x
Διαφήμιση

22 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:17:16:28 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Το αέναο φθινόπωρο του Κωσταντίνου Χατζόπουλου

Το αέναο φθινόπωρο του Κωσταντίνου Χατζόπουλου

E-mail Εκτύπωση

altΓια το μυθιστόρημα του Κωσταντίνου Χατζόπουλου Φθινόπωρο και τη μελέτη του Δημήτρη Πολυχρονάκη Η ώρα των ποιητών από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Το Φθινόπωρο εκδόθηκε το 1917. Η όμορφη τωρινή έκδοσή του από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης έρχεται να το στηρίξει, σαν με μια πυκνή θεωρητική σκαλωσιά, με μια μελέτη του Δημήτρη Πολυχρονάκη ίση σε έκταση με το Φθινόπωρο, για το συμβολισμό γενικά και στο συγκεκριμένο έργο· μα το ίδιο το μυθιστόρημα του Κωσταντίνου Χατζόπουλου είναι ένα οικοδόμημα ανάριο και αιθέριο, άυλο σχεδόν.

Το Φθινόπωρο είναι μια ιστορία ειδώλων κι απόηχων: στιγμών που ήδη ενόσω ξετυλίγονται είναι ανάμνηση κι αντανάκλαση σ’ άλλες στιγμές, πρωτυτερινές και κατοπινές.

Υποτυπώδης η υπόθεσή του: Ο Στέφανος και η Μαρίκα είναι αρραβωνιασμένοι. Τη γνωριμία που ’χουν από τα μικράτα τους τη χρωστούν στη γιαγιά της Μαρίκας, φίλη της μητέρας του Στέφανου, της κυρίας Κατίγκως. Ωστόσο, η μητέρα της Μαρίκας η κυρία Αγλαΐα, και η κυρία Κατίγκω, τρέφουν έχθρα μεταξύ τους, και η Ευανθία, μακρινή εξαδέλφη του Στέφανου, τον διεκδικεί επίσης. Ευανθία έλεγαν και την αδελφή του Στέφανου, που, μικρή, αρρώστησε και πέθανε. «Οι δυο Ευανθίες σα σμιγμένες σε μια ανάμνηση θολή και θλιβερή, όπως και ζούσανε στο σπίτι», γράφει κάπου ο Χατζόπουλος, και πράγματι το Φθινόπωρο είναι μια ιστορία ειδώλων κι απόηχων: στιγμών που ήδη ενόσω ξετυλίγονται είναι ανάμνηση κι αντανάκλαση σ’ άλλες στιγμές, πρωτυτερινές και κατοπινές. Ο πατέρας του Στέφανου ο κύριος Γιάγκος, η εξαδέλφη Θεανώ, κάποιοι άλλοι δευτερεύοντες χαρακτήρες σαν το νομάρχη ή το λοχαγό, είναι τα άλλα πρόσωπα της ιστορίας.

Το Φθινόπωρο –οι εικόνες του, οι άνθρωποί του, οι τετριμμένες απλές κουβέντες τους– είναι κλεισμένο όλο στις μετέωρες στιγμές όπου, ανάμεσα στις πράξεις του βίου, η ομορφιά υπάρχει ως κάτι άπιαστο αλλά ιδωμένο με την άκρη του ματιού, τα λόγια κάπου αγγίζουν τη σιωπή, και μια διάχυτη υπαρξιακή αγωνία ποτίζει την ψυχή. Οι πράξεις του Στέφανου, της Μαρίκας, πιο πολύ μοιάζουν με ακινησία. Και οι ίδιοι ποιοι είναι; Τους κοιτούμε στο Φθινόπωρο, όπως αυτοί διαρκώς κοιτούν κάτι –κρυφά ή φανερά ο ένας τον άλλον, ή το βουνό, τη θάλασσα, τα σύννεφα–, μα για τους ίδιους δε γνωρίζουμε στ’ αλήθεια τίποτε. Είναι, θαρρείς, μια ανάμνηση του εαυτού τους, σχεδόν φαντάσματα σαν τον παππού του Στέφανου, που εμφανίζεται άλαλος σε πόρτες και πίσω από τζάμια, ή σαν την Ευανθία όπως μια νύχτα εμφανίζεται στον Στέφανο· άνθρωποι έξω από τον εαυτό τους –όπως κει που ο Στέφανος πάει στη λέσχη και το νιώθει μόνο όταν μπαίνει μέσα και του νεύει ο κύριος νομάρχης, ή στην εκκλησία όταν νιώθει πως έσκυψε κι αυτός το μέτωπο– και έξω από το χρόνο, που το κύλισμά του στο Φθινόπωρο δεν είναι σαφές. Όπως δεν είναι σαφής ούτε ο χώρος. Οι περιγραφές της φύσης, με τη λεπταίσθητη συγκινητική, σχεδόν σπαραχτική ομορφιά τους, παρ’ όλα αυτά είναι πιο πολύ εσωτερικά τοπία παρά εξωτερικές εικόνες ενός τόπου. 

«Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σαν να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη.

»Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό…»

Ζωγραφικές περιγραφές με εμμονή στα χρώματα και σ’ ήχους στην παρυφή της σιωπής.

Ζωγραφικές περιγραφές με εμμονή στα χρώματα και σ’ ήχους στην παρυφή της σιωπής: «“Μου αρέσει το φθινόπωρο”, έλεγε κι έδειχνε απάνω το γλαυκό κι έδειχνε γύρω το χρυσό φως και κάτω τις ανεμώνες που έσκαζαν πλήθη πολλά στη γη και πλούμιζαν με τόνους ωχρορόδινους το σκούρο χώμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί γλιστρούσαν εδώ και κει στους πράσινους ακόμα θάμνους και στα κλαδιά, όπου κοκκινίζαν ζωηρά τα κούμαρα.

»Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάνουν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία».

«Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα· γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ – αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις – –»

Και οι κουβέντες που ανταλλάσσουν οι χαρακτήρες, ας είναι, τόσο συχνά, λόγια μιας πεζής, ως και πληχτικής καθημερινότητας, μέσα σε τούτη την ατμόσφαιρα ηχούν παράδοξες. Όταν λέει στον Στέφανο η κυρία Κατίγκω: «Σούπα με ρύζι θα έχομε το μεσημέρι· μην αργήσεις και χαλάσει», ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται, σάμπως ασήμαντες λέξεις να απόχτησαν ξαφνικά ένα κρυφό νόημα.

Σε όλη τούτη την αίσθηση, του ολότελα ανοίκειου μέσα στο ολωσδιόλου οικείο, συμβάλλει και το λεξιλόγιο του Χατζόπουλου (οι περιφράσεις, για παράδειγμα, όπως «κάμω κίνηση», «μιλάω λόγο», «ρίχνω βλέμμα») κι ο τρόπος που πλάθει τις φράσεις. Κάποιες είναι καμωμένες με τα στοιχειώδη υλικά μιας πρότασης σε αναγνωστάρι του Δημοτικού, συχνά οι κουβέντες που διαμείβονται είναι λειψές αφήνοντας την αίσθηση αποσιώπησης δίχως αποσιωπητικά, και υπάρχουν ρυθμικές επαναλήψεις, όπως κει που η Μαρίκα λέει στον Στέφανο: «Μια στιγμή καθώς κατέβαινα, σταμάτησα, αλλά δε γύρισα· γιατί δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί δεν έπρεπε να κοιμηθώ, γιατί αν ήτανε να κοιμηθώ – αλλά δεν ήθελα να κοιμηθώ, φοβόμουνα να κοιμηθώ, φοβόμουνα μην κοιμηθώ και δεν ακούσω ξέρεις τι, ναι, Στέφανε, το ξέρεις – –»

Στο μυθιστόρημά του ο Χατζόπουλος παίζει μία υπνωτιστική φθίνουσα νότα σε μία χορδή (με δύο αποχρώσεις: την κόκκινη και την κίτρινη της φθινοπωρινής φύσης), και εντέλει εναπόκειται στον αναγνώστη το να αφεθεί σ’ αυτήν και να την αφήσει να εισδύσει μέσα του, ή να αναζητήσει αλλού κείνες τις απτές πράξεις και σκέψεις που έχουμε συνηθίσει, στις σελίδες των βιβλίων, να συγκεφαλαιώνουν τη ζωή.

* Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.

altΦθινόπωρο
Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Πρόλογος-Επιμ. Δημήτρης Πολυχρονάκης
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2016
Σελ. 472, τιμή εκδότη €12,00

alt

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ζωές που ζητούν δικαίωση

Ζωές που ζητούν δικαίωση

Για το μυθιστόρημα της Λουκίας Δέρβη «Θέα Ακρόπολη» (εκδ. Μεταίχμιο).

Του Διονύση Μαρίνου

«Ξαπλώνοντας σε καθαρά σεντόνια ή σε άλλα γ...

Οι αντοχές της αγάπης

Οι αντοχές της αγάπης

Για τη νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου «Μαύρο νερό» (εκδ. Κίχλη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Διαβάζοντας λογοτεχνικά κείμενα του Μιχάλη Μακρόπουλου, όπως Το δέντρο του Ιούδα...

Στο περιθώριο της Ιστορίας

Στο περιθώριο της Ιστορίας

Για την επανέκδοση του μυθιστορήματος της Έλενας Χουζούρη «Σκοτεινός βαρδάρης – Βαλκανική μυθιστορία έρωτα και απώλειας» (εκδ. Πατάκη).

Του Κώστα Καβανόζη

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αυτά είναι τα Εθνικά Βραβεία Λογοτεχνίας των ΗΠΑ για το 2019

Αυτά είναι τα Εθνικά Βραβεία Λογοτεχνίας των ΗΠΑ για το 2019

Η Susan Choi, η Sarah M. Broom και ο αγαπητός και στη χώρα μας László Krasznahorkai ήταν μεταξύ των πέντε βραβευμένων με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου (National Book Award), που επιλέγουν κάθε χρόνο τα καλύτερα βιβλία που κυκλοφόρησαν στις ...

Σε φιλολογικό περιβάλλον

Σε φιλολογικό περιβάλλον

Η Μέμη Κατσώνη περιπλανήθηκε στο σύστημα του Γιόζεφ Ροτ, γοητεύθηκε από τον τετηγμένο πυρήνα του, μετέφρασε ένα γράμμα του προς τον Στέφαν Τσβάιχ (από το αμετάφραστο μέχρι στιγμής βιβλίο του "A life in letters"). Tέλος, η ίδια αυτοσχεδίασε μια απάντηση του Τσβάιχ αντ’ αυτού.

...
Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Προδημοσίευση τριών ποιημάτων του Διονύση Μαρίνου από την ποιητική του συλλογή «Ποτέ πια εμείς», που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Μελάνι.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

π...

Διαφήμιση