alt

Για τη συλλογή μικροαφηγημάτων του Παναγιώτη Σ. Χατζημωυσιάδη «Η ιδιωτική μου αντωνυμία» (εκδ. Κίχλη).

Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Οι απόψεις διχάζονται. Μερικοί λένε, πως όταν γράφεις, μπορείς να δεις καλύτερα το πρόσωπό σου. Και άλλοι το θεωρούν μάταιο όλο αυτό· καθώς το πρόσωπο καθρεφτίζεται στο νερό, βλέπουμε ναρκισσιστικά αυτό που θέλουμε να δούμε.

Ο Χατζημωυσιάδης πειραματίζεται με τη μικρομυθοπλασία ως νέο είδος, ίσως το πιο απαιτητικό είδος πρόζας αυτή τη στιγμή. Καταφέρνει, ωστόσο, με επιτυχία να συμπυκνώσει ολόκληρες ιστορίες με τέτοιο αφηγηματικό πλάτος που χωράνε μέσα σε 120 με 150 λέξεις το πολύ.

Ο Χατζημωυσιάδης, σαρκάζοντας την περιχαράκωση της λογοτεχνίας στη σφαίρα του ιδιωτικού, γίνεται τόσο αυτοαναφορικός όσο χρειάζεται, ώστε μιλώντας για τον πολλαπλό «εγώ» που καθημερινά αναμετριέται με τις λέξεις, να μιλά συχνά με σπαραγμό για τον άλλο «εγώ», στον οποίο ο καθένας μπορεί να δει το άμορφο πλάσμα που εγκυμονεί. Αυτό που άλλοτε μοιάζει με μεταλλαγμένο βάτραχο, άλλοτε με ξωτικό του δάσους κι άλλοτε με φοβισμένο παιδάκι που αποζητά την αγκαλιά της μάνας του, μεγαλώνοντας στα χρόνια της Μεταπολίτευσης σε ένα χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο ανασυστήνεται διά της γραφής, κάπου στη μεθόριο της μεθορίου.

Ο Χατζημωυσιάδης πειραματίζεται με τη μικρομυθοπλασία ως νέο είδος, ίσως το πιο απαιτητικό είδος πρόζας αυτή τη στιγμή. Καταφέρνει, ωστόσο, με επιτυχία να συμπυκνώσει ολόκληρες ιστορίες με τέτοιο αφηγηματικό πλάτος που χωράνε μέσα σε 120 με 150 λέξεις το πολύ. Άλλωστε το πιο «εκτενές» πεζό αποτελείται μόλις από 471 λέξεις. 145 μικρά πεζά χαμηλής φωνής και εξαντλητικών αφαιρέσεων, κατανεμημένα σε εννέα ενότητες, όσα και τα είδη των αντωνυμιών, μινιατούρες που ανασύρονται από τα συρταράκια και τις παράνομες χωματερές της μνήμης, που σαν τον επιδέξιο ρακοσυλλέκτη ο συγγραφέας ξέρει να διαλέγει ό,τι πολύτιμο οφείλει να διασώσει ανάμεσα σε τόνους μνημονικών απορριμμάτων.

Κείμενα που μπορούν να εγγραφούν στον λογοτεχνικό κανόνα εφόσον διαθέτουν σαφή αφηγηματική διάθεση (έ­στω με στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, δρά­ση, χα­ρα­κτήρες) ή/και χρη­σι­μο­ποι­ών­τας αφηγηματικές τεχνικές όπως το παι­χνί­δι, την ειρωνεία, το χιούμορ, την ανατροπή, το παράδοξο, τη δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα. Κείμενα που θυμίζουν ενίοτε τα γκράφιτι τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, καθώς συνδυάζουν βρα­χύ­τη­τα, ευφυΐα και κρι­τι­κή κοι­νω­νι­κή πρα­κτι­κή. Κείμενα που δεν διολισθαίνουν σε έναν στείρο αυτοβιογραφισμό ή σε μια επαναλαμβανόμενα κουραστική μανιέρα, κείμενα –σε μεγάλο μέρος τους– αυτοαναφορικά και αναστοχαστικά για τον ρόλο της γραφής. Μια συνεχής έκθεση, μια αδιάκοπη περιφορά του βλέμματος τις νύχτες, μια ασέλγεια στα πιο αγαπημένα πτώματα και τους σκοτωμένους γιους που επιστρέφουν ύστερα από τριάντα χρόνια. Μια απόπειρα ανασύστασης προσώπων που ποτέ δεν πέθαναν, αλλά ζουν κουρνιάζοντας πίσω από τα αποσιωπητικά.

Πολλοί θα πουν ότι το νέο αυτό είδος αφορά σε επιπόλαια λεκτικά πυροτεχνήματα. Ωστόσο, τα 145 μικροαφηγήματα του Χατζημωυσιάδη απαιτούν οξύνοια, απόλυτη συγ­κέν­τρω­ση και ευρυμάθεια. Ειδάλλως, η πλούσια διακειμενικότητα, η υπαινικτικότητα και η νοηματική συμπύκνωση δύσκολα μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τον μη επαρκή και επιπόλαιο αναγνώστη. Και εδώ βρίσκεται ο όποιος σκεπτικισμός μου. Τα «μικρά πεζά», όπως τα ονομάζει ο ίδιος ο συγγραφέας στο εξώφυλλο του βιβλίου του, απαιτούν «αργή», προσεκτική και πολλαπλή ανάγνωση· όχι τη φευγαλέα ματιά της ψηφιακής ανάγνωσης που αντιλαμβάνεται μονάχα τα ρητά μέρη ενός κειμένου, ανίκανη όμως να διαβάσει ανάμεσα στα διάκενα και πίσω από τις λέξεις τις σύνοδες σιωπές, που συχνά είναι πιο ηχηρές και από αυτό που λέγεται ρητά. Οι αμφιβολίες μου εκκινούν από το αν είμαστε εξοικειωμένοι και έτοιμοι να διαβάσουμε και να απολαύσουμε παρόμοια κείμενα, λόγω της ανεξέλεγκτης διαδικτυακής παραγωγής που συχνά τρέφει φιλοδοξίες λογοτεχνικής και εκδοτικής καταξίωσης.

Μια γλώσσα ποιητικής πρόζας και ανάλογου ήθους, που η κατάκτησή της μέσα στο σύστημα της χρηστικής γλώσσας είναι το μόνιμο και διαρκές διακύβευμα του συγγραφέα, όπως άλλωστε αποδεικνύεται αν κανείς έχει υπόψη του το σύνολο έργο του.

Άφησα κάπου στη μέση του σημειώματός μου να μιλήσω για τη γλώσσα. Επιλέγοντας αναπόφευκτα την πρωτοπρόσωπη, ως επί το πλείστον, αφήγηση και το αθώο ή και αφελές βλέμμα του μικρού παιδιού που σταδιακά ενηλικιώνεται τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ο συγγραφέας μάς χαρίζει κείμενα επιτηδευμένα απροσποίητου λόγου ή εντέχνως ακκιζόμενου καλλιεργημένου λόγου που η χρήση του παραπέμπει ευθέως στη θεωρία περί πολυγλωσσισμού του Μπαχτίν, δίχως να διολισθαίνει σε μια ιδιωματικού τύπου γλωσσική επιλογή ως δείγμα «ηθογραφισμού». Μια γλώσσα ποιητικής πρόζας και ανάλογου ήθους, που η κατάκτησή της μέσα στο σύστημα της χρηστικής γλώσσας είναι το μόνιμο και διαρκές διακύβευμα του συγγραφέα, όπως άλλωστε αποδεικνύεται αν κανείς έχει υπόψη του το σύνολο έργο του. Ενός γλωσσικού ήθους που προσωπικά μου θυμίζει τη γραφή του Ιωάννου και του Χάκκα, «μια μοναχική ανάβαση στις πιο απάτητες κορφές» (σ. 28) ή σαν εκείνους «τους τσακισμένους χαρταετούς που παίρνουν συνέχεια ύψος και πετάνε επιτέλους στον αέρα» (σ. 24).

Μια μικρή αλλά σημαντική παρέκβαση. Ο Johan Huizinga από το 1956 διατύπωσε την ανθρωπολογική άποψη ότι όλες οι εκφάνσεις του ανθρώπινου πολιτισμού μπορούν να θεωρηθούν όψεις και παράλληλα μεταμορφώσεις της ανθρώπινης τάσης για παιχνίδι που το διέπουν ορισμένες αρχές. Το ίδιο ισχύει και για τη λογοτεχνία, που οι δικοί της κανόνες δεν είναι σταθεροί αλλά τροποποιούνται από εποχή σε εποχή από τους ίδιους τους παίκτες. Και το παιχνίδι αυτό ονομάζεται «διηγούμαι ιστορίες». Ο άνθρωπος είναι πρωτίστως, κατά τον Fischer, homo narrans· διηγείται συνεχώς ιστορίες για τον κόσμο και τον εαυτό του. Ζει δηλαδή μέσα σε ένα πλέγμα αφηγήσεων και γι’ αυτό η σχέση του με τον κόσμο είναι κατεξοχήν γλωσσική. Λέμε ιστορίες για να κυλήσει ευχάριστα ο χρόνος· για να διώξουμε τον φόβο· για να νοηματοδοτήσουμε την αταξία που μας περιβάλλει με μια συμβολική τάξη· ή αντίθετα, για να αναποδογυρίσουμε τον κόσμο και να σπάσουμε την ευθραυστότητα των βεβαιοτήτων ή και να προκαλέσουμε φόβο προβάλλοντας δυστοπικά οράματα.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η γραφή του Χατζημωυσιάδη στο βιβλίο αυτό επιβεβαιώνει τον βασικό του ρόλο ως ενός δεξιοτέχνη homo narrans: ένα σύνολο συμπυκνωμένων ιστοριών συχνά χιουμοριστικών ή και δραματικά γοητευτικών για τα πιο ασήμαντα πολλές φορές πράγματα που με έναν «μαγικό» τρόπο τα κάνει να φαίνονται σημαντικά, ιστορίες για τον εαυτό του/μας και για την Ελλάδα/κόσμο, ενώ παράλληλα ο λόγος της γραφής του διατηρεί στενές σχέσεις με τους άλλους «λόγους» (discourses) που διηγείται ο άνθρωπος, ώστε τελικά αυτός ο λόγος να καθίσταται ένα ιδιαίτερο μοντέλο συλλογικής μνήμης και μήτρα παραγωγής νέων ιδεών, από τη στιγμή που διαρκώς, με έναν ευφάνταστα παιγνιώδη τρόπο, εκεί που δεν το περιμένεις, με μια επιδέξια στροφή του λόγου, ανατρέπει καθιερωμένους κώδικες επικοινωνίας υπονομεύοντας τις αναγνωστικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις μας.

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, αναφερόμενος στον ποιητικό λόγο, έχει πει πως ένα καλό ποίημα μοιάζει λίγο πολύ με τον Οδυσσέα: προτού πει την αλήθεια του, λέει τα ψέματά του· αν το πιέσουμε, τα «ψέματά» του πλησιάζουν προοδευτικά την αλήθεια του· προτού αφεθεί στον αναγνωρισμό του, υποδύεται άλλο πρόσωπο, για να μας δοκιμάσει· στον ώριμο καιρό δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο.

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, αναφερόμενος στον ποιητικό λόγο, έχει πει πως ένα καλό ποίημα μοιάζει λίγο πολύ με τον Οδυσσέα: προτού πει την αλήθεια του, λέει τα ψέματά του· αν το πιέσουμε, τα «ψέματά» του πλησιάζουν προοδευτικά την αλήθεια του· προτού αφεθεί στον αναγνωρισμό του, υποδύεται άλλο πρόσωπο, για να μας δοκιμάσει· στον ώριμο καιρό δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο. Σαν τον Οδυσσέα, λοιπόν, αυτά τα 145 «μικρά πεζά» καλούν τον υπομονετικό αναγνώστη να τα διαβάσει όχι μία, αλλά πολλές φορές, με ένταση, καθαρό βλέμμα και προσοχή, για να ανακαλύψει πρώτα τούς καλά κρυμμένους υπαινιγμούς κι έπειτα στο πλούσιο υπέδαφος τα σιωπηλά κοιτάσματα [«είναι και κάποιες άλλες αταξινόμητες, ανένταχτες κι εντελώς ιδιωτικές σιωπές», σ. 48 «The sound of silence»], ό,τι συνιστά την οικονομημένη, γι’ αυτό οικονομική, γλώσσα του συγγραφέα, δηλαδή την ποιητική – τη μέγιστη κατάκτηση. Μόνο τότε θα αποκαλύψει και την αλήθεια που κρύβουν πίσω από τα «ψέματά» τους· τις κρυφές ζωές που κυοφορούνται μες στις πιο ερμητικές σιωπές μιας γιαγιάκας· ή τα υπόκωφα κλικ πίσω από τις σιωπές ενός πληκτρολογίου.

Για το τέλος. Λένε ότι η Ιστορία καταξιώνεται όταν γίνεται δημόσια. Το ίδιο και η Λογοτεχνία. Αξίζει πραγματικά όταν κατορθώνει –με ποικίλους τρόπους– να αποκτήσει δημόσιο/πολιτικό χαρακτήρα, όταν –στην περίπτωσή μας– η Ιδιωτική Αντωνυμία συναντά τη Συλλογική μας Αντωνυμία. Και η Λογοτεχνία που για χρόνια υπηρετεί με παρρησία και συνέπεια ο Χατζημωυσιάδης, ως αξιανάγνωστη που είναι, προσφέρει τη μέγιστη αναγνωστική τέρψη με όποιο είδος κι αν καταπιάνεται ο συγγραφέας. Αυτή τη φορά – στο ελάχιστό της πληθωρική και αρκούντως μαχόμενη για την κατάληψη των ήδη αλωμένων από τους επαναστάτες χειμερινών ανακτόρων. Γράφω πάει να πει εκτίθεμαι…

* Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Σπουδή στο κίτρινο» (εκδ. Το Ροδακιό).

 Στην κεντρική εικόνα ο πίνακας του Χρήστου Τσιμάρη «A film star».


Απόσπασμα από το βιβλίο

«Αὐτοβιογραφικὸ σημείωμα

Στὴν ἀρχὴ ὑπῆρξε ἕνα σῶμα. Δηλαδὴ ὄχι ἀκριβῶς σὰν σῶμα, ἀλλὰ σὰν ἀπροσδιόριστη ἰδέα ἑνὸς σώματος ἀπὸ ἀνυπότακτα χέρια καὶ πόδια καὶ λαιμὸ καὶ κεφάλι καὶ πέος, ποὺ κήρυξε τὴν ὁρμονική του ἐπανάσταση γιὰ νὰ γίνει καλοσχηματισμένο, στητὸ καὶ αὐτοδιάθετο καὶ γιὰ δεκαετίες ὁλόκληρες προσέβλεπε σὲ ἄλλα σώματα γιὰ νὰ πετύχει τὴν ἐθνική του ὁλοκλήρωση. Καὶ ἦρθαν πράγματι καιροὶ ποὺ νόμιζε ὅτι σειόταν ἡ γῆ κάτω ἀπὸ τὸν περήφανο βηματισμό του, ἔστω καὶ ἂν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδείχτηκε ὅτι βρισκόταν συνέχεια στὸ σημειωτόν, ἐνόσω μάλιστα οἱ ἐνδόμυχες δυνάμεις του ἐξύφαιναν ἐθνικὲς μειοδοσίες. Τὰ λοιπὰ εἶναι λίγο πολὺ γνωστά».


altΗ ιδιωτική μου αντωνυμία
Παναγιώτης Σ. Χατζημωυσιάδης
Κίχλη 2018
Σελ. 176, τιμή εκδότη €12,80

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Σ. ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗ

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» του Άκη Παπαντώνη (κριτική) – Καρβερικές αντηχήσεις, ποιητική πυκνότητα

«Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» του Άκη Παπαντώνη (κριτική) – Καρβερικές αντηχήσεις, ποιητική πυκνότητα

Για τη συλλογή διηγημάτων του Άκη Παπαντώνη «Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» (εκδ. Κίχλη). Εικόνα: Από την ταινία «Short cuts» (1993) του Ρόμπερτ Άλτμαν.

Γράφει η Δήμητρα Λουκά

Σημείο εκκίνησης του κειμένου που ακολουθεί, είν...

«Σημειώσεις αϋπνίας» του Λεωνίδα Βουρδονικόλα – Αέναη πάλη έρωτα και θανάτου, με καυστικό χιούμορ και σαρκασμό

«Σημειώσεις αϋπνίας» του Λεωνίδα Βουρδονικόλα – Αέναη πάλη έρωτα και θανάτου, με καυστικό χιούμορ και σαρκασμό

Για τη συλλογή διηγημάτων του Λεωνίδα Βουρδονικόλα «Σημειώσεις αϋπνίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Εικόνα: Λιθογραφία του Τουλούζ Λοτρέκ για την εικονογράφηση της συλλογής ποιημάτων του Jean Goudezki "Les vielles histoires" (1893). 

Γράφει η Χριστίνα Μουκούλη

...
«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (κριτική) – Εσωτερικές περιπλανήσεις, ανθρώπινες συναντήσεις

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (κριτική) – Εσωτερικές περιπλανήσεις, ανθρώπινες συναντήσεις

Για τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» (εκδ. Εστία). Εικόνα: Από την ταινία  «Πάτερσον» (2016) του Τζιμ Τζάρμους. 

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου

Μια φωτιά στο Καλαμίτσι γίνεται ο κα...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίηση: «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία – Ποίηση, τοπίο, οπτικός διάλογος» - Το πλήρες πρόγραμμα

14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίηση: «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία – Ποίηση, τοπίο, οπτικός διάλογος» - Το πλήρες πρόγραμμα

Ξεκινά σε λίγες μέρες το 14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης (24 Αυγούστου – 2 Σεπτεμβρίου 2026), με θέμα: «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία / Ποίηση, τοπίο, οπτικός διάλογος», που συνδιοργανώνουν ο Δήμος Λαρισαίων, η Περιφέρεια Θεσσαλίας και το περιοδικό Θράκα. Το Φεστιβάλ ξεκινά τη Δευτέρα, 24 Αυγούστου, με δύο παράλληλες ...

Είδαμε το «Φιόρδ» του Κρίστιαν Μουντζίου (κριτική) – Τι χωρίζει τα Βαλκάνια από την Ευρώπη: Ιδεολογικά άκρα και πολιτισμικές διαφορές

Είδαμε το «Φιόρδ» του Κρίστιαν Μουντζίου (κριτική) – Τι χωρίζει τα Βαλκάνια από την Ευρώπη: Ιδεολογικά άκρα και πολιτισμικές διαφορές

Για το «Φιόρδ» του Ρουμάνου σκηνοθέτη Κριστιάν Μουντζίου, ένα αιχμηρό κοινωνικό φιλμ για την πολιτισμική διαφορά Βόρειας Ευρώπης και Βαλκανίων.

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας

Είδα το «Φιόρδ», το ρουμανικο-νορβηγικό φιλμ του προικι...

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η βιομηχανία των τέλειων σωμάτων

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η βιομηχανία των τέλειων σωμάτων

Για το μυθιστόρημα της Βερένα Κέσλερ (Verena Keßler) «Γυμναστήριο» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την ταινία «Perfect» (1985). 

Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός

Ο υγιεινισμός ως μια ακραία μορφή εμμονής με...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Ο εργασιακός χώρος ως λογοτεχνική θεματική: Το επάγγελμα εμπνέει τη μυθοπλασία, ο χώρος δουλειάς συστήνει τη δική του δραματουργία

Ο εργασιακός χώρος ως λογοτεχνική θεματική: Το επάγγελμα εμπνέει τη μυθοπλασία, ο χώρος δουλειάς συστήνει τη δική του δραματουργία

Λογοτεχνικά βιβλία που αξιοποιούν τον εργασιακό χώρο ως θεματική και με ποιον τρόπο το κάνουν. Γιατί το επάγγελμα του δασκάλου εμπνέει περισσότερο τους συγγραφείς και πώς μιλούν για αυτό. Κάποιες σκέψεις. Εικόνα: Από ιταλική έκδοση του «Ταχυδρομείου» του Τσαρλς Μπουκόβσκι. 

Γράφε...

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ