17 Φεβρουαριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:11:07:26 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ Για τον Νίκο Καββαδία: το έργο, τη ζωή, την ποίησή του

Για τον Νίκο Καββαδία: το έργο, τη ζωή, την ποίησή του

E-mail Εκτύπωση

altΓια το βιβλίο του Μιχάλη Γελασάκη «Νίκος Καββαδίας, ο αρμενιστής ποιητής» (εκδ. Άγρα).

Του Νίκου Χρυσού

«Όπως στα περσικά παραμύθια τίποτα δεν νομίζουμε πιο δύσκολο από την απόσταση. Λάθος. Το Sheffield πέφτει κοντά στο Matadi. Το Φισκάρδο συνορεύει με το Munden. Η τέχνη μ’ όλο τον κόσμο», γράφει ο Νίκος Καββαδίας στις 20 Σεπτεμβρίου 1963. Οι λίγες αυτές φράσεις ανακαλούν το κεντρικό μοτίβο του ποιητικού του σύμπαντος, το ταξίδι, παρότι αποτελούν την κατακλείδα κριτικού άρθρου του για τον ζωγράφο John Corbidge, δημοσιευμένου στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς. Το κείμενο αυτό μαζί με πλήθος άλλα σημαντικά ντοκουμέντα, συνεντεύξεις, επιστολές, μαρτυρίες, τον ναυτικό φάκελό του, άγνωστο και αθησαύριστο έργο, μεταφράσεις, κριτικές και αδημοσίευτες φωτογραφίες, συγκεντρώνει ο δημοσιογράφος και μελετητής Μιχάλης Γελασάκης στον τόμο «Νίκος Καββαδίας, ο αρμενιστής ποιητής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Άγρα, ανασυνθέτοντας μία ιδιότυπη συναρπαστική βιογραφία του θρυλικού Μαραμπού.

Ο Γελασάκης φαίνεται να κατανοεί πως «η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και στο μύθο είναι συχνά θολή» και δεν σπαταλιέται σε εικασίες ή εκτιμήσεις, αλλά καταγράφει με συνέπεια τα ντοκουμέντα, υπομνηματίζει και τεκμηριώνει όπου χρειάζεται, αποφεύγοντας, σοφά, τη διατύπωση οριστικών συμπερασμάτων, που θα ήταν ούτως ή άλλως αταίριαστα στο κλίμα αντινομίας που διέπει το καββαδιακό σύμπαν. 

Αποτέλεσμα πολύχρονης και πολύπλευρης έρευνας, το βιβλίο «δημιουργήθηκε με πολλή αγάπη και πείσμα» από έναν παθιασμένο αναγνώστη του καββαδιακού έργου, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Γελασάκης στην κατατοπιστική εισαγωγή του. Παρά την πληθώρα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν και τα οποία αφορούν τόσο τη ζωή όσο και το έργο του ποιητή, το πραγματικό και το μυθικό στοιχείο παραμένουν αξεδιάλυτα, αφού ο Γελασάκης φαίνεται να κατανοεί πως «η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και στο μύθο είναι συχνά θολή» και δεν σπαταλιέται σε εικασίες ή εκτιμήσεις, αλλά καταγράφει με συνέπεια τα ντοκουμέντα, υπομνηματίζει και τεκμηριώνει όπου χρειάζεται, αποφεύγοντας, σοφά, τη διατύπωση οριστικών συμπερασμάτων, που θα ήταν ούτως ή άλλως αταίριαστα στο κλίμα αντινομίας που διέπει το καββαδιακό σύμπαν. 

Διαβάζοντας τις δέκα συνεντεύξεις, που αναδημοσιεύονται στην πρώτη ενότητα του βιβλίου, αναγνωρίζει κανείς με ευκολία μοτίβα, εικόνες κι εκφραστικά σχήματα που έχει συναντήσει ξανά στα ποιήματα ή στα πεζά του Καββαδία. 

«Φοβάμαι τη στεριά, το χώμα. Ο βυθός ανοιχτά είναι καθαρός. Κι αν σ’ αρπάξει το ψάρι, είναι κάτι που το ξέρεις πια ζώντας, το τρως κι εσύ. Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο, το ’καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια», λέει ο ποιητής σε συνέντευξή του στη δημοσιογράφο Νανά Νταουντάκη. Τις ίδιες ακριβώς φράσεις διαβάζουμε στη «Βάρδια». Αλλού, κάνει λόγο για τον εγγλέζικα καρβουνιάρικα (τα Coaliers), για τα λιμανίσια «σπίτια», για τον Γουίλλυ, το Αιθίοπα θερμαστή, για τη γυναίκα· θέματα κι επεισόδια οικεία στους αναγνώστες του έργου του. 

Αποκαλύπτονται βέβαια νέα αθησαύριστα στοιχεία, χρήσιμα για την κατανόηση του ψυχισμού και της δημιουργικής διαδικασίας του Καββαδία: η αγάπη του για το έργο της Αμερικανίδας συγγραφέα Carson McCullers, οι συναντήσεις του με τον Νίκο Καζαντζάκη, οι αποτιμήσεις του για έργα γνωστών Ελλήνων ποιητών και πεζογράφων, οι σχέσεις του με τον Βάρναλη, τον Σαραντάρη, τον Καρθαίο, την Κοτοπούλη, την Μιλλιέξ, τον Τσίρκα, τον Σεφέρη, τον Θεοτοκά, τον Καστανάκη, τον Ρήγα Καππάτο, και πολλούς άλλους Έλληνες του Λόγου και της Τέχνης.

Συχνά σε αυτές τις συνεντεύξεις ο Καββαδίας επαναλαμβάνει πως όσα έγραψε «είναι όλα αληθινά πέρα για πέρα». Άλλη είναι η γνώμη του Γιώργου Σεφέρη: «ένα αξεδιάλυτο μείγμα μύθου και αλήθειας αυτός ο άνθρωπος», σημειώνει στο ημερολόγιό του. Στο ίδιο κλίμα ο Κ. Μητσάκης σε άρθρο του στη «Νέα Εστία» μεταφέρει την παρακάτω φράση του Μαραμπού: «Τι να σου πω, φίλε μου, έχω την εντύπωση ότι μ’ αυτά που έχω γράψει κοροϊδεύω τον κόσμο».

Η αλήθεια, η γνώση, η ποίηση, το ταξίδι, η ζωή, μέσα από το μαγικό καλειδοσκόπιο της γραφής του, είναι όλα απατηλοί αντικατοπτρισμοί. «Πού αρχινάει ο μύθος, πού φτάνει την αλήθεια, πού η αλήθεια κόβει το μύθο… πού τελειώνει… που ξεπερνάει», γράφει ο Καββαδίας στο μικρό πεζό «Του πολέμου».

«Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάμω ποίηση. Αν δεν τα ’χα ζήσει και τα έγραφα παρ’ όλα αυτά, τότε ίσως να ’μουνα μεγάλος ποιητής».

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Τετράδιο», το 1974, διευρύνει τον προηγούμενο συλλογισμό του: «Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα και να τα κάμω ποίηση. Αν δεν τα ’χα ζήσει και τα έγραφα παρ’ όλα αυτά, τότε ίσως να ’μουνα μεγάλος ποιητής». Η φράση μας φέρνει στο νου μια παραινετική πρόταση που στέλνει στην πολυαγαπημένη ανιψιά του Έλγκα, τον Γενάρη του 1957: «Μην αφήνεις μόνο καμιά μέρα δίχως δουλειά. Αν εγώ δεν έκανα τίποτα, αν δεν θ’ αφήσω ούτε λίγες σειρές πίσω μου είναι γιατί ποτέ δεν κουράστηκα». Κρίση συγγραφικής αυτοσυνειδησίας είτε πράξη αναστοχασμού, τέτοιες παραδοχές δεν μεταβάλουν την αξία του έργου του, ούτε ερμηνεύουν βέβαια την ευρύτατη αποδοχή του. 

Διαφορετική γνώμη έχει πάντως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ο οποίος εκτιμά πως «τα ποιήματα του “Μαραμπού” βγαίνουν περισσότερο από τις φιλολογικές παρά από τις βιωματικές του εμπειρίες». Οι δυο αυτές πηγές θα γίνουν στην πορεία αξεχώριστες, και το μάτισμά τους καθιστά δυσδιάκριτη –αν όχι αδιευκρίνιστη– την καταγωγή κάθε ίνας που συναποτελεί το καββαδιακό πλέγμα. 

Στην ίδια άποψη συνηγορούν και οι παρακάτω στίχοι από το ανέκδοτο ποίημα του «Συνομιλία με την αδερφή μου», που ανθολογείται στον τόμο του Γελασάκη: 

«… Εσένα σε κατάστρεψαν οι φίλοι σου οι καλοί 
Κι εκείνα τα παράξενα βιβλία που ’χεις διαβάσει». 

alt

Από συλλογή σε συλλογή, από το «Μαραμπού» έως το «Τραβέρσο», το βίωμα διαλύει κάθε φολκλορικό στοιχείο της ναυτικής περιπέτειας, πυκνώνει και σκληραίνει τον στίχο παρότι ο ποιητής παραμένει πάντα στιγματισμένος από των «αναχωρήσεων τη μανία». Στον πυρήνα της ποίησής του παραμένουν τα ταξίδια, άλλοτε τα πραγματικά κι άλλοτε εκείνα «που στα βιβλία του διάβασε ή που είδε στ’ όνειρό του» όπως γράφει στο νεανικό ποίημα του «Ήθελα». Καίρια η εκτίμηση του Λυκιαρδόπουλου ότι ο ποιητής «πριν ραντιστεί απ’ τη θάλασσα ήταν εμποτισμένος στην ποίηση – και ήδη διχασμένος». 

Για τον Καββαδία αυτή η ιδιότυπη ναυτική «αργκό» δεν είναι μια «εξωτική» γλώσσα, είναι η μόνη γλώσσα, η γλώσσα της κουβέρτας και της γέφυρας, η γλώσσα της λαμαρίνας και της βάρδιας, λέξεις που κουβαλούν όχι μονάχα τη σημασία τους αλλά κι ένα συγκεκριμένο συγκινησιακό φορτίο για τον ποιητή.

O ρομαντικός τόνος μπολιάζεται αναμφισβήτητα από την εξαίσια φαντασμαγορία της γλώσσας, τα μακρινά λιμάνια –η Σιγγαπούρη, το Μαδράς, τ’ Αλγέρι και το Σφαξ–, τα παράξενα ονόματα –η Calamité, ο William George Allum, ο πλοίαρχος Φλέτσερ, η Εσμεράλδα, η Garrielle Didot–, την ιδιόλεκτο των ναυτικών. Ο επιμελής αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως για τον Καββαδία αυτή η ιδιότυπη ναυτική «αργκό» δεν είναι μια «εξωτική» γλώσσα, είναι η μόνη γλώσσα, η γλώσσα της κουβέρτας και της γέφυρας, η γλώσσα της λαμαρίνας και της βάρδιας, λέξεις που κουβαλούν όχι μονάχα τη σημασία τους αλλά κι ένα συγκεκριμένο συγκινησιακό φορτίο για τον ποιητή. 

Μα ακόμα κι αν οι ιστορίες του είναι λογοτεχνικές απεικονίσεις «πραγματικών» γεγονότων, δεν ξοδεύονται αλόγιστα σαν μια αλυσίδα γραφικών περιστατικών και φιγούρων του μπάρκου ή του λιμανίσιου περιθωρίου αλλά συμπυκνώνονται στη διατύπωση μιας αγωνίας, ενός σπαραγμού, ο οποίος δεν είναι μονάχα ερωτικός, όπως εύκολα θα συμπέρανε ο βιαστικός αναγνώστης, αλλά βαθιά και οδυνηρά υπαρξιακός.

Εύστοχη και διαφωτιστική η παρατήρηση του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή»: «Εκείνο που ανατρέπει την καθεστηκυία ηθική –και δίνει στη “Βάρδια” μιαν άλλη διάσταση σχεδόν πολιτική– είναι το γεγονός πως όλοι αυτοί οι ντεσπεράντος (πόρνες, ρουφιάνοι, λαθρέμποροι, παιδεραστές, τυχοδιώκτες κ.λπ.) δείχνουν όχι μόνο μια καταπληκτική αλληλεγγύη, αλλά και μια συνέπεια κυριολεκτικά απροσδόκητη».

«Το όνομά του συνοδεύτηκε και εξακολουθεί να συνοδεύεται από πλήθος ερωτικές, εξωτικές, μυστηριώδεις και συναρπαστικές ιστορίες, κυρίως μη φιλολογικές/ποιητικές», επισημαίνει ο συντάκτης του τόμου. Αναμφίβολα ο μυθικός του κόσμος γεννά νέους μύθους καθώς δρα παραισθητικά στον αναγνώστη προκαλώντας συχνά παρανοήσεις και εικασίες πολύ μακριά από την πραγματικότητα, όπως εκείνος ο ισχυρισμός του εκδότη Γιάννη Γουδέλη για τον τρόπο θανάτου τού Καββαδία –«ο ποιητής τελεύτησε τελώντας το θείο έργο της δημιουργίας» δήλωσε σε συνέντευξή του στον Άκο Δασκαλόπουλο–, τον οποίο η Έλγκα Καββαδία διέψευσε μετά βδελυγμίας, ή η λανθασμένη πεποίθηση πως «όσο κι αν ψάξει κανείς τους χάρτες, τους Άτλαντες και τα Αλμανάκ, δεν θα μπορέσει να ανακαλύψει το Φερνάντο Πο, που αναφέρει στο ποίημα του “Καφάρ”», την οποία διατυπώνει η Μιράντα Ζαχαριάδη σε άρθρο-συνέντευξή του ποιητή που περιλαμβάνεται στο βιβλίο. Το νησάκι της Ισημερινής Γουινέας, στην Κεντρική Αφρική, που πήρε το όνομά του από τον Πορτογάλο εξερευνητή Fernão do Pó, ήταν καταγεγραμμένο σε κάθε ναυτικό χάρτη της εποχής και μάλιστα με αυτό το όνομα, αφού δεν μετονομάστηκε σε νήσο Μπιόκο παρά αρκετά χρόνια μετά. 

alt
«Το αγαπημένο μου καράβι […] έτυχε να ’ναι επιβατηγό. Το “Κηρύνεια”. Πάνω σ’ αυτό έγραψα και τη “Βάρδια”», εξομολογείται ανακαλώντας σε μας το πολυτραγουδισμένο «Οι εφτά νάνοι στο S/S Cyrenia».

Η παράθεση άγνωστων και αθησαύριστων ποιημάτων δίνει στον αναγνώστη ενδείξεις για την γενεαλογία θεμάτων και στίχων που συναντάμε στο δημοσιευμένο έργο του, είτε προηγούμενες γραφές γνωστών ποιημάτων, όπως το «Αυτοκτονία Υπάρχου» που αποτελεί την πρώτη γραφή του εμβληματικού ποιήματος «Σταυρός του Νότου».

Ο Γελασάκης εμπλουτίζει το αρχειακό υλικό παίρνοντας τη σκυτάλη από όσους προηγήθηκαν στη μελέτη του καββαδιακού έργου· συμπληρώνει τη βιβλιογραφία του Κυριάκου Ντελόπουλου· εμπλουτίζει τον κατάλογο των πλοίων στα οποία εργάστηκε ο Καββαδίας, που δημοσίευσε ο Τάσος Κόρφης πριν από τριάντα περίπου χρόνια, προσθέτοντας μάλιστα φωτογραφίες και μικρά «βιογραφικά» των βαποριών· μας ξανασυστήνει τον αρθρογράφο Καββαδία· παρουσιάζει ντοκουμέντα από τη ναυτική ζωή του και αποπειράται να καταγράψει και να διερευνήσει «θολά» σημεία, όπως η σχέση Καββαδία-Σεφέρη ή η αντιπαράθεση Καραγάτση-Ουράνη για το καββαδιακό έργο, ενώ η παράθεση άγνωστων και αθησαύριστων ποιημάτων δίνει στον αναγνώστη ενδείξεις για την γενεαλογία θεμάτων και στίχων που συναντάμε στο δημοσιευμένο έργο του, είτε προηγούμενες γραφές γνωστών ποιημάτων, όπως το «Αυτοκτονία Υπάρχου» που αποτελεί την πρώτη γραφή του εμβληματικού ποιήματος «Σταυρός του Νότου».

Αξεδιάλυτα παραμένουν για τον αναγνώστη της ποίησης του Νίκου Καββαδία η ζωή και το έργο του. «Το αγαπημένο μου καράβι […] έτυχε να ’ναι επιβατηγό. Το “Κηρύνεια”. Πάνω σ’ αυτό έγραψα και τη “Βάρδια”», εξομολογείται ανακαλώντας σε μας το πολυτραγουδισμένο «Οι εφτά νάνοι στο S/S Cyrenia», ποίημα αφιερωμένο στην ανιψιά του, το οποίο καθώς διαβάζουμε στην ενότητα «Νύξεις για μιαν ερμηνεία των στίχων του», που υπογράφει η αδερφή του Τζένια, γράφτηκε για την Έλγκα Καββαδία και τα «νανάκια της», τους εφτά νυχτοπερπατητές από το μυθιστόρημα «Quentin Durward» του Walter Scott. Πλήθος τέτοιες πληροφορίες περιέχονται στο βιβλίο «Νίκος Καββαδίας, ο αρμενιστής ποιητής», άλλοτε πειστικές κι άλλοτε αμφιλεγόμενες.

Όπως τα όργανα ναυσιπλοΐας, ο μπούσουλας, το παλινώριο, ο εξάντας, οι χάρτες και οι διαβήτες, που ωστόσο απαιτούν γνώση και προσεκτική χρήση για να οδηγήσουν με ασφάλεια το πλοίο στον προορισμό του, έτσι και το βιβλίο του Γελασάκη αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο για την χαρτογράφηση της ορατής και αόρατης γεωγραφίας του καββαδιακού κόσμου. 

* Ο ΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ είναι συγγραφέας.
Τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Καινούργια μέρα» (εκδ. Καστανιώτη).


altΝίκος Καββαδίας, Ο αρμενιστής ποιητής
Συνεντεύξεις, αλληλογραφία, ανέκδοτο και άγνωστο έργο, μαρτυρίες, ο ναυτικός του φάκελος, τα καράβια
Επιμ.: Μιχάλης Γελασάκης
Άγρα 2018
Σελ. 456, τιμή εκδότη €19,90

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Στη σκιά του Νότου

Στη σκιά του Νότου

Για τη μελέτη του Γεώργιου N. Σχορετσανίτη «Το πιο διάσημο πρόσωπο που κανένας δεν ήξερε – Μάργκαρετ Γουώκερ (1915-1998)» (εκδ. Οδός Πανός).

Της Χρύσας Φάντη

...
Η ζωή και το έργο ενός οραματιστή

Η ζωή και το έργο ενός οραματιστή

Για τη βιογραφία του Peter Ackroyd «Ουίλλιαμ Μπλέικ» (μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Πατάκης).

Του Κώστα Δρουγαλά

Η ογκώδης βιογραφία για τη ζωή και το έ...

Φρόυντ, ζώον πολιτικόν

Φρόυντ, ζώον πολιτικόν

Για το βιβλίο της Élisabeth Roudinesco «Ο Σίγκμουντ Φρόυντ στην εποχή του και τη δική μας» (μτφρ. Μήνα Πατεράκη-Γαφέρη, εκδ. Πατάκη)

Του ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μνήμη Βικτωρίας Θεοδώρου

Μνήμη Βικτωρίας Θεοδώρου

Της Αρχοντούλας Διαβάτη

…στην ακριβή σου μνήμη, ποιήτρια Βικτωρία Θεοδώρου, πελαγινή.

Μαθήτρια γυμνασίου οργανώθηκες στην ΕΠΟΝ. Βρήκα τα ποιήματά σου σε παλιά τεύχη της Επιθεώρησης...

«Με επηρεάζουν πράγματα που δεν θεωρούνται τέχνη»

«Με επηρεάζουν πράγματα που δεν θεωρούνται τέχνη»

Επιμέλεια: Κωστας Αγοραστός

Εικόνες καθημερινές, συνηθισμένες, συχνά πεζές, χρησιμοποιεί η Άνια Βουλούδη, αναδεικνύοντας την κρυμμένη ποίηση που βρίσκεται εντός τους, στην πρώτη της ποιητική συλλο...

Φυλακισμένοι στη γλώσσα της «φυλής» τους

Φυλακισμένοι στη γλώσσα της «φυλής» τους

Για την παράσταση «Φυλές» της Νίνα Ρέιν, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, η οποία παρουσιάζεται στο θέατρο Σταθμός.

Του Νίκου Ξένιου

Στο θέατρο Σταθμός είδ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube