x
Διαφήμιση

2 Ιουνιου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Στην Αττική Οδό, στην άκρη της νύχτας

Στην Αττική Οδό, στην άκρη της νύχτας

E-mail Εκτύπωση

altΓια το μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού Τελευταία έξοδος Στυμφαλία (εκδ. Εστία).

Της Νότας Χρυσίνα

Το μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού Τελευταία Έξοδος Στυμφαλία ξεκινά, στην προμετωπίδα, με μΙα ειρωνική προτροπή χαράς, «Gaudemus Igitur», από το βιβλίο του Σενέκα του Νεότερου «De Brevitate Vitae». Ακολουθούν δύο οραματικές «προφητείες». Η πρώτη ανήκει στον Γέητς και το ποίημά του «Η Δευτέρα Παρουσία», η οποία καταλήγει «…η τελετή της αθωότητας πνίγεται», και η δεύτερη είναι αντιγραμμένη από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα χαρακτηρίζοντας τον άνθρωπο ή μάλλον την κοινωνία «έθνος αμαρτωλόν…». Με αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας σχολιάζει έμμεσα την τραγικότητα της ζωής η οποία επιβαρύνεται επιπλέον και με μια ιστορική καμπή, την κοινωνικοοικονομική κρίση, αλλά και την εσωτερική καμπή του ήρωα με την αποκαθήλωση του νοήματος σε όλα τα επίπεδα. Παράλληλα ο συγγραφέας σχηματίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί το αφήγημα.

Ο Μοδινός με τον τίτλο Τελευταία Έξοδος Στυμφαλία, μάς εισάγει, με μια ανάσα, στο θέμα του που είναι η καταστροφή ή καλύτερα η προφητεία μιας καταστροφής, παραπέμποντας, ίσως και ασυνείδητα, στην «Έξοδο» της Παλαιάς Διαθήκης.

Ο Μοδινός με τον τίτλο Τελευταία Έξοδος Στυμφαλία μάς εισάγει, με μια ανάσα, στο θέμα του που είναι η καταστροφή ή καλύτερα η προφητεία μιας καταστροφής, παραπέμποντας, ίσως και ασυνείδητα, στην «Έξοδο» της Παλαιάς Διαθήκης. Ο τίτλος αναμιγνύει ευφυώς δύο βασικές κοσμοθεωρίες που καθορίζουν και εξηγούν τον κόσμο, τη θεοκεντρική και τη μυθοκεντρική.

Ο συγγραφέας υφαίνει το μυθιστόρημά του πλέκοντας τον μύθο με την προφητεία και κατασκευάζει μια μυθοπλασία «σφετεριζόμενος» την πρωτοκαθεδρία της πραγματικότητας. Ο ήρωάς του, σαν άλλος προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης, «φανερώνει» τα δεινά του τόπου και των ανθρώπων, επιχειρώντας παράλληλα τη δική του «έξοδο», αφήνοντας να εννοηθεί πως βρίσκεται στο κέντρο μιας βιβλικής καταστροφής και πως ο ίδιος οδεύει προς τον θάνατο. Ωστόσο, από την προμετωπίδα ήδη, ο συγγραφέας πρόδωσε την ενδόμυχη σκέψη τού ήρωά του, κλείνοντάς μας το μάτι: σχεδόν του ξέφυγε το carpe diem (άδραξε τη μέρα), το «αίσιο» τέλος το οποίο υπαινίσσεται και το όνομα του προφήτη Ησαΐα που στα εβραϊκά σημαίνει «ο Θεός σώζει».

Επίσης, ο ήρωας-αφηγητής δημιουργεί μία ρήξη με το «επιφανειακό» νόημα του κειμένου καθώς αποποιείται τον ρόλο του προφήτη και δηλώνει πως δεν πιστεύει σε προφητείες που επαληθεύονται εκ των υστέρων: «Είμαστε προφήτες μετά Χριστόν, όλοι ή περίπου όλοι. Ας μην παριστάνουν εκ των υστέρων τους έξυπνους οι ευφυολόγοι αναλυτές. Τίποτα δεν είχαν προβλέψει» και παρακάτω: «Οι ευφυείς προφητείες κάνουν με τα πολλά τον κόσμο να αλλάξει πορεία προκειμένου να σωθεί […] οι υπόλοιπες, οι Επαγγελίες του Ουράνιου Βασιλείου είναι απλώς για πέταμα».

«Πρέπει να μη διστάσεις να αναφέρεις τα πάντα για τη φαυλότητα των ανθρώπων» 

Η ουτοπία θριαμβεύει ακόμη και πάνω στον θάνατο ή καλύτερα στην επιθυμία του θανάτου. Η πραγμάτωσή της θα ήταν «το τέλος του κόσμου».

Την εποχή που γράφεται το μυθιστόρημα η «πύρινη ρομφαία» της πολύπλευρης κρίσης μας πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Με την ίδια ίσως ταχύτητα που ο αφηγητής-ήρωας διασχίζει με «το πιστό του Όπελ Μερίβα» την Αττική Οδό και με την αφήγησή του κατασκευάζει το ημερολόγιο της κρίσης. Ο τόνος του, εξομολογητικός, μοιάζει με διάλογο πάνω σε σκηνή θεάτρου όπου ο ήρωας απευθύνεται στον Άλλο (που μπορεί και να είναι και ο δίδυμος εαυτός) και συνομιλεί μαζί του: «θα συμφωνήσεις πιστεύω νυχτερινέ μου σύντροφε, καλέ μου φίλε, συνταξιδιώτη μου στην άκρη της νύχτας». Αυτός ο δίδυμος εαυτός, κρύβεται εδώ μέσα στο λόγο, παραπέμπει στον Σελίν ή ακόμη στο «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι όπου ο εαυτός ενσαρκώνεται σε ένα δίδυμο που αυτονομείται και επιβάλλει την παρουσία του. Τον Σελίν τον αναφέρει ο ήρωας καθώς αναφέρεται στα λόγια του: «Πρέπει να μη διστάσεις να αναφέρεις τα πάντα για τη φαυλότητα των ανθρώπων» και ακολουθεί επιμελώς την προτροπή του. Δεν παραλείπει τίποτα από όσα έγιναν πρωτοσέλιδα σκάνδαλα ή ακόμη και όσα πέρασαν στα ψιλά στις εφημερίδες για να μείνουν κρυφά. Ανασκάπτει συστηματικά τα αίτια της καταστροφής. Μόνο η μουσική του cosmos 93.6 διακόπτει τον καταγγελτικό/αναλυτικό  του λόγο βγάζοντάς τον από το παραλήρημα. Ο «άλλος» είναι η παρέα του ήρωα–αφηγητή ενώ οδηγεί με το αυτοκίνητό του στην Αττική οδό αναζητώντας μία έξοδο. Το μυθιστόρημα δεν θα ολοκληρωθεί με το κεφάλαιο που ονομάζεται «Τελευταία Έξοδος» αλλά με το σύντομο επόμενο που ονομάζεται «Στυμφαλία». Με αυτόν τον τρόπο, ο Μοδινός, παραπέμπει στον άθλο του Ηρακλή και σε έναν τόπο όπου ο μύθος και η πραγματικότητα αλληλοεισδύουν. Η ουτοπία θριαμβεύει ακόμη και πάνω στον θάνατο ή καλύτερα στην επιθυμία του θανάτου. Η πραγμάτωσή της θα ήταν «το τέλος του κόσμου».

O μύθος στις νεότερες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες έχει αλλάξει διαδοχικά ρόλους: από κύριο υλικό προσέγγισης και κριτικής της αρχαιότητας έγινε αντικείμενο και συνισταμένη μιας γενικότερης κοινωνικής και πολιτικής κριτικής ώσπου κατέληξε στον χώρο της έντεχνης αναπαράστασης της πραγματικότητας.

Η Στυμφαλία λειτουργεί ως μυθοκεντρική προσέγγιση της ιστορίας στην οποία μάς παραπέμπει ο συγγραφέας, σχεδόν περιπαικτικά. Σε κάποιο σημείο λέει: «Υπάρχουν ορθολογικά στοιχεία στους μύθους ακριβώς όπως υπάρχει και άφθονη μυθολογία στην επιστήμη». Σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να θυμίσω ότι ο μύθος στις νεότερες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες έχει αλλάξει διαδοχικά ρόλους: από κύριο υλικό προσέγγισης και κριτικής της αρχαιότητας έγινε αντικείμενο και συνισταμένη μιας γενικότερης κοινωνικής και πολιτικής κριτικής ώσπου κατέληξε στον χώρο της έντεχνης αναπαράστασης της πραγματικότητας [1]. Η διακειμενικότητα –εδώ η αναφορά στον μύθο των άθλων του Ηρακλή, αλλά και του Θησέα και του Δευκαλίωνα– βοηθά τον αναγνώστη να ανασημασιοδοτήσει τον μύθο και ενεργοποιεί την προσληπτικότητά του.

Η απόφαση της αυτοκτονίας του ήρωα-αφηγητή έχει παρθεί όχι για λόγους τιμής, όπως συνήθως στον λογοτεχνικό μύθο, αλλά γιατί ο κόσμος του κατάρρευσε.  Ένας κόσμος Λογοκεντρικός που έγινε μη αναγνώσιμος. Ο Αλμπέρ Καμύ είχε πει πως «όποιος τολμάει να σκοτώσει τον εαυτό του είναι θεός». Η εποχή άλλωστε του Λογοκεντρισμού έκανε τον άνθρωπο να πιστέψει πως είναι θεός. Αυτή την παντοδυναμία του Ορθού Λόγου μάχεται και ο ήρωας και ταυτόχρονα την υπηρετεί. Ξηλώνει τις σταθερές της. Μονολογεί ο ήρωας: «Ο Τέρρυ Ήγκλετον είχε πει πως η σύνδεσή μας με τον κόσμο βασίζεται σε υποθέσεις εργασίας […] όταν αυτές καταρρεύσουν, κανένα είδος στέρεας γνώσης δεν είναι δυνατό» και καταλήγει: «Η Καταστροφή δεν είναι μια μεταφορά. Είναι πραγματική, πραγματικότατη, φίλε μου. Τελεία και παύλα».

modinos2

Ο Μοδινός υπηρετεί εδώ το είδος του μυθιστορήματος που αποκαλείται έργο ντοκουμέντο (documentary drama) [2], το οποίο χρησιμοποιείται στα συγγενικά είδη όπως το θέατρο και ο κινηματογράφος και συνδυάζει τη μυθοπλασία με στοιχεία από την ιστορία, τη βιογραφία και το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Άλλωστε ο συγγραφέας διηγείται την ιστορία σαν να βλέπουμε κινηματογραφική ταινία και παραπέμπει επίσης σε ταινίες όπως το Blade Runner και το Αποκάλυψη τώρα.

Θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι κινείται στο μεταίχμιο μοντερνισμού και μεταμοντέρνου, αλλά και πέρα απ’ αυτό. Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί είναι ο εσωτερικός μονόλογος, η ροή συνείδησης, η ρήξη με το επιφανειακό νόημα, η πολυεστιακή αφήγηση, η κατάργηση της αλληλουχίας των χρόνων και η αλλαγή προσώπου (από το πρώτο στο τρίτο και τούμπαλιν), ενώ αναμειγνύει διαφορετικά λογοτεχνικά είδη, φέρνει στο προσκήνιο διακειμενικά στοιχεία, και εστιάζει στην ειρωνεία – κυρίως εξετάζοντας το παρελθόν. Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως το μυθιστόρημα του Μοδινού είναι στο όριο μιας «ηρωικής αποδομιστικής εξόδου».

«Τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί διαφορετικά»

Η ανθρωπότητα ποτέ δεν απομακρύνθηκε από τις δεισιδαιμονίες και ο ήρωας-αφηγητής μάς περιπαίζει: «Καλύτερα στα χέρια των θεών παρά των ανθρώπων».

Από την αρχή ακόμη του βιβλίου ο συγγραφέας φροντίζει να αποδομήσει το ίδιο του το δημιούργημα ή τουλάχιστον να το υπαινιχθεί: «Εκ των υστέρων μπορώ να το ισχυριστώ με βεβαιότητα: τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί διαφορετικά», μας δηλώνει ο ήρωας. Η θεωρία της σχετικότητας, η καταστροφή των απόλυτων σταθερών, του χώρου και του χρόνου, το τέλος της ψευδαίσθησης της σταθερής υλικής προόδου, που είχε ραγίσει ήδη από τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, το Ολοκαύτωμα, που είχε καταστρέψει την ιδέα της Ευρώπης ως πηγής του ανθρώπινου πολιτισμού, φαίνεται πως δεν έκαμψαν την ανθρώπινη βούληση για πρόοδο και διαρκή ανάπτυξη. Η επιστήμη δεν παραδέχεται εύκολα την ήττα. Αλλά «τα έθνη αυτοκτονούν». Η ανθρωπότητα ποτέ δεν απομακρύνθηκε από τις δεισιδαιμονίες και ο ήρωας-αφηγητής μάς περιπαίζει: «Καλύτερα στα χέρια των θεών παρά των ανθρώπων». Αλλού πάλι απαριθμεί τις σταθερές του σύγχρονου ανθρώπου που τηρεί του «νόμους» της «φυσιολογικής ζωής»: «Ανήκω στο ποσοστό εκείνο των ανθρώπων που κοιμούνται μπρούμυτα, που ροχαλίζουν ελαφρά, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, που πίνουν… που διαβάζουν, που…», και στην αμελητέα ομάδα «των αγνωστικιστών, των πρώην πολιτικοποιημένων, των λάτρεων των μπλουζ, των…, των…, των…». Φυσικά ο ήρωας διαθέτει την ορθολογική σκέψη ενός επιστήμονα και μάλιστα πολιτικού μηχανικού σε μια χώρα που «οι δημόσιες επενδύσεις τείνουν στο μηδέν και ο αρμόδιος Υπουργός δεν πρόκανε να διαβάσει το Μνημόνιο». Ο ήρωας πιστός στο πνεύμα του ορθολογισμού δηλώνει: «Η πίστη μου στους αριθμούς, στα ποσοστά, στις κατηγοριοποιήσεις, στα ιστογράμματα παραμένει ακλόνητη. Ο χώρος της φαντασίας, των ποιοτικών εκτιμήσεων, των αισθημάτων και των παράλληλων πραγματικοτήτων δεν με αφορά». Ωστόσο εξομολογείται: «Πίστεψα στην πρόοδο, πίστεψα ότι υπάρχει κάτι εγγενώς καλό, […] Πίστεψα… στη βελτίωση της κατάστασης του ανθρώπου πάνω στη Γη».

Στη σχέση με τη γυναίκα του έχει βιώσει την προδοσία που ανατρέπει όλες τις προσωπικές σταθερές και ο μόνος συναισθηματισμός του ελευθερώνεται όταν μιλά για τον γιο του, «το αγόρι μου», όπως λέει, διαπιστώνοντας πως ο νεαρός τον περιφρονεί για όσα εκείνος θεωρούσε πως τον εξόπλισε για τη ζωή. Ωστόσο κρυφά τον καμαρώνει ακόμη και γι’ αυτή του την περιφρόνηση. Επιστρέφει γρήγορα στον μονόλογό του: «Ξέφυγα, όμως, από τα αυστηρά αριθμητικά δεδομένα κι αυτή η είσοδος στη σφαίρα του υποκειμενισμού δεν μου αρέσει καθόλου». Οι αριθμοί είναι η σιγουριά του καθώς ομολογεί: «Ο κόσμος των αισθημάτων είναι ολισθηρό πεδίο, φίλε μου».

«Ο χρόνος είναι φυσαρμόνικα»

Μέσα στο αττικό «τοπίο» και συγκεκριμένα πάνω στην Αττική οδό κουβαλάει τα εσωτερικά του «τοπία». Θρύψαλα της ζωής του τρέχουν με ταχύτητα και αναμιγνύονται με το τοπίο.

Ο χρόνος της αφήγησης είναι μια συνεχής αναδρομή στο παρελθόν και επιστροφή στο παρόν. «Ο χρόνος είναι φυσαρμόνικα, φίλε μου, η ελαστικότητά του άπειρη». Διαρκεί όσο μια κινηματογραφική ταινία και μοιάζει με το τέλος της ζωής όπως το διηγούνται όσοι «επέστρεψαν». «Μια ζωή στριμωγμένη σε ένα χιλιόμετρο εθνικής». «Η ανάδευση των βαλτωμένων υδάτων της μνήμης» δεν είναι ευνοϊκή για τα σχέδια του ήρωα. Αναρωτιέται: «Γιατί εξακολουθώ να παραληρώ ακόμη κι αυτές τις έσχατες ώρες;»

Ο τόπος της αφήγησης περιγράφεται από τον συγγραφέα με μια ωραία παρομοίωση: «κινούμαι σαν εκκρεμές μεταξύ Αθηνών και Κορίνθου». Με αυτή τη φράση ορίζει και τον τόπο. Η πόλη λειτουργεί ως θεατρικός διάκοσμος της ζωής του. Μέσα στο αττικό «τοπίο» και συγκεκριμένα πάνω στην Αττική οδό κουβαλάει τα εσωτερικά του «τοπία». Θρύψαλα της ζωής του τρέχουν με ταχύτητα και αναμιγνύονται με το τοπίο. Η πόλη «άδειο κέλυφος, όπου διασταυρώνεσαι με κενά βλέμματα, με χαμένες υπάρξεις», θυμίζει το «Καθαρτήριο» του Δάντη μόνο που οι ψυχές ανήκουν σε ζωντανούς νεκρούς «που μοιάζουν να περιφέρονται στο Καθαρτήριο χωρίς να καταλαβαίνουν τι τις βρήκε, με απισχνασμένες κατατονικές μορφές που ψαχουλεύουν τους σκουπιδοτενεκέδες».  

«Πώς αποκοπήκαμε αλήθεια τόσο πολύ από την ίδια μας τη φύση;». «Πώς τόση πολύ ευφυία διοχετεύθηκε σε τόσο λάθος στόχους;». Τελευταία έξοδος, τελικά, η Στυμφαλία. Η ουτοπία που κρατάει στη ζωή και που διασώζει το μέλλον.

«Θέλω να επικοινωνήσεις με τον γιο μου. Να του μηνύσεις να έρθει να με βρει στη Στυμφαλία». «Keep walking» έγραφε το άλλοτε αισιόδοξο μήνυμα που τώρα μοιάζει με κακεντρεχές χιούμορ. Κι όμως το θαύμα είναι εντός μας, καθώς συνεχίζουμε να επιλέγουμε τη ζωή αν και γνωρίζουμε την τραγικότητά της. Ο Μοδινός κλείνει με μια μικρή φράση που συνοψίζει το νόημα της ζωής: «Απ’ όλα τα θαύματα του κόσμου περισσότερο με αφήνει έκθαμβο η ατρόμητη επέλαση του φωτός». Η λογοτεχνία έχει επιτελέσει το δικό της καθαρτήριο θαύμα.

[1] Ζ.Ι. Σιαφλέκης, Η Εύθραυστη Αλήθεια, εκδ. Gutenberg.
[2] M.H. Abrams, Λεξικό λογοτεχνικών όρων, σελ. 293, εκδ. Πατάκη.

* Η ΝΟΤΑ ΧΡΥΣΙΝΑ είναι μεταφράστρια, πολιτισμολόγος.

altΤελευταία έξοδος Στυμφαλία
Μιχάλης Μοδινός
Εστία 2014
Σελ. 192, τιμή εκδότη €13,95

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΜΟΔΙΝΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Όταν η πανδημία από «ξένη» έγινε δική μας

Όταν η πανδημία από «ξένη» έγινε δική μας

Για το αφήγημα του Εμμανουήλ Λυκούδη «Η ξένη του 1854» (Εισαγωγή: Σπύρος Τσακνιάς, εκδ. Πατάκη).

Του Διονύση Μαρίνου

Κοιτώντας τη σφαίρα του μέλλοντος κ...

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Για τη συλλογή μικροδιηγημάτων του Κώστα Σιαφάκα «Αντανάκλαση» (εκδ. Σμίλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Στη συλλογή Αντανάκλαση του Κώστα Σιαφάκα, όπου τα πεζά έχουν συνήθως...

Ο επίμονος ωρολογοποιός και το παιχνίδι με τον χρόνο

Ο επίμονος ωρολογοποιός και το παιχνίδι με τον χρόνο

Για το μυθιστόρημα του Άκη Καπέτα «Ωρολογοποιός» (εκδ. Βακχικόν).

Της Διώνης Δημητριάδου

Μια βουτιά στα βαθιά επιχειρεί ο Άκης Καπέτας στην πρώτη το...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ορφέας σπαρασσόμενος

Ορφέας σπαρασσόμενος

Της Άρτεμης Γρίβα

Ω εσείς τρισκατάρατοι Πλούτωνα και Περσεφόνη, που σκαρφιστήκατε την καταδίκη μου! Ωιμέ, ο βαριόμοιρος εγώ! Μαύρη η ώρα που γύρισα και σε κοίταξα, Ευρυδίκη, εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα μπροστά στην πύλη...
Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019

Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019

Το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ανακοίνωσε τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2019 (για τις εκδόσεις 2018). Τα Βραβεία απονέμονται στους: Μάρω Δούκα (Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων), Γιώργο Παπαδάκη, Δημήτρη Κανελλόπουλο, Δήμητρα Κολλιάκου, Χάρη Βλαβιανό, Βαγγέλη Χ...

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: «Ο τόπος μέσα μας»

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: «Ο τόπος μέσα μας»

Προδημοσίευση ενός αποσπάσματος από το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη «Ο τόπος μέσα μας», που κυκλοφορεί στις 5 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube