26 Σεπτεμβριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:08:32:18 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ Ο γελαστικός κόσμος του Ραμπελαί

Ο γελαστικός κόσμος του Ραμπελαί

E-mail Εκτύπωση

rabelais 700 2Για την εμβληματική μελέτη του Mikhail Bakhtin Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του. Για τη λαϊκή κουλτούρα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης (μτφρ. Γιώργος Πινακούλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).

Του Γιώργου Λαμπράκου

Μεταξύ των συγγραφέων που θεμελίωσαν τη λογοτεχνία της γλώσσας τους αλλά και επέδρασαν καθοριστικά στην εξέλιξη της δυτικής λογοτεχνίας, όπως ο Δάντης και ο Βοκάκιος στην Ιταλία, ο Τσόσερ και ο Σαίξπηρ στην Αγγλία, ο Θερβάντες στην Ισπανία, κ.ά., ο Φρανσουά Ραμπελαί (1494-1553), που θεωρείται ο θεμελιωτής της γαλλικής πεζογραφίας, είναι μάλλον ο πιο απόμακρος, παράξενος και παρεξηγημένος.

Παρά τα επιμέρους εμπόδια, δεν δυσκολευόμαστε να συλλάβουμε το μεγαλείο του Δεκαήμερου, του Άμλετ ή του Δον Κιχώτη, ωστόσο με το ενοποιημένο μυθιστόρημα Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ συχνά αντιμετωπίζουμε πρόβλημα: δεν είναι τυχαίο πως η πρώτη πλήρης ελληνική έκδοση των δύο πρώτων και βασικών βιβλίων του μυθιστορήματος, στη μετάφραση του Φ.Δ. Δρακονταειδή (Γαλλικό Ινστιτούτο, 1994), έχει 648 υποσημειώσεις, αναγκαίες για την κατανόησή του. Εδώ και αιώνες, λοιπόν, πολλοί κλήθηκαν να λύσουν «το πρόβλημα Ραμπελαί», δηλαδή να εξηγήσουν πού έγκειται η σπουδαιότητα του έργου του, αλλά ενδεχομένως την καλύτερη λύση έδωσε ο Ρώσος θεωρητικός της λογοτεχνίας και φιλόσοφος Μιχαήλ Μπαχτίν (1895-1975) στην ανεπανάληπτη μελέτη του Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του. Για τη λαϊκή κουλτούρα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης που μόλις εκδόθηκε σε μετάφραση του Γιώργου Πινακούλα, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σε έναν εξαιρετικό τόμο. Ας σημειωθεί ότι τα αποσπάσματα από τα επόμενα τρία βιβλία της πενταλογίας που έγραψε ο Ραμπελαί έχουν επίσης μεταφραστεί από τον Δρακονταειδή ειδικά για αυτή την έκδοση.       

Κάποιοι θεώρησαν τον Ραμπελαί έναν παράξενο και ολίγον χοντροκομμένο τύπο που απλώς έγραψε ένα μυθιστόρημα γεμάτο αστεία χωρίς όμως ιδιαίτερο βάθος. Άλλοι τον έκριναν αποκλειστικά στο στενό πλαίσιο των συγκεκριμένων αναφορών στην εποχή του και των επιμέρους επικριτικών ή σαρκαστικών προθέσεων του.

Κεντρικό αντικείμενο του Μπαχτίν είναι λοιπόν να ερευνήσει και να εξηγήσει γιατί οι –κυρίως από τον 17ο αιώνα και εξής– αναγνώστες του Ραμπελαί, τόσο οι απλοί όσο και οι ειδικοί, δεν κατανόησαν σε πλήρες εύρος και βάθος το έργο του. Κάποιοι θεώρησαν τον Ραμπελαί έναν παράξενο και ολίγον χοντροκομμένο τύπο που απλώς έγραψε ένα μυθιστόρημα γεμάτο αστεία χωρίς όμως ιδιαίτερο βάθος. Άλλοι τον έκριναν αποκλειστικά στο στενό πλαίσιο των συγκεκριμένων αναφορών στην εποχή του και των επιμέρους επικριτικών ή σαρκαστικών προθέσεων του. Άλλοι, πάλι, πάσχισαν να τον αποκαθάρουν από οτιδήποτε (εκλάμβαναν ως) άξεστο, ποταπό και χυδαίο, εκδίδοντας το έργο του πετσοκομμένο αναλόγως. Περιττό να ειπωθεί πως αρκετοί «σοβαροί» αναγνώστες και κριτικοί, που δυστυχώς δεν λείπουν από καμία εποχή, δεν μπορούσαν να δεχτούν (ορθότερα: να ανεχτούν) το αυθάδες και ελευθέριο πνεύμα του. Η απάντηση του Μπαχτίν, η οποία αναπτύσσεται σε πάνω από πεντακόσιες σελίδες, είναι ότι σχεδόν κανείς δεν κατάφερε να συνθέσει ολιστικά τη «λαϊκή γελαστική κουλτούρα» του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης από την οποία ο Ραμπελαί άρδευσε τα βασικά στοιχεία του έργου του. Και ένας βασικός λόγος για τον οποίο η εν λόγω κουλτούρα δεν έγινε κατανοητή σε ένα ολιστικό συνθετικό πλαίσιο είναι ότι κανείς δεν φαίνεται να εισήλθε στην εποχή του ίδιου του Ραμπελαί για να την κρίνει, και μαζί να κρίνει κι εκείνον, σύμφωνα με τα δικά της κριτήρια, αλλά όλα κρίθηκαν με μεταγενέστερα, «εκμοντερνισμένα» κριτήρια που δεν συνέλαβαν, όπως γράφει ο Μπαχτίν, «την ενότητα του ραμπελαισιανού κόσμου».  

Τρεις πτυχές τις «γελαστικής κουλτούρας»

Σύμφωνα με τον Μπαχτίν, η λαϊκή γελαστική κουλτούρα έχει τρεις βασικές πτυχές: τις «τελετουργικο-παραστατικές μορφές» (π.χ. καρναβάλια και λοιπές παραστάσεις στις πλατείες), τα «προφορικά και γραπτά γελαστικά έργα λόγου», και τις ποικίλες «μορφές του οικείου-πλατεΐστικου λόγου» (π.χ. βρισιές, όρκοι, παινέματα κ.ά.). Οι τρεις αυτές πτυχές συγκροτούν μια οιονεί ενότητα που ενέχει περιθωριακά και ανεπίσημα, εξωεκκλησιαστικά και εξωκρατικά στοιχεία, δημιουργώντας έναν ουτοπικό, πάνδημο, γιορταστικό και αμφίθυμο κόσμο, έναν «δεύτερο κόσμο», ο οποίος έρχεται να αντιπαρατεθεί στις επίσημες εξουσίες του «πρώτου κόσμου», όπως η Εκκλησία και τα δόγματά της, ο βασιλιάς και η αυλή του, η πολιτεία και οι νόμοι της, με τη σοβαρότητα, την αυταρχικότητα και την αδιαλλαξία που παραδοσιακά και αναπόφευκτα τους διέπει. 

Ο γκροτέσκος ρεαλισμός, όπως φανερώνεται στο έργο του Ραμπελαί, αρνείται και καταφάσκει, σκοτώνει και γεννά, αποδομεί και δομεί, σε ένα αναγεννησιακό Γίγνεσθαι που αποβλέπει στην εναντίωση στο μεσαιωνικό Είναι κι έτσι στη φανέρωση της «αιώνιας ημιτέλειας» του κόσμου.

Ο Μπαχτίν τονίζει σε κάθε σημείο τη «γελαστική εικονοποιία» του Ραμπελαί η οποία δίνει έμφαση στην «υλική-σωματική αρχή του κάτω» (γεννητικά όργανα και οπές και, κατ’ επέκταση, γη και κόλαση), σε αντίθεση με το ιδεαλιστικό «πάνω» (νους/ψυχή και, κατ’ επέκταση, ουρανός και παράδεισος). Αυτή η αρχή, που παρουσιάζεται με «γκροτέσκο ρεαλισμό», αποβλέπει στον υποβιβασμό κάθε πράγματος, υποβιβασμό που όμως δεν είναι μόνο ούτε κυρίως αρνητικός, αλλά έχει και μια ισχυρή θετική, δημιουργική όψη, εξού και ο «αμφίθυμος» χαρακτήρας του. Ο γκροτέσκος ρεαλισμός, όπως φανερώνεται στο έργο του Ραμπελαί, αρνείται και καταφάσκει, σκοτώνει και γεννά, αποδομεί και δομεί, σε ένα αναγεννησιακό Γίγνεσθαι που αποβλέπει στην εναντίωση στο μεσαιωνικό Είναι κι έτσι στη φανέρωση της «αιώνιας ημιτέλειας» του κόσμου. Όπως γράφει: «Η άνθηση του γκροτέσκου ρεαλισμού είναι το εικονικό σύστημα της λαϊκής γελαστικής κουλτούρας του Μεσαίωνα, και το καλλιτεχνικό του απόγειο η λογοτεχνία της Αναγέννησης».  

Το γέλιο τίθεται στο επίκεντρο της μελέτης του Μπαχτίν για τον εξέχοντα ιατροφιλόσοφο Ραμπελαί, αυτό τον «εύθυμο γιατρό» και «συνεπή υλιστή». Ο ομηρικός «άσβεστος γέλως» των θεών προσγειώνεται και γειώνεται στις πλατείες, τα καρναβάλια και τους δρόμους (τόσο τους πραγματικούς, όσο και εκείνους του μυθιστορήματος) χαροποιώντας και ζωοποιώντας τον κόσμο, ο οποίος επισήμως δεν επιτρέπεται να γελά: «Ο Μεσαίωνας, καθώς δεν επέτρεπε το γέλιο σε καμία απ’ τις επίσημες σφαίρες της ζωής και της ιδεολογίας, παραχωρούσε, απ’ την άλλη πλευρά, ιδιαίτερα προνόμια ελευθεριότητας και ατιμωρησίας εκτός αυτών των σφαιρών». Οι γιορτές των τρελών, η γιορτή του γαϊδάρου, το πασχάλιο γέλιο, οι παρωδίες, τα μυστήρια είναι μερικές από τις μορφές της ανεπίσημης, πλατεΐστικης κριτικής στους κρατούντες, γράφει ο Μπαχτίν, αφού εδώ «επενδύεται η λαϊκή προσδοκία για ένα καλύτερο μέλλον, για ένα δικαιότερο κοινωνικό-οικονομικό καθεστώς, για μια νέα αλήθεια». Έτσι, το απόλυτο, το απαρασάλευτο, το σοβαρό, το ευλαβικό και το εκφοβιστικό δέχονται τα πυρά του σχετικού, του διασαλευμένου, του κωμικού, του αναιδούς και του άφοβου. «Όχι μόνο το γέλιο δεν κάνει καμία εξαίρεση για το υψηλό, αλλά, αντίθετα, στρέφεται κατ’ εξοχήν εναντίον του. […] Η εξουσία, η βία, ο αυταρχισμός ποτέ δε μιλούν στη γλώσσα του γέλιου». Η παραπάνω «λαϊκή κριτική», πάντως, δεν είναι ούτε πάντα στοχευμένη ούτε πάντα συνειδητή, αφού ο άνθρωπος του Μεσαίωνα εξακολουθούσε να φέρει μέσα του, πέρα από τη λαϊκή, και την επίσημη συνείδηση.

alt 

Με την έλευση του 17ου αιώνα και αργότερα του Διαφωτισμού, ωστόσο, το γέλιο χάνει κατά τον Μπαχτίν τον πλατεΐστικο, γκροτέσκο, παλλαϊκό χαρακτήρα του και λαμβάνει «μορφές του μειωμένου γέλιου», όπως η σάτιρα, η ειρωνεία, ο σαρκασμός και το χιούμορ (που εδώ νοηματοδοτούνται με κυρίως αρνητικό πρόσημο), οπότε πλέον «η γελαστική οικουμενικότητα του καρναβαλικού τύπου βαθμιαία γίνεται ακατανόητη».

Προς τα τέλη του Μεσαίωνα το γέλιο αρχίζει κατά τον Μπαχτίν να εισέρχεται στη μεγάλη λογοτεχνία, οπότε τα στεγανά αρχίζουν να διαρρηγνύονται. Στο επίκεντρο της βαθμιαίας θόλωσης των διαχωριστικών ορίων βρίσκεται το μυθιστόρημα του Ραμπελαί. Με την έλευση του 17ου αιώνα και αργότερα του Διαφωτισμού, ωστόσο, το γέλιο χάνει κατά τον Μπαχτίν τον πλατεΐστικο, γκροτέσκο, παλλαϊκό χαρακτήρα του και λαμβάνει «μορφές του μειωμένου γέλιου», όπως η σάτιρα, η ειρωνεία, ο σαρκασμός και το χιούμορ (που εδώ νοηματοδοτούνται με κυρίως αρνητικό πρόσημο), οπότε πλέον «η γελαστική οικουμενικότητα του καρναβαλικού τύπου βαθμιαία γίνεται ακατανόητη». Στο σημείο αυτό, παρότι επιτυγχάνεται ο στόχος του Μπαχτίν να διαφωτίσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ραμπελαισιανού γέλιου, θεωρώ πως υπερβάλλει ως προς τα αρνητικά γνωρίσματα της σάτιρας. Όταν π.χ. υποστηρίζει ότι πίσω από την άρνηση της σάτιρας βρίσκεται το «μηδέν» και όχι ένα «αντίστροφο αντικείμενο [...] το καρναβαλικό ανάποδα», υποτιμά τη δυνατότητα (που εννοείται πως δεν γίνεται πάντα πραγματικότητα) της σάτιρας και των άλλων μορφών του «μειωμένου γέλιου» να αναδεικνύουν κάτι θετικό και άξιο διά του αντιθέτου – σε γενικές γραμμές, πάντως, ο Μπαχτίν διατηρεί σε ισορροπία το κοσμοθεωρητικό του σχήμα και όπου μπορεί σχετικοποιεί τις αναπόφευκτες σχηματοποιήσεις του.   

Μια νέα εύθυμη αλήθεια

Η ισχυρότερη και ίσως ωραιότερη θεωρητική προσέγγιση του Μπαχτίν αφορά στην ερμηνεία των στοιχείων του «υλικού-σωματικού κάτω» στο μυθιστόρημα του Ραμπελαί, όπως είναι οι εικόνες με τα γεννητικά όργανα, τα ούρα, τα κόπρανα, τα κάθε λογής υγρά του σώματος, και η σύνδεσή τους με την εικόνα του ανοιχτού στόματος. Για τον Μπαχτίν αυτές οι εικόνες συνδέονται αναπόσπαστα με έννοιες όπως «η γέννηση, η γονιμότητα, η ανανέωση, η ευημερία» και συνιστούν «το μοτίβο θανάτου-ανανέωσης-γονιμότητας» το οποίο θεωρεί κορυφαίο μοτίβο στο μυθιστόρημα του Ραμπελαί. Όλα όσα εκ πρώτης όψεως μοιάζουν με κενές βωμολοχίες ή φτηνούς αστεϊσμούς, ενέχουν (επειδή προέρχονται από) μια ολόκληρη κοσμοεικόνα, την πλατεΐστικη και την καρναβαλική. Σε αυτή την εικονοποιία συμμετέχουν επίσης σε κεντρικές θέσεις οι εικόνες του φαγητού, του ποτού και γενικότερα του γλεντιού, ενώ οι βρισιές, οι κατάρες, οι ξυλιές, οι διαμελισμοί, ακόμα και οι φόνοι, στρέφονται κυρίως ενάντια στους εκπροσώπους «της σκυθρωπής παλιάς αλήθειας, της μεσαιωνικής κοσμοαντίληψης, του “γοτθικού σκοταδιού”». Είναι μεν εικόνες χαρωπές, ελευθέριες, γιορταστικές, αλλά και συνειδητά ή ασύνειδα επιθετικές, πολεμικές, διαλυτικές. Με τη μοναδική γλώσσα του ο Ραμπελαί «αποκαλύπτει τη δική του νέα εύθυμη αλήθεια για τον κόσμο».

altΣε αυτή τη νέα εύθυμη αλήθεια φανερώνεται η ανατροπή του παλαιού, ιεραρχικού, «κατακόρυφου» κόσμου του Μεσαίωνα από τον νέο, «οριζόντιο» κόσμο της Αναγέννησης και αργότερα των Νέων Χρόνων, τον κόσμο της εξέλιξης και της προόδου (ή έστω, των ιδεών της εξέλιξης και της προόδου, άσχετα από την εκάστοτε μεταγενέστερη τροπή τους). Εδώ ο χρόνος καθίσταται σταδιακά ανοιχτός, όπως και η κοινωνία: «Η κυρίαρχη εξουσία και η κυρίαρχη αλήθεια» διαβάζουμε σε ένα υπέροχο σημείο «δε βλέπουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη του χρόνου, γι’ αυτό και δε βλέπουν την αρχή, τα όριά τους και το τέλος τους, δε βλέπουν το γέρικο και αστείο πρόσωπό τους, των κωμικό χαρακτήρα των αξιώσεών τους για αιωνιότητα και μη καταργησιμότητα». Ουσιαστικά, μας λέει ο Μπαχτίν, ο Μεσαίωνας διαλύθηκε μέσα από την ίδια του την αξίωση για το αναλλοίωτο, το αιώνιο, το «μη καταργήσιμο». Έτσι, ο μεν Ραμπελαί χλευάζει τη Σορβόννη μέσα από τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα του «Ιωαννίκιου Κοντοπεοφόρου», η δε πραγματική Σορβόννη αντεπιτίθεται καταδικάζοντας και (όσο ήταν δυνατόν) απαγορεύοντας τα βιβλία του: τελικός νικητής, ευτυχώς, αναδεικνύεται ο γελαστός Ραμπελαί, όχι το αρχαιότερο και αγέλαστο μέλος της Σορβόννης.

Το μυθιστόρημα, μέσα από τους γίγαντες, τους τόσο larger than life ήρωες Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, γιορτάζει το πλεόνασμα, την αφθονία, τη μεγαλοποίηση των πάντων, που είναι «από τα βασικότερα γνωρίσματα του γκροτέσκου ύφους».

Το μυθιστόρημα, μέσα από τους γίγαντες, τους τόσο larger than life ήρωες Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, γιορτάζει το πλεόνασμα, την αφθονία, τη μεγαλοποίηση των πάντων, που είναι «από τα βασικότερα γνωρίσματα του γκροτέσκου ύφους», και μαζί την ευωχική «καρναβαλοποίηση της συνείδησης» με σύμβολο το κρασί και όχι το λάδι: «Να πιω! Να πιω! Να πιω!» κραυγάζει ο άρτι αφιχθείς στον κόσμο Γαργαντούας, αντί να κλάψει εκλιπαρώντας για το γαλατάκι του, ενώ και ο γιος του Πανταγκρυέλ (πανδιψασμένος) δεν πάει πίσω… «Η συνείδηση της καθαρά ανθρώπινης υλικο-σωματικής δύναμής του διαποτίζει το γκροτέσκο συμπόσιο. Ο άνθρωπος δε φοβάται τον κόσμο· τον νίκησε και τον γεύεται» εξηγεί ωραία ο Μπαχτίν, υποστηρίζοντας πως οι ευωχικές εικόνες του Ραμπελαί δεν σηματοδοτούν την απληστία του νεότερου «ατομικού-εγωιστικού ανθρώπου», αλλά αποτελούν έκφραση «κοινωνικής δικαιοσύνης». Στο ραμπελαισιανό «γκροτέσκο σώμα» που «δε διαχωρίζεται απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, δεν είναι απομονωμένο, ολοκληρωμένο, περατωμένο, υπερβαίνει εαυτό, εξέρχεται απ’ τα όριά του», αντιδιαστέλλει τη μεγάλη αλλαγή που θα επέλθει στην αυτεπίγνωση του σώματος στους Νέους Χρόνους όταν εμφανίζεται το «εντελώς ολοκληρωμένο, περατωμένο, αυστηρά οροθετημένο, κλειστό, ιδωμένο απ’ έξω, μη αναμεμειγμένο και ατομικά εκφραζόμενο σώμα». 

alt

Ο Μπαχτίν σημειώνει πως το μυθιστόρημα του Ραμπελαί είναι εγκυκλοπαιδικό, οπότε οι γνώσεις από κάθε κλάδο του επιστητού της εποχής του και μαζί οτιδήποτε λαϊκό βρίσκονται ενσωματωμένα σε αυτό, πολλαπλασιάζοντας τα επίπεδα της ερμηνείας του.

Είναι αδύνατο μέσα σε μια σύντομη βιβλιοπαρουσίαση να αναδειχτεί ο τεράστιος γνωστικός και ερμηνευτικός πλούτος της μελέτης του Μπαχτίν, ο οποίος πέρα από το ότι αναλύει δεκάδες επεισόδια του μυθιστορήματος, εξηγεί την έλευση της νεότερης επιστημονικής κοσμοεικόνας, παρουσιάζει την παρ’ όλες τις δυσκολίες και τους κινδύνους εντεινόμενη διακωμώδηση των χριστιανικών δογμάτων, αναφέρει τις αρχαιοελληνικές πηγές του έργου (μεταξύ άλλων τον Διογένη τον Κυνικό, τον Ιπποκράτη, αλλά και την ηρακλείτεια κοσμοεικόνα), πραγματεύεται τα προβλήματα που ανέκυψαν κατά τη διαπάλη της γαλλικής δημώδους με τη λατινική γλώσσα, περιγράφει τα ιστορικά συμβάντα της εποχής και το πώς εισχώρησαν μεταμορφωμένα στο μυθιστόρημα, και φυσικά αναφέρεται εκτενώς στις ποικίλες λαϊκές γιορτές, εκδηλώσεις, παραστάσεις, διασκεδάσεις και κουλτούρες του όψιμου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης που επηρέασαν βαθιά τον Ραμπελαί. Ο Μπαχτίν σημειώνει πως το μυθιστόρημα του Ραμπελαί είναι εγκυκλοπαιδικό, οπότε οι γνώσεις από κάθε κλάδο του επιστητού της εποχής του και μαζί οτιδήποτε λαϊκό βρίσκονται ενσωματωμένα σε αυτό, πολλαπλασιάζοντας τα επίπεδα της ερμηνείας του.   

Ο Μπαχτίν σημειώνει πως η ερευνητική του πρόθεση είναι περιγραφική και όχι αξιολογική (όταν συγκρίνει τον γκροτέσκο με τον κλασικό κανόνα, λέει πως «καθόλου δεν υποστηρίζουμε την υπεροχή του ενός κανόνα επί του άλλου, αλλά διαπιστώνουμε απλώς τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους»), ωστόσο θεωρώ πως η ψυχή του, εμμέσως πλην σαφώς, τάσσεται υπέρ του γκροτέσκου ρεαλισμού, υπέρ κάποιων όψεων της εποχής εκείνης και προπάντων υπέρ των ελευθέριων, γελαστικών και αντιαυταρχικών της γνωρισμάτων, όπως τα φανερώνει ο Ραμπελαί. Δεν νομίζω πως όταν γράφει πως «το γέλιο δε στήνει πυρές» ή όταν μιλά για «τον τεράστιο ρόλο του κοσμικού φόβου» δεν έχει κατά νου τα όσα διέπραξαν στον 20ό αιώνα τα κατεξοχήν αγέλαστα ολοκληρωτικά καθεστώτα, με τη Σοβιετική Ένωση σε κεντρική θέση. Ο ίδιος συνελήφθη το 1929 και καταδικάστηκε σε δεκαετή απομάκρυνση από τη Μόσχα, ζώντας τις επόμενες δεκαετίες σε τέτοια αφάνεια ώστε κάποιοι μελετητές του τον θεωρούσαν νεκρό. Θεωρώ λοιπόν πως απόηχοι της προσωπικής του κατάστασης (χωρίς συγκεκριμένη αναφορά) διαφαίνονται στο έργο του, που διαπνέεται από νοσταλγικές πινελιές – το αν νοσταλγεί κάτι που μπορεί ενίοτε να παρουσιάζεται εξιδανικευμένο, δεν είναι του παρόντος.

Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του είναι ένα φιλολογικό και ανθρωπολογικό έργο μακράς πνοής και βραδείας καύσεως.

Τα θριαμβικά συμπεράσματα του Μπαχτίν για το μυθιστόρημα του Ραμπελαί («είναι το πιο άφοβο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας» και «είναι το πιο γιορταστικό έργο σε όλη την παγκόσμια λογοτεχνία») θα μπορούσαν, τηρουμένων των αναλογιών, να χαρακτηρίσουν τη μελέτη του. Συνάμα, αυτή βρίθει από το «θεωρητικό πάθος» την έλλειψη του οποίου καταδικάζει στην επιστημονική βιβλιογραφία για το θέμα, καθώς και την πληθωρικότητα που χαρακτηρίζει το εν λόγω μυθιστόρημα. Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του είναι ένα φιλολογικό και ανθρωπολογικό έργο μακράς πνοής και βραδείας καύσεως, είναι ένα απαραίτητο, καθότι αποκαλυπτικό, συμπλήρωμα στο αριστούργημα του Ραμπελαί. Μετά τον Μπαχτίν, ο Ραμπελαί δεν είναι πια ο ίδιος ή, καλύτερα, ίσως γίνεται αυτός ακριβώς που θα ήθελε να ήταν πάντα για τους άλλους.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.


Απόσπασμα από το βιβλίο

«Ας μην ξεχνάμε ότι τα ούρα (όπως και τα κόπρανα) είναι μια εύθυμη ύλη, που ταυτόχρονα υποβιβάζει και ανακουφίζει, μετατρέποντας το φόβο σε γέλιο. Αν τα κόπρανα είναι, κατά κάποιο τρόπο, κάτι ενδιάμεσο μεταξύ του σώματος και της γης (είναι ο γελαστικός κρίκος που ενώνει τη γη με το σώμα), τότε τα ούρα είναι κάτι ενδιάμεσο μεταξύ του σώματος και της θάλασσας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο διάβολος των μυστηρίων Πανταγκρυέλ, η ενσάρκωση του αλμυρού θαλασσινού στοιχείου, γίνεται στον Ραμπελαί, σε κάποιο βαθμό, η ενσάρκωση του εύθυμου στοιχείου των ούρων. […] Τα κόπρανα και τα ούρα σωματοποιούν την ύλη, τον κόσμο, το κοσμικό στοιχείο, τα κάνουν κάπως οικεία-κοντινά και σωματικά-κατανοητά (γιατί είναι μια ύλη και ένα στοιχείο που γεννιούνται και εκκρίνονται απ’ το ίδιο το σώμα). Τα ούρα και τα κόπρανα μεταμορφώνουν τον κοσμικό τρόμο σε ένα εύθυμο καρναβαλικό φόβητρο»


bakhtinΟ Ραμπελαί και ο κόσμος του
Για τη λαϊκή κουλτούρα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης
Mikhail Bakhtin
Μτφρ. Γιώργος Πινακούλας
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2017
Σελ. 576, τιμή εκδότη €24,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ MIKHAIL BAKHTIN

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Μην την πουλήσεις την ψυχή σου φτηνά»

«Μην την πουλήσεις την ψυχή σου φτηνά»

Για την ανθολογία από τις Διατριβές του Επίκτητου «Η ελευθερία και άλλα κείμενα» (μτφρ. και επίμ. Θάνος Σαμαρτζής, εκδ. Δώμα).

Του Γι...

Για τις αμετακίνητες «αλήθειες» του Λάκη Προγκίδη

Για τις αμετακίνητες «αλήθειες» του Λάκη Προγκίδη

Για το δοκίμιο του Λάκη Προγκίδη Υπό την παπαδιαμαντικήν δρυν (εκδ. Εστία).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ο Λάκης Προγκίδης, με τη ζέση και το πάθος του για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ...

Γιατί δεν αγαπάμε (όσο θα οφείλαμε) τη δημοκρατία;

Γιατί δεν αγαπάμε (όσο θα οφείλαμε) τη δημοκρατία;

Για το δοκίμιο της Μυριάμ Ρεβώ ντ’ Αλλόν Γιατί δεν αγαπάμε τη δημοκρατία (μτφρ. Μιχάλης Πάγκαλος, εκδ. Εστία).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Μπορεί σήμερα να φαίνεται ότι μόνο κάποιοι ακραί...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Οι πράξεις των ζωντανών αξίζουν αμέτρητες προσεγγίσεις»

«Οι πράξεις των ζωντανών αξίζουν αμέτρητες προσεγγίσεις»

Του Κώστα Αγοραστού

Μια θεατρική πρεμιέρα, σε λίγες μέρες στην Αθήνα κι άλλη μία τον Δεκέμβριο στη Ζυρίχη θα έχει ο Γιάννης Σκαραγκάς. Το καινούργιο του βιβλίο με το κείμενο του θεατρικού του ...

Περιπέτειες του ιδιωτικού στη μεταπολιτευτική Ελλάδα

Περιπέτειες του ιδιωτικού στη μεταπολιτευτική Ελλάδα

Διήμερο επιστημονικό συνέδριο της Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη, στο Μέγαρο Μουσικής, με θέμα την σχέση του ιδιωτικού και του δημόσιου στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, στις 13 & 14 Οκτωβρίου. 

Επιμέλεια: ...

Κινηματογραφικό εργαστήριο για μικρομηκάδες

Κινηματογραφικό εργαστήριο για μικρομηκάδες

Είστε σπουδαστής κινηματογραφικής σχολής, ηθοποιός, σεναριογράφος; Ασχολείστε επαγγελματικά με τον «χώρο», η απλώς λατρεύετε το σινεμά; Έχετε μια ιδέα για μικρού μήκους ταινία και θέλετε να πάτε γύρισμα "αύριο"; Δεν ξέρετε από πού να αρχίσετε, δεν ξέρετε πώς λειτουργεί το "σύστημα" ή με ποια σειρά γίνονται τα πράγμα...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube