x
Διαφήμιση

14 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:04:13:27 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Μαχόμενος Μανιωδώς τη Μετριότητα

Μαχόμενος Μανιωδώς τη Μετριότητα

E-mail Εκτύπωση

altΓια τη νουβέλα του Μιχάλη Σκολιανού «Μ» (εκδ. Σαιξπηρικόν).

Του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου

Ένας μυστηριώδης άντρας, ονόματι Μ, φτάνει στο νέο του διαμέρισμα. Γρήγορα καταλαβαίνουμε, μιας και το βιβλίο ξεκινά χωρίς περιστροφές όσον αφορά το περιεχόμενο αλλά και την εκφραστική του αμεσότητα, ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο τουλάχιστον ιδιοσυγκρασιακής ψυχοσύνθεσης, μια προσωπικότητα αντικοινωνική, ανενδοίαστα εγκλωβισμένη στην ιδιωτία και την ιδιοτέλειά του, με χορταστικά γενναιόδωρες δόσεις μισανθρωπίας. Έχει πρόσφατα αποφυλακιστεί και θέλει να πραγματοποιήσει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του. Δίπλα στο διαμέρισμα που νοικιάζει, θα βρει τον εμπορικό συγγραφέα Ανδρέα, ο οποίος του προτείνει να γράψει την ιστορία του, έτσι ώστε και οι δύο να βγουν οικονομικά κερδισμένοι. Η εξιστόρηση του Μ στον Ανδρέα θα ξεδιπλώσει, σε έναν δεύτερο αφηγηματικό χρόνο, την πορεία του Μ μέχρι τη φυλακή, όσο παράλληλα στην κύρια εκτύλιξη της πλοκής τον βλέπουμε να περιφέρεται στην πόλη ερεθιζόμενος από κάθε ψηφίδα του περιβάλλοντός του και διαχειριζόμενος την καινούργια του ζωή.

Το «Μ» είναι μια εκκεντρική νουβέλα, με στοιχεία αστυνομικού, θρίλερ, ψυχολογικού και κοινωνικού μυθιστορήματος. Είναι πυκνό και πολυεπίπεδο, με γρήγορο ρυθμό, στακάτη στο μεγαλύτερο μέρος του γραφή, νευρώδη και ευθύβολη.

Το «Μ» είναι μια εκκεντρική νουβέλα, με στοιχεία αστυνομικού, θρίλερ, ψυχολογικού και κοινωνικού μυθιστορήματος. Είναι πυκνό και πολυεπίπεδο, με γρήγορο ρυθμό, στακάτη στο μεγαλύτερο μέρος του γραφή, νευρώδη και ευθύβολη. Από την αρχή διαπιστώνεται ένα κλίμα στρεβλό, μια αίσθηση διαθλασμένης πραγματικότητας, που προσδίδει στην ανάγνωση μια ατμόσφαιρα ελαφρώς απόκοσμη, ανασφάλειας και συνεχούς επικρεμάμενου κινδύνου.

Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό παίρνοντας στα χέρια το βιβλίο είναι η ομώνυμη ταινία του Φριτς Λανγκ. Στο ασπρόμαυρο αυτό αριστούργημα του 1931, το οποίο στα ελληνικά προβλήθηκε μάλλον ατυχώς ως «Ο δράκος του Ντίζελντορφ», πρωταγωνιστής είναι ένας άντρας που κατηγορείται για κατά συρροήν δολοφονίες παιδιών και διώκεται αγρίως από την αστυνομία και την τοπική κοινωνία. Δεν είναι σαφές αν ο Σκολιανός είχε την ταινία στο μυαλό του ή αν πρόκειται απλώς για σύμπτωση, αλλά αυτή η έννοια του στιγματισμού και του, αφανούς και άρρητου στο βιβλίο, διωγμού από την κοινωνία, αφορά σε έναν βαθμό και τον ήρωά του.

Από εκεί και πέρα, ερχόμαστε σε άλλους, πιο βαθείς διακειμενικούς δεσμούς. Ο τίτλος θυμίζει εύκολα Κάφκα, με τον περίφημο και θρυλικό Κ. των βιβλίων του μεγάλου συγγραφέα. Και πράγματι, το πνεύμα ομοιότητας αυτό που υπονοείται, επιβεβαιώνεται και σε άλλα σημεία μέσα στο βιβλίο, το οποίο ξεκινά θέτοντας αμέσως στο προσκήνιο τον πρωταγωνιστή και το όνομά του. Εδώ ο Μ δεν ξυπνάει ένα πρωί κατηγορούμενος για κάτι, απλώς καθώς φτάνει στο νέο του διαμέρισμα αντιλαμβάνεται δυο γυναίκες και προβαίνει σε μια παρατήρηση-προβληματισμό που αναδεικνύει με σαφήνεια την προσωπικότητά του και ίσως έτσι τα βαθύτερα αίτια της περιπέτειας που θα ακολουθήσει. Αντιλαμβανόμαστε επίσης σύντομα πως το αστικό σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται η δράση είναι, κατά το βλέμμα του Μ, ένα περιβάλλον πλήρως και απόλυτα εχθρικό και σε σχέση αποξένωσης με τον ήρωα. Οι αναφορές στο πολυδαίδαλο και απάνθρωπο του δικαστικού και αστυνομικού συστήματος είναι επίσης σαφείς· μέχρι και το όνομα του Κάφκα χρησιμοποιείται ρητά ως παρομοίωση και ενίσχυση αυτής της αίσθησης.

Μια πιο διαρκής και εκτεταμένη ομοιότητα με το έργο του Τσέχου συγγραφέα είναι ότι στο βιβλίο του Σκολιανού δεν έχουμε χαρακτήρες, αλλά τύπους ανθρώπων. Τόσο ο Μ όσο και ο συγγραφέας Ανδρέας δεν εμφανίζουν μια πληθώρα χαρακτηριστικών που τους συνέχει ως ρεαλιστικές ανθρώπινες φιγούρες, παρά απεικονίζονται ως ψυχοσωματικά οχήματα μεταφοράς ιδεών, σκέψεων και κοσμοειδώλων. Ο Ανδρέας αντιπροσωπεύει τον χαμηλού επιπέδου παραδόπιστο δημιουργό, αλλά και το σαθρό σκαλοπάτι της τύχης που μπορεί να αποβεί μοιραίο για κάποιον συνάνθρωπό του. Όσον αφορά των πρωταγωνιστή, ο Σκολιανός δεν φαίνεται να έχει σκοπό ή πρόθεση να παρουσιάσει τον Μ ως έναν χαρακτήρα ρεαλιστικό ή της διπλανής πόρτας, παρά ως ένα ακονισμένο και συνειδητά πλασμένο σύμβολο παροξυμμένης και λυσσώδους αντίδρασης ενάντια στη μετριότητα και τον εφησυχασμό της ύπαρξης.

Ο Μ είναι μια κινούμενη μηχανή μίσους, οργής και αηδίας. Απεχθάνεται την εργασία [...] τις κοινωνικές αξίες, την επικρατούσα ηθική της αστικής κοινωνίας, τα υποκριτικά και ψευδή δικαιώματα που εκπορεύονται από αυτήν.

Η ωμότητα με την οποία ο Μ ομολογεί τις σκέψεις του, σχετικά με τους άλλους αλλά κυρίως με τον εαυτό του, πολλές φορές σοκάρει και ξεβολεύει τον αναγνώστη, ωθώντας τον σε μια αντανακλαστική μετακίνηση γύρω από τη θέση του. «Τα βιβλία σου είναι σκουπίδια, αλλά για τα δεδομένα αυτής της χώρας όντως πουλάνε πολύ» λέει στον Ανδρέα από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους. «Γενικά είμαι δειλός. Δεν κατέφυγα σε πραγματικές τολμηρές πράξεις επειδή φοβόμουν τις συνέπειες» μονολογεί. «Είχα χάσει μια καλή πηγή εσόδων και το συστηματικό σεξ, έστω και μέτριο» λέει σε ένα άλλο σημείο, αναφερόμενος στην απώλεια μιας σχέσης την οποία συντηρούσε αποκλειστικά και μόνο για να την απομυζά οικονομικά. «Να αγοράσω ένα ρολόι ή να παραγγείλω μια πουτάνα;» αναρωτιέται, σε ένα απρόσμενο δίλημμα που απηχεί τη γνωστή αμφιταλάντευση του Καμί περί επιλογής μεταξύ καφέ και αυτοκτονίας.

Ο Μ είναι μια κινούμενη μηχανή μίσους, οργής και αηδίας. Απεχθάνεται την εργασία, δηλώνοντας ότι όλα τα επαγγέλματα είναι εξίσου άθλια, ωστόσο παράλληλα ονειρεύεται και επιζητεί τη μεγάλη ζωή. Απεχθάνεται τις κοινωνικές αξίες, την επικρατούσα ηθική της αστικής κοινωνίας, τα υποκριτικά και ψευδή δικαιώματα που εκπορεύονται από αυτήν. Ομολογεί ανερυθρίαστα ότι για το έγκλημα για το οποίο φυλακίστηκε μετανιώνει μόνο και μόνο επειδή στάθηκε αφορμή για τη σύλληψή του και την πιο βαριά τιμωρία του. Ομολογεί επίσης, αλλά και το δείχνει κιόλας με τις λυρικές, αισθαντικές και ονειρώδεις σχεδόν περιγραφές της τρυφηλής ζωής που φαντασιώνεται, και οι οποίες σπάνε προσωρινά το ξερό και στακάτο ύφος της υπόλοιπης αφήγησης, ότι για αυτόν η μόνο αυταπόδεικτη αξία στη ζωή είναι η επιδίωξη της ηδονής.

Απεχθάνεται τα γκρίζα, ψυχρά, δίχως φαντασία κτίρια μιας πόλης που δεν κατονομάζεται αλλά υπονοείται με αρκετή σαφήνεια ότι είναι η Θεσσαλονίκη, απεχθάνεται τους ηλίθιους διαβάτες που «έχουν παραδοθεί άνευ όρων στην πολτοποιητική μηχανή της κοινωνίας, βυθισμένοι στη μιζέρια της ματαιοδοξίας τους». Πολύ χαρακτηριστικός είναι και ο τρόπος που συνευρίσκεται με τις γυναίκες. Έχουμε δύο τέτοιες σκηνές, στις οποίες απροσχημάτιστα τον βλέπουμε να επιδεικνύει μια βάναυσα ταπεινωτική, αβυσσαλέα υποτιμητική διάθεση απέναντι στο γυναικείο φύλο κατά την ερωτική πράξη.

Αυτή η αντιμετώπιση του άλλου φύλου, αλλά και η γενικότερη ψυχοπαθολογία του πρωταγωνιστή, υπαινίσσεται ότι εδράζεται, μερικώς τουλάχιστον, στη σχέση του με τη μητέρα. «Δεν μπορώ να πω πως δεν με αγαπούσε, όχι, αλλά δεν με αγαπούσε πολύ» μας ενημερώνει ο Μ κι αυτή η αποκάλυψη, η τόσο συνήθης ή ακόμα και τετριμμένη, αποτελεί την πιο συγκινητική στιγμή σε ολόκληρο το βιβλίο, γιατί μας φωτίζει μια ανθρώπινη φιγούρα όχι μηχανικά ή ψυχρά κατασκευασμένη, αλλά ζωντανή, τρωτή και λαβωμένη, καθορισμένη από μια σειρά από προσδοκίες και ανάγκες που έμειναν ανικανοποίητες.

Ο Μ διαμορφώνεται εν τέλει ως ένα σύμβολο ενάντια στη μετριότητα, την κενότητα, το χαράμισμα της ύπαρξης, το απραγματοποίητο μεγαλείο του κόσμου, την ασχήμια που καθολικά απλώνεται μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι καταλαμβάνοντας χώρο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την εγκαθίδρυση ενός απέραντου κάλλους.

Ο Μ διαμορφώνεται εν τέλει ως ένα σύμβολο ενάντια στη μετριότητα, την κενότητα, το χαράμισμα της ύπαρξης, το απραγματοποίητο μεγαλείο του κόσμου, την ασχήμια που καθολικά απλώνεται μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι καταλαμβάνοντας χώρο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την εγκαθίδρυση ενός απέραντου κάλλους. Δεν μπορούμε να πούμε όμως ότι είναι ένας επαναστάτης, γιατί αφενός δεν δείχνει κάποια πρόθεση να επιφέρει την οποιαδήποτε αλλαγή σε αυτό το σκηνικό, αφετέρου η ιδιοτέλεια και ο εγωκεντρισμός του τον περιορίζουν σε ένα πεδίο ενεργειών που όχι μόνο ωφελούν αποκλειστικά τον ίδιο, αλλά συνεισφέρουν φαυλοκυκλικά και στην ασχήμια του κόσμου που αυτός σφόδρα κατακρίνει. Δεν είναι νάρκισσος, ίσα ίσα κρίνει εξαιρετικά αυστηρά τον εαυτό του. Ωστόσο, εγκλωβισμένος στο σώμα που του παραδόθηκε όταν γεννήθηκε, δεν μπορεί να μεριμνήσει για οποιονδήποτε άλλον πέρα από τον ίδιο. Το μεγαλύτερό όραμά του, η υψηλότερη επιδίωξη και φιλοδοξία του είναι με την αμοιβή της έκδοσης του βιβλίου να αποδράσει σε τόπους «με τόσο όμορφες τοποθεσίες που θα έκαναν και τους ανθρώπους να μοιάζουν όμορφους», σε τόπους όπου ο ίδιος θα γεμίσει δάκρυα, χαρά, προσμονή, λύπη και ελπίδα.

Ο τόπος αυτός φυσικά δεν αποτελεί παρά ένα ανέφικτο παραδείσιο όραμα, την ουτοπία του Μ, ο οποίος θα ήταν ευτυχισμένος μόνο σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να υπάρξει. Η ανελαστικότητα αυτή είναι τελικά ίσως και το μεγαλύτερο, το πιο ριζικό του πρόβλημα: μια ευερεθιστότητα απέναντι στο περιβάλλον που δεν του αφήνει ούτε ψήγμα ανοχής όσον αφορά τις ελλείψεις και τις κηλίδες της ύπαρξης.

Έτσι, ο κόσμος αυτός μόνο μια μορφή μπορεί να πάρει, μόνο μια ενσάρκωση. Στη Δίκη του Κάφκα, ο Κ. καταδικάζεται χωρίς καμία κατηγορία, ή μάλλον χωρίς η κατηγορία να φανερώνεται. Στο βιβλίο του Σκολιανού, ο Μ καταδικάζεται για δεύτερη φορά με μια κατηγορία πλαστή και ανυπόστατη, απότοκο των στρεβλών προθέσεων της τύχης, την οποία έχει χαρακτηρίσει νωρίτερα έναν αστάθμητο παράγοντα απαραίτητο για την έστω και πρόσκαιρη ευδαιμονία. Αυτή τη φορά όμως δεν μπορεί να υπομείνει τη διάψευση των προσδοκιών, το μουντζούρωμα του ονείρου, ίσως επειδή η επανάληψη του δράματος φέρει πάντα κάτι το αφόρητο, ίσως επειδή τώρα έφτασε πολύ κοντά στην εκπλήρωση του στόχου του και δεν μπορεί να απομακρυνθεί ξανά. Με μια στυγνή αποφασιστικότητα επιλέγει την καταφυγή σε έναν κόσμο με λιγότερα ψεγάδια και περισσότερη φυσικότητα. Επιλέγει την ελευθερία, τρέχει με λαχτάρα και σιγουριά προς αυτήν, κι ας μένει στο τέλος πάνω στον δρόμο το ίδιο όπως ο Κ. Σαν σκυλί.

* Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΜΑΝΤΟ ΓΚΕΖΟΣ είναι συγγραφέας.

alt«Μ»
Μιχάλης Σκολιανός
Σαιξπηρικόν 2016
Σελ. 108, τιμή εκδότη €9,96

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Σφάλμα πολιτικού συστήματος

Σφάλμα πολιτικού συστήματος

Για το μυθιστόρημα του Νίκου Α. Μάντη «Σφάλμα συστήματος» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Το μυθιστόρημα Οι τυφλοί (2017), που έχ...

Ζωή και θάνατος στη σκιά της Ιστορίας

Ζωή και θάνατος στη σκιά της Ιστορίας

Για το μυθιστόρημα του Νικόλα Σεβαστάκη «Άνθρωπος στη σκιά» (εκδ. Πόλις).

Του Θεόδωρου Γρηγοριάδη

Το μυθιστόρημα του Νικόλα Σεβαστάκη ξεκινάει αρχές του...

Η αέναη επιστροφή της μνήμης

Η αέναη επιστροφή της μνήμης

Για το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (εκδ. Μεταίχμιο).

Του Μάνου Κοντολέων

Αν η Ιστορία αναζητά τους ηγέτες που διαχειρίζονται τα γεγ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Βραδιά-αφιέρωμα στον Ντίνο Μπουτζάτι

Βραδιά-αφιέρωμα στον Ντίνο Μπουτζάτι

Η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS και οι εκδόσεις METAIXMIO σας προσκαλούν σε μια βραδιά αφιερωμένη στον σημαντικό ιταλό συγγραφέα Dino Buzzati, την Τρίτη, 19 Νοεμβρίου, στις 19:30 στον Πολυχώρο των εκδόσεων, στην Ιπποκράτους 118.

...
Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη «Κάποιοι άλλοι», που κυκλοφορεί στις 21 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τους π...

Αλόννησος - Liberty Island (1972-2015)

Αλόννησος - Liberty Island (1972-2015)

Του Δημήτρη Αδαμίδη

Μια κηλίδα πάνω στην άμμο η Ασημίνα. Τα γόνατα στο στήθος και στα χέρια το σαγόνι, μόνη ενώπιον ουρανού και θάλασσας. Το βοριαδάκι μύριζε καταιγίδα. Κύματα ξεθύμαιναν κοντά στα παπούτσια της, κάτι ψιθύρι...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube