x
Διαφήμιση

12 Δεκεμβριου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:05:59:04 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΟΙΗΣΗ Γιώργος Βέης: Ενόραση και αισθητηριακή εμπειρία

Γιώργος Βέης: Ενόραση και αισθητηριακή εμπειρία

E-mail Εκτύπωση

altΜια αναλυτική κριτική μελέτη για το ποιητικό έργο του Γιώργου Βέη με αφορμή την τελευταία ποιητική συλλογή του Βλέπω (εκδ. Ύψιλον).

Της Άννας Αφεντουλίδου

Στο τελευταίο του ποιητικό βιβλίο ο Γ. Βέης φαίνεται να ολοκληρώνει μια ποιητική πορεία, η οποία με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ξεκίνησε επτά περίπου χρόνια πριν, με τη συλλογή Λεπτομέρειες Κόσμων[2]. Εκεί είχαν τεθεί οι αρχές του λυρικού του θεωρήματος με διάσπαρτες ακόμη και αυτόνομες τις δραματικές του εκβολές. Στο Βλέπω, λυρική όραση και δραματική αναπαράσταση, σκέψη και συγκίνηση, κατ’ αίσθησιν αντίληψη και νοητική πρόσληψη συναιρούνται σε ένα σύνολο συνταγματικών κειμένων που αρθρώνουν την συγκρητική κοσμοθεωρία του και το πολυεστιακό ποιητικό του όραμα. Και εξηγούμαι.

Στις Λεπτομέρειες Κόσμων[3] (όπου υπάρχουν δύο ενότητες ποιημάτων: Πλωτά απογεύματα με 36 ποιήματα και Ήλιος σφραγιδόλιθος (υποσαχαρική Αφρική) με 12 ποιήματα), ορίζονται οι συντεταγμένες του λυρισμού του, όπως θα αναπτυχθούν περαιτέρω και στις επόμενες συλλογές του (Ν όπως Νοσταλγία, Μετάξι στον Κήπο) και μάλιστα υπογραμμίζοντας, όπως φαίνεται και από τον τίτλο, την άμεση διασύνδεση του ελάχιστου: λεπτομέρειες με την ολιστική σύλληψη: κόσμων. Τα φυσικά στοιχεία από τα πιο απλά κοσμολογικά, αέρας, νερό, ως τα πιο σύνθετα, φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί-φορείς ενός συμπαντικού, αισθητηριακού αλλά και νοησιαρχικού πνεύματος, συνυπάρχουν με γεγονότα, αφηγήσεις εμπειριών, που αναγνωρίζονται μέσα από τις δραματικές τους συμφύσεις ως συν-αισθηματικά βιώματα με έκτυπα ίχνη στη μνήμη και στη φαντασία.[4] Συνυπάρχουν δηλαδή ποιητικές συλλήψεις, όπως:

Τα φυσικά στοιχεία από τα πιο απλά κοσμολογικά, αέρας, νερό, ως τα πιο σύνθετα, φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί-φορείς ενός συμπαντικού, αισθητηριακού αλλά και νοησιαρχικού πνεύματος, συνυπάρχουν με γεγονότα, αφηγήσεις εμπειριών.

«Ο κέδρος ξεχώρισε κιόλας/ ανάμεσα στους μύθους της αυγής/ διάφανα όλα,/ συγκεκριμένα.// Ίριδες σαν παντού.» (Επικράτεια, σ. 19) και
«Να σ’ αφήσω πάλι να μιλήσεις;/ Όπως παλιά που θόλωνες με τα χνώτα/ το τοπίο και χανόμουν μέσα σε υποθέσεις/…//έχεις αλλάξει ισχυρίζεσαι/ έμαθες πολλά στο μεταξύ/ λύγισες ελαφρά,/ με τις εμπειρίες του χειμώνα/ με τις ανοησίες των άλλων»[…] (Οκτώβριος σ.20)

Συμ-βιώνει η συγκινησιακή αφετηρία και στόχευση μαζί με το αίτημα ενός βαθύτερου στοχασμού, μιας υπαρξιακής αγωνίας που απευθύνεται τόσο στο ασυνείδητο όσο και στη συνείδηση του δέκτη. Συνυπάρχουν δηλαδή κείμενα όπως:

«Το άνοιγμα του κιμονό// τόσο όσο να μην γλιστρήσει/ το γυμνό στο πάτωμα/ να μη γίνει θρύψαλα/ η πανάκριβη στιγμή» (Ακρίβεια, σ.22) και
«Ινδάλματα και απωθημένα της Κίνας/ αποτυπωμένα με ορμή στα άψυχα/ Είναι οι πέτρες, οι βράχοι, οι κορμοί των δέντρων/ που αλλάζουν, που γίνονται με τον καιρό/ σοφίσματα και δόξα, εκμαγεία στοχασμών.» […] (Η βιβλιοθήκη που δεν κλείνει ποτέ σ. 24)

Χαρακτηριστικό το πρώτο ποίημα της συλλογής που ονομάζεται Εισαγωγή και λειτουργεί προεξαγγελτικά ως πρόδρομη παράθεση για το σύνολο του επόμενου ποιητικού του έργου – ιδίως όπως θα αποκρυσταλλωθεί στο Βλέπω (θυμίζοντάς μας το βίωμα «του σκοτεινού δάσους», όπως είχε σημασιολογηθεί από τον Σεφέρη στις Δοκιμές του[5]).

«Την πρώτη φορά πέρασα σχεδόν από πάνω του/ σα να ήθελε να με τραβήξει/ να με πάρει στο φως και στις σκιές του/ δεν έδωσα και πολλή σημασία/ το αεροπλάνο υποσχόταν άλλωστε νέους ορίζοντες/ από το παράθυρό μου μπέρδευα ξανά/ αποστάσεις και επιθυμίες.// Τώρα που περπατώ/ ένα ένα τα μονοπάτια του/ κι ακούω το τραγούδι του/ δεν έχουν τέλος οι φωνές του/ μετρώ στους κορμούς δέος/ και φρόνηση// δάσος με τις σημύδες.» (Εισαγωγή, σ. 13)

Η ποιητική φωνή μπορεί να συν-τονίσει τις αντιθέσεις: φως-σκιά/απόσταση-επιθυμία/ δέος-φρόνηση που διχοτομούν τον άνθρωπο σε σώμα και ψυχή, νόηση και αίσθηση, επιθυμία και αναστολή.

Και μια τελευταία αναφορά-γέφυρα που μας μετα-βιβάζει από τις Λεπτομέρειες Κόσμων στο Βλέπω, το ποίημα Ευφορία, όπου θίγεται η σχέση του ανθρώπου με την αντίληψη του θανάτου, αλλά και το γνωσιολογικό ερώτημα για την δυνατότητα και την προέλευση της γνώσης:

«Βλέπω/
τα μανιτάρια που ευδοκιμούν/ στην υγρασία των τάφων./…// Φυτρώνει στο χώμα το μάθημα/ η φυτολογική εκδοχή της ηθικής»[…] (σ.23)

Αναπαραστατική δομή και πρώτες εικόνες

Η συλλογή Βλέπω περιέχει 94 ποιητικά κείμενα με ποικιλία μορφολογικών παραλλαγών, από στιχουργικά πιο αυστηρά μέχρι σχεδόν πεζολογικά, από ολιγόστιχα, μέχρι πολύστιχες συνθέσεις. Οι τίτλοι από μονολεκτικά ονόματα, μέχρι φραστικά σύνολα που λειτουργούν ως διασκελισμοί των πρώτων στίχων. Διαπιστώνουμε ένα ευρύ φάσμα επομένως. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι επιλεκτικοί αποκλεισμοί: δεν υπάρχει κανένα πεζόμορφο ποίημα. Και ενώ τα κείμενα δεν χωρίζονται σε υπο-ενότητες, ακολουθούν μια δική τους εσωτερική λογική, συνέχονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να αποτελούν κομμάτια ενός συνεπούς συνθέματος.

Το δραματικό και το λυρικό συμφύονται, η σωματική αίσθηση με τη στοχαστική συγκίνηση συντίθενται μέσα στο ίδιο κείμενο, οι τόποι χάνουν το χωροχρονικό τους στίγμα και παγκοσμιοποιούνται.

Παραδειγματικά σχολιάζω σύντομα την ενότητα των πρώτων έξι ποιημάτων: Το πρώτο ποίημα της συλλογής αποτελεί ένα είδος έκκλησης-προσευχής στο θαύμα-δέντρο (σταθερό μοτίβο, σχεδόν σύμβολο στην ποίηση του Βέη) «Τι κείμενο!» αναφωνεί ο ποιητής. «Δέντρο, τιμιότερο των βιβλίων./ Δέξου με.» (Η εφήμερη ωραιότητα της μηλιάς, σ.11). Η ιδιαίτερη θέση του ποιήματος αυτού τονίζεται όχι μόνο επειδή είναι το εναρκτήριο, αλλά και από την από-τύπωσή του: κάθε στίχος χωρίζεται με διπλό τυπογραφικό διάκενο. Στα επόμενα ποιήματα εικονογραφούνται: η έρημος και η ιδιότυπη σοφία της (σ.12), ο αιθήρ με την γνώση της αλήθειας, στον οποίο εμπιστεύεται ο ποιητής τις αράδες του, γιατί τον ωθεί να άρει την σιωπή του (σ.13), η θάλασσα που με τον ιπτάμενο θαλασσοβάτη της διδάσκει την τέχνη του ερωτικού σώματος: «να μάθω να πετάω κι εγώ/ χαμηλά πάνω από το ιερό οστούν,/ τη μέση, τη λεκάνη» (σ.14), η άρση της αντίθεσης του ονειρικού και του ρεαλιστικού βιώματος, η φαινομενική αντίθεση άνοιξης και θανάτου: «ξυπνώντας άκουσε κάτι ακόμα/ «Αγάπη μου»/ γύρισε και είδε/ το ίδιο το φέρετρό του/ από πράσινο γυαλί/ να μπαίνει στο δωμάτιο/ ολόρθο/ σαν την άνοιξη»(σ.15). Και όλα τα προηγούμενα συναιρούνται στο ποίημα Στοργή όπου ο κόσμος του ποιητικού βιώματος γλιτώνει τον μύστη του από το εγκόσμιο οδυνηρό βίωμα της ιστορίας: «…το αεράκι θα φυσήξει, σίγουρο τραγούδι,/ θα μας πάρει πούπουλα του ύπνου/ να μας φέρει στων παραμυθιών τα σοφά λημέρια/…/ χωρίς άλλο νόημα η δόξα των ανθρώπων/ ο πόλεμος, αυτά τα είδωλα του κόσμου/ μόνο ας κρατηθούμε τώρα/ λίγο ακόμα απ’ τα γερά κλαδιά του πεύκου» (σ.16)

Φύση και στοχασμός, έρωτας και θάνατος, η ποίηση ως άλλη πραγματικότητα: όλα τα μεγάλα θέματα έχουν θιγεί. Στα επόμενα ποιήματα ξετυλίγονται ένα ένα, εμπλέκονται και παραλλάσσουν, συλ-λογίζονται και εξατομικεύουν. Το δραματικό και το λυρικό συμφύονται, η σωματική αίσθηση με τη στοχαστική συγκίνηση συντίθενται μέσα στο ίδιο κείμενο, οι τόποι χάνουν το χωροχρονικό τους στίγμα και παγκοσμιοποιούνται: Μέσα στο φως της Ορεστιάδας: «το λευκό χρώμα της αγριοκαροτιάς/ ένα έργο τόσο φυσικό τόσο ολοκληρωμένο/ μέσα στο φως της Ορεστιάδας/ όσο κι αυτό το γινωμένο φιλί/ σέρνεται, αλλά ποτέ δεν φθείρεται/ στην άκρη του λυγμού/ εκεί ακριβώς που οι κνήμες/ έχουν αρχίσει να λιώνουν από το τρέξιμο/ από τις απορίες, τις φασαρίες/ ένα πέλμα, δύο πέλματα ιερά και τρύπια/ στους πέντε δρόμους.» (σ.23)

Κοσμοείδωλο και κοσμο-θεώρηση

Ο Βέης είναι από τους λίγους σύγχρονους Έλληνες ποιητές που αντιμετωπίζει την ποίηση ως μια προσπάθεια αποτύπωσης ενός βιώματος που καλείται να συναιρέσει όλα τα είδη της γνώσης, που αγωνίζεται να γίνει εκείνη η απόλυτη εμπειρία των αισθήσεων, των εικόνων και των ιδεών, η οποία θα οδηγήσει τον άνθρωπο στην πρωταρχική του μήτρα: την αρχέγονη μητέρα-φύση, όπου οι δυισμοί αίρονται, οι παραμορφωτικές συμβάσεις του σύγχρονου πολιτισμού καταργούνται.[6] Η ποίηση γίνεται η απόκρυφη γλώσσα που μπορεί να μας οδηγήσει στη μυστικιστική εμπειρία της ολοκλήρωσης, στην έκ-στασιν ή και στην κάθαρσιν, με ένα βίωμα ανάλογο της ερωτικής έκστασης, που είναι κλήρος των λίγων. Όπως η ηδονή με την οποία η Κίρκη δοκίμασε τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του: οι υπόλοιποι αποκτηνώθηκαν, ο Οδυσσέας κατάφερε να οδηγηθεί στην πιο σπάνια, την ανώτερη γνώση: να φτάσει στην είσοδο του Άδη, αλλά μέσα από το σκοτάδι του να βρει την γνώση που τον οδήγησε και πάλι στο φως και στο ταξίδι. Γι’ αυτό και στην ποίηση του Βέη συναντάμε στοιχεία από την αρχαία ελληνική μυθολογική πίστη (Εκάτη και Κυβέλη, Δήμητρα και Ελευσίνια μυστήρια) αλλά και ανατολικούς θρησκευτικούς μύθους, κυρίως του ινδουισμού, δίπλα σε ιδέες των «φυσικών» προσωκρατικών φιλοσόφων αλλά και του νεότερου δυτικού ορθολογισμού, στοιχεία της σκέψης του Διαφωτισμού.

Η ποίηση γίνεται η απόκρυφη γλώσσα που μπορεί να μας οδηγήσει στη μυστικιστική εμπειρία της ολοκλήρωσης, στην έκ-στασιν ή και στην κάθαρσιν, με ένα βίωμα ανάλογο της ερωτικής έκστασης, που είναι κλήρος των λίγων.

Το ποίημα Ο κόκκινος ιβίσκος θα σβήσει τελευταίος (σσ99-106) αποτελεί ένα είδος συμπυκνωμένης ποιητικής αποτύπωσης αυτού του κοσμοθεωρητικού στίγματος: ο ολιστικός χαρακτήρας του ανατολικού μυστικισμού, η πάλη των κοσμογονικών αντιθέτων στον Ινδουισμό συνυπάρχουν με τον ορθολογισμό του δυτικού Διαφωτισμού των νεότερων χρόνων, αλλά και με πτυχές του αρχαίου ελληνικού παρελθόντος, που περιέχουν σπερματικά τόσο την μυστηριακή πλευρά που σχετίζεται με την γονιμότητα και την εναλλαγή όσο και την αποδεικτική λογική της νεότερης επιστήμης, που στο τέλος του ποιήματος μας προς-γειώνει ξανά στη σκηνή του εγκόσμιου δράματος της Ιστορίας.

«(…)το τραγούδι του Κρίσνα[7] τυλίγεται στα πράγματα[…] μαθαίνουμε να ξεχωρίζουμε εύκολα μέσα στο πλήθος/ το κεφάλι του Βίσνου[8][…] στίχοι από τη Μπάγκαβετ Γκίτα[9][…] α, ναι πέρασε απ’ αυτά τα μέρη και η μεγάλη Βρετανία/…/ υποτροπιάζει ο πολιτισμός/ ίσως κι εδώ ο λόγος να είναι δούλος των παθών/ όπως ακριβώς τον ήθελε εκείνος ο πεισματάρης Σκότος,/ ο Χιουμ[10][…] από μετάξι μυστηρίων η ενότητα των πάντων/ οι λωτοί είναι ήλιοι μικροί/ θα εκραγούν κι αυτοί χρόνια μετά[…] αυτό ειδικά το φως το μελέτησαν πρώτοι/ όσοι υπαγόρευσαν τις Βέδες[11]// το έχουν διυλίσει οι Ουπανισάδες[12][…] στα χρώματα του κήπου-η δύναμη/ μονοθεϊσμοί πολυθεϊσμοί συγκεντρώνονται κι αυτοί εδώ/ λάμπουν[…] δεν ξέρω αν χρειάζεται να βγούμε έξω από τον κήπο/ αν πρέπει να ξαναμπούμε μπουσουλώντας στην Ιστορία/ αλλά εκρήξεις/…// θάνατο στους άπιστους//λατομεία βίας οι πόλεις […]»

alt
   Ο Γιώργος Βέης
 

Κι αυτή η εξ-ιστόρηση γίνεται μέσα από την κατάργηση του χρόνου αλλά και την κατάργηση του ευκλείδειου χώρου της σύμβασης και της συνήθειας. Σαν την διατύπωση μιας νέας κοσμολογίας που μας παραπέμπει με το δικό της αισθησιακό όχημα και μέσα από θρησκευτικές ανατολικές τελετουργίες σε σύγχρονες εκδοχές της θεωρητικής φυσικής, τόσο παρόμοιες, τόσο αντιθετικές μεταξύ τους[13]

«Από τα βάθη των τόπων/ ένας ένας φτάνουν ως εδώ οι χορευτές/ με κόκκινους ιβίσκους στ’ αυτιά/…/ εξογκωμένοι βολβοί, βαμμένα μάτια/ προσηλωμένα μόνιμα σ’ ένα νοητό κάλλος/ σ’ ένα παντοδύναμο μηδέν/…/ μέσα στο ξάφνιασμα του βλέμματος/ περιέχουν όλο τον κόσμο/…// στο τέλος της παράστασης, η καταλλαγή,/ η επίκληση η ιερή:/ΟΜ[14]//…σώματα φερέφωνα/ στα πρόσωπα μια πατρίδα άφεσης// είσοδος στη δεύτερη φύση»

Ενδεικτικά χρονικά ορόσημα οι πρώτοι στίχοι των 4 πρώτων στροφών: «Απέραντο μαυσωλείο μέλλον/…// είναι το πνεύμα που σπρώχνει τον καιρό στο Νέο Δελχί/…// η νωχέλεια γεννάει εδώ επί αιώνες τις μεταφυσικές/…// απόγευμα των δεήσεων υγρό, ανοιχτό»

Χαρακτηριστικά σήματα του ποιητικού χώρου στην 7η ενότητα:

«Πού να οδηγούν οι λεωφόροι του Δαιδάλου;/ έχει κέντρο άραγε αυτή η πόλη,/ υπάρχει άκρη και μέση;/ μπορεί να πέσουμε κι εμείς/ μέσα σ’ αυτό το βιβλίο των κινούμενων εικόνων// ας μη φοβόμαστε όμως/ θα βγούμε ζωντανοί στο τέλος, αλλά διαφορετικοί-/ ας μη σκίσουμε τίποτα./ ας μη σπαταλήσουμε τίποτα/ όλα μετράνε τη στιγμή της εισδοχής, της μύησης//φύλλα του τσαγιού σήμερα οι χάρτες/ κοίτα τις περγαμηνές μεμβράνες του/ εδώ κρύβονται οι εξομολογήσεις[…]»

και στην 8η ενότητα: «η εμπροσθοφυλακή των δικών μας αισθήσεων/ στη λιμνούλα του δημόσιου κήπου τώρα/ η γλώσσα ετοιμάζεται να βγάλει το πουκάμισό της/ φίδι ιερό που τρέφεται με ό,τι καλύτερο έχουμε/ Νέο Δελχί Δελφοί Ινδία Δελχί Δελφοί Ινδία»

Άλλα ερμηνευτικά κλειδιά αυτού του χωροχρόνου υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής. Επιλέγω τέσσερα μικρότερης έκτασης που ωστόσο λειτουργούν ως αρθρωτικοί κρίκοι αρκετά συνεκτικοί, σχετικά με το κοσμοείδωλο που περιγράφηκε παραπάνω.

Γεύμα στην Καστέλα: δηλώνεται με ειρωνικό τρόπο ο χωλός βηματισμός ενός αιτιοκρατικού παρόντος, το οποίο θεωρητικά μπορεί να μας στερήσει από την αμεσότητα των αισθήσεων και να μας οδηγήσει στην τύφλωση, την απώλεια της κατ’ αίσθησιν αντίληψης∙ η διαύγεια της επιστημονικής δια-βάθμισης μάς στερεί από την ολιστική εν-όραση.

«Δεν θα έλεγα όχι για ένα ποτήρι μπύρα/πριν από το μεσημεριανό μας, άλλωστε/ “lakes are more reasonable than oceans”»/είπε ο καθηγητής της φιλοσοφίας,/ο υπερασπιστής των γεύσεων και πρόσθεσε λίγο μετά/ «…το εξ ορισμού αδιάφορο για τις υποθέσεις μας σύμπαν,/αυτός ο μεγάλος, ο αδιάφορος γρύλος,/θα καταφέρει κάποτε να έρθει τόσο πολύ κοντά μας/ώστε να τυφλωθούμε τελείως από διαύγεια/και χρώματα της επιστήμης...» (σ.70)

Ίμερος: αποτυπώνεται με αντιστρόφως ανάλογο, προς το προηγούμενο ποίημα, τρόπο η βιωματική εμπειρία της αισθητηριακής γνώσης, η αξία της οποίας βρίσκεται στο μικρό, το ασήμαντο, στο φαινομενικά ελάχιστο, που κινητοποιεί όμως την ευαισθησία, αυτή την συγκινησιακή βαθύτερη πηγή αντίληψης.

«Σχεδόν ήχος/ μια νότα πιο χαμηλά από τον ψίθυρο/ του σχεδόν νεκρού// λίγο προτού αποχωριστεί, εννοώ, το ξερό φύλλο/ από το κλαδάκι του/ αυτή η τέλεια υπόκρουση/ το θρόισμα ενός γράμματος/ ενός μορίου Γνώσης» (σ.72)

Η προσπάθεια το άρρητο να ειπωθεί, το απόλυτο να ακτινογραφηθεί, το ωραίο να αναπαραχθεί. Η τελειότητα της αισθητικής εμπειρίας ποτέ δεν αποτυπώνεται με τον απόλυτο τρόπο που ο καλλιτέχνης θα ήθελε.

Στάση ζωής: δίνεται με έναν σχεδόν σπαρακτικό τρόπο η προσπάθεια το άρρητο να ειπωθεί, το απόλυτο να ακτινογραφηθεί, το ωραίο να αναπαραχθεί. Η τελειότητα της αισθητικής εμπειρίας ποτέ δεν αποτυπώνεται με τον απόλυτο τρόπο που ο καλλιτέχνης θα ήθελε∙κάτι που καθιστά την προσπάθειά του, με αυτό το παντοτινά ξένο, τραγική.

«Ανήκει βέβαια περισσότερο στο σύμπαν/ παρά σ’ αυτό το φύλλο του τυπωμένου χαρτιού,/ του ήδη μισοξεχασμένου/ κι όμως το έχουμε θελήσει τόσο πολύ/ το έχουμε ονειρευτεί κατάδικό μας/ αλλά εκείνο ξέρει πώς να κρατάει το κεφάλι του ψηλά/ πώς να παραμένει απλησίαστο/ παντοτινά ξένο/ το αηδόνι.» (σ.116)

Εύθραυστον: συντονίζεται η σωματική διάσταση με τη βαθύτερη γνώση∙ η γνώση απορρέει από το σωματικό βίωμα ένας ιδιότυπου αισθησιασμού, που δείχνει τον δρόμο της Κίρκης: η σωματική έκσταση, μέσω της οποίας ακυρώνονται τα όρια του εγώ και του άλλου, η απόλυτη ένωση με το Παν, μπορεί να μην οδηγεί στη συμβατική γνώση, σε μια ψευδοϊστορική όραση, αλλά οδηγεί στη σοφία μέσα από τη λατρεία του σώματος.

«Κράτησε λίγο ακόμη την ανάσα/ το κάθε δευτερόλεπτο λογαριάζει περιπέτειες/ μην πεις για την ώρα τίποτε άλλο/ ανεβαίνω από τα σπλάχνα σου,/ τα σπλάχνα του παντός,/ τυφλός, σοφός κι αγράμματος// υπόσχομαι όμως να γίνω ο πιστότερος φύλακας/ του στήθους σου» (σ.121)

alt

Η σωματική ηδονή ως όρος της αισθητηριακής ολοκλήρωσης

Την άρση της αντίθεσης σώματος-νόησης, τη συσχέτιση της ηδονής με τα όρια της ύπαρξης και τον θάνατο, (συνδεδεμένη και με την νοσταλγία της επιστροφής στο οικείο, στην ποίηση και την πατρίδα) την βλέπουμε με μεγαλύτερη διαύγεια και στις Ανταποκρίσεις:

«Τα νερά τρέχουν στην άκρη του υπόστεγου,/ βρέχει όλη μέρα/ το κινητό ψητοπωλείο αγέρωχο πουλάει βρώση όπως πάντα/ χαράμ ή χαλάλ είναι πεντανόστιμο εδώ το σατέ,/ από μακριά έρχονται να το γευτούν κι ας χάνουν χρόνο/ όχι όμως και την ψυχή τους που λαχταράει ύλη από αρνί/ ή μοσχαράκι, διότι έτσι είναι η ζωή, αυτός ο δισταγμός μεταξύ/ ενός θαυμαστικού κι ενός ερωτηματικού, που λέει ο Πεσσόα,/μαζεύεται όλη στο ξυλάκι του σατέ, στο καλαμάκι της γεύσης,// όχι της πανάκριβης του παραδείσου, αλλά της φτηνής/ του δρόμου/ της αντοχής και της ραστώνης,/των αντιθέτων που γεννούν τις ηδονές,/ προσοχή μόνο μην καρφωθεί στα ούλα/ ή πληγώσει τον ουρανίσκο// το γρήγορο σατέ, στην Ιάβα των θαυμάτων /και στάξει το αίμα/ που φέρνει τους νεκρούς κοντά σου να μυρίσουν φως και τροφή/ ναι, όπως σε κείνη την ποίηση της πατρίδας που πηγαινοέρχεται/ στον κάτω κόσμο.» (σ.25)

Πανάκριβο και φτηνό, παράδεισος και δρόμος, αντοχή και ραστώνη, ηδονή και πόνος, φως και κάτω κόσμος.

Ο τόπος του ποιήματος ορίζεται από το υπόστεγο ενός κινητού ψητοπωλείου, που εφήμερο αλλά και παντοτινό (κινητό-όπως πάντα) πουλά την βρώση του. Οι άνθρωποι που το ποθούν έρχονται από μακριά κι ας χάνουν χρόνο. Το νερό της βροχής, που τρέχει από το υπόστεγο όλη μέρα σηματοδοτεί και τον χρόνο του ποιήματος. Το υπόστεγο προφυλάσσει αλλά δεν σταματά τη ροή της διάρκειας. Αμέσως μετά εδραιώνονται οι αντιθέσεις του κόσμου της αίσθησης και της σκέψης. Η ψυχή λαχταράει το είδωλό της, την ύλη, γιατί έτσι είναι η ζωή: ο δισταγμός μεταξύ του ερωτηματικού και θαυμαστικού του Πεσσόα, (το ανάμεσο του θεού και μη-θεού του Ευριπίδη;) Και ο υπαρξιακός συλλογισμός σώζεται μέσα από τη σωματική αίσθηση, από την αίσθηση της γεύσης και της ηδονής: όλη μας η ύπαρξη συγκεντρώνεται σε ένα φτηνό καλαμάκι, σ’ αυτό που μοιάζει, αλλά δεν είναι ευτελές∙ γιατί είναι η ίδια η ζωή μες στη σοφή της απλότητα. Και συνεχίζουν οι διχοτομικές αντιθέσεις που προσπαθούν να άρουν το ασυμβίβαστο: πανάκριβο και φτηνό, παράδεισος και δρόμος, αντοχή και ραστώνη, ηδονή και πόνος, φως και κάτω κόσμος. Και ο κίνδυνος τη γεύση της ηδονής να συνοδεύσει η οδύνη του θανάτου, το αίμα να φέρει τους νεκρούς είναι κάτι που φαντάζει ως γαλήνια βεβαιότητα, με εκείνο το κυρίαρχο ναι∙ είμαστε ήδη μύστες της, μια που η ποίηση της πατρίδας πηγαινοέρχεται στον κάτω κόσμο, αιώνες τώρα.

Η ηδονή ως απορροή του έρωτα αποτυπώνεται και στο κείμενο: Η διαρκής έκπληξη εκείνων των ερώτων, ένας ύμνος του ερωτικού θαύματος διαποτισμένος όμως και με την πικρία του ανεπίτευκτου

«Ακόμη ένα αλλά γρήγορο σώμα/ το κλέος των προσφορών του/ μέσα στο σκοτάδι γίνεται Κυβέλη/ ή κατά τις περιστάσεις Εκάτη/ ένα σπίτι γεμάτο πυρσούς/ έτοιμο ν’ ανάψει/ οι σπασμοί έχουν αρχίσει από νωρίς/ δάχτυλα ερευνούν απερίσπαστα χάος// Ποιο είναι το αρμόδιο ρήμα/μήπως souffler;/ Αλλά αρκεί για μια τόσο βαθιά πράξη;[…] Με το κορμί να γέρνει ήδη/ πάνω από τα χαντάκι της έξωσης/οι δανειστές να κορυβαντιούν προ πολλού/ εμείς ψάχνουμε στο χάρτη νέες πηγές/ τροφή στα έσχατα των ηπείρων/περισσότερο αποδημητικά πλέον/ παρά σημασίες δίποδες […] Θα επιστρέψω,/ Σίμων ο Μάγος ή απλώς Αλέκος Π./ θα επιστρέψω μέσα στο φως της αλάνθαστης πτώσης.[…] Οι κλειδώσεις μας ποτέ δεν θα πονέσουν/ όσο βάζουμε λίγο μέλι στους αφαλούς/ από εκεί ως το μεδούλι μπορεί να φτάσει/ κι από εκεί ως τους αστερισμούς του Αυγούστου/ να μας δείξει// Μπορούμε ν’ αντέξουμε, σήμερα τουλάχιστον,/ κι άλλη, δίπατη πραγματικότητα/ και το αντίθετό της μαζί/ είμαστε από κεράσια ξαφνικά αδάμαντες.// κάτι από την επανάληψη/ κάτι από την επανάληψη/ έρχεται ο οργασμός να δέσει με το όνειρο της Ρουθ// καθώς κουταβάκια τρέχουμε/ πάνω κάτω στο χαλί της όρεξης και της έκστασης/ όμως/ τα ασταθή βήματα της Πάρκινσον/ τα κραυγαλέα σινιάλα της γεροντικής άνοιας/ τα σφαγμένα βλέμματα της Αλτσχάιμερ/[…]// Παρεισφρέουν πάλι οι γλουτοί/ κι αναστατώνουν για τα καλά/ τη σύνταξη της νύχτας.// Από το μονόλογο της Ευρυδίκης/ καθώς κατεβαίνει ήρεμη την Πατησίων/ προλαβαίνω ν’ ακούσω:/ «…κι η απόσταση που χωρίζει την αριστερή κλείδα/ από τις υποσχέσεις του ουρανού/ μισή ώρα μόνο με τα πόδια είναι/ και μας φαίνεται αιώνας…» (σσ73-76)

Στο κείμενο κυριαρχεί έντονο το σωματικό στοιχείο, οι συνδηλώσεις της σωματικής ηδονής, χθόνιο και σκοτεινό που όμως μας ανυψώνει, η αγωνία μήπως γκρεμιστούμε, μήπως δεν αντέξουμε, η αγωνία της φθοράς και της ασθένειας, αλλά και του ανεπίτευκτου, της ανύψωσης που εμπόδιό της στέκεται ο χρόνος.

Στο κείμενο κυριαρχεί έντονο το σωματικό στοιχείο, οι συνδηλώσεις της σωματικής ηδονής, χθόνιο και σκοτεινό που όμως μας ανυψώνει, η αγωνία μήπως γκρεμιστούμε, μήπως δεν αντέξουμε, η αγωνία της φθοράς και της ασθένειας, αλλά και του ανεπίτευκτου, της ανύψωσης που εμπόδιό της στέκεται ο χρόνος. Υποβάλλονται με έναν άλλοτε πιο λοξό άλλοτε πιο κάθετο άξονα: οι αναφορές σε χθόνιες τελετές και στα ελευσίνια μυστήρια: Κυβέλη, Εκάτη[15], οι πυρσοί[16], οι δανειστές να κορυβαντιούν[17], η αναφορά σε μυστικιστικού τύπου τελετές με τον Σίμωνα τον Μάγο[18], οι σπασμοί, το γρήγορο σώμα, η ψαύση των δαχτύλων, τα αποδημητικά πουλιά αντί για τις δίποδες σημασίες, η επανάληψη που οδηγεί στον οργασμό, η δίπατη πραγματικότητα που μας κάνει κεράσια και αδάμαντες, το μέλι στον αφαλό και οι αστερισμοί του Αυγούστου.

Ορώντας και ακούοντας

Για τον ρόλο που έχει η αισθητηριακή πρόσληψη στην αποτύπωση του λυρικού οράματος του ποιητή, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε αναλυτικά τις περιπτώσεις, όπου εμφανίζεται η όραση ως αίσθηση-φίλτρο του έξω και έσω χώρου, ως οδός αντίληψης, συν-αισθήματος και γνώσης. Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αποκτά η αντιστοίχιση με τα αισθητηριακά ερεθίσματα της ακοής. Με την επιφύλαξη ότι οι κάτωθι αναφορές είναι κάπως συμβατικά καταμετρημένες-υπάρχουν περιπτώσεις αρκετές όπου υποβάλλεται κάποιο ερέθισμα χωρίς να κατονομάζεται. Αυτές δεν καταλογίζονται στον πίνακα. Για την δυσκολία και τον σκεπτικισμό που κρύβουν τέτοιου είδους κατατμήσεις αναφέρω το ωραίο οξύμωρο στη σελ. 65, που με ανάγκασε να το εντάξω αμήχανη και στις δύο στήλες: η αγωνία του να κάνει το αυτί μας να δει.

Όραση Ακοή
τον έχω δει μια φορά στα μάτια σου/να χαίρεται τον θαλασσοβάτη(σ.14) ξυπνώντας άκουσε κάτι ακόμα(σ.15) 
γύρισε και είδε/το ίδιο το φέρετρό του(σ.15) μετά το αεράκι θα φυσήξει, σίγουρο τραγούδι(σ.16)
εικόνες έτοιμες να μας κρατήσουν επιτέλους μέσα τους(σ.16) η φωνή του τοπίου (σ.22)
έγκλειστες, με άδεια μάτια [λέξεις] (σ.17) όπως ηχώ το θέλει (σ.26) 
μέσα στο όραμα του δειλινού (σ.19) [οι σκιές] μας ακούν και μας προσέχουν όλους μας (σ.28) 
ξέπνοα βλέμματα των παρ’ ολίγον ναυαγών (σ.21) στην ευρυχωρία των ανεξίτηλων ήχων (σ.34) 
κι όμως η αίσθηση από τότε/μια ευθεία γραμμή να με συνδέει/σαν όραση// φωτογραφία που ποτέ δεν βγήκε(σ.22) φτάνει ο ήχος του τρόμου, ο παγωμένος ήλιος (σ.40) 
μέλος στην άκρη του σύμπαντος βλέμματος(σ.26) την άκουγα καθαρά όμως/όπως ακριβώς οι πρώτοι άνθρωποι του κόσμου/μού τη διάβαζε από την αρχή ως το τέλος/με την ίδια άνεση/ο σπίνος (σ.42) 
Δες τα/δεν ξέρουν τα έρημα πού να κρυφτούν[…]δες τα τώρα[τα άλογα] (σ.31) η ευφράδεια των σπάρτων (τίτλος, σ.48) 
αφήνουν το φρύδι του τοπίου/για να σταθούν εκεί που τους είδες την πρώτη φορά (σ.39) ηχηρή υπόσχεση (σ.49) 
η θέα του παραδόξου, του φαλακρού φευ, ένα/τίποτα στην απεραντοσύνη των τοπίων μου (σ.41) τους άκουσα σε μια στάση τους στην Τανάγρα /στο ραδιόφωνο έπαιζαν Παλεστρίνα(σ.51) 
δεν μπόρεσα πάλι να τη διακρίνω/όσο κι αν προσπάθησα δεν είδα τίποτε/κρυβόταν συνεχώς η κειμενοβουνοπλαγιά (σ.42) αφοσίωση στο σπέρμα της μουσικής/στον ψίθυρο του γλιτωμού (σ.56) 
κοιτάζω τώρα το στήθος σου στη φωτογραφία/…/τη διάρκεια των σπασμών στον ήρωα μυαλό(σ.50) ο καλός λιθοξόος ακούει (σ.63) 
την κοιτάς για λίγο κι αυτό αρκεί (σ.51) εκείνοι, συγχωριανοί της δεν την άκουγαν (σ.64) 
ιδίως όταν βλέπει ξαφνικά να έρχεται προς το μέρος του/εκείνη η αλάνθαστη λέξη στιλέτο (σ.53) Η αγωνία του να κάνει το αυτί μας να δει(σ.65) 
τι να προλάβει το μάτι/πείνα του όρθρου και της Πούλιας είναι αυτή (σ.59) και πώς ν’ αντέξει κι άλλο τη βουή της νύχτας/ εικόνες έρχονται από παντού να τον αγκαλιάσουν (σ.66) 
κάποτε μάλιστα είχαμε φτερά-κοίτα(σ.63) σχεδόν ήχος/μια νότα πιο χαμηλά από τον ψίθυρο/…//αυτή η τέλεια υπόκρουση/το θρόισμα ενός γράμματος (σ.72) 
Κοιτάζει με προσοχή το ζητιάνο της γειτονιάς(σ.65)Η αγωνία του να κάνει το αυτί μας να δει (ό.π.) από το μονόλογο της Ευρυδίκης/…/ προλαβαίνω ν’ ακούσω (σ.76) 
ο βαρδιάνος δεν έχει ενόραση, κλείνει τα μάτια/οι πρώτες ψιχάλες, τα δάκρυα/και πώς ν’ αντέξει κι άλλο τη βουή της νύχτας/ εικόνες έρχονται από παντού να τον αγκαλιάσουν (σ.66) μέσα στο κεφάλι μου τελικά, βαθιά/ν’ ακούω ως τα ξημερώματα/το τραγούδι (σ.78) αγάπη μην πεις ξανά παρά μόνο πηγάδι/μια αηδία στο στόμα, αλλά θέλω μουσική ( ό.π.) 
τώρα μπορούμε να τον κοιτάξουμε στα μάτια (τίτλος σ.69) έκκριση και ο ίδιος/ενός θεάματος που καταρρέει σε λίγο(ό.π) κι έπειτα θυμάμαι ακόμη εκείνο τον πάταγο/καθώς έπεσε η τελευταία σου λέξη στο λαμπαδιασμένο/πάτωμα (σ.93) 
ώστε να τυφλωθούμε τελείως από διαύγεια/και χρώματα της επιστήμης (σ.70) έλα, είναι καθαρή ως πέρα η παραλία/την ακούς, δεν την έχεις (σ.98) 
η υστερία της φωτιάς στα μάτια (σ.85) προφέρει τα ονόματά μας (σ.101) 
βαθιά στα μάτια του σκύλου μου (τίτλος, σ.94) στα μάτια του κάθε ανθρώπου/…/είναι πάντα τόσο χαρούμενος όταν με κοιτάζει/με ακλόνητη βεβαιότητα στα μάτια (ό.π.) και η μουσική, η μουσική/εξογκωμένοι βολβοί, βαμμένα μάτια/…/κινήσεις που γεννιούνται πεθαίνουν γεννιούνται/μέσα στο ξάφνιασμα του βλέμματος/…/συνομιλούν με τα δέντρα,/τους είδαμε πολλές φορές/όπως εμείς μιλάμε στους γείτονές μας/…/μουσική, μουσική//ακινησία αιφνίδια, τα φλάουτα βουβά/…/η επίκληση η ιερή:/ΟΜ//πέρασμα συμφιλίωση φώτιση ηχώ:/ΟΜ (σ.104) 
μας έχει δει προφανώς σ’ ένα άλλο όνειρο (σ.101) μόνο μιλάνε πέτρες (σ.109) 
εξογκωμένοι βολβοί, βαμμένα μάτια/…/κινήσεις που γεννιούνται πεθαίνουν γεννιούνται/μέσα στο ξάφνιασμα του βλέμματος/…/συνομιλούν με τα δέντρα,/τους είδαμε πολλές φορές/(σ.104) πες μου να ξέρω, θυμάμαι πάντα σ’ άκουγα σκιά (σ.111) 
Μάτια δόκανο(τίτλος, σ.110) πάνω μας το βλέμμα της καρφώνει/η τσίχλα στο κέντρο του κήπου (ό.π.) τι θέλει άραγε τόση ώρα να μας πει η παιωνία;/Μήπως ότι απ’ τον πόθο μας λείπει η σοφή μουσική; (σ.114) 
του φτάνει να βλέπει στα μάτια των λίγων ζώων/που τον πλησιάζουν/τον εαυτό του/δηλαδή τον ίδιο τον Θεό/σαν χάρισμα (σ.117) όλοι σαν κουφοί γύρω της (σ.122) 
πάντα έτοιμος να διαβάσει τον κόσμο γύρω του/ακόμα και στο μάτι της φουρτούνας έχει πετάξει/…/γράφω για έναν ώριμο ψαραετό της Λήμνου (σ.118) μια κραυγή πληγωμένου βαριά οπλίτη (σ.132) 
Άσε με να τον δω/να μάθω καλά την κάθε στιγμή/…/είναι η τελευταία φορά που δύει/μέσα στο βλέμμα σου/ένας ήλιος τόσος δε πνίγεται στην κόρη των ματιών σου (σ.120)  
ανεβαίνω από τα σπλάχνα σου /…/τυφλός, σοφός κι αγράμματος (σ.121)  
βαθιά στα μάτια του άλλου σκύλου (τίτλος, σ.129)  
διαβάζω μέσα στην κόρη των οφθαλμών/ένα τίποτα σχέδιο (σ.132)  

Διαπιστώνουμε πως οράται ένας ιδιόμορφος τόπος-χαμαιλέων, μια διάσταση του χωροχρόνου, όπου το εθνικό και το πανανθρώπινο, το ιστορικό παρελθόν και η βάδιση του μέλλοντος χάνουν τα αυστηρά τους όρια. Μ’ αυτόν τον τρόπο ανα-δομείται η αντίληψη που έχει αποκρυσταλλωθεί για την Ιστορία, για την αλήθεια, για εμάς που μένουμε πίσω και αφουγκραζόμαστε περιμένοντας τον ποιητή-μύστη που την ανα-γνωρίζει λέξη-λέξη, γράμμα-γράμμα, όπως ορά και αφουγκράζεται σκαρφαλώνοντας στα μυστικά κλαδιά των κρυμμένων απαντήσεων ή όπως αρπάζεται από την δύναμη των αναπάντεχων συναντήσεων.

Το δι-ορατικό αυτό ταξίδι είναι προ πάντων εσωτερικό, όπου ο τόπος είναι οι άνθρωποι, η αίσθηση και η σκέψη τους.

Το δι-ορατικό αυτό ταξίδι είναι προ πάντων εσωτερικό, όπου ο τόπος είναι οι άνθρωποι, η αίσθηση και η σκέψη τους, που προέρχονται από την ένωση με το πρωταρχικό, το αρχετυπικό άρα το πανανθρώπινο, και ξαναγυρνάμε πάλι εκεί, στην αρχική μήτρα της Γης: Φύση και Νους και Αίσθηση είναι ένα. Εξάλλου το Ταξίδι[19] απηχεί γενικότερα την ανάγκη να ξε-φύγουμε, να ανα-γνωρίσουμε ξανά τον Εαυτό, τον Τόπο, τον Χρόνο μας, αλλά και να περιηγηθούμε στον εσωτερικό χωροχρόνο μας για την αναζήτηση αυτού που δεν υπάρχει, παρά μόνο για όσους επιθυμούν να ανακαλύψουν ό, τι το καθημερινό βλέμμα θάβει κάτω απ' τη συνήθεια.

Κυρίαρχη διαπιστώνουμε και την αντίθεση ανάμεσα στην μνήμη-γνώση της ιστορίας που αλλοιώνει μες απ’ το φίλτρο της την άμεση αισθητηριακή πρόσληψη της επιθυμίας, διαρρηγνύοντας την πρωτεϊκή σχέση με την μήτρα-φύση. Αλλά η ποιητική φωνή επιμένει παρόλο το μάταιο της προσπάθειας – ή ακριβώς εξαιτίας του: βλέμμα πέρα από την πείρα, βλέμμα συγκινησιακό της εν-όρασης.

alt

Αισθησιασμός και αισθητική συγκίνηση: ένας υπόρρητος διάλογος με τον Σεφέρη

Η αισθησιακή εμπειρία που υποβάλλεται από το ποίημα Η διαρκής έκπληξη εκείνων των ερώτων και ο συσχετισμός της με το αισθητικό βίωμα, που σπερματικά διαχέεται και σε άλλα κείμενα της συλλογής (ιδιαίτερα όταν το συν-αναγνώσουμε με το Ο κόκκινος ιβίσκος θα σβήσει τελευταίος και την ενότητα του τελετουργικού χορού) φέρνει στο νου τον Νιζίνσκι[20] του Γ. Σεφέρη. Εκεί ο Σεφέρης σε μια αφήγηση που έχει όμως πιο ξεκάθαρη αρχή, μέση και τέλος (για να θυμηθούμε και το ποίημα Ενθύμιον όπου γίνεται αναφορά σε μια ρήση του Γ. Βαρβέρη[21]) αναδιηγείται μιαν παρ-αισθητική εμπειρία (ο αφηγητής, ενώ κάθεται μόνος μπροστά στο τζάκι του σπιτιού του, «βλέπει» ξαφνικά τον χορευτή Νιζίνσκι να αναπαριστά ένα χορευτικό δρώμενο μπροστά του) εξώφθαλμα ομόλογη με αυτήν του ερωτικού βιώματος και η οποία ταυτίζεται με τον αγώνα και την αγωνία του καλλιτέχνη στην προσπάθειά του να αποτυπώσει μια σχεδόν μυστικιστική εμπειρία των αισθήσεων και του νου. Στα Άπαντα του Σεφέρη το πεζόμορφο κείμενο αποτελεί ένα από τα Πέντε ποιήματα του κ. Σ.Θαλασσινού[22].

Η αισθητηριακή εμπειρία στον Βέη δεν έχει την παραισθητική διάσταση του Σεφέρη, διατηρεί ωστόσο την ενορατική της απόληξη.

Στο κείμενο του Σεφέρη, τα αισθητηριακά ερεθίσματα οδηγούν στην ένταση του συναισθήματος (κυρίαρχη η όραση: κοιτάζω, βλέπω, παρατηρώ, έκλεισε τα μάτια, άνοιξε τα μάτια και η ακοή: ήχος του οργανέτου, ήχος από κύμβαλο, σουραύλι, πέταγμα των πουλιών, ήχος της προσωπίδας). Το αίσθημα της ζέστης εντείνεται και κορυφώνεται, καθώς περνά απ’τα εξωτερικά ερεθίσματα: κάρβουνα/σπίρτα/φωτιά/ αλλά και τα χρώματά τους: κόκκινασπίρτα/βυσσινί χαμόγελο/ πορφυρό κυπαρίσσι, στο σώμα του αφηγητή: Ένιωθα στα πόδια ένα ζεστό στρώμα από πούπουλα και σφυγμούς να φουσκώνει. Τον κοίταζα με μια παράξενη θέρμη που κυρίευε το κορμί μου σαν κυκλοφορία. Αμέσως μετά την κορύφωση του αισθήματος, με το πέταγμα των πουλιών και την συνεχή επανάληψη του ήχου που διακόπτεται, η αίσθηση της ζέστης μεταλλάσσεται το ίδιο αιφνίδια στο αντίθετό της: Έπειτα σταμάτησε απότομα. Ένας ξαφνικός αέρας με χτύπησε παγωμένος, για να οδηγήσει στην κούραση αλλά και την γαλήνη: Έβλεπα τους πόρους στο δέρμα του να βγάζουν ψιλές στάλες ιδρώτα. Κάτι σα λαχάνιασμα με βάραινε(…) Μολονότι βρισκόμουν μπροστά σε μιαν αγωνία, είχα το συναίσθημα πως είμουν καλύτερα, πως είχα κάτι νικήσει. Οι οπτικές και ηχητικές παραστάσεις οδηγούν με ένα είδος κλιμάκωσης στο αίσθημα της ζέστης και του κρύου, της ζάλης και του λαχανιάσματος και ταυτοχρόνως την σκέψη και την μνήμη στην κινητοποίηση (Θυμάμαι/μ’ έκανε να συλλογιέμαι/δεν ξέρω/[και μετωνυμικά]σκόνταψε σ’ ένα βιβλίο/προσπάθησα να εξηγήσω/), για να καταλήξουν σε μια σύνθετη συγκίνηση, ενός συναισθήματος που γίνεται αντιληπτό και σε συνειδησιακό επίπεδο, σε ένα είδος υπεροχής: είχα το συναίσθημα πως είμουν καλύτερα, πως είχα κάτι νικήσει. Ενώ ο χορευτής εξουθενωμένος από τον εκ-στατικό χορό και αφού σκοντάφτει σε ένα βιβλίο (μετωνυμικός υπαινιγμός της σκέψης;), γονατίζει μπροστά στον αφηγητή και χάνεται βυθιζόμενος στις πράσινες παγόδες (συνεκδοχικά υποβάλλεται κάτι από τον ανατολικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό μυστικισμό;) του χαλιού που βρίσκεται μπροστά στο τζάκι.

Ομόλογες τέτοιες εμπειρίες υπάρχουν διάσπαρτες σε πολλά από τα κείμενα στο Βλέπω, αν και ο χώρος είναι τις περισσότερες φορές εξωτερικός και ως δρώντα πρόσωπα εναλλάσσονται άνθρωποι, φυτά, ζώα, οι οποίοι και παρουσιάζονται ως ισότιμοι φορείς της συμπαντικής ύλης, των αισθήσεων και της εμπειρίας.

Η αισθητηριακή εμπειρία στον Βέη δεν έχει την παραισθητική διάσταση του Σεφέρη, διατηρεί ωστόσο την ενορατική της απόληξη∙ ωστόσο στην παραγωγή του συγκινησιακού βιώματος του Βέη συμβάλλει και η συλλογιστική πορεία της νοητικής σύλληψης, άλλοτε ως ισότιμος άλλοτε ως δευτερογενής όρος. Έτσι, φαίνεται να καταργούνται ως απαγορευμένες για την ποιητική ενόραση οι περιοχές της αντίληψης και της νόησης. Ο Βέης αναγνωρίζει τις δεσμεύσεις του από το νοησιαρχικό παρελθόν, ιδιαίτερα του Δυτικού ανθρώπου και αναζητά την αφομοίωσή τους μέσα από το μυστικιστικό βίωμα της Ανατολής ή/και μέσα από ομόλογα αρχέγονα κατάλοιπα, όπως αυτά επιβιώνουν στις αρχαίες ελληνικές τελετουργίες( πχ τα Ελευσίνια μυστήρια). [23]

Ίσως κάπως έτσι μπορούμε να δικαιολογήσουμε πως παρόλες τις ομοιότητες, παραμένει η αντίθεση ανάμεσα στην δραματική απαισιοδοξία του Σεφέρη, η οποία προκύπτει από την εγκόσμια ιστορική τοποθέτησή του και στη λυρική αισιοδοξία του Βέη, η οποία απορρέει από την κοσμική, σχεδόν συμπαντική του οπτική.

Επιλογικά

Στο Βλέπω το ποιητικό φάσμα επεκτείνεται από τους υποδοχείς της λυρικής επιφάνειας στα όρια του δραματικού βάθους με μια συνεχή προσπάθεια ενοποίησης. Η εταστική ματιά μεταλλάσσεται συνεχώς σε σπουδή της απρό-βλεπτης εμπειρίας που, είτε ενδίδει είτε αντιστέκεται στις ιδεολογικές σχηματοποιήσεις, καταφέρνει να συναιρέσει το εκτατικό με το εντατικό, να διευρύνει το ιδιωτικό στο δημόσιο, να συνυπάρξει το διδακτικό με το αυτογνωστικό. Ακυρώνοντας τις όποιες ενστάσεις για τους αμοιβαίους αποκλεισμούς: η νεότητα ανήκει στο μικροσκοπικό εδώ-και-τώρα, ενώ η ωριμότητα μακροσκοπεί στο α-θέατο. Ο ποιητής δεν έχει ανάγκη από διορθωτικούς των συμβάσεων φακούς. Η διάθλαση ορίζει τον κόσμο του. Η παρέκκλιση την όρασή του. Ένα ποιητικό βλέμμα που διηθείται μέσα από ένα σύνθετο σύμπλεγμα μυθικών και λογοτεχνικών παραπομπών, μια ποιητική ματιά που απορροφά το ερωτικό μέσα από έναν φυσιοκρατικό αισθησιασμό, χωρίς περιττές αισθηματολογίες. Εξάλλου, οι ποιητικοί αισθητήρες έχουν εδώ και αιώνες κατορθώσει να ανιχνεύσουν, να αντιληφθούν και να αποτυπώσουν τη σκοτεινή συμπαντική μας ύλη, προτού θριαμβολογήσουν οι Φυσικοί επιστήμονες για το επίτευγμα των διαστημικών τους τηλεσκοπίων μεσούσης της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αι. Γιατί μόνο μέσα από την ερωτική ή/και ποιητική Έκσταση, δίνοντας αιματηρή μάχη με τη μνήμη, που βασανίζει με τα διλήμματα της εμπειρίας, μπορούμε να ψηλαφήσουμε για λίγο την αλήθεια και την ομορφιά. Μια αλήθεια που, όσο κι αν στο ανοιχτό βιβλίο του κόσμου μπαινοβγαίνουμε φιλάγρυπνοι, βρίσκεται πάντα κρυμμένη στα πιο απλά.

* Η ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ είναι ποιήτρια και φιλόλογος.

[1] Γιώργος Βέης, Βλέπω, εκδ.Ύψιλον, 2013.
[2] Στον κομβικό ρόλο αυτής της συλλογής αναφέρεται και ο Αλέξης Ζήρας στοΣυγκριτικές παρατηρήσεις για την ποίηση του Γιώργου Βέη, περ. Τα Ποιητικά.
[3] Γιώργος Βέης, Λεπτομέρειες κόσμων, εκδ. Ύψιλον, 2006.
[4] Σημάδια αυτών των αναπαραστατικών σκηνών, όχι όμως με τον ίδιο αυτονομημένο τρόπο, στο Βλέπω συναντούμε ελάχιστα: πχ στη Νέα Σελήνη (σ49) ή στο Θα σου τηλεφωνήσω (σ96).
[5] «Ο έλεος: η δύναμη που μας κάνει να μένουμε προσκολλημένοι στην ψυχική μας κατάσταση τέτοια που ήταν ως τη στιγμή της ποιητικής εμπειρίας, η στοργή για τις συνήθειές μας (…) Ο φόβος: το αντίκρυσμα της έλξης που μας τραβάει έξω απ’ αυτά, ο «σκοτεινός δρόμος», η selva oscura, η γύμνια μέσα σ’ έναν πρωτοφανέρωτο κόσμο [το βίωμα του «σκοτεινού δάσους»]. Η κάθαρση; Η ισορροπία των δύο αυτών δυνάμεων, η αποτελείωση της ποιητικής εμπειρίας» (Γ. Σεφέρη, Δοκιμές, τ.1).
[6] Ενδεικτικά αναφέρω ανάλογο προβληματισμό για τις διαστάσεις και την ποιότητα της ποιητικής «εμπειρίας» παλαιότερων ποιητικών γενιών: την αντίληψη του Σολωμού πως «πρέπει πρώτα με δύναμιν να συλλάβει ο νους κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθή ό,τι ο νους εσυνέλαβε(«Δ.Σολωμού Άπαντα, τ.1), τη θέση του Παλαμά για «την μουσική και λογική στην ποίηση»(Κ.Παλαμά, Άπαντα, τ.12),αλλά και του Σεφέρη «Η δουλειά του ποιητή είναι να μας προσφέρει την ποιητική κάθαρση με τα πάθη και τους στοχασμούς που αισθάνεται μέσα του και γύρω του.» (Γ.Σεφέρη, Δοκιμές, τ.1).
[7] Θεότητα του Ινδουισμού.
[8] Θεότητα του Ινδουισμού.
[9] Ιερό ινδουιστικό κείμενο.
[10] David Hume (1711-1776), Σκωτσέζος ιστορικός και φιλόσοφος της περιόδου του Διαφωτισμού.
[11] Ιερά ινδουιστικά κείμενα.
[12] Ιερά ινδουιστικά κείμενα.
[13] Πχ στο «ανθρωπικό αξίωμα» αλλά και την θεωρία για «τα παράλληλα σύμπαντα», της «υπεσυμμετρίας», όσο και την θεωρία της «ειδικής σχετικότητας».
[14] Μυστικιστική, ιερή συλλαβή στις ινδικές θρησκείες.
[15] Θεότητες που συσχετίζονται με την αρπαγή της Περσεφόνης και την αναζήτησή της από την Δήμητρα.
[16] Κατά την τέλεση των Ελευσινίων μυστηρίων υπήρχε τελετή όπου οι μύστες κρατούσαν αναμμένους πυρσούς.
[17] κορυβαντιώντες: οι συμμετέχοντες σε τελετές με οργιαστικό χαρακτήρα.
[18] Για τον οποίο η παράδοση αναφέρει ότι αναλήφθηκε από δαίμονες, για να κατακρημνιστεί με θεία παρέμβαση.
[19] Είναι γνωστά εξάλλου τα πολλά και ιδιαίτερα ταξιδιωτικά κείμενα του Γιώργου Βέη.
[20] Παρουσιάστηκε καθὼς κοίταζα στὸ τζάκι μου τ᾿ ἀναμμένα κάρβουνα. Κρατοῦσε στὰ χέρια ἕνα μεγάλο κουτὶ κόκκινα σπίρτα. Μοῦ τὄ ῾δειξε σὰν τοὺς ταχυδακτυλουργοὺς ποὺ βγάζουν ἀπὸ τὴ μύτη τοῦ διπλανοῦ μας ἕνα ἀβγό. Τράβηξε ἕνα σπίρτο, ἔβαλε φωτιὰ στὸ κουτί, χάθηκε πίσω ἀπὸ μία πελώρια φλόγα, κι ὕστερα στάθηκε μπροστά μου.Θυμᾶμαι τὸ βυσσυνί του χαμόγελο καὶ τὰ γυαλένια του μάτια. Ἕνα ὀργανέτο στὸ δρόμα χτυποῦσε ὁλοένα τὴν ἴδα νότα. Δὲν ξέρω νὰ πῶ τί φοροῦσε. Μ᾿ ἔκανε νὰ συλλογιέμαι ἐπίμονα ἕνα πορφυρὸ κυπαρίσσι. Σιγὰ σιγὰ τὰ χέρια του ἄρχισαν νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ τὸ τεντωμένο του κορμὶ σὲ σταυρό. Ἀπὸ ποῦ μαζεύτηκαν τόσα πουλιά; Θὰ ῾λεγες πὼς τὰ εἶχε κρυμμένα κάτω ἀπὸ τὶς φτεροῦγες του.Πετοῦσαν ἀδέξια, παλαβά, μὲ ὁρμὴ -χτυποῦσαν πάνω στοὺς τοίχους τῆς στενῆς κάμαρας, πάνω στὰ τζάμια, καὶ στρώνανε τὸ πάτωμα σὰ χτυπημένα. Ἔνιωθα στὰ πόδια ἕνα ζεστὸ στρῶμα ἀπὸ πούπουλα καὶ σφυγμοὺς νὰ φουσκώνει.Τὸν κοίταζα μὲ μία παράξενη θέρμη ποὺ κυρίευε τὸ κορμί μου σὰν κυκλοφορία. Ὅταν τέλειωσε νὰ ὑψώνει τὰ χέρια, ὅταν οἱ παλάμες του ἄγγιξαν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη, ἔκανε ἕνα ξαφνικὸ πήδημα, σὰ νὰ εἶχε σπάσει τὸ ἐλατήριο τοῦ ρολογιοῦ μπροστά μου. Χτύπησε στὸ ταβάνι ποὺ ἤχησε μονοκόμματα μ᾿ ἕναν ἦχο κυμβάλου, τέντωσε τὸ δεξί του χέρι, ἔπιασε τὸ σύρμα τῆς λάμπας, κουνήθηκε λιγάκι, ἀφέθηκε, κι ἄρχισε νὰ γράφει μέσα στὸ σκοτεινὸ φῶς, μὲ τὸ κορμί του τὸν ἀριθμὸ 8.Τὸ θέαμα αὐτὸ μὲ ζάλισε καὶ σκέπασα μὲ τὰ δυό μου χέρια τὸ πρόσωπό μου. Ἕσφιγγα τὸ σκοτάδι πάνω στὰ βλέφαρά μου, ἀκούγοντας τὸ ὀργανέτο ποὺ ἐξακολουθοῦσε ἀκόμη στὴν ἴδια νότα κι ἔπειτα σταμάτησε ἀπότομα. Ἕνας ξαφνικὸς ἀέρας μὲ χτύπησε, παγωμένος. Ἔνιωσα τὰ πόδια μου ξυλιασμένα. Ἄκουσα ἀκόμη ἕνα χαμηλὸ καὶ βελουδένιο ἦχο φλογέρας, κι ἀμέσως ἔπειτα, ἕνα στρωτὸ καὶ παχὺ πλατάγισμα. Ἄνοιξα τὰ μάτια. Τὸν εἶδα πάλι νὰ πατᾶ μὲ τὰ νύχια σὲ μιὰ κρυσταλλλένια σφαίρα, στὴ μέση της κάμαρας, κρατώντας στὸ στόμα ἕνα ἀλλόκοτο πράσινο σουραύλι, ποὺ τὸ κυβερνοῦσαν τὰ δάχτυλά του, σὰ νὰ εἴταν ἑφτὰ χιλιάδες. Τὰ πουλιὰ τώρα ξαναζωντάνευαν μὲ μία ἐξωφρενικὴ τάξη, ὑψωνόντουσαν, σμίγανε, σχηματίζανε μία χοντρὴ συνοδεία ποὺ θὰ μποροῦσες νὰ τὴν ἀγκαλιάσεις, καὶ βγαίναν πρὸς τὴν νύχτα, ἀπὸ τὸ παράθυρο ποὺ δὲν ξέρω πῶς, βρέθηκε ἀνοιχτό.Ὅταν δὲν ἀπόμεινε πιὰ οὔτε μισὴ φτερούγα, ἐκτὸς ἀπὸ μία πνιγερὴ μυρωδιὰ κυνηγιοῦ, ἀποφάσισα νὰ τὸν κοιτάξω κατὰ πρόσωπο. Πρόσωπο δὲν ὑπῆρχε- πάνω ἀπὸ τὸ πορφυρὸ κορμί, θἄ῾λεγες ἀκέφαλο, καμάρωνε μία μαλαματένια προσωπίδα, ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ βρέθηκαν στοὺς μηκυναϊκοὺς τάφους, μ᾿ ἕνα μυτερὸ γένι ποὺ ἄγγιζε τὴν τραχηλιά. Προσπάθησα νὰ σηκωθῶ. Δὲν εἶχα κάνει τὴν πρώτη κίνηση, κι ἕνας κατακλυσμιαῖος ἦχος, σὰν νὰ εἶχαν σωριαστεῖ μία στίβα τάσια σὲ νεκρώσιμο ἐμβατήριο μὲ κάρφωσε στὴ θέση μου.Εἶταν ἡ προσωπίδα. Τὸ πρόσωπό του φανερώθηκε πάλι, ὅπως τὸ εἶδα στὴν ἀρχή, τὰ μάτια, τὸ χαμόγελο καὶ κάτι ποὺ τώρα παρατηροῦσα γιὰ πρώτη φορά: τὸ λευκὸ δέρμα τεντωμένο ἀπὸ δυὸ κατάμαυρα τσουλούφια ποὺ τὸ δάγκωναν μπροστὰ στ᾿ αὐτί. Δοκίμασε νὰ πηδήξει, μὰ δὲν εἶχε πιὰ τὴν εὐκινησία του τὴν πρώτη. Θαρρῶ μάλιστα πὼς σκόνταψε σ᾿ ἕνα βιβλίο πεσμένο κατὰ τύχη καὶ γονάτισε μὲ τὸ ἕνα γόνατο. Μποροῦσα τώρα νὰ τὸν κοιτάξω μὲ προσοχή. Ἔβλεπα τοὺς πόρους στὸ δέρμα του νὰ βγάζουν ψιλὲς στάλες ἱδρώτα. Κάτι σὰ λαχάνιασμα μὲ βάραινε. Προσπάθησα νὰ ἐξηγήσω γιατί τὰ μάτια του μοῦ εἶχαν φανεῖ τόσο περίεργα. Τἄ῾κλεισε. Ἔκανε νὰ σηκωθεῖ, μὰ θὰ εἴταν τρομερὰ δύσκολο, γιατὶ φαινόταν ν᾿ ἀγωνίζεται νὰ μαζέψει ὅλη του τὴ δύναμη, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ καταφέρει τίποτε. Ἀπεναντίας γονάτισε καὶ μὲ τὸ ἄλλο γόνατο. Ἔβλεπα τὸ ἄσπρο δέρμα τρομερὰ χλομό, πρὸς ἕνα κίτρινο φιλντισί, καὶ τὰ μαῦρα μαλλιὰ σὰ πεθαμένα. Μολονότι βρισκόμουνα μπροστὰ σὲ μιὰν ἀγωνία, εἶχα τὸ συναίσθημα πὼς εἴμουν καλύτερα, πὼς εἶχα κάτι νικήσει. Δὲν πρόφταξα νὰ ἀνασάνω καὶ τὸν εἶδα, ὁλότελα πεσμένω χάμω, νὰ βυθίζεται μέσα σὲ μιὰ πράσινη παγόδα ποὺ εἶναι ζωγραφισμένη στὸ χαλί μου.
[21] Στο Ενθύμιον με ένα οξύμωρο στη σημασία του σχήμα, που λειτουργεί υπονομευτικά για τα περισσότερα από τα ποιήματά του, ο Βέης δέχεται ως ορθή την ρήση του Βαρβέρη: «Το ποίημα, καλέ μου, πρέπει να λέει μια ιστορία./να έχει αρχή, μέση και φινάλε,/ένα υποτυπώδη έστω μύθο/(…)» ενώ ο ίδιος δεν ακολουθεί αυτήν την ποιητολογική γραμμή, γι ‘αυτό και την ορίζει σχεδόν αυτοειρωνικά στο τέλος: το ποίημα είναι μια περιπέτεια στο διηνεκές, μια σκιαμαχία με το ανείπωτο, οδόφραγμα στη μιζέρια. (Βλέπω, σ.27)
[22] Γιώργου Σεφέρη, Πέντε ποιήματα του κ.Σ. Θαλασσινού, Άπαντα. Εκδ. Ίκαρος.
[23] Από τους Προσωκρατικούς προτείνονται οφειλές στον Αναξίμανδρο και την έννοια του Απείρου ως αιώνιο και άχρονο πρωταρχικό στοιχείο το οποίο μεταμορφώνεται, μεταβάλλεται και φθειρόμενο επιστρέφει κατά το πρέπον στις απαρχές του, αλλά και στον Ηράκλειτο και την παλίντονο αφανή αρμονία του κόσμου, απαραίτητη για την Ύπαρξη αλλά και απροσπέλαστη, στον Παρμενίδη για την διάκριση έν-νοιας και αντι-κειμένου. Αλλά σημαίνουσα είναι και η συμβολή του Μύθου του Σπηλαίου (του Πλάτωνα) για την υποψία πως αυτό που Βλέπουμε είναι το Είδωλο και την αναζήτηση της αλήθειας των πραγμάτων και των ιδεών της δικής μας Α-λήθειας.

altΒλέπω
Γιώργος Βέης
Ύψιλον 2013
Σελ. 144, τιμή € 10,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Απ’ τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή στον λαϊκό βάρδο Καρατζάογλαν

Απ’ τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή στον λαϊκό βάρδο Καρατζάογλαν

Για τη ποιητική συλλογή του Καρατζάογλαν «Ο σεβντάς για την Ελίφ» (μτφρ. Δημήτρης Χουλιαράκης, εκδ. Το Ροδακιό) και την ποιητική συλλογή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή «Ερωτευμένος» (μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου, εκδ. Στερέωμα).

...

«Με το δικό μου όνομα γράφω τον δικό σας πόνο»

«Με το δικό μου όνομα γράφω τον δικό σας πόνο»

Για την ανθολογία του Τόλη Νικηφόρου «Ίχνη του δέους – Επιλεγμένα ποιήματα 1966-2017» (εκδ. Ρώμη).

Της Κυριακής Αν. Λυμπέρη

Διανύοντας ήδη –όπως μαθα...

«Πιο σάρκα ή πιο ουρανός – τι είμαι;»

«Πιο σάρκα ή πιο ουρανός – τι είμαι;»

Για την ποιητική συλλογή της Κλεοπάτρας Λυμπέρη «Το μηδέν σε φωλιά» (εκδ. Γαβριηλίδη).

Του Γιώργου Βέη

ας παίξω:...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
O σπασμένος μονόκερως του Δημήτρη Καραντζά

O σπασμένος μονόκερως του Δημήτρη Καραντζά

Για την παράσταση «Ο Γυάλινος Κόσμος», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, η οποία παρουσιάζεται στο «Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας».

Του Νίκου Ξένιου

Ο «Γυάλινος κόσμος» του Τένεσι Γουίλιαμς...

Σε τι υπερέχει ο Καβάφης;

Σε τι υπερέχει ο Καβάφης;

Συχνά έχω αναρωτηθεί τι ακριβώς έχουν κατά νουν όσοι υποστηρίζουν ενίοτε ότι ο Καβάφης υπερέχει των άλλων μας ποιητών. Πέρα από τις προτιμήσεις του καθενός (de gustibus non est disputandum…), υπάρχει εδώ ένα κριτήριο χειροπιαστό, συγκεκριμένο, που έχουν υπ’ όψιν;

...
Ματιάς Ενάρ: «Αγαπώ την τέχνη της επιμειξίας, της συνομιλίας, της συνάντησης»

Ματιάς Ενάρ: «Αγαπώ την τέχνη της επιμειξίας, της συνομιλίας, της συνάντησης»

Πριν από λίγες μέρες βρέθηκε στην Αθήνα, καλεσμένος του βιβλιοπωλείου ΙΑΝΟΣ, του Γαλλικού Ινστιτούτου και των εκδόσεων Στερέωμα, που εκδίδουν τα βιβλία του στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας Mathias Énard.

...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube