της Αμάντας Μιχαλοπούλου
Τα βιβλία που διαβάζουμε μας οδηγούν σε πράξεις –σε καταστροφές, στιγμές ευτυχίας, αποφάσεις. Κάτι ξέρει ο Ζαν-Μπερτράν Πονταλίς, που στο βιβλίο του «Παράθυρα» (εκδ. Εστία) περιγράφει τις ομοιότητες ανάγνωσης και ψυχανάλυσης: «Είναι και οι δύο παραφορά, μεταβίβαση, εκτός εαυτού». Μήπως να ονόμαζα τη στήλη αυτή «Παράθυρα»; Το ξανασκέφτηκα και προτίμησα το «Σπίτι από φύλλα» (εκδ. Πόλις): είναι ο τίτλος του εξωφρενικού μυθιστορήματος του Μαρκ Ντανιελέβσκι, αν θυμάστε, με την οικογένεια που διαπιστώνει ότι το εσωτερικό του σπιτιού της είναι μεγαλύτερο από τους εξωτερικούς τοίχους. Αγαπητέ Μαρκ, δεν γνωριζόμαστε και συγγνώμη για τον σφετερισμό του τίτλου, αλλά μας απασχολούν παρόμοια θέματα. Η σχέση αναπαράστασης και πραγματικότητας, λογοτεχνίας και ζωής. Ας πούμε ότι η στήλη είναι ένα πείραμα κι εγώ το πειραματόζωο που διαβάζει και παθαίνει.
Με είχε καθηλώσει η σκηνή με τον Μαρμελάντοβ, εκείνο τον επίτιμο σύμβουλο και άγριο πότη, που πέφτει κάτω από δύο σταχτιά άλογα τα ζεμένα σε άμαξα. «Όλο το στήθος ήταν καταπατημένο, χτυπημένο και καταξεσκισμένο. Στ’ αριστερά, στο μέρος ακριβώς της καρδιάς, είχε ένα μαυροκίτρινο σημάδι». Διάβαζα και ξαναδιάβαζα την περιγραφή του ατυχήματος και των αλόγων με τον ίδιο τρόπο, υποθέτω, που ένας ζωγράφος κοιτάζει πίνακες του Βερμέερ, αδυνατώντας να καταλάβει πώς διαχέεται το φως από τα μικροσκοπικά του παράθυρα. Αναρωτήθηκα αν διαβάζουμε κλασικούς και γι’ αυτό –για να επιβεβαιώσουμε την ανικανότητά μας για κινηματογραφικό ρεαλισμό μετά την εφεύρεση του κινηματογράφου. Ύστερα από το «Έγκλημα και τιμωρία» δεν μπορούσα να διαβάσω τίποτα.
Πού να βρεις τόσο ορθάνοιχτους ψυχισμούς, τόσες ταυτίσεις με αλλόκοτους ανθρώπους που δολοφονούν και παραλογίζονται, κι όμως θες να σωθούν περισσότερο απ’ οτιδήποτε στον κόσμο; Το έριξα λοιπόν στις αθλητικές δραστηριότητες. Στην Πάρο πήγα μάλιστα και εκδρομή με άλογα, χωρίς να υπολογίσω πόσο ύπουλα δουλεύουν τα βιβλία μέσα μας. Μόλις ανέβηκα στη σέλα, τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν. Ο επιστάτης μού έκανε συνεχώς παρατηρήσεις για τον τρόπο που κρατούσα τα χαλινάρια. Κάποια στιγμή το άλογό μου παρέσυρε έναν κάδο απορριμμάτων, αφήνιασε και μ’ έριξε στο χώμα. Μόλις είδα τα πέταλα και την κοιλιά του ζώου πάνω απ’ το κεφάλι μου, θυμήθηκα αστραπιαία τον Μαρμελάντοβ. Στο ιατρικό κέντρο, περιμένοντας τη διάγνωση για το τι είχε σπάσει και πώς, συνειδητοποίησα ότι διαβάζουμε για να φοβηθούμε και μερικές φορές τα καταφέρνουμε πράγματι.
Τον επόμενο μήνα θα σας διηγηθώ τι διάβασα ξαπλωμένη μπρούμυτα για δύο εβδομάδες, όπως μου σύστησε ο ορθοπεδικός.
Αμάντα Μιχαλοπούλου
















