23 Απριλιου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:07:07:32 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ Πώς και γιατί παρατάθηκε ο Εθνικός Διχασμός

Πώς και γιατί παρατάθηκε ο Εθνικός Διχασμός

E-mail Εκτύπωση

dixasmosΓια το βιβλίο του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου «Μετά το 1922 – Η παράταση του διχασμού» (εκδ. Πατάκη).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Αυτό το βιβλίο «χρησιμοποιεί» τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Όχι, μην πάει ο νους σας στο κακό. Το αντίθετο. Η ιστορία της παράτασης του Διχασμού του 1922, όπως αυτή καταγράφεται από τον συγγραφέα, χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα και βαθύτερα τα προβλήματα που η χώρα αντιμετωπίζει ακόμη και σήμερα.

Ο συγγραφέας συγκρούεται και εδώ, όπως και στο αμέσως προηγούμενο βιβλίο του 1915 – Ο Εθνικός Διχασμός (Πατάκης), με πολλούς από τους εθνικούς μας μύθους. Είχα αναφερθεί στο φιλόξενο Book press με αφορμή αυτό το προηγούμενο βιβλίο στην εκ μέρους του συγγραφέα κατάρριψη του μύθου περί του «μικροβίου της φυλής», που υποτίθεται πως είναι η απολιτική και α-ιστορική έννοια της διχόνοιας. Ο συγγραφέας έδειχνε ότι αυτό «το μικρόβιο» είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών, εθνικών, πολιτισμικών και ταξικών διαδικασιών και όχι αποτέλεσμα του κακού ριζικού μας ή κάποιας συνωμοσιολογίας. Στο ίδιο έδαφος στηρίζεται και η συνέχειά του.

Το παρουσιαζόμενο βιβλίο όχι μόνο συνεχίζει να καταρρίπτει βλαβερούς μύθους για την πολιτική και κοινωνική υγεία των πολιτών αυτής της χώρας, αλλά και είναι καρφί στο μάτι της οποιασδήποτε ιδεοληπτικής εμμονής σ’ αυτούς τους μύθους.

Η παράταση του διχασμού συνεχίζεται λόγω συγκεκριμένων καταστάσεων, όπως οι ανταλλαγές πληθυσμών, με συνέπεια τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ Προσφύγων και Γηγενών, μεταξύ Ελλήνων Ορθοδόξων και Μειονοτήτων, μεταξύ των επονομαζόμενων Νέων Χωρών και της Παλαιάς Ελλάδας, με την απαραίτητη, για κάθε σοβαρό επιστημονικό έργο, καταγραφή των ταξικών διαφορών. Καταστάσεις που ως δαμόκλειος σπάθη απειλούσαν τη χώρα με ένα νέο εμφύλιο. Το παρουσιαζόμενο βιβλίο όχι μόνο συνεχίζει να καταρρίπτει βλαβερούς μύθους για την πολιτική και κοινωνική υγεία των πολιτών αυτής της χώρας, αλλά και είναι καρφί στο μάτι της οποιασδήποτε ιδεοληπτικής εμμονής σ’ αυτούς τους μύθους.

Ο Μαυρογορδάτος ξεκινά ενημερώνοντάς μας ότι η ενοχοποίηση των πολιτικών και η απαλλαγή των στρατιωτικών για τα δεινά της παράτασης του διχασμού υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία. Έτσι, η ιστορική επιστήμη και ο επιστήμονας αποδεικνύουν ότι το εύκολο μπαλάκι να τα ρίχνουμε όλα στους πολιτικούς και την περίφημη κενολογία περί «κομματοκρατίας», καθόλου δεν συνάδει με τα γεγονότα. Αν δεν το κατανοούμε αυτό, δεν είναι τόσο χειρότερο για τα γεγονότα, αλλά τόσο το χειρότερο για εμάς τους ίδιους.

Το παζλ της συνέχειας του διχασμού συντίθεται από κομμάτια όπως η Επανάσταση του '22, η ηττημένη Αντεπανάσταση του 1923, η νίκη της Αβασίλευτης, οι συγκρούσεις και οι διαφορές του Βενιζελισμού με τον Αντιβενιζελισμό, η απόλυτη ή σχετική κυριαρχία του Βενιζελισμού κατά τη δεκαετία 1922-1932, η επάνοδος της βασιλείας και η παραλίγο πορεία –λόγω των δράσεων των στρατηγών Κονδύλη και Πλαστήρα– προς ένα αιματηρό Εμφύλιο.

Καταγράφεται όμως και ένα «σχεδόν». Αυτό είναι η «σχεδόν» πετυχημένη προσπάθεια αστικού εκσυγχρονισμού. Σχεδόν, όμως, γιατί ήταν ένας ατελής εκσυγχρονισμός λόγω της οικονομικής κρίσης του 1931, της αλαζονείας του ίδιου του Βενιζέλου ως επικεφαλής του Βενιζελισμού, αλλά και λόγω της αδυναμίας να ακολουθήσει και να συνταχθεί με τον αστικό εκσυγχρονισμό ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού αστισμού, όπως αυτό εκφραζόταν από τη δυνατή Εθνική Τράπεζα, το ελληνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο και το Λαϊκό Κόμμα.

Η Ιστορία αυτή καθαυτή

Ο διαχωρισμός όμως δημοκρατικοί-βασιλόφρονες δεν αφορά την a priori δημοκρατικότητα ή όχι των δυο παρατάξεων, αλλά τη διαφορά μεταξύ υποστηρικτών της αβασίλευτης (republic) και της βασιλευόμενης συνταγματικής βασιλείας.

Ο συγγραφέας απορρίπτει τη φιλολογία για τη βασιλεία ως Πολίτευμα ξένο προς τα «δήθεν προαιώνια αντιβασιλικά γονίδια» των Ελλήνων. Είναι η άποψη που καλλιεργεί μια πλευρά ελλήνων ιστορικών. Αντιθέτως, για τον συγγραφέα από την Απελευθέρωση και μετά η βασιλεία αποτελούσε «εγγύηση εσωτερικής σταθερότητας και αποτροπής ανεξέλεγκτων εμφύλιων συγκρούσεων, όπως αυτές που συνόδευσαν τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας» (σελ. 25). Ο Μαυρογορδάτος κάνει εδώ μια ιδιαιτέρως σημαντική διάκριση μεταξύ βασιλείας και δυναστείας. Η δεύτερη ήταν όντως ξενόφερτη. Αυτό όμως ίσχυε και για τις δυναστείες πλείστων άλλων χωρών.

Αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 έχουμε την αυτονόμηση των στρατιωτικών του Βενιζελισμού από τον ίδιο τον Βενιζέλο και την εξέλιξη αυτού που ονομάστηκε «Επανάσταση του 1922». Ο διαχωρισμός όμως δημοκρατικοί-βασιλόφρονες δεν αφορά την a priori δημοκρατικότητα ή όχι των δυο παρατάξεων, αλλά τη διαφορά μεταξύ υποστηρικτών της αβασίλευτης (republic) και της βασιλευόμενης συνταγματικής βασιλείας. Οι βασιλόφρονες δεν ήσαν κατ’ ανάγκη μοναρχικοί και αντιδημοκράτες. Απέρριπταν σίγουρα το αβασίλευτο πολίτευμα όχι όμως και το δημοκρατικό πολίτευμα. Τουλάχιστον όχι όλοι και ίσως όχι και οι περισσότεροι. Ούτε όμως οι βενιζελικοί ήσαν όλοι «από χέρι» δημοκράτες. Όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας, ακόμη και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, σημαία του προοδευτισμού και τη δημοκρατίας, δεν δίστασε να στηριχθεί στον δικτάτορα Πάγκαλο και στους στρατιωτικούς, σε πολλές φάσεις της πολιτικής του καριέρας. Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τη στάση του Παπαναστασίου το 1924 ως «ανενδοίαστη καιροσκοπική σύμπραξη με αδίστακτους επίδοξους δικτάτορες, όπως ο Κονδύλης και ο Πάγκαλος» (σελ. 39). Αλλά και ο μεταπολεμικός ηγέτης του Κέντρου Πλαστήρας, πριν προχωρήσει στο πραξικοπηματικό Κίνημα του 1935, είχε αρθρογραφήσει υπέρ της αποφασιστικότητας του Μουσολίνι. Η ίδια η επιβολή της αβασίλευτης δημοκρατίας έγινε με δημοψήφισμα στις 13 Απριλίου 1924, το οποίο όμως πραγματοποιήθηκε μετά την ομόφωνη απόφαση της Δ’ Συντακτικής Συνέλευσης στις 25 Μαρτίου του ίδιου έτους για κατάργηση της βασιλείας. Δεν το λες και ό,τι πιο δημοκρατικό. Βεβαίως και ο Βενιζέλος, ιδιαίτερα μετά τα αδιέξοδα του 1933, φλέρταρε με αυταρχικές λύσεις.

Μέχρι την σταθερή επάνοδο του Βενιζέλου (1928-1932) έχουμε μια Δημοκρατία που, όπως γράφει γλαφυρότατα ο συγγραφέας, ενώ ο Παπαπαναστασίου είναι ο πατέρας της (Πρωθυπουργός στις 24 Μαρτίου 1924), η ωμή στρατιωτική βία υπήρξε η μαμή της. Αυτή αποτυπώθηκε και στο λεγόμενο «Κατοχυρωτικό» (Περί κατοχυρώσεως του Δημοκρατικού Πολιτεύματος - 23/04/1924), όπου με πρόσχημα «την προστασία του πολιτεύματος, μια απίστευτη ποικιλία από γνώμες, μετατρέπονταν σε αξιόποινες πράξεις» (σελ.42). Όπως ήταν φυσικό, όταν η Δημοκρατία εξαπατά τον εαυτό της και όταν οι δημοκράτες συνεργάζονται με δικτάτορες, έρχεται η στιγμή που οι δικτάτορες αναλαμβάνουν από μόνοι τους να κάνουν την καθαρή δική τους δικτατορία. Έτσι, αφού η Συνέλευση έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στον Πάγκαλο, ο οποίος στις 25 Ιουνίου 1925 είχε ανέλθει στην εξουσία με πραξικόπημα, αυτός στις 29 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους κατάργησε την Δ’ Συντακτική Συνέλευση που τον «είχε εκλέξει» εκ των υστέρων στις 30 Ιουνίου 1925.

Όταν η Δημοκρατία εξαπατά τον εαυτό της και όταν οι δημοκράτες συνεργάζονται με δικτάτορες, έρχεται η στιγμή που οι δικτάτορες αναλαμβάνουν από μόνοι τους να κάνουν την καθαρή δική τους δικτατορία.

Την ανατροπή του «ανεξέλεγκτου» Πάγκαλου τον Αύγουστο του 1926 από τον μετέπειτα πραξικοπηματία Κονδύλη ακολούθησε μια περίοδος ασταθών «οικουμενικών κυβερνήσεων», οι οποίες άνοιξαν το δρόμο για την θριαμβευτική νίκη του Βενιζέλου στις εκλογές του 1928 και οδήγησαν στη λεγόμενη Χρυσή Τετραετία της διακυβέρνησής του. Μια τετραετία στην οποία τέθηκαν μεγάλοι στόχοι όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας αλλά και της αγροτικής παραγωγής προϊόντων για τη χώρα και όχι για εξαγωγή, με μεταρρυθμίσεις στην παιδεία και με στήριξη της μικρομεσαίας ιδιοκτησίας που δημιούργησε η αγροτική μεταρρύθμιση. «Συνοπτικά, όραμα της Τετραετίας ήταν μια καπιταλιστική οικονομία σε ταχεία ανάπτυξη και με σύγχρονη δημοκρατία» (σελ. 56). Πολλά από αυτά επιτεύχθηκαν αλλά την ίδια στιγμή ήρθε από τη μια η παγκόσμια οικονομική κρίση το '29 και η ελληνική το '31 και από την άλλη η στροφή του Βενιζέλου προς την αλαζονεία και την απομόνωση στην οποία τον οδηγούσε το περιβάλλον του, οι έντονες εσωκομματικές και εσωπαραταξιακές φιλοδοξίες των ανώτερων στελεχών του Βενιζελισμού, οι συνεχείς διασπάσεις του Κόμματος των Φιλελευθέρων και η επιδείνωση των σχέσεών του με τον Τσαλδάρη. Επίσης, οι αντιθέσεις των πολιτικών με τους στρατιωτικούς, εντός και των δυο στρατοπέδων, όχι μόνο οδήγησαν στην αδυναμία εθνικής συνεννόησης, αλλά κατέληξαν μέχρι και στη δεύτερη δολοφονική απόπειρα κατά του Βενιζέλου τον Ιούνιο του 1933.

eleytherios venizelos

Από το 1932 και ύστερα οι εκλογές οδηγούν σχεδόν σε ισοψηφίες, αλλά το πολιτικό κλίμα δεν επέτρεψε άλλες οικουμενικές με αναπόφευκτη συνέπεια τη δριμύτερη επιστροφή των στρατιωτικών. Αρχικά, το αποτυχημένο και ανοργάνωτο φιλοβενιζελικό Κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935 του Πλαστήρα, το οποίο αν και δεν επιδοκίμασε ανοικτά ο Βενιζέλος, ποτέ δεν το αποδοκίμασε κατηγορηματικά και η απάντηση του Αντιβενιζελισμού, με επικεφαλής τον Κονδύλη, πλέον με διώξεις και εκτελέσεις, η επαναφορά της βασιλείας και το δημοψήφισμα που ακολούθησε το ίδιο έτος για να νομιμοποιήσει αυτή την επαναφορά.

Ο συγγραφέας όμως δεν αποδέχεται τη θεωρία περί «συμμετρίας» των δημοψηφισμάτων του 1924 και του 1935, αν και υπήρξαν παραλληλισμοί όσον αφορά την εκ των υστέρων νομιμοποίηση προκαταβολικών αποφάσεων. Το 1924 όμως η κυβέρνηση Παπαναστασίου ήταν μια νόμιμη κυβέρνηση, είχε προηγηθεί αμνηστία και αν και υπήρχαν διπλοψηφίες, αυτές μεγάλωσαν τη διαφορά, χωρίς να αλλοιώσουν το αποτέλεσμα. Το 1935 η νόμιμη κυβέρνηση Τσαλδάρη είχε ανατραπεί από πραξικόπημα που επέβαλλε την ολιγόμηνη δικτατορία Κονδύλη, όχι μόνο δεν δόθηκε αμνηστία αλλά και εξαπολύθηκε κύμα διώξεων και τρομοκρατίας, ενώ, τέλος, το δημοψήφισμα του 1935 ήταν ολοκληρωτικά νόθο.

Η αδυναμία του πολιτικού Αντιβενιζελισμού του Τσαλδάρη ενίσχυσε τον στρατιωτικό Αντιβενιζελισμό του Κονδύλη. Το αντιπραξικόπημα του Κονδύλη κατά του Κινήματος Πλαστήρα το 1935 άνοιξε τον δρόμο για τη δικτατορία του Μεταξά στις 4 Αύγουστου του 1936. Πρώτα όμως η ίδια η Βουλή, με τον φόβο της επαπειλούμενης συνεργασίας Σοφούλη-ΚΚΕ, τον είχε εκλέξει ως Πρωθυπουργό. Είχε προηγηθεί επίσης ο φυσικός θάνατος του Κονδύλη, του Βενιζέλου και του Τσαλδάρη. Ο τεταρτοαυγουστιανός θάνατος της δημοκρατίας σφραγίστηκε τον Νοέμβριο και με τον θάνατο του Παπαναστασίου. Η δικτατορία του Μεταξά υπήρξε όντως δέσμια του μοναρχισμού και όχι της βασιλείας. Η παράταση του Διχασμού σταμάτησε το 1940, για να συνεχιστεί μετά τον Πόλεμο με άλλους όμως πρωταγωνιστές και αφηγήσεις.

Η εθνική ολοκλήρωση σε τρεις αντιθέσεις

Ο Βενιζελισμός όλο αυτό το διάστημα (1922-1936) παραμένει ο πιο δυναμικός φορέας της εθνικής ολοκλήρωσης, η οποία σχηματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε μέσα από τρεις μεγάλες αντιθέσεις: αυτή μεταξύ προσφύγων και γηγενών, μεταξύ ορθοδόξων Ελλήνων και Μειονοτήτων και μεταξύ Νέων Χωρών και Παλαιάς Ελλάδας.

Η μεγάλη συμβολή αυτού του βιβλίου δεν βρίσκεται στην εξιστόρηση των γεγονότων, όπως την παρακολουθήσαμε ως εδώ, αλλά στην καταγραφή της μεγάλης προσπάθειας για την εθνική ολοκλήρωση. Ο Βενιζελισμός όλο αυτό το διάστημα (1922-1936) παραμένει ο πιο δυναμικός φορέας της εθνικής ολοκλήρωσης, η οποία σχηματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε μέσα από τρεις μεγάλες αντιθέσεις: αυτή μεταξύ προσφύγων και γηγενών, μεταξύ ορθοδόξων Ελλήνων και Μειονοτήτων και μεταξύ Νέων Χωρών και Παλαιάς Ελλάδας.

Ο Βενιζελισμός ανέλαβε ανενδοίαστα την ευθύνη για τις ανταλλαγές πληθυσμών, αν και ο Βενιζέλος δεν πολυσυμφωνούσε με αυτήν και προσπάθησε μέχρι την τελευταία στιγμή να την αποτρέψει. Ο Βενιζέλος υποχρεώθηκε να συναινέσει στην πολιτική της υποχρεωτικής ανταλλαγής, ενώ δεν ήταν κατά της εθελοντικής. Τη δεύτερη προσπάθησε να την επιβάλλει στη Συνθήκη του Νεϊγύ το 1919 προτείνοντας την ανταλλαγή των Ελλήνων υπηκόων βουλγαρικής καταγωγής με τους Βούλγαρους υπηκόους ελληνικής καταγωγής. Οι δυο όμως μειονότητες προτίμησαν να μείνουν εκεί που γεννήθηκαν και δεν δέχθηκαν να μετακινηθούν. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης ωστόσο δέχτηκε την υποχρεωτική ανταλλαγή. Εξαιρέθηκαν από τη μια πλευρά οι μουσουλμάνοι Τούρκοι της Θράκης και από την άλλη το Πατριαρχείο και οι Έλληνες της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Ο Μαυρογορδάτος θεωρεί ότι αυτή η εξαίρεση, λόγω της αυταρχικής φύσης του τουρκικού εθνικισμού και του δημοκρατικού πλαισίου του ελληνικού εθνικισμού, λειτούργησε αρνητικά για την Ελλάδα. Τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955 και τα σημερινά προβλήματα στη Θράκη τον επιβεβαιώνουν. 

Η ανταλλαγή πληθυσμών, πρώτον, δεν ήταν μια μονομερής ενέργεια αλλά προϊόν διαπραγμάτευσης των δυο πλευρών· δεύτερον, όχι μόνο δεν σκότωσε ανθρώπους, αλλά αντιθέτως προστάτεψε πολλούς που διαφορετικά θα είχαν σφαγιαστεί, και, τρίτον, αυτή διαφύλαξε τα καταρχήν περιουσιακά δικαιώματα όσων υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις ακίνητες περιουσίες τους. Τελικά, η υποχρεωτική ανταλλαγή αποσόβησε εθνοκαθάρσεις.

Αυτή όμως η ανταλλαγή οδήγησε στην πρώτη μεγάλη αντίθεση μεταξύ Γηγενών και Προσφύγων, αλλά και σ’ ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα του Βενιζελισμού. «Η αποκατάσταση και αφομοίωση των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής υπήρξε και παραμένει το μεγαλύτερο ειρηνικό επίτευγμα του νεοελληνικού κράτους» (σελ. 134). Αυτή όμως η αφομοίωση καθόλου δεν ήταν εύκολη, πολλές φορές δεν ήταν ούτε καν αναίμακτη.

Γηγενείς εναντίον προσφύγων

Μεγάλο ρόλο στην ταύτιση των προσφύγων με τον Βενιζελισμό, εκτός από το ότι αυτός στήριξε την Αντάντ που ήταν εχθρός των Τούρκων, εκτός από την οφειλόμενη σ’ αυτόν αποκατάστασή τους ήταν και η ίδια η χαρισματική προσωπικότητα του Βενιζέλου που τους δελέασε υπέρ του.

Οι πρόσφυγες αποτέλεσαν εκείνη την εκλογική δύναμη που μετά το 1926 έκρινε τις εκλογές υπέρ του Βενιζελισμού. Όταν δε λίγοι από αυτούς μεταστράφηκαν στις εκλογές από το 1932-33 και το '36 η πλάστιγγα έγειρε υπέρ του Αντιβενιζελισμού. Ο προσφυγικός κόσμος έγινε ο διαιτητής του τότε ελληνικού πολιτικού παιγνιδιού. Σε αντάλλαγμα η πολιτική του Βενιζελισμού μείωσε την οικονομική τους στέρηση, χαρίζοντας τους χρέη και εξασφαλίζοντας για τους περισσότερους, όχι όμως για όλους, αποζημιώσεις για τις περιουσίες τους, σταμάτησε την κοινωνική τους πτώση μετατρέποντας τους περισσότερους σε μικροϊδιοκτήτες, ενέταξε τις γυναίκες στο εργατικό δυναμικό και πολλά άλλα. Αυτή όμως η πολιτική μετέτρεψε τους πρόσφυγες σε αποδιοπομπαίους τράγους για τους γηγενείς, που τους κατηγορούσαν για τη δική τους φτώχεια, ενώ πέρα από τον ρατσισμό και την καχυποψία οδήγησε και σε εσωτερικές συγκρούσεις και μεγάλες αντιπαλότητες. Η εχθρότητα του Αντιβενιζελισμού υπήρξε ακόμη πιο καθοριστική για τα φρονήματα των προσφύγων. Το πολιτικό εκκρεμές κινούταν «από την αδελφική καταρχήν αποδοχή που τους επιφύλαξε ο Βενιζελισμός» (σελ. 188) μέχρι την αρνητική στάση του Αντιβενιζελισμού έναντί τους. Μεγάλο ρόλο στην ταύτιση των προσφύγων με τον Βενιζελισμό, εκτός από το ότι αυτός στήριξε την Αντάντ που ήταν εχθρός των Τούρκων, εκτός από την οφειλόμενη σ’ αυτόν αποκατάστασή τους ήταν και η ίδια η χαρισματική προσωπικότητα του Βενιζέλου που τους δελέασε υπέρ του.

Μειονότητες εναντίον Ορθοδόξων

Η δεύτερη μεγάλη αντίθεση είναι αυτή μεταξύ Μειονοτήτων και Ελλήνων Ορθοδόξων. Ο Μαυρογορδάτος προσφέρει πολλά στον σύγχρονο διάλογο που έχει ανοίξει τώρα με το Μακεδονικό όταν μας θυμίζει ότι αυτή η χώρα σε δυο απογραφές (1928 και 1940) αναγνώριζε έξι μειονότητες: Τσάμηδες, Κουτσοβλάχοι, Σεφαραδίτες Εβραίοι, Αρμένιοι, Τούρκοι της Θράκης και Σλάβοι της Μακεδονίας. Οι Σλάβοι της Μακεδονίας χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες: σε σλαβόφωνους με ελληνική συνείδηση (Γραικομάνοι), σε Σλάβους βουλγαρικής συνείδησης και σε Σλαβομακεδόνες. Όλοι αυτοί στην απογραφή του 1928 καταγράφηκαν στους 81.844 και του 1940 στους 85.167. Ενώ και οι Τούρκοι το 1928 ανέρχονταν στους 86.506 και το 1940 στους 100.559.

venizelos 1

Ο συγγραφέας φρεσκάρει τη μνήμη σε κάποιους πολιτικούς και στους μακεδονομάχους των Πλατειών υπενθυμίζοντας τους ότι ενώ οι Σύμμαχοι δεν ήθελαν καμία αναφορά σε εθνικές μειονότητες, παρά μόνο σε θρησκευτικές, οι δυο χώρες Ελλάδα και Τουρκία στη δική τους Σύμβαση Υποχρεωτικής Ανταλλαγής των Πληθυσμών έκαναν λόγο για Τούρκους της Θράκης και Έλληνες της Τουρκίας. «Χρησιμοποιήθηκε (πολύ αργότερα) το οψιγενές επιχείρημα ότι δεν πρόκειται για τάχα εθνική μειονότητα, αλλά μόνο για θρησκευτική. Ότι πρόκειται δηλαδή μόνο για «Έλληνες μουσουλμάνους» και όχι για Τούρκους» (σελ. 234). Αλήθεια μήπως χρειάζεται η ελληνική Βουλή και τα κόμματα που συσκέπτονται με ένα – δυο ειδικούς και τριάντα δύο ανίδεους να καλέσουν κανένα Μαυρογορδάτο για να τους διαφωτίσει για το Μακεδονικό; Ή μήπως τον συγχέουν με τον «βδελυρό» αστό και πουλημένο στους ξένους Μαυροκορδάτο; Με την ασχετοσύνη που κυριαρχεί μπορεί να συμβαίνει και κάτι τέτοιο.

Ο συγγραφέας όμως καταγράφει και εθνοτικές μειονότητες όπως οι Αρβανίτες της Παλαιάς Ελλάδας και θρησκευτικές μειονότητες όπως Έλληνες Εβραίοι με ελληνική συνείδηση, Σεφαραδίτες Εβραίοι που διατηρούσαν τον δικό τους εθνικό και θρησκευτικό αυτοπροσδιορισμό, Έλληνες Καθολικοί και Έλληνες Παλαιοημερολογίτες. Η πολιτική του Βενιζελισμού όσον αφορά τις μειονότητες κινείτο σε τρεις άξονες:

  • Αφομοίωση μέσω της εκπαίδευσης και της αγροτικής μεταρρύθμισης των Σλαβόφωνων της Μακεδονίας.
  • Ισότιμη ενσωμάτωση των μουσουλμάνων Τούρκων, Τσάμηδων και Πομάκων ως «εθνικών μειονοτήτων» με μέσο την αναγνώριση του «ιστορικού ρόλου της θρησκείας τους ως εθνικής διαχωριστικής γραμμής» (σελ. 291).
  • Και εξουδετέρωση όσον αφορά την αποτροπή των απειλών που μπορούσε να αποφέρει η κακομεταχείριση των μειονοτήτων που ήσαν κοντά στα εδάφη των Κρατών αναφοράς τους. Το μέσο γι’ αυτήν την εξουδετέρωση ήταν η πληθυσμιακή αλλοίωση των πληθυσμών σ’ αυτές τις περιοχές «με την εγκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων, τόσο γενικά στη Βόρεια Ελλάδα, όσο και ειδικά σε επιλεγμένες παραμεθόριες περιοχές»( σελ. 292).

Και οι μειονότητες όμως, όπως και οι πρόσφυγες, έπαιζαν το ρόλο του διαιτητή μεταξύ των δυο παρατάξεων. Μόνο που τώρα αυτές ήσαν ένας «αλλοεθνής διαιτητής», φίλος του Αντιβενιζελισμού και προστατευόμενος της βασιλικής και αντιβενιζελικής παράταξης. Ναι είναι αλήθεια οι «εθνοπατριώτες» της εποχής στήριζαν τους μειονοτικούς και αυτοί με τη σειρά τους στήριζαν τους εθνικιστές. Τι μαθαίνει κανείς, όταν διαβάζει πραγματική ιστορία από πραγματικούς ιστορικούς!

Η τρίτη μεγάλη αντίθεση ήταν αυτή μεταξύ των αποκαλούμενων Νέων Χωρών και της Παλιάς Ελλάδας. Οι πληθυσμοί των Νέων Χωρών ταυτίζονταν με τον Βενιζελισμό, οι πληθυσμοί της Παλαιάς Ελλάδας με τον Αντιβενιζελισμό. Ήταν η εποχή που, παρά τα πολλά «κουσούρια» τους, οι δυο μεγάλες παρατάξεις δεν φοβούνταν να αναγνωρίζουν τις διαφορές μεταξύ του Νέου και του Παλαιού. Δεν φοβούνταν δηλαδή και τις τρεις αντιθέσεις αναγνωρίζοντας τις πραγματικότητες που τις περιέβαλλαν. Φυσικά από το βεληνεκές ενός τέτοιου έργου δεν θα μπορούσαν να λείψουν και οι ταξικές διαστάσεις (αγρότες, αστοί, μικροαστοί, εργάτες) καθώς και η περιγραφή του οράματος του αστικού εκσυγχρονισμού και η αντιπαλότητα του με την εργατική ριζοσπαστικοποίηση και τον ρόλο του ΚΚΕ.

Ένας Εμφύλιος που αποφεύχθηκε ( προσωρινά) 

Παρόλη όμως την κριτική που ο συγγραφέας ασκεί στον Βενιζέλο, αυτό που διαπερνά εγκάρσια το βιβλίο είναι η άποψη που εξέφρασε και στο προηγούμενο βιβλίο του. Δεν μεροληπτεί αυτός υπέρ του Βενιζέλου, τα γεγονότα μεροληπτούν.

Τελικά όλη αυτή η περίοδος που βρισκόταν κάτω από ένα μεγάλο στόχο, αυτόν του Αστικού Εκσυγχρονισμού, ήταν ένας κρυφός εμφύλιος που τον παρήγαγαν τόσο οι εθνοτικές και μειονοτικές αντιθέσεις όσο και οι ταξικές ανισότητες. Ο συγγραφέας και εδώ όπως και στο προηγούμενο βιβλίο του δεν χαρίζεται στα λάθη του Βενιζέλου και του Βενιζελισμού. Δεν θα μείνω σ’ όλα, αναφέρθηκα ήδη στις εξαιρέσεις της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών και στον αυταρχικό τρόπο διοίκησης του Κόμματος των Φιλελεύθερων. Δεν ήταν όμως αυτά τα μεγαλύτερα λάθη του.

Το 1932 με τους μη χειρισμούς του για την προάσπιση του θεσμού της Γερουσίας και τα λάθη του στην εκλογή Πρόεδρου «χάθηκε η σημαντικότερη ευκαιρία –αν όχι η μοναδική– οριστικής εμπέδωσης της Δημοκρατίας, εξαιτίας των ιδιοτελών χειρισμών του Βενιζέλου που αποσκοπούσαν στη διάσωση του Κόμματος των Φιλελευθέρων από την εκλογική συντριβή και την απομόνωση» (σελ. 425). Ο Βενιζέλος, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού του βίου, υπέταξε τότε το εθνικό συμφέρον στο κομματικό.

Παρόλη όμως την κριτική που ο συγγραφέας ασκεί στον Βενιζέλο, αυτό που διαπερνά εγκάρσια το βιβλίο είναι η άποψη που εξέφρασε και στο προηγούμενο βιβλίο του. Δεν μεροληπτεί αυτός υπέρ του Βενιζέλου, τα γεγονότα μεροληπτούν. Αυτά καταγράφονται και ο καλός ιστορικός τα συστηματοποιεί, τα αναλύει και τα προσφέρει στον αναγνώστη. Γνωρίζετε τίποτα καλύτερο από αυτό;

Ο Εμφύλιος τελικά αποφεύχθηκε αν και υπήρχαν πολλές προϋποθέσεις για να ξεσπάσει, όπως συνθήκες αμοιβαίας ανασφάλειας, ευκαιρίες εκδίκησης και αντεκδίκησης, εμφυλιοπολεμικό κλίμα και πνεύμα. Έλλειπε όμως η κυριότερη. Η ύπαρξη ενός διεθνούς παράγοντα που να στηρίζει τις δυο παρατάξεις. Αυτό δεν ίσχυε το 1935. Ίσχυσε όμως το 1945.

Καταγράφω την απουσία ενός Χρονολόγιου και ενός Ευρετηρίου ονομάτων, αν και υπάρχουν βιογραφικά σημειώματα για τους πιο επιφανείς εκπροσώπους της μετά το 1922 μέχρι το 1940 περιόδου. Στη σίγουρη επόμενη έκδοση θα πρέπει να υπάρχουν. 

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και διδάκτωρ κοινωνιολογίας.


Απόσπασμα από το βιβλίο

«Ο Βενιζελισμός παραμένει ο πιο συνεπής και δυναμικός φορέας της εθνικής ολοκλήρωσης – μέσα πια στα όρια του κράτους. Παίρνει ανενδοίαστα την ευθύνη για τις ανταλλαγές των πληθυσμών, που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη της εθνικής ομοιογένειας. Αναλαμβάνει και σε αποφασιστικό βαθμό πραγματοποιεί το ιστορικό έργο της αποκατάστασης των προσφύγων και της ενσωμάτωσής τους στο ελληνικό κράτος. Επιδιώκει συστηματικά την αφομοίωση ή, έστω, την ενσωμάτωση των εθνικών μειονοτήτων και, πάντως, την εξουδετέρωση κάθε ενδεχόμενης απειλής που αντιπροσωπεύουν για την εθνική κυριαρχία και την ακεραιότητα του ελληνικού κράτους. Τέλος, με το γενικότερο πρόγραμμά που εφαρμόζει και προπαντός με την εκπαιδευτική πολιτική του, ο Βενιζελισμός εξακολουθεί να αποτελεί τον ιστορικό φορέα της ενσωμάτωσης των Νέων Χωρών στο εθνικό κράτος» (σελ. 127).


altΜετά το 1922
Η παράταση του διχασμού
Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος
Πατάκης 2017
Σελ. 496, τιμή εκδότη €18,80

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ Θ. ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ο εχθρός εντός των τειχών

Ο εχθρός εντός των τειχών

Για το βιβλίο του Λάμπρου Μπαλτσιώτη «Ο εχθρός εντός των τειχών – Η μουσουλμανική κοινότητα της Χαλκίδας (1833-1881)» (εκδ. Βιβλιόραμα).

Του Τάκη Καμπύλη...

Όταν η Ευρώπη πήγε στην κόλαση κι επέστρεψε

Όταν η Ευρώπη πήγε στην κόλαση κι επέστρεψε

Για το βιβλίο του Ian Kershaw «Στην κόλαση των δύο πολέμων – Ευρώπη, 1914-1949» (μτφρ. Ελένη Αρσενίου, εκδ. Αλεξάνδρεια).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Ανακαλώντας στη μνήμη του το ξέσπασμα του Α΄ Π...

Η Ρωσική Επανάσταση «σαν μυθιστόρημα»

Η Ρωσική Επανάσταση «σαν μυθιστόρημα»

Για το βιβλίο του China Miéville «Οκτώβρης – Η Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Μεταίχμιο).

Του Γιώργου Σιακαντάρη
...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μπαρόκ

Μπαρόκ

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου «Μπαρόκ», που θα κυκλοφορήσει στις 2 Μαΐου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Ο Τζάστιν Γκρέι και οι φύλακες της Γης

Ο Τζάστιν Γκρέι και οι φύλακες της Γης

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα για παιδιά της Ελένης Ανδρεάδη «Ο Τζάστιν Γκρέι και οι φύλακες της Γης», που θα κυκλοφορήσει στις 26 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης...

Ηγεμονία: η περιπέτεια μιας λέξης

Ηγεμονία: η περιπέτεια μιας λέξης

Για το βιβλίο του Perry Anderson «Η λέξη από “Η” – Η περιπέτεια της ηγεμονίας» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube