x
Διαφήμιση

12 Δεκεμβριου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:05:59:04 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΙΔΙΚΑ Μια κότα που ήθελε να ζήσει τη ζωή της

Μια κότα που ήθελε να ζήσει τη ζωή της

E-mail Εκτύπωση

kota-pou-oneirevotan-380Για το παραμύθι Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει της Sun-Mi-Hwang (εκδ. Διόπτρα). 

Της Σίσσυς Τσιφλίδου

Στην παιδική λογοτεχνία είναι κοινός τόπος η χρήση ανθρωποποιημένων ζώων στη θέση των χαρακτήρων ενός έργου που θέλει να μιλήσει στα παιδιά με έναν αλληγορικό τρόπο για βαθύτερα νοήματα της ζωής, για θέματα που αποτελούν ζητήματα βαθιάς ενασχόλησης του ανθρώπου. Η συγκεκριμένη επιλογή εξυπηρετεί και έναν άλλο στόχο: παίρνοντας τις απαραίτητες αποστάσεις η αυξημένη ρεαλιστική αναπαράσταση μιας μεταμφιεσμένης πραγματικότητας που εγγράφεται σε έναν παραμυθιακό κόσμο καταφέρνει να μην τραυματίσει ένα μικρό παιδί που σε αυτήν την ηλικία ταυτίζεται με τον ήρωα[1]

Σε αυτό το αλληγορικό παραμύθι, σύγχρονο ως προς την εκτενή του αφήγηση αλλά και τη θεματολογία του, έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σταθεί κανείς στον αποκαλυπτικό και δελεαστικό θεματικό του τίτλο: «Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει».

Εκπλήρωση μιας επιθυμίας 

Ο υποψήφιος αναγνώστης με τη βοήθεια αυτού του λογοτεχνικού μικροκειμένου αντιλαμβάνεται αμέσως ειδολογικά χαρακτηριστικά του αφηγήματος, πρωτίστως ότι πρόκειται για ένα παραμύθι, αφού ο κύριος χαρακτήρας είναι ένα ανθρωπόμορφο ζώο και ότι ένα στοιχείο του πυρήνα περιεχομένου, που προβάλλεται στον τίτλο, αν όχι το κύριο θέμα του έργου, είναι η εκπλήρωση μιας επιθυμίας που μπορεί να εκφράζει μέσω του πετάγματος την απελευθέρωση ή την κατάκτηση του αδύνατου. Ένα πλάσμα, λοιπόν, ονειρεύεται αυτό που η φύση του αδυνατεί να εκπληρώσει.

Στην αρχή της ιστορίας τίποτα δεν δείχνει την κεντρική επιθυμία της κοτούλας Μπουμπουκίτσας, όπως τουλάχιστον ο τίτλος την ορίζει. Αντιθέτως, όλα στρέφονται γύρω από μια φαινομενικά βαθύτερη λαχτάρα. 

Αν κανείς απλώσει το εξώφυλλο του βιβλίου θα διαπιστώσει ότι η εικονογράφησή του στην πλήρη της ανάπτυξη μάς αφηγείται μια ιστορία: σε ένα λιτό φυσικό τοπίο, που ασφαλώς αδυνατεί να προσφέρει τη σιγουριά ενός καταφύγιου για τα πλάσματα που το κατοικούν, μια χήνα στέκεται μπροστά από τα μικρά της προσηλωμένη στην απειλητική εμφάνιση ενός σαρκοφάγου στην άκρη του λόφου. Πίσω της και σε απόσταση ακολουθεί μια κότα που έχει επίσης επικεντρώσει την προσοχή της στον φυσικό εχθρό. Στην αντίθετη κατεύθυνση διακρίνεται μια φάρμα κι ένας φράχτης, ενώ τα δέντρα διάσπαρτα σηματοδοτούν την ελπιδοφόρο παρουσία τους με το ελάχιστο αλλά πολύχρωμο φύλλωμα που δίνει μια νότα αισιοδοξίας στο ασπρόμαυρο τοπίο.

Στην αρχή της ιστορίας τίποτα δεν δείχνει την κεντρική επιθυμία της κοτούλας Μπουμπουκίτσας, όπως τουλάχιστον ο τίτλος την ορίζει. Αντιθέτως, όλα στρέφονται γύρω από μια φαινομενικά βαθύτερη λαχτάρα. Η «σκαρταδούρα», όπως αποκαλούν ο αγρότης με τη γυναίκα του την κεντρική ηρωίδα, είναι μια κότα «που οφείλει να μένει στο κοτέτσι και να γεννά αυγά», η οποία, όμως, σταδιακά αρνείται τον ετεροκαθορισμένο προορισμό της. Η άρνηση αυτή υποβάλλεται από την ισχυρή επιθυμία της μητρότητας, έναν βιολογικό προορισμό που ονειρεύεται να εκπληρώσει με οποιοδήποτε κόστος, ως αναφαίρετο φυσικό δικαίωμα της θηλυκής της φύσης. Σε ένα ανώτερο κειμενικό επίπεδο η κοτούλα με το κοκαλιάρικο σώμα και τον μαδημένο από πούπουλα λαιμό της εκφράζει και το αποστερημένο από κάθε παραγωγική ικανότητα εργατικό δυναμικό, αυτό που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης στο συγκεκριμένο παραγωγικό περιβάλλον της αγροικίας. Σε αυτή, λοιπόν, την οριακή στιγμή οι ιδιοκτήτες της αγροικίας προσβλέπουν στην τελευταία ωφέλιμη χρήση της σφαγής της κοτούλας, ωθώντας την να κάνει το μεγάλο βήμα της εξόδου από τη φυλακή της, να αποδράσει από τη φάρμα «αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας». Το κίνητρο επιβίωσής της πλέκεται γύρω από τη βιολογική της ανάγκη:

«Αν δεν μπορώ να γεννήσω ένα αυγό, τότε τι νόημα έχει η ζωή μου»; 

Ένα μυητικό ταξίδι αυτογνωσίας θα ξεκινήσει παράλληλα με έναν αγώνα επιβίωσης στο άγνωστο φυσικό περιβάλλον, με συμμάχους και αντιμάχους, όλα κείνα τα στοιχεία των μαγικών παραμυθιών τα οποία συγκροτούν τις απαραίτητες συγκρούσεις, αυξάνουν τη δράση και προωθούν την πλοκή του έργου. Η υπέρβαση των εμποδίων προάγει την αυτοσυνείδηση της ηρωίδας, την ωριμάζει συναισθηματικά και ψυχικά αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα και την αληθινή ανεπίγνωστη επιθυμία.

Καθώς κλιμακώνεται η απόρριψη και η αναπόφευκτη μοναξιά της, κάποια στιγμή στερείται και τον μοναδικό φίλο της, τον Πρασινοκεφαλόπαπια, όταν αυτός ζευγαρώνει με μια άσπρη πάπια, βιώνει ποικίλα συναισθήματα σε σημείο να παλινδρομεί και στον γυρισμό στη φυλακή της. 

Καθώς κλιμακώνεται η απόρριψη και η αναπόφευκτη μοναξιά της, κάποια στιγμή στερείται και τον μοναδικό φίλο της, τον Πρασινοκεφαλόπαπια, όταν αυτός ζευγαρώνει με μια άσπρη πάπια, βιώνει ποικίλα συναισθήματα σε σημείο να παλινδρομεί και στον γυρισμό στη φυλακή της. Το μοτίβο της ελευθερίας στην πραγμάτωσή του εγείρει και ζητήματα ασφάλειας, σιγουριάς, προστασίας της ευάλωτης ύπαρξης που εντείνονται από τη γέννηση του θετού παιδιού της (η κοτούλα αναλαμβάνει να «γεννήσει» το αυγό μιας πάπιας) και της προκαλούν αντιφατικά συναισθήματα που, όμως, δε διακυβεύουν τη γενναία απόφασή της να διεκδικήσει μια θέση στο όνειρό της.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο ανάγνωσης ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως δεν είναι μόνο η μητρότητα που συνυφαίνεται ως το κεντρικό θέμα στον ιστό της αφήγησης. Σταδιακά και προς το τέλος παρακολουθώντας το «μωρό της» να ανοίγει τα φτερά του για άλλα μέρη η κοτούλα θα συνειδητοποιήσει «ότι βαθιά μέσα της έκρυβε κι άλλη μια ευχή. Και κάτι ακόμη περισσότερο από ευχή· ήταν μια βαθιά λαχτάρα που την κατέκλυζε ολόκληρη». Και αυτή δεν ήταν άλλη από την επιθυμία της να πετάξει!

Περισσότερο θα πρέπει να σταθεί κανείς στους χαρακτήρες του έργου: κεντρικοί ή περιφερειακοί, κύριοι ή υποστηρικτικοί, όλοι τους συμβάλλουν στο να ενδυναμώσουν τον κεντρικό χαρακτήρα. Δύο είναι οι ήρωες που ξεχωρίζουν: στη θέση του βοηθού και με καθαρά υποστηρικτικό ρόλο ο Πρασινοκεφαλόπαπιας ή «Παρατρεχάμενος», μια αγριόπαπια με πληγωμένα φτερά, θύμα της Νυφίτσας, ο οποίος συμβιώνει ως παρίας στην κοινωνία που έχουν συγκροτήσει οι πάπιες στο κοτέτσι. Ίδιος, αλλά και πολύ διαφορετικός, θα δώσει μαθήματα αυτοθυσίας, στήριξης, αποδοχής, αληθινής πατρικής αγάπης, αλλά και πραγματικής φιλίας, αυτής που αποδέχεται το άλλο, αναγνωρίζοντας ότι:

«Εγώ είμαι μια αγριόπαπια που δεν μπορεί να πετάξει κι εσύ είσαι μια σπάνια και μοναδική κότα […] Αυτό είναι όλο κι όλο. Δείχνουμε διαφορετικοί, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να καταλάβουμε ακριβώς τι κρύβει ο καθένας μας βαθιά μέσα στην καρδιά του, όμως αγαπάμε ο ένας τον άλλον με τον δικό μας τρόπο. Σε εκτιμώ πολύ».

Ανατρέποντας τα στερεότυπα

Ένας άλλος χαρακτήρας-έκπληξη είναι αυτός του Νυφίτσα. Ο βιολογικός του ρόλος, όταν τελικά αποκαλύπτεται το φύλο του, μας ωθεί στην αλλαγή της θέασης του χαρακτήρα, μας κάνει να σκεφτούμε αλλιώς τον ρόλο του θύτη και του θύματος: το κυνήγι της νυφίτσας εντάσσεται στον κύκλο της ζωής, το σαρκοφάγο έχει πίσω του μωρά που περιμένουν τη σάρκα της κάθε Μπουμπουκίτσας για να γεμίσουν τα στομάχια τους, κι έτσι με έναν παραδειγματικό τρόπο αποδυναμώνεται, αν όχι ανατρέπεται, η στερεοτυπική αναπαράσταση του κακού σαρκοφάγου ζώου που μάχεται το αθώο μικρό και αδύναμο παμφάγο. Η παραδοχή της μονόφθαλμης νυφίτσας που αποκαλύπτει στο τέλος τη θηλυκή μητρική της υπόσταση, μας κάνει να δούμε με συμπάθεια τον αγώνα επιβίωσής της και συμβάλλει στην κατανόηση της τροφικής αλυσίδας στο οικοσύστημα του δάσους.

Η αφήγηση, αν και τριτοπρόσωπη, ουσιαστικά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Ελεύθερου Πλάγιου Λόγου, αφού με τη σταθερή επιλογή της εσωτερικής εστίασης φωτίζει αποκλειστικά τα κίνητρα και τις ενδοσκοπήσεις της ηρωίδας Μπουμπουκίτσας στον εσωτερικό της κόσμο.

Το κυρίαρχο μοτίβο είναι τα φτερά. Όσα ζώα διαβιούν εντός της αγροικίας αδυνατούν να πετάξουν είτε γιατί τα φτερά τους έχουν ατροφήσει, όπως οι κότες και οι χήνες, είτε γιατί τα έχει τραυματίσει ο Νυφίτσας...

Ο σκηνικός χώρος δομείται από το ημιπροστατευμένο περιβάλλον της αγροικίας και τον εξωτερικό χώρο, το οικοσύστημα του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο καλούνται οι ήρωες της ιστορίας, η Μπουμπουκίτσα και ο μικρός Πρασινοκέφαλος, να ενηλικιωθούν δίνοντας μια μάχη με τους φυσικούς και βιολογικούς εχθρούς τους.

Το κυρίαρχο μοτίβο είναι τα φτερά. Όσα ζώα διαβιούν εντός της αγροικίας αδυνατούν να πετάξουν είτε γιατί τα φτερά τους έχουν ατροφήσει, όπως οι κότες και οι χήνες, είτε γιατί τα έχει τραυματίσει ο Νυφίτσας, όπως στην περίπτωση του Πρασινοκεφαλόπαπια, είτε γιατί έχουν κοπεί για να μην μπορούν να πετάξουν, μια πρακτική που δηλώνεται έμμεσα από τα λόγια του αγρότη στη γυναίκα του. Η θετή μητέρα προστατεύει το φυσικό δικαίωμα του παιδιού της και το φυγαδεύει με κάθε κόστος στο εξωτερικό περιβάλλον για να αποτρέψει το κόψιμο των φτερών του από τον αγρότη. Όλες αυτές οι δυσκολίες, όμως, την ωριμάζουν ώστε στο τέλος να αποφανθεί για τον εαυτό της ότι «είχε περάσει μια δύσκολη ζωή, αλλά είχε υπάρξει ευτυχισμένη».

Ανάληψη γενναίων προσωπικών αποφάσεων

Κυρίαρχα θέματα η ετερότητα, η αποδοχή της διαφορετικότητας, η ανάγκη της μητρότητας αλλά πέρα από την εκπλήρωση του βιολογικού σκοπού η αναζήτηση της ταυτότητας που επιτυγχάνεται μέσα από την ανάληψη γενναίων προσωπικών αποφάσεων.

Ο υπονοούμενος αναγνώστης, αυτός δηλαδή που η συγγραφέας έχει στο μυαλό της όταν γράφει το έργο, δηλώνεται και από τα επίπεδα υπαινικτικότητας του έργου, καθώς και από τα θέματα και τα μοτίβα που επιλέγει και που σαφώς υπονοούν ένα παιδικό αλλά και ενήλικο κοινό.

Χαρακτηριστικό σημείο της αφήγησης, όπου φαίνεται η ενδυνάμωση του χαρακτήρα και η απόκτηση ταυτότητας, είναι εκείνο όπου η κοτούλα διεκδικεί το όνομα «Μπουμπουκίτσα» για τον εαυτό της.

Δε θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για μια πολιτική αλληγορία[2], χωρίς αυτό να είναι απαγορευτικό για όποιον θα ήθελε να εκλάβει την αφήγηση ως τέτοια, περισσότερο είναι οι κοινωνικά διαλογοποιημένες φωνές του έργου που σταδιακά συγκροτούν τη σφαιρικότητα του κεντρικού χαρακτήρα. Η κοτούλα Μπουμπουκίτσα καλείται μέσα από συνεχείς συγκρούσεις που αναδεικνύει η πλοκή και προωθούν τη δράση να πάρει αποφάσεις και σταδιακά να μεταβεί στην μπαχτινική ετερότητα, δηλαδή στην απόσταση που παίρνει η συνείδησή μας από την εικόνα των άλλων που αρχικά ο καθένας μας ενσωματώνει και εσωτερικεύει και που σταδιακά καθορίζει την αυτοεικόνα του. Χαρακτηριστικό σημείο της αφήγησης, όπου φαίνεται η ενδυνάμωση του χαρακτήρα και η απόκτηση ταυτότητας, είναι εκείνο όπου η κοτούλα διεκδικεί το όνομα «Μπουμπουκίτσα» για τον εαυτό της, αυτό που η ίδια έχει επιλέξει:

«Το μπουμπούκι είναι η αρχή δημιουργίας των λουλουδιών. Αναπνέει, αντιστέκεται στη βροχή και στον άνεμο, μαζεύει το φως του ήλιου και ανθίζει με εκθαμβωτικά λευκά λουλουδάκια! Αν δεν υπήρχαν τα μπουμπούκια, δεν θα υπήρχαν δέντρα. Το μπουμπούκι είναι πολύ ουσιώδες».

Σε αυτό το διηλικιακό παραμύθι μικροί και μεγάλοι αναγνώστες θα εντοπίσουν πολλαπλά νοήματα σε διαφορετικά κειμενικά επίπεδα, από αυτά που ένας έμπειρος αναγνώστης θα αναγνωρίσει όταν συναντήσει το κείμενο με την πολιτιστική του, όχι απαραίτητα και αποκλειστικά αναγνωστική, επάρκεια. Αλλά κι ο μικρός αναγνώστης θα συλλάβει με έναν γόνιμο αναπαραστατικό τρόπο βαθύτερες έννοιες και ανθρώπινους προβληματισμούς.

* Η ΣΙΣΣΥ ΤΣΙΦΛΙΔΟΥ είναι εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και διδάκτωρ ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
[1] Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή αποτελεί το μυθιστόρημα Η τελευταία μαύρη γάτα του Ευγένιου Τριβιζά.
[2] Το έργο παρουσιάζει σαφείς ομοιότητες με τη Φάρμα των ζώων του Όργουελ. 
 
kota-pou-oneirevotanΗ κότα που ονειρευόταν να πετάξει
Sun-Mi Hwang
Μτφρ. Αναστασία Καλλιόντζη
Εκδόσεις Διόπτρα
Σελ. 160, τιμή εκδότη: 13,24
 
 politeia-link
 
 
 
 
 
  
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ο μαγικός καθρέφτης που μας μεγαλώνει

Ο μαγικός καθρέφτης που μας μεγαλώνει

Για το εικονογραφημένο βιβλίο της Μαριαλένας Σπυροπούλου «Ο μαγικός καθρέφτης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Της Ελένης Κορόβηλα

...

Η φωνή του Παπαδιαμάντη σε ένα εφηβικό μυθιστόρημα

Η φωνή του Παπαδιαμάντη σε ένα εφηβικό μυθιστόρημα

Για το εφηβικό μυθιστόρημα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου «Καναρίνι και μέντα» (εκδ. Πατάκη).

Της Έλενας Στανιού

Ο Παπαδιαμάντης, ο ηθογραφικός ...

Οι 2651 μέρες που άλλαξαν την Ελλάδα

Οι 2651 μέρες που άλλαξαν την Ελλάδα

Για το βιβλίο της Μαρίζας Ντεκάστρο «2651 ημέρες δικτατορίας. 21 Απριλίου 1967 - 24 Ιουλίου 1974», με εικόνες του Βασίλη Παπαγεωργίου, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Του Χρήστου Γ. Λάζου...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
O σπασμένος μονόκερως του Δημήτρη Καραντζά

O σπασμένος μονόκερως του Δημήτρη Καραντζά

Για την παράσταση «Ο Γυάλινος Κόσμος», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, η οποία παρουσιάζεται στο «Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας».

Του Νίκου Ξένιου

Ο «Γυάλινος κόσμος» του Τένεσι Γουίλιαμς...

Σε τι υπερέχει ο Καβάφης;

Σε τι υπερέχει ο Καβάφης;

Συχνά έχω αναρωτηθεί τι ακριβώς έχουν κατά νουν όσοι υποστηρίζουν ενίοτε ότι ο Καβάφης υπερέχει των άλλων μας ποιητών. Πέρα από τις προτιμήσεις του καθενός (de gustibus non est disputandum…), υπάρχει εδώ ένα κριτήριο χειροπιαστό, συγκεκριμένο, που έχουν υπ’ όψιν;

...
Ματιάς Ενάρ: «Αγαπώ την τέχνη της επιμειξίας, της συνομιλίας, της συνάντησης»

Ματιάς Ενάρ: «Αγαπώ την τέχνη της επιμειξίας, της συνομιλίας, της συνάντησης»

Πριν από λίγες μέρες βρέθηκε στην Αθήνα, καλεσμένος του βιβλιοπωλείου ΙΑΝΟΣ, του Γαλλικού Ινστιτούτου και των εκδόσεων Στερέωμα, που εκδίδουν τα βιβλία του στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας Mathias Énard.

...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube