουργικές της πρωτοβουλίες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ενταχθεί σε κάποια σχολή ή κάποιο λογοτεχνικό κίνημα και η μετάφραση των ποιημάτων της να συνιστά δύσκολο εγχείρημα. Το έργο της βρήκε πρόσφορο έδαφος στο μοντερνιστικό, καθώς και στο φεμινιστικό κίνημα[30] και την κατέστησε δημοφιλή στα νέα στρώματα αναγνωστών, έως ότου, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, αναγνωρίστηκε ως πρωτοπόρο.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Τα σπλάχνα» κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδ. Κριτική. 


[1] «MR. HIGGINSON,--Are you too deeply occupied to say if my verse is alive? The mind is so near itself it cannot see distinctly, and I have none to ask. Should you think it breathed, and had you the leisure to tell me, I should feel quick gratitude. If I make the mistake, that you dared to tell me would give me sincerer honor toward you. I inclose my name, asking you, if you please, sir, to tell me what is true?That you will not betray me it is needless to ask, since honor is its own pawn».

[2] «For poets, I have Keats, and Mr. and Mrs. Browning. For prose, Mr. Ruskin, Sir Thomas Browne, and the Revelations. I went to school, but in your manner of the phrase had no education. When a little girl, I had a friend who taught me Immortality; but venturing too near, himself, he never returned. Soon after my tutor died, and for several years my lexicon was my only companion. Then I found one more, but he was not contented I be his scholar, so he left the land».
[3] Όταν διέκοψε τις επισκέψεις της στην Eκκλησία, το 1852, έγραψε ένα ποίημα που ξεκινούσε ως εξής:: "Some keep the Sabbath going to Church – / I keep it, staying at Home".
[4] "The Savior must have been / A docile Gentleman – / To come so far so cold a Day / For little Fellowmen / The Road to Bethlehem / Since He and I were Boys / Was leveled, but for that twould be / A rugged billion Miles –"
[5] Ως σταύρωση, απαγχονισμό, πνιγμό, πάγωμα, άκαιρη ταφή, τυφεκισμό, μαχαίρωμα και λαιμητόμο, πείνα και δίψα, δολοφονία και αυτοκτονία κάθε είδους: η μελετήτρια της Ντίκινσον- Βίβιαν Πόλακ θεωρεί αυτές τις θεματικές επιλογές αντανάκλαση της στερημένης, «διψούσης» προσωπικότητας της ποιήτριας, της εικόνας του εαυτού της ως εύθραυστου, ασήμαντου και ψυχικά συντεθλιμμένου από την απαρέσκεια προς τον κόσμο (teadium vitae). 
[6] Η μελετήτρια Τζούντιθ Φαρ λέει πως η Ντίκινσον, στη διάρκεια της ζωής της, «ήταν πιο γνωστή ως κηπουρός παρά ως ποιήτρια».
[7] Μία “ballad stanza” είναι μια stanza τεσσάρων γραμμών που στα αγγλικά αποκαλείται, known as a "quatrain" και απαντά στις λαϊκές μπαλάντες των Η.Π.Α: ‘All in a hot and copper sky! The bloody Sun, at noon, Right up above the mast did stand, No bigger than the Moon’. (Κόλεριτζ , Η μπαλάντα του γερο-ναυτικού, 111 – 114).
[8] Η κακή κριτική του Άντριου Λανγκ αναφέρεται στις στιχουργικές καινοτομίες της: «…Εάν γενικώς αξίζει για κάτι η ποίηση, αυτό είναι η μορφή και η γραμματική, ίσως και η ομοιοκαταληξία αν αυτή αποτελεί στόχο της: αυτό διδάσκουν η πείρα και η ανθρώπινη φύση».
[9] «Τα σημεία στίξης κατάγονται από ένα βιβλίο απαγγελίας που μελετούσε η Ντίκινσον» και το σύστημα στίξης «δεν υποδεικνύει στους αναγνώστες πώς να απαγγέλλουν την ποίησή της… αντιθέτως, καταδεικνύει τον τόνο και το συναίσθημα και διευκολύνει/“ρυθμίζει” τη μετάβαση ανάμεσα στους πολύ πυκνούς στίχους της». (Edith Wyler) .
[10] Απεύθυνση, a part. Ο όρος αντλείται από την ελληνική δραματική ποίηση.
[11] Στην ερώτηση: «Πόσο επαρκής μπορεί να είναι αυτή η προσέγγιση σε μιαν άλλη γλώσσα τόσο πολύσημη όσο τα ελληνικά;», η Λιάνα Σακελλίου απάντησε:«Η Ντίκινσον χρησιμοποιούσε τη γλώσσα με έναν ιδιαίτερο, δικό της τρόπο, αλλάζοντας(…) τη γραμματική και το συντακτικό, εμπλουτίζοντας τον λόγο της με νεολογισμούς σε τέτοιον βαθμό που να μπορεί να μιλά κανείς για τη «γλώσσα της Ντίκινσον». (…)Ο μεταφραστής έρχεται αντιμέτωπος και με τον κώδικα Ντίκινσον που δυσχεραίνει την προσπάθειά του. Επειδή η μουσικότητα του έργου της βασίζεται κυρίως σε παρηχήσεις, το πρόβλημα δεν είναι η πολυσημία της ελληνικής αλλά η διατήρηση του ρυθμού και του ύφους, των φθόγγων και των ήχων που λειτουργούν ως μουσική υπόκρουση στις εικόνες που δημιουργεί η ποιήτρια».
[12] Ο Καρυωτάκης, η Μελισσάνθη και κάποιες μεταφράσεις του Έλιοτ από τον Σεφέρη ίσως να προσεγγίζουν- ακροθιγώς, μάλλον- το ύφος και τη διάθεση oρισμένων από τα ποιήματα της Ντίκινσον, χωρίς απαραιτήτως αυτό να δίνει έδαφος σε γενικεύσεις.
[13] Τα δημοσίευσαν αρχικά ο Τόμας Χίγκινσον και ο Μέιμπελ Τοντ και, αργότερα, ο Τόμας Τζόνσον, το 1955.
[14] Η ποιήτρια άφησε ικανό αριθμό ποιημάτων που απευθύνονταν σε κάποιον ανώνυμο με τις προσφωνήσεις "Signor", "Sir" και "Master»: αυτός ο άνθρωπος χαρακτηρίστηκε ως ο "αιώνιος εραστής" της. Η κριτικός Τζούντιθ Φαρ υποστηρίζει πως η προσφώνηση "Master" αναφέρεται σε μιαν απρόσιτη, ανθρώπινη μεν, αλλά με θεϊκά χαρακτηριστικά μορφή, και μάλιστα γίνεται πιο συγκεκριμένος, υποθέτοντας πως πρόκειται για ένα είδος «χριστιανικής Μούσας».
[15] Ο Τζόνσον εκτιμούσε ότι η ποιήτρια είχε συνθέσει 86 ποιήματα το 1861, 366 το 1862, 141 το 1863 και 174 το 1864. Ο εκδότης θεωρούσε πως σε αυτήν την περίοδο ολοκληρώθηκε το ποιητικό σύμπαν (Ζωή-Θάνατος) της Ντίκινσον. Η Τζούντιθ Φαρ (βλ. προηγούμενη παραπομπή) είχε γράψει, το 1892: «Η οικουμένη δεν θα ικανοποιηθεί προτού δημοσιευθούν ως και ο τελευταίος της στίχος, ως και η τελευταία της επιστολή!».
[16] Ο πρώτος τόμος ποιημάτων της εκδόθηκε από τους Μέιμπελ Λούμις Τοντ και Τ. Χίγκινσον τον Νοέμβριο του 1890. Μεγάλος βαθμός παρέμβασης των εκδοτών εμφανίσθηκε ως επιμέλεια των ποιημάτων της Ντίκινσον. Ανάμεσα στα 1914 και 1945 τα ποιήματά της επανεκδόθηκαν.
[17] “Η ανθολόγηση των ποιημάτων έγινε με κριτήριο την ξεχωριστή τους αισθητική θέση στο σώμα του ποιητικού έργου της Ντίκινσον. Επελέγησαν ποιήματα απ’ όλες σχεδόν τις περιόδους της γραφής της, που δείχνουν την εξέλιξή της ως ποιήτριας, και επίσης ποιήματα που αν και ανήκουν στα σημαντικότερα της ποίησής της δεν έχουν μεταφραστεί προηγουμένως στα ελληνικά. Ποιήματα που, όπως πιστεύουμε, αγγίζουν τις βαθύτερες χορδές μιας οικουμενικής ευαισθησίας”, δηλώνει σε συνέντευξή της η μεταφράστρια, κυρία Λιάνα Σακελίου.
[18] Κατά την ταπεινή μου γνώμη, για τη διατήρηση του ύφους της Ντίκινσον, ίσως μια αμεσότερη-λιγότερο φιλολογική- προσέγγιση να απέδιδε καλύτερα, π.χ, ως «φως της αυγής» ή ως «λυκαυγές», την αγγλική λέξη “aurore”, αντί του «φωτός του εωθινού» που προτιμήθηκε, ενώ αντίστροφα, λ.χ, δεν βλέπω γιατί θα’πρεπε τα “Cherubic Creatures”να μεταφραστούν ως «άγγελοι» αντί να παραμείνουν «Χερουβεικές Υπάρξεις». Ως εκ τούτων τολμώ ν’αντιπροτείνω: «Το πρωϊνό αρμόζει στους πολλούς- Η νύχτα σε μερικούς μόνο ταιριάζει—Το φως του ξημερώματος, μόνο σε δυο-τρεις εκλεκτούς». Αντίστοιχα, αλλού: «Κάποιοι πως χάνεται, λένε, η λέξη σαν την πεις--Εγώ, πως τότε ξεκινάει να ζει…» . Όμως σε αυτό το σημείο αποσύρομαι, αποκαλυπτόμενος στις οτρηρές μεταφράστριες. Μια μεταγενέστερη αποτίμηση των υπαρχουσών μεταφράσεων-ανάμεσα στις οποίες και αυτή της Μελισσάνθης- βαθμηδόν θα δημιουργήσει το προηγούμενο μιας αμιγώς ελληνικής εκδοχής του ποιητικού αυτού περιβάλλοντος.
[19] Οι επιστολές που περιλαμβάνονται στην ανθολόγηση των εκδόσεων Gutenberg απευθύνονται στον αδελφό της Όστιν και στον Νεντ Ντίκινσον, στη νύφη της Σούζαν (η οποία κατοικούσε στο ακριβώς απέναντι σπίτι), στη Τζέιν Χάμφρεϊ, στην Αμπάια Ρουτ, στον Τζόελ, στον Φράνσις και στη Λουίζα Νόρκρος, στον Τζωρτζ Γκουλντ, σε κάποια κυρία δόκτορος Χόλαντ, στον Τζων Γκρέιβς, σε κάποιον κύριο Μπόουλς, στην Κέιτ Τέρνερ, στον Ότις Λορντ, στην κυρία Σουίτσερ, στη Μάργκαρετ Μέιχερ, στον Μακγκρέγκορ και την Σάλι Τζένκινς, σε κάποιον άγνωστο παραλήπτη, και φυσικά στον Χίγκινσον.
[20] "I am small, like the wren, and my hair is bold, like the chestnut bur, and my eyes like the sherry in the glass that the guest leaves." 
[21] "Extraordinary grasp and insight". Ο Μορίς Τόμσον («The Independent») σχολίασε το 1891 πως η ποίησή της συνιστούσε «ένα περίεργο αμάλγαμα σπάνιας ατομικότητας και γνησιότητας».
[22] Κακαρίζουν, μάλλον…(από επιστολή στη Λουίζα και τον Φράνσις Νόρκρος, Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, Αθήνα, Gutenberg, 2013, σελ. 487)
[23] Κάτι που θα συνέβαινε στη Σικελία, μάλλον…(βλ. «Volcanoes be in Sicily And South America-I judge from my Geography —Volcanos nearer here-A Lava step at any time-Am I inclined to climb —-A Crater I may contemplate-Vesuvius at Home».)
[24] Βλ. το ποίημα: I meant to find Her when I came—Death—had the same design—But the Success—was His—it seems—And the Surrender—Mine—I meant to tell Her how I longed- For just this single time—But Death had told Her so the first—And she had past, with Him—To wander—now—is my Repose—To rest—To rest would be-A privilege of Hurricane-To Memory—and Me.
[25] Ο Τζώρτζ Ουίκερ έγραψε, το 1952: «Ίσως ως ποιήτρια να βρήκε την ολοκλήρωση που της έλειπε ως γυναίκας» (This Was a Poet: A Critical Biography of Emily Dickinson).
[26] Α solemn thing-it was-I said- A Women-White-to be-And wear-if God should count me fit- her blameless mystery (Emily Dickinson, 1861 περίπου)
[27] "Me from Myself – to banish – / Had I Art – / Impregnable my Fortress / Unto All Heart – / But since myself—assault Me – / How have I peace / Except by subjugating / Consciousness. / And since We're mutual Monarch / How this be / Except by Abdication – / Me – of Me?".
[28] Ο Τόμας Μπέιλι Όλντριτς, ποιητής και μυθιστοριογράφος, γράφει, τον Ιανουάριο του 1892, στο «Atlantic Monthly» : «Είναι ξεκάθαρο ότι η Μις Ντίκινσον διαθέτει μιαν άκρως αντισυμβατική και γκροτέσκα φαντασία. Έχει βαθιά επηρεαστεί από τον μυστικισμό του Μπλέικ και τον μανιερισμό του Έμερσον. Αλλά η έλλειψη συνοχής και μορφής των στίχων της αποκαλύπτει μια μοιραία, εκκεντρική, ονειροπόλα και ημιμαθή προσωπικότητα, απομονωμένη σε ένα χωριό της Νέας Αγγλίας, που αγνοεί συστηματικά τους κανόνες του τονισμού και της γραμματικής».
[29] "Far more various in its styles and forms than is commonly supposed".
[30] Η Αντριέν Ρίτς, στο βιβλίο της Vesuvius at Home: The Power of Emily Dickinson (1976), ισχυρίζεται ότι η ιδιότητα της ποιήτριας έδωσε δύναμη στην ποιήτρια, η οποία «επέλεξε την απομόνωση, γνωρίζοντας πόσο διαφορετική ήταν ως προσωπικότητα και έχοντας επίγνωση των αναγκών της ως γυναίκας. Επέλεξε προσεκτικά τις συναναστροφές της και έλεγξε τη διάθεση του χρόνου της. Ήταν αποφασισμένη όχι να μετατραπεί σε μιαν εκκεντρική αστή, αλλ’απλώς να επιβιώσει, και προς αυτήν την κατεύθυνση να επιστρατεύσει όλες της τις δυνάμεις.

alt

Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά
Ποιήματα και επιστολές
Emily Dickinson
Ανθολόγηση: Λιάνα Σακελλίου
Μτφρ: Λιάνα Σακελλίου, Άρτεμις Γρίβα, Φρόσω Μαντά
Επιμέλεια: Λιάνα Σακελλίου
Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός 2013
Σελ. 578, τιμή € 29,00

altΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ EMILY DICKINSON 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Είναι οι άνθρωποι ερημιά κι ο τόπος κρύος»

«Είναι οι άνθρωποι ερημιά κι ο τόπος κρύος»

Για την ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου «Αχερουσία η θάλασσα» (εκδ. Γκοβόστη).

Του Μιχάλη Πιτένη

Απ’ άκρη ...
«Θυμάρι ανθίζει στην πλαγιά∙ λιποθυμούν οι μέλισσες»

«Θυμάρι ανθίζει στην πλαγιά∙ λιποθυμούν οι μέλισσες»

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Χ. Θεοχάρη «Ότι εγκρατής η επικράτεια – Ολιγόλεκτα και χάι-κου» (εκδ. Κουκκίδα).

Της Ευσταθίας Δήμου

Η παρουσία του...

«Είναι η χλόη που φυτρώνει όπου υπάρχει χώμα κι όπου υπάρχει νερό»

«Είναι η χλόη που φυτρώνει όπου υπάρχει χώμα κι όπου υπάρχει νερό»

Για την ανθολογία ποιημάτων του Walt Whitman «Φύλλα Χλόης» (μτφρ. Ελένη Ηλιοπούλου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, εκδ. Κέδρος).

Της Άλκηστης Σουλογιάννη

Οι εκδόσ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Εξημέρωση» στον κόσμο των νεκρών

«Εξημέρωση» στον κόσμο των νεκρών

Για την παράσταση του Δημοσθένη Παπαμάρκου «Εξημέρωση» σε σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη, η οποία παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή της Στεγης του Ιδρύματος Ωνάση μέχρι και τις 26 Ιανουαρίου.

Του Νίκου Ξένιου

...
O περίλυπος πότης του Πάτρικ Χάμιλτον

O περίλυπος πότης του Πάτρικ Χάμιλτον

Για το μυθιστόρημα του Patrick Hamilton «Πλατεία Χανγκόβερ» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, επίμ. Νίκος Α. Μάντης, εκδ. Στερέωμα).

Της Νίκης Κώτσιου

Γνωστός κ...

Νταβίντ Γκρόσμαν: «Όταν διαβάζουμε ένα καλό βιβλίο επανακτούμε το πρόσωπό μας»

Νταβίντ Γκρόσμαν: «Όταν διαβάζουμε ένα καλό βιβλίο επανακτούμε το πρόσωπό μας»

Συνέντευξη με τον Iσραηλινό συγγραφέα Νταβίντ Γκρόσμαν (David Grossman) με αφορμή την κυκλοφορία του βραβευμένου με Booker International μυθιστορήματός του «Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ» (μτφρ. Λουίζα Μιζάν, εκδ. Ψυχογιός) και την επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα για την παρ...

Διαφήμιση