x
Διαφήμιση

19 Οκτωβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:07:00:03 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΟΙΗΣΗ «Σ' ένα μικρό, αεροστεγές, γυάλινο βάζο»

«Σ' ένα μικρό, αεροστεγές, γυάλινο βάζο»

E-mail Εκτύπωση

altΓια την ποιητική συλλογή της Πολύνας Μπανά «Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων» (εκδ. Σαιξπηρικόν).

Του Γιώργου Αράγη

* Το κείμενο παραδόθηκε σε πολυτονικό
και το κρατήσαμε έπειτα από επιθυμία του συντάκτη.

Ἡ πρώτη ἐπαφή μ᾿ ἕνα νέο βιβλίο, πού λαβαίνεις καί εἶσαι ἕτοιμος νά γυρίσεις τίς σελίδες του, γίνεται βέβαια μέ τόν τίτλο του. Τό βιβλίο γιά τό ὁποῖο πρόκειται τώρα νά γίνει λόγος ἐπιγράφεται Ἡ καταφανής ἐξωστρέφεια τῶν φωνηέντων καί εἶναι συλλογή ποιημάτων. Ἕνας τίτλος πού μᾶλλον σέ ἀπωθεῖ παρά σέ σπρώχνει νά ἀνοίξεις τόν τόμο. Κυρίως γιατί τό ἐπίθετο «καταφανής» δέν προσδιορίζει κάτι οὐσιαστικό, ἐνῶ θυμίζει ρητορική κορόνα. Ἔπειτα καί τό οὐσιαστικό «ἐξωστρέφεια» δέν μοῦ φαίνεται πώς ἀκριβολογεῖ. Τό πράγμα πάντως σώζεται κάπως ἀπό τό ἀσυνήθιστο γεγονός ὅτι ὁ τίτλος ἀναφέρεται σέ γράμματα του ἀλφάβητου. Μετά τήν ἐπιγραφή ἀνοίγω καί διαβάζω τά πρῶτα πέντε λιγόστιχα κείμενα. Ἀπογοήτεψη: ἀφηρημένες ἔννοιες καί γενικότητες, τά συνηθισμένα ἁμαρτήματα ὅσων δέν ἔχουν πατήσει στό «πρῶτο σκαλί». Συνεχίζω μέ τό ἐκτενέστερο ἕκτο κείμενο πού ἐπιγράφεται «Τά κόκκινα πατίνια». Σ᾿ αὐτό ὁ λόγος γίνεται ἀρκετά συγκεκριμένος, χωρίς νά φαίνεται ὡστόσο πώς πατᾶμε ἀκόμα σέ ἀσφαλές ποιητικό ἔδαφος. Πάντως ἕνα θετικό βῆμα, ἀπό τή μεριά τῶν συγκεκριμένων ἀναφορῶν, ἔχει γίνει. Ἀκολουθεῖ τό ἕβδομο κείμενο, πού ἐπιγράφεται «Λίαν εὔθραυστον», τό ὁποῖο καί παραθέτω.

Συχνά,
οὐρλιάζω μέσα μου: «Παρακαλῶ πολύ φερθεῖτε μου μέ καλοσύνη, τείνω νά γίνομαι χίλια κομάτια».
Ἴσως
ἄν τύλιγα,
στό στέρνο μου,
μιά πλαστική ταινία
μέ τή γνωστή ἐπιγραφή «ΛΙΑΝ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΝ»...

ὅμως,
ποιός θά μέ πάρει πιά
στά σοβαρά
καί ποιόν θά πείσω,

ὅταν,
ἀπό μικρή,
πάσχισα
γιά τήν περί τοῦ ἀντιθέτου ἐντύπωση
καί, πλέον,
ἐπιτυχῶς
τούς ἔχω ξεγελάσει ὅλους

γιά τήν ἀδιάτρητη πανοπλία μου
–καί–
τήν παντός καιροῦ ἀνθεκτικότητά μου;

Στό ποίημα δέν ἔχουμε ἕνα γενικό ἀπολογισμό, ἀλλά μιά ἐπιμέρους ἐπισήμανση. Ἀρκετή ὡστόσο γιά νά μᾶς ὑποψιάσει γενικότερα γιά τό τί μᾶς συμβαίνει, διότι, ἄν καί εἶναι μιά ἀτομική περίπτωση, σύμφωνα μέ τίς κοινές μας ὑπαρκτικές καταβολές ἔχει εὐρύτερη ἰσχύ.

Σ᾿ αὐτούς τούς στίχους παρατηροῦμε ὅτι, πέρα ἀπό τήν τάση γιά τή συγκεκριμένη διατύπωση, ἔχουμε νά κάνουμε μέ ὁρισμένο ἐσωτερικό διαλογισμό. Τό ποιητικό ἐγώ μᾶς μιλάει γιά τή διάσταση πού διαπιστώνει ἀνάμεσα στό πρόσωπο καί στό προσωπεῖο του ἤ, ἀλλιῶς, ἀνάμεσα στό δικό του εἶναι καί φαίνεσθαι. Τό πρῶτο, αὐθεντικό, εὔθραυστο καί ἑτοιμόρροπο, τό δεύτερο, σκηνοθετημένο, σταθερό καί ἄκαμπτο. Σέ μιά σχέση τέτοια πού τό πρόσωπο νά ὑποφέρει ἀπό τούς περιορισμούς πού συνεπάγεται τό προσωπεῖο. Εἶναι θά ἔλεγε κανείς σάν τό ποιητικό ἐγώ, δηλώνοντας αὐτή τή σχέση, νά λογοδοτεῖ στή συνείδησή του για τό λάθος του νά σκηνοθετήσει ἕνα τέτοιο προσωπεῖο. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἀρθρώνεται ἕνας λόγος εἰς ἑαυτόν, προϊόν ἀνιχνευτικῆς προσπάθειας πού ἔχει προηγηθεῖ. Κάποια στιγμή δηλαδή τό ἐγώ ἀναμετράει τό ἔχει του καί ἐντοπίζει τά σύν καί τά πλήν του. Στό ποίημα δέν ἔχουμε ἕνα γενικό ἀπολογισμό, ἀλλά μιά ἐπιμέρους ἐπισήμανση. Ἀρκετή ὡστόσο γιά νά μᾶς ὑποψιάσει γενικότερα γιά τό τί μᾶς συμβαίνει, διότι, ἄν καί εἶναι μιά ἀτομική περίπτωση, σύμφωνα μέ τίς κοινές μας ὑπαρκτικές καταβολές ἔχει εὐρύτερη ἰσχύ. Ἥ, ἀλλιῶς, τό ποίημα ἀναφέρεται σέ στοιχεῖα πού ἀνήκουν στόν κοινό παρονομαστή τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Κάτι πού τό κάνει ἀναγνωρίσιμο εὐρύτερα ὡς περίπτωση πού ἀφορᾶ τόν καθένα καί ταυτόχρονα τό καθιστᾶ ἰδιαίτερα πειστικό. Στήν ἴδια συλλογή θά συναντήσουμε καί ἄλλα ποιήματα παρόμοιου προσανατολισμοῦ. Ἀντιγράφω τό συγγενικό «Μετακόμιση».

Κάθε τόσο,
ἔκλεινα σ᾿ ἕνα μικρό, ἀεροστεγές, γυάλινο βάζο,
τά αἰσθήματα πού δέν ἔδειξα,
τίς σκέψεις πού δέν ἄρθρωσα,
τά λόγια πού δέν ἐκστόμισα,
τίς ἐξηγήσεις πού δέν ἔδωσα,
στίς κρίσιμες καμπές τῆς ζωῆς μου.

Χρόνο τόν χρόνο,
τά βάζα στοιβάζονταν
καί, πλέον,
ἔχουν γεμίσει τά ράφια ὅλα τῆς ἀποθήκης.

Πρέπει νά βρῶ ἕνα μεγαλύτερο σπίτι.

Εὔκολα ξεχωρίζει κανείς σ᾿ αὐτούς τούς στίχους τή στάση τοῦ ὑποκείμενου πρός τά μέσα του πεπραγμένα. Ὅπως καί στό προηγούμενο, μᾶς μιλάει γιά τίς συνέπειες πού προκάλεσε ὁρισμένη συμπεριφορά του. Ἀπό καιρό, λέει, καί μάλιστα «στίς κρίσιμες καμπές τῆς ζωῆς» (του): αἰσθήματα πού ἔπρεπε νά δείξει δέν ἔδειχνε, σκέψεις πού ἔπρεπε νά ἀρθρώσει δέν ἄρθρωνε, λόγια πού ἔπρεπε νά ἐκστομίσει δέν ἐκστόμιζε, ἐξηγήσεις πού ἔπρεπε νά δώσει δέν ἔδινε. Ἀλλά τί ἔκανε; Ἁπλῶς ὅλα αὐτά τά «ἔκλεινε» –μεταφορικά ἐννοεῖται– σέ μικρά ἀεροστεγή βάζα. Καί πιά (κατά τήν καβαφική ρήση) «κάθεται καί ἀπελπίζεται τώρα», γιατί τά βάζα πού ἀποθήκευε τά ἀπωθημένα του γέμισαν τόν διαθέσιμο χῶρο καί θά πρέπει νά βρεῖ ἕνα ἄλλο «μεγαλύτερο σπίτι» γιά νά κατοικήσει καί νά βολέψει τά ὁλοένα περισσότερα βάζα. Ὅπου βέβαια, στό νέο σπίτι, ἡ ἱστορία αὐτή δέν θά τελειώσει... Κάπως ἔτσι. Φυσικά πρόκειται γιά τό ἀποτέλεσμα ἑνός αὐτοέλεγχου, πού γιά νά φτάσεις σ᾿ αὐτό χρειάζεται πρῶτα νά τό ἀνιχνεύσεις, ἔπειτα νά τό χαρτογραφήσεις καί τέλος νά τό ἐκφράσεις. Λίγα λόγια γιά τό τελευταῖο, τήν ἔκφραση.

Ὅ,τι θέλει νά πεῖ τό λέει μέ ἄκρα καθαρότητα καί ἀκρίβεια. Καμιά προσπάθεια νά δείξει κάτι περισσότερο, βαθύτερο, σπουδαιότερο, ἀπό αὐτό πού ἔχει νά πεῖ. Ὑποθέτω πώς ἡ ποιήτρια, πέρα ἀπό τήν ἐγγενή κλίση της, ἔχει μαθητέψει σέ δάσκαλους πού εἶχαν τέτοιες ἐκλεκτικές ἕξεις.

Λέγεται πώς ἡ ποίηση συνιστᾶ συμπυκνωμένο λόγο. Πόσο συμπυκνωμένο ὡστόσο καί μέ ποιόν τρόπο γίνεται αὐτό, μένει ἀόριστο ἤ ὅπως χωράει στήν ἀντίληψη τοῦ καθένα. Στό παραπάνω ποίημα ἡ συμπύκνωση παίρνει τή μορφή μιᾶς ἄκρας λιτότητας. Μέ 12 στίχους καί ἡμίστιχα μᾶς δίνονται τά στοιχεῖα μιᾶς ὁλοκληρωμένης ἐμπειρίας. Πρόκειται, καθώς πιστεύω, γιά ἐκφραστικό ἐπίτευγμα. Δύσκολα, φαντάζομαι, θά μποροῦσε νά στιχουργήσει κανείς τό περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ ποιήματος, χωρίς νά φτάσει σέ πολύστιχα κείμενα. Τό κυριότερο πάντως εἶναι ὅτι ἔχουμε μπροστά μας μιά ἐκφραστική πραγμάτωση πού ὅσο εἶναι λιτή, ἄλλο τόσο εἶναι καθαρή καί εὐκρινής. Ὅ,τι θέλει νά πεῖ τό λέει μέ ἄκρα καθαρότητα καί ἀκρίβεια. Καμιά προσπάθεια νά δείξει κάτι περισσότερο, βαθύτερο, σπουδαιότερο, ἀπό αὐτό πού ἔχει νά πεῖ. Ὑποθέτω πώς ἡ ποιήτρια, πέρα ἀπό τήν ἐγγενή κλίση της, ἔχει μαθητέψει σέ δάσκαλους πού εἶχαν τέτοιες ἐκλεκτικές ἕξεις, στόν Δ. Σολωμό, στόν Κ. Καβάφη, στόν Κ. Καρυωτάκη, στόν Γ. Σαραντάρη, στόν Ν. Ἐγγονόπουλο, στόν Μ. Σαχτούρη. Ἄς διαβάσουμε τώρα ἀκόμα ἕνα ποίημα ἐσωτερικοῦ διαλογισμοῦ. Ἐπιγράφεται «Δικαίωμα ἀκροάσεως».

Κάθε δυό χρόνια
–μ᾿ ἐξαίρεση τά δίσεκτα–
τή δεύτερη Τρίτη τοῦ τέταρτου μήνα,
δέχομαι, στό γραφεῖο μου,
γιά ὀλιγόλεπτη –ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος– ἀκρόαση,
τόν ἄλλο μου ἑαυτό.

Καί,
χωρίς κάν νά τοῦ προτείνω νά καθίσει,
καμώνομαι
ὅτι ἀφουγκράζομαι καί στοχάζομαι
τά «δίκαια» αἰτήματα
πού ἐκεῖνος, ἀσθμαίνων –ἡ πίεση τοῦ χρόνου γάρ–,
κάθε φορά, ἐγγράφως, μοῦ ὑποβάλλει
περί ἀποκαταστάσεως τῆς κοσμοθεωρίας ΜΑΣ,
» ἀναθεωρήσεως τῶν προτεραιοτήτων ΜΑΣ,
» ἐπιστροφῆς στίς πραγματικές (;) ἀξίες ΜΑΣ
κ.λ.π., κ.λ.π.,
ἀναχαιτίζοντάς τον,
βιαστικά,
μέ ἔξυπνα τσιτάτα
περί τῆς τέχνης τοῦ ἐφικτοῦ
» ρεαλισμοῦ,
» ἐπαφῆς μέ τήν πραγματικότητα κ.λ.π., κ.λ.π.,
καί
ὁδηγώντας τον,
μέ τρόπο – μαλακά πλήν ἀποφασιστικά,
πρός τήν ἔξοδο.

Τόν ἐνδιάμεσο χρόνο,
ἔχω δώσει, ἀπό ἐτῶν, ἐντολή στή γραμματέα μου,
νά μ᾿ ἀπαλλάσσει ἀπό τήν παρουσία του
κι ὅταν αὐτός ἐμφανίζεται ἀπρόσκλητος
(κάτι πού συνηθίζει τίς πιό ἀπίθανες ὧρες),
νά τόν ξεφορτώνεται, μέ τή δικαιολογία ὅτι «εἶμαι ἐκτός».

Τώρα, καθώς βλέπουμε, τόν ἔλεγχο (ἤ τόν αὐτοέλεγχο) τόν ἀναλαβαίνει ὁ δεύτερος ἑαυτός τοῦ πρόσωπου πού μᾶς μιλάει. Αὐτός, ὁ δεύτερος ἑαυτός, ἔρχεται ἀπρόσκλητα γιά νά ἀποκαλύψει τίς ἠθικές παραχωρήσεις πού συνεπάγεται ἡ δημόσια καθημερινή ζωή τοῦ ὁμιλητῆ. Τό ποίημα δέν ἔχει τή λακωνική λιτότητα τοῦ προηγούμενου, ἀλλά καί δέν φαίνεται νά περισσεύει κάποια λέξη του. Μάλιστα γιά τήν ἐκφραστική οἰκονομία του προκρίνεται ὁρισμένο διαλογικό σχῆμα. Τό κείμενο, τυπικά, μᾶς δίνεται ὡς ἐσωτερικός μονόλογος τοῦ ὁμιλητῆ. Ἕνας μονόλογος ὡστόσο πού πραγματώνεται μέ τόν τρόπο ἑνός ἔμμεσου διαλογικοῦ σχήματος. Καθώς ἡ παρουσία τοῦ δεύτερου ἑαυτοῦ δέν δίνεται μέ εὐθύ λόγο, ἀλλά μέ λίγες φράσεις πλάγιου λόγου. Ἔτσι, μ᾿ αὐτόν τόν εὑρηματικό τρόπο, ἔχουμε μιά ἐξαιρετικά συμπτυγμένη μορφή ἔκφρασης. Ἐνῶ ταυτόχρονα προκύπτει καί μιά ὑποτυπώδης θεατρική δράση1.

Τά τρία ποιήματα πού παράθεσα πλαισιώνονται μέσα στή συλλογή καί ἀπό ἀρκετά ἄλλα τοῦ ἴδιου προσανατολισμοῦ. Ὡς ὁμάδα θά τούς ἔδινα τόν τίτλο: ποιήματα αὐτοσυνειδησίας. Ἐκτός ἀπό αὐτή τήν ὁμάδα ἔχουμε καί μιά δεύτερη. Οἱ δυό ὁμάδες δέν χωρίζονται μέ κάποιο διακριτικό σημάδι, οὔτε τυπώνοντα χωριστά στόν τόμο. Ἄλλωστε, ἄν τά δοῦμε ἐποπτικότερα, διέπονται ἀπό τό ἴδιο ἐρευνητικό πνεῦμα. Τά ποιήματα τῆς δεύτερης ὁμάδας θά μποροῦσαν νά χαρακτηριστοῦν ὡς ποιήματα τοῦ εἰρωνικοῦ χαμόγελου. Παραθέτω ἕνα δεῖγμα πού ἐπιγράφεται «Ἀποστολή ἐξετελέσθη».

Ὅταν
ὁ, ἔμπλεος νοήματος, βρυχηθμός μου
δέν ἐπαρκεῖ,
τό μεστό κατανοήσεως, νεῦμα τῆς κεφαλῆς μου
δέ φτάνει
ἤ/καί
τό, ὑπερχειλίζον συμπαραστάσεως, χαμόγελό μου
δέν εἶναι ἀρκετό,
τότε
ἐπιστρατεύω,
μ᾿ ἀξιοζήλευτη ἑτοιμότητα,
μιά, στρατηγικά ἐπιλεγμένη
ἀπ᾿ τό ἐφεδρικό μου ὁπλοστάσιο, λέξη,
ὅπως «ἀνυπερθέτως», «ἀναφανδόν»

–τό ἀγαπημένο μου– «κουροφέξαλα»,
καί, ὦ τοῦ θαύματος,
ἡ ἐπικοινωνία μου μέ τούς ἄλλους
ἕχει ὁλοκληρωθεῖ ἐπιτυχῶς.

Τό ὑποκείμενο μονολογεῖ πάλι, ἀλλά μέ ἀντικείμενο τούς ἄλλους, τίς ἀνθρώπινες σχέσεις του. Ὅταν λοιπόν μπουχτίζει μέ τή σοβαροφάνεια, τήν ὑποκρισία, τήν ἀνοησία, κοντολογίς μέ τίς χοντράδες τῆς παρέας του, παίρνει θέση «ἐπί σκοπόν». Καί ρίχνει μιά καπνογόνο βολή, λ.χ., «ἀνυπερθέτως» ἤ «ἀναφανδόν» – λέξεις χωρίς μέτρο καί στόχο.

Τό πρῶτο πού βλέπουμε στούς παραπάνω στίχους εἶναι ἡ ἐξωστρέφειά τους. Τό ὑποκείμενο μονολογεῖ πάλι, ἀλλά μέ ἀντικείμενο τούς ἄλλους, τίς ἀνθρώπινες σχέσεις του. Ὅταν λοιπόν μπουχτίζει μέ τή σοβαροφάνεια, τήν ὑποκρισία, τήν ἀνοησία, κοντολογίς μέ τίς χοντράδες τῆς παρέας του, παίρνει θέση «ἐπί σκοπόν». Καί ρίχνει μιά καπνογόνο βολή, λ.χ., «ἀνυπερθέτως» ἤ «ἀναφανδόν» – λέξεις χωρίς μέτρο καί στόχο. Ἄλλοτε ὅμως, ὅταν αὐτή ἠ βολή δέν εἶναι τόσο καθαρτήρια, προχωράει σέ πιό ἔνσφαιρη δράση, π.χ., «κουροφέξαλα». Καί τότε τό περιβάλλον προσγειώνεται στήν πραγματικότητα καί ἡ ἐπικοινωνία κάνει διάνα. Ἔτσι ἤ κάπως ἔτσι, χοντρικά εἰπωμένο. Κάποτε ἕνας φίλος μου μοῦ ἔλεγε πώς σέ ἀνάλογες περιπτώσεις ὁρισμένο ἄτομο ἀμολοῦσε μιά ξεγυρισμένη πορδή κι ἔμειναν ὅλοι νά κοιτάζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Μάλιστα, συμβαίνουν κι αὐτά. Ἡ ποιήτρια βέβαια τά εἶπε τόσο διακριτικά, πού κάποιοι ἀναγνῶστες ἴσως θά δυσκολευτοῦν νά μποῦν στή σημασία τοῦ ποιήματος. Ἄς προσέξουμε ἐδῶ τήν ἐλαφρά γλωσσική ἀπόκλιση συγκριτικά μέ τά ποιήματα τῆς προηγούμενης ὁμάδας. Ἐκεῖ εἴχαμε τόν τύπο τῆς καθομιλούμενης, γλώσσα πιό ἐμπειρικοῦ χαρακτήρα, ὅπου τό σημαῖνον ἔχει κυρίως εὐθεία σχέση μέ τό σημαινόμενο. Τώρα, στή δεύτερη ὁμάδα ἡ γλώσσα κλίνει πρός τό λόγιο-καθαρευουσιάνικο τυπικό, ὅπου ἔχουμε ἔμμεση, κυρίως διανοητική, σχέση ἀνάμεσα στό σημαῖνον καί στό σημαινόμενο. Ἔτσι ὁ λόγος τῆς ποιήτριας δηλώνει πιό ἔμμεσα καί πιό ἤπια αὐτό πού θέλει νά ἐκφράσει. Στό μεταξύ δέν παύει νά συνθέτει τό ποίημα, ὅπως καί τά πρηγούμενα πού εἴδαμε, ὅπως καί τά  ἑπόμενα πού θά δοῦμε, μέ τά λιγότερα λόγια. Ἄν λ.χ. συμπτύξουμε τό «Ἀποστολή ἐξετελέσθη» σέ κανονικούς στίχους χωρίς ἡμίστιχα, βγαίνει τό ἀκόλουθο σχῆμα:

Ὅταν ὁ, ἔμπλεος νοήματος, βρυχηθμός μου δέν ἐπαρκεῖ,
τό, μεστό νοήματος, νεῦμα τῆς κεφαλῆς μου δέν φτάνει
ἤ/καί τό, ὑπερχειλίζον συμπαραστάσεως, χαμόγελό μου
δέν εἶναι ἀρκετό,
τότε ἐπιστρατεύω, μ' ἀξιοζήλευτη ἑτοιμότητα,
μιά, στρατηγικά ἐπιλεγμένη ἀπ᾿ τό ἐφεδρικό μου ὁπλοστάσιο,
λέξη, ὅπως «ἀνυπερθέτως», «ἀναφανδόν» ἤ
–τό ἀγαπημένο μου– «κουροφέξαλα»,
καί, ὦ τοῦ θαύματος, ἡ ἐπικοινωνία μου μέ τούς ἄλλους
ἔχει ὁλοκληρωθεῖ ἐπιτυχῶς.

Σύνολο ἐννιά στίχοι πού συγκροτοῦν ἕνα σύντομο κείμενο. Παραθέτω τώρα ἕνα ἄλλο ποίημα τῆς ἴδιας κατηγορίας. Λέγεται «Ἐπιστροφή στή μήτρα».

Ὅταν,
ἄθελά μου,
τυχαίνει νά παρευρεθῶ,
σά μάρτυρας,
σέ ὁποιεσδήποτε σκηνές
ἐντάσεων,
ἀντεγκλήσεων
δριμέων κατηγορῶ

ἁπλῆς ζηλοτυπίας
(καθόσον ἐγώ δέν προκαλῶ ποτέ τέτοιες συρράξεις –
δέν τό ἐπιτρέπει ἡ ἀγωγή μου
ἤ μήπως ἡ ἔπαρσή μου;),
τότε,
κλείνω τή μύτη καί βυθίζομαι ἀργά,
στ᾿ ἀτάραχο σκοτεινό νερό,
ἀρνούμενη ν᾿ ἀναδυθῶ,
προτοῦ λήξουν οἱ ἐχθροπραξίες
κι
ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι οἱ τραυματίες
(μέχρι σήμερα στά σαράντα ἑπτά μου,
ἡ καλύτερη ἐπίδοση σ' αὐτήν τήν κατάσταση ἄπνοιας
εἶναι δυόμιση ὧρες, τριάντα τρία λεπτά
καί πενήντα ἕνα δευτερόλεπτα).

Σ᾿ αὐτό τό ποίημα ἡ στάση τοῦ ὑποκείμενου ἀπέναντι στούς ἄλλους εἶναι περίπου ἡ ἴδια μ᾿ ἐκείνη πού εἴδαμε στό προηγούμενο. Στάση ἀρνητική ὥς ἀπωθητική, ἀλλά ταυτόχρονα καί μ᾿ ἕνα εἰρωνικό χαμόγελο νά αἰωρεῖται πάνω ἀπό τούς στίχους τοῦ κείμενου, ὅπως ἀκριβῶς καί στό προηγούμενο ποίημα. Κι εἶναι αὐτό τό χαμόγελο πού κολάζει τήν κατάσταση καί ἐλαφρώνει τό ὅλο κλίμα.

Παίρνει ἀρνητική στάση, ἀλλά μέ ἐπίγνωση τῆς ἀνθρώπινης σχετικότητας. Ἔτσι ἀντί νά φτύνει, ἀντί νά εἰρωνεύεται ἀπό ἐγωκεντρική σκοπιά, προτιμάει νά αἴρεται σέ μιά ἀδιόρατη, εἰρωνική μέν, χαμογελαστή δέ, ἀντίδραση.

Θά μιλοῦσα γιά σάτιρα ἄν δέν μεσολαβοῦσε αὐτό τό κάτι. Στή σάτιρα δέν χωράει «ἀλλά», τό πνεῦμα εἶναι ἐπιθετικό καί ἀσυμβίβαστο. Στήν περίπτωση γιά τήν ὁποία μιλάω ἔχουμε διαφορά. Ἡ ποιήτρια ἀφήνει μιά χαραμάδα γιά τήν κατανόηση καί τήν καλή καρδιά. Παίρνει ἀρνητική στάση, ἀλλά μέ ἐπίγνωση τῆς ἀνθρώπινης σχετικότητας. Ἔτσι ἀντί νά φτύνει, ἀντί νά εἰρωνεύεται ἀπό ἐγωκεντρική σκοπιά, προτιμάει νά αἴρεται σέ μιά ἀδιόρατη, εἰρωνική μέν, χαμογελαστή δέ, ἀντίδραση. Αὐτή ἡ ἀδιόρατη στάση εἶναι μιά ἐλάχιστη παρουσία μέσα στό ποίημα, ἕνα τίποτα θά ἔλεγε κανείς. Εἶναι ὡστόσο αὐτό πού κάνει τή διαφορά στήν πλάστιγκα τῆς ἀξιολογικῆς διάκρισης. Ἀντιγράφω ἕνα ἀκόμα ποίημα τῆς δεύτερης ὁμάδας. Λέγεται «Περί ἀτελειῶν καί ζωδίων ὁ λόγος».

Μισῶ τίς ἀτέλειες.
Ἴσως,
ἔχει νά κάνει μέ τόν ὑπερφεξιονισμό
πού ἀναμφίβολα χαρακτηρίζει τό ζώδιό μου
–γνωστό τοῖς πάσι ὅτι οἱ Ζυγοί εἶναι τελειοθῆρες–

Βγάζοντας ὅμως, ἔγκαιρα,
τά χοντρά, μυωπικά γυαλιά μου,
δέν τίς καλοβλέπω
καί, σύν τῶ χρόνω,
ἔμαθα νά τίς παραβλέπω
(πρωτίστως τίς δικές μου).

Τά βέλη τώρα, ὅπως γίνεται φανερό, ἄν καί δέν ἐξαιροῦνται οἱ ἄλλοι, στρέφονται περισσότερο πρός τό ἴδιο τό ἐγώ, μέ τό ἴδιο ἐπίσης εἰρωνικό χαμόγελο. Ἄν δέν εἴχαμε ἀντιληφτεῖ νωρίτερα αὐτή τή σχετικά ἐφεκτική στάση τοῦ ὑποκείμενου ἀπέναντι στούς ἄλλους, ἡ μαρτυρία τούτου τοῦ ποιήματος μᾶς ἀνοίγει τόν δρόμο νά τό προσέξουμε. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε γενικότερα πώς ἡ ποιήτρια «παίζει» μέ τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες χωρίς νά ἐξαιρεῖ τόν ἑαυτό της. Πολύ λίγοι νεοέλληνες ποιητές, καί γενικότερα λογοτέχνες, γράφουν χωρίς νά ἐξαιροῦν τόν ἑαυτό τους ἀπό τά κακά πού θίγουν. Ἡ τάση εἶναι νά τά ρίχνουμε ὅλα στούς ἄλλους. Κι ἕνας σοβαρός λόγος, πού λείπει τό συγκαταβατικό χαμόγελο ἤ, ἀλλιῶς, τό χιοῦμορ ἀπό τή νεοελληνική λογοτεχνία, σχετίζεται μ᾿ αὐτό τό θέμα.

Ἡ ποιητική συλλογή γιά τήν ὁποία μιλῶ εἶναι ἡ πρώτη πού ἔβγαλε ἡ Πολύνα Μπανᾶ. Ἡ πρώτη μετά ἀπό σαράντα ἑφτά χρόνια, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἔμμεσα ἡ ἴδια. Ἄλλοι ποιητές φτάνουν στόν βασικό σκοπό τους μετά ἀπό πέντε ἤ δέκα συλλογές. Στή συγκεκριμένη περίπτωση δέν χρειάστηκαν τόσες. Ὅμως αὐτή ἡ πρώτη προϋποθέτει κι ἐκεῖνες πού δέν κυκλοφόρησαν. Τί θέλω νά πῶ. Θέλω νά πῶ ὅτι δέν φτάνει κανείς σ᾿ ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα μέ μιά πρώτη ἀπόπειρα. Σίγουρα ὑπῆρξε μικρή ἤ μεγάλη, μᾶλλον μεγάλη, προετοιμασία. Αὐτό, φαντάζομαι, ὑπονοοῦν τά πέντε πρῶτα κείμενα τοῦ τόμου, πού μαρτυροῦν ἀπό τί στενορύμια πέρασε ἡ προσπάθεια τῆς ποιήτριας. Παρόμοια ἔνδειξη, ἄν καί σέ πιό ὥριμο στάδιο πιά, μᾶς ἐπιτρέπουν νά θεωρήσουμε ὁρισμένα πλεοναστικά στοιχεῖα πού συναντοῦμε σέ λίγα κείμενα τοῦ τόμου. Ἐννοῶ κυρίως ὁρισμένα σημεῖα ὅπου ἔχουμε ρητορικούς ἐπιρρηματικούς ἤ ἐπιθετικούς προσδιορισμούς. Γιά νά γίνω σαφέστερος θά σχολιάσω ἕνα ποίημα πού θά μποροῦσε νά εἶναι ἐξαιρετικό, ἀλλά, ὥς ἕνα βαθμό, χωλαίνει ἀπό τήν ἄποψη πού μόλις σημείωσα. Τό ποίημα λέγεται «Λιθοβολισμός». Οἱ πρῶτοι τέσσερεις στίχοι καί ἡμίστιχα εἶναι οἱ ἀκόλουθοι: 

Ἤμουν ἀδιάντροπα χαρούμενη
                          μέσα στό πολύχρωμο παιδικό φόρεμά μου;
Ἤμουν ἀβάσταχτα πολύχρωμη
                          μέσα στό καινούργιο παιδικό φόρεμά μου;
Ἤμουν ἀφόρητα διαφορετική
                          μέσα στό πολύχρωμο, καινούργιο φόρεμά μου;

Οἱ στίχοι χωρίς τά ἐπιρρήματα αὐτά δίνουν ὅλα ὅσα χρειάζεται ἡ ποιητική οἰκονομία τῆς ἔκφρασης. Μάλιστα χωρίς αὐτά ἀκούγεται εὐκρινέστερα ἡ κειμενική φωνή τῆς ποιήτριας, ἐνῶ ἡ συμμετοχή τους θολώνει μᾶλλον τήν καθαρότητα τῆς φωνῆς αὐτῆς.

Ἐδῶ τά ἐπιρρήματα «ἀδιάντροπα», «ἀβάσταχτα», «ἀφόρητα», ξεπερνοῦν κατά πολύ τήν ἐκφραστική ἀνάγκη πού ἔρχονται νά καλύψουν. Οἱ στίχοι χωρίς τά ἐπιρρήματα αὐτά δίνουν ὅλα ὅσα χρειάζεται ἡ ποιητική οἰκονομία τῆς ἔκφρασης. Μάλιστα χωρίς αὐτά ἀκούγεται εὐκρινέστερα ἡ κειμενική φωνή τῆς ποιήτριας, ἐνῶ ἡ συμμετοχή τους θολώνει μᾶλλον τήν καθαρότητα τῆς φωνῆς αὐτῆς. Ἀνάλογους ἐμφατικούς προσδιορισμούς συναντοῦμε πολύ λίγους στό σῶμα τῆς συλλογῆς, τῆς ὁποίας ἡ ποιοτική στάθμη δέν μειώνεται ἀπό τήν περιορισμένη παρουσία τους. 

Μίλησα ὅμως γιά κειμενική φωνή. Πράγματι. Ἡ εἰλικρίνεια τοῦ λόγου καί ἡ χωρίς ὅρους ἔρευνα τοῦ προσωπικοῦ καί τοῦ γενικότερου γίγνεσθαι, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀκούγεται μέ ἀρκετή εὐκρίνεια ὁρισμένη φωνή. Ὅταν διαβάζουμε τά ποιήματα, νιώθουμε ὅτι κάποιος μᾶς μιλάει. Αὐτό συμβαίνει σέ κάθε ἀνάγνωση, ὅτι δηλαδή πάντα κάποιος μᾶς μιλάει μέσα ἀπό τά κείμενα. Ἐκεῖ ὅμως πού εἶναι τό κρίσιμο σημεῖο δέν εἶναι στό κάποιος, ἀλλά στήν ταυτότητα τοῦ κάποιου. Ἄν ἔχει σαφή ταυτότητα ἤ ἀσαφή καί ἀόριστη. Ἄν ἔχει ἀναγνωρίσιμο πρόσωπο ἤ νεφελῶδες. Ἄν ἔχει, μ᾿ ἄλλα λόγια, συγγραφική προσωπικότητα ἤ ὄχι. Σύμφωνα μέ αὐτά, ὅταν μιλάω, γιά τήν κειμενική φωνή τῆς συγκεκριμένης ποιήτριας κάτι σημαίνει. Σημαίνει πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὅτι ἔχει βρεῖ τόν ἑαυτό της, τό ἔδαφός της καί τό ἀντικείμενό της. Κι ἕνα ἀσφαλές σημάδι γιά τοῦτο εἶναι ἡ ἀπουσία ἄλλων γνωστῶν ποιητικῶν φωνῶν στό ἔργο της – μέ δισταγμό θά σημείωνα μόνο τήν ἀνεπαίσθητη σκιά τοῦ Μ. Σταχτούρη στό ποίημα πού ἐπιγράφεται «Καταιγίδα ἐν κρανίω». Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ποιητικῆς ἀνεξαρτησίας ἀποτελεῖ ἡ ἰδιότυπη κάποτε χωροθέτηση στίς σελίδες τῶν στίχων καί τῶν ἡμίστιχων. Δέν εἶναι κάτι ἄγνωστο ἡ σκαλωτή τοποθέτηση τῶν ἡμίστιχων. Οὔτε ὁ σχηματισμός θεματικῶν ἀντικειμένων μέ στιχική διάταξη, ἀλά Γ.  Ἀπολυναίρ. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ σκαλωτή γραφή τῶν ποιημάτων δέν ἀποτελεῖ πρωτοτυπία τῆς ποιήτριας. Κάποτε ὅμως μᾶς ξαφνιάζει ἡ ἐλευθερία της στήν χωροθεσία τῶν στίχων. Π.χ. στό πρῶτο μέρος τοῦ ποιήματος «Διορία» ἔχουμε τό ἀκόλουθο σχῆμα. 

                        Μοῦ ἔδωσαν δυό μέρες διορία
                        γιά ν᾿ ἀλλάξω 
                        μέσα κι ἔξω.
                        Ν᾿ ἀπαλλαγῶ ἀπό:
                                                            (α)   ραγάδες,
                                                            (β)   φλεβίτιδα,
                                                            (γ)   κυτταρίτιδα,
                                                            (δ)   συμπλέγματα,
                                                            (ε)   ψυχαναγκασμούς,
                                                            (στ) αὐταπάτες,
                                                            καί
                                                            (ζ)   ἀκυρωμένα ὄνειρα.
                                                            (χωρίς σειρά προτεραιότητας)

Κάτι ἀνάλογο παρατηροῦμε στό ποίημα «Τό μόνο πού μένει», στό ποίημα «Ἐπιμύθιο, κ.ἄ. Θά πρέπει νά πῶ ὅτι σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις ἡ χωροταξική ἐλευθερία συμπορεύεται μέ τήν ποιητική εὑρηματικότητα στό περιεχόμενο.

Τελειώνοντας θέλω νά πῶ ὄτι ἐδῶ καί 20-25 χρόνια ἡ ἑλληνική ἐπαρχία ἔχει πάρει ἀπό τήν πρωτεύουσα τά πρωτεῖα στόν τομέα τοῦ διηγήματος. Δέν ἐννοῶ στήν ποσότητα ἀλλά στήν ποιότητα. Σ᾿ αὐτή τήν ἐξέλιξη πρωτοστατεῖ ἡ βόρεια Ἑλλάδα, ὅμως καί ἡ νότια δέν μένει ἄνεργη. Στό μυθιστόρημα καί στήν ποίηση ὑπερέχει αἰσθητά ἡ πρωτεύουσα. Στό μεταξύ ἔχουμε τά πρῶτα σημάδια ὅτι κάτι ἀξιοπρόσεχτο ἀρχίζει νά παρατηρεῖται καί στήν ποίηση τῆς ἐπαρχίας, ἡ ὁποία μέχρι τώρα εἶχε μείνει πολύ πίσω. Ἕνα τέτοιο σημάδι μᾶς ἔρχεται ἀπό τή Δράμα μέ τή συλλογή τῆς Πολύνας Μπανᾶ. Λέγεται ὅτι τό δεύτερο βιβλίο ἐπικυρώνει ἤ ὄχι τό πρῶτο. Ἄν καί ὅ,τι θετικό ἔχει ἡ πρώτη συλλογή τῆς Μπανᾶ παραμένει μόνιμο ἀπόκτημα, μολαταῦτα ἡ δεύτερη συλλογή της θά ἔχει τή σημασία της.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ είναι κριτικός λογοτεχνίας.
Τελευταίο βιβλίο του, ο τόμος «Ανθολογία της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής» (εκδ. Σοκόλη).

 Στην κεντρική εικόνα φωτογραφία © David Mauquoy. 

[1] Νά θυμίσω, μέ τήν εὐκαιρία, πῶς βγαίνει τήν τελευταία στιγμή στήν ἐπιφάνεια, κάτω ἀπό τήν πίεση τῶν περιστάσεων, ὁ δεύτερος ἑαυτός τοῦ ποιητικοῦ ἐγώ στό ποίημα τοῦ Καβάφη «Ὁ Δαρεῖος». Τότε πού «Ὁ ποιητής Φερνάζης» δέχεται τήν ἐπιφοίτηση τοῦ δεύτερου ἑαυτοῦ του καί καταλήγει στό «ὑπεροψίαν καί μέθην θά εἶχεν ὁ Δαρεῖος».


altΗ καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων
Πολύνα Γ. Μπανά
Σαιξπηρικόν 2017
Σελ. 52, τιμή εκδότη €8,00

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Ο πόθος δοκιμή χωρίς απόλαυση»

«Ο πόθος δοκιμή χωρίς απόλαυση»

Για τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Στρατή Πασχάλη «Στίχοι ενός άλλου – Ποιήματα 1977-2013» (εκδ. Μεταίχμιο).

Του Θοδωρή Παπαϊωάννου

...
Ιλχάν Μπερκ & Τόμας Μπρας: γνωριμία με δύο ξεχωριστές ποιητικές φωνές

Ιλχάν Μπερκ & Τόμας Μπρας: γνωριμία με δύο ξεχωριστές ποιητικές φωνές

Μικρή εισαγωγή για δύο σημαντικούς, αλλά όχι ιδιαίτερα γνωστούς, ποιητές, τον Ιλχάν Μπερκ και τον Τόμας Μπρας, με αφορμή την κυκλοφορία και στα ελληνικά, ανθολογιών τους. «Περιπλανήσεις στην Κωνσταντινούπολη και άλλα ποιήματα» (μτφρ. Αριστοτέλης Μητράρας) του Ιλχάν Μπερκ, και «Η Όμορφη ...

«Ριζωμένη πέτρα στις εσοχές»

«Ριζωμένη πέτρα στις εσοχές»

Για την ποιητική συλλογή του Χάρη Ιωσήφ «Το νησί των ιδανικών Ιουλίων» (εκδ. Σαιξπηρικόν).

Της Ευσταθίας Δήμου

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Δυσοίωνες πραγματικότητες, γοητευτικές αφηγήσεις

Δυσοίωνες πραγματικότητες, γοητευτικές αφηγήσεις

Για το μυθιστόρημα του Σαντιάγο Οράσιο Αμιγκορένα «Τα τελευταία μου λόγια (μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Gutenberg).

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

Ισχυ...

Δοκίμια & πονήματα: έργα που πλουτίζουν τη σκέψη

Δοκίμια & πονήματα: έργα που πλουτίζουν τη σκέψη

Μαξ Βέμπερ, Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Κορνήλιος Καστοριάδης, Αν Κάρσον κ.ά. Επιλογή δοκιμίων από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή.

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

...
Κάλο & Ρέγιες: βόμβες τυλιγμένες σε μεταξωτές κορδέλες

Κάλο & Ρέγιες: βόμβες τυλιγμένες σε μεταξωτές κορδέλες

Για τα μυθιστορήματα των Pino Cacucci «Φρίντα Κάλο - !VIVA LA VIDA!» (μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια, εκδ. Άγρα) και Emma Reyes «Αναμνήσεις δι᾽ αλληλογραφίας» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος).

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube