alt

Για τη συλλογή διηγημάτων του Sergi Pàmies Τραγούδια του έρωτα και της βροχής (μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Πάπυρος).

Του Νίκου Ξένιου

Το τέλος του έρωτα με τη ματιά ενός κυνικού. Ή, η επαναδιαπραγμάτευση του έρωτα υπό το πρίσμα του θανάτου. Η παράλυση του συναισθήματος μια βροχερή μέρα, με αφορμή ένα επουσιώδες γεγονός. Ή, η εξισορρόπηση ανάμεσα στη σοβαρότητα του θανάτου και την ελαφρότητα της ζωής.

Πρωτότυπο ύφος γραφής, και μάθημα ζωής από τον καταλανό συγγραφέα Σέρζι Πάμιες, στη συλλογή αφηγημάτων του Τραγούδια του έρωτα και της βροχής, από τις εκδόσεις «Πάπυρος»/letras και σε πολύ καλή μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (που, μεταξύ άλλων ισπανόφωνων, έχει μεταφράσει στη χώρα μας Σάμπατο και Μονταλμπάν). Πρόκειται για είκοσι έξι μικρές μελαγχολικές ιστορίες, δομημένες με τον ιδιάζοντα τρόπο ενός δημοσιογράφου που παρατηρεί θυμοσοφικά τις ειρωνικές συγκυρίες της καθημερινότητας.

Η πρώτη φράση του τρωτού ενήλικα

Οι λογοτεχνικοί κριτικοί γράφουν πως ο Σέρζι Πάμιες «με αφηγηματική ακρίβεια αρνείται τα στερεότυπα της ρομαντικής προσέγγισης στον έρωτα και τη ζωή»[1], «αποκαθαίροντας την πρόζα του από την ωμότητα και την απροσχημάτιστη καυστικότητα»[2], και ρέποντας προς τον ερμητισμό. Εντοπίζουν τα θέματά του: τα «απόνερα» του έρωτα, τις μνήμες της οικογένειας που έχουν εγκατασταθεί στο ασυνείδητο, την απουσία των αγαπημένων προσώπων και τη συνειδητή αναφορά στην εμπειρία του συγγραφέα-που είναι οιονεί παρών και παρακολουθεί τη συγγραφή[3].  Συνθέτοντας «φράσεις ισότιμης βαρύτητας, από την αρχή έως το τέλος κάθε εξιστόρησης»[4], ο Πάμιες κατακτά τον ευρωπαϊκό Τύπο, ως υπόδειγμα στυλ και φροντισμένης γραφής[5], ως συγγραφέας με ιδιαίτερο, προσωπικό χιούμορ, στις αφηγήσεις του οποίου μεγάλη βαρύτητα φέρει η εναρκτήρια φράση.

Τα ιδιαίτερα σύντομα κείμενα της συλλογής επικεντρώνουν στο ζήτημα της προσωπικής αποτυχίας, ακολουθώντας ρυθμό βομβαρδιστικό, που παραπέμπει στις ταινίες του Γούντι Άλεν.

Τα ιδιαίτερα σύντομα κείμενα της συλλογής επικεντρώνουν στο ζήτημα της προσωπικής αποτυχίας, ακολουθώντας ρυθμό βομβαρδιστικό, που παραπέμπει στις ταινίες του Γούντι Άλεν, ή -σε μια ευρύτερη προσέγγιση- στο αναρχικό αυτό λογοτεχνικό είδος όπου ο αφηγητής δεν απελπίζεται, αλλ’ αυτοσαρκάζεται, με ακρίβεια ορθολογικού πεσιμισμού που σοκάρει. «Σε ένα σύμπαν όπου ο Φου Μαντσού αποτελεί βέβαια, απειλή, αλλά όχι πραγματική απειλή»[6]. Ο ήρωας, με την αφορμή, πχ, της αποτέφρωσης της ετοιμοθάνατης μητέρας του, ακυρώνεται υπαρξιακά, διαλύεται συναισθηματικά, γίνεται τρωτός και αναγορεύεται «ήρωας» με την επική σημασία του όρου: η αμφιθυμία του έναντι του αριστερού προφίλ της πάλαι ποτέ ακτιβίστριας «capitana» που υπήρξε η μητέρα του, συντίθεται σ’ ένα θαυμαστό χαρμάνι συναισθημάτων, ανάμεσα στα οποία προέχει το πένθος και όπου παραμένει ημιτελής η επικοινωνιακή πράξη μιας αφήγησης: αυτής που πεισματικά αρνήθηκε η μητέρα του να κάνει. 

Λίγη ζωή ακόμα

Ο Πάμιες προτίθεται να άρει το στερεότυπο πως οι μυθιστοριογράφοι μιλούν μόνο για τον εαυτό τους, συνθέτοντας παράδοξες ιστορίες όπου η συνείδηση του Εαυτού μετεξελίσσεται σε τελετουργικό ανώνυμης υπόσκαψης όλων των δομικών στοιχείων της ταυτότητας των αφηγητών. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εάν πρόκειται για αυτοβιογραφική αναφορά, όταν, στο διήγημα «Νέα Υόρκη 1994» ο αναγνώστης επισκέπτεται το αλλόκοτο τοπίο υποχονδριακής φοβίας που υποσκάπτει την απόλαυση της στιγμής όταν ο αφηγητής συναντά το ίνδαλμά του, τον Πώλ Όστερ: το αποτέλεσμα είναι μια ανεπανάληπτη αποκάλυψη των προσωπικών αδιεξόδων και της ανασφάλειας ενός συγγραφέα που οριακά διαφεύγει της ναρκισσιστικής καθήλωσης. Το αποκαθαρμένο ύφος και ο περιεκτικός, άμεσος τόνος των αφηγήσεων αυτών προδίδουν τη βαθειά του παρατήρηση στα ανθρώπινα:

«Ένα βράδυ, που δεν μπορεί πλέον να κινηθεί, νιώθει ότι η αγάπη σχηματίζει θρόμβους στο αίμα του και, κυριολεκτικά, τον πνίγει. Ξαπλωμένος στο ασθενοφόρο που με αδύναμη φωνούλα κατάφερε να καλέσει από τηλεφώνου, αναπολεί τις εποχές όπου ήταν ακόμα ικανός να αγαπάει με ένα τρόπο φυσικό, δίχως να έχει συνείδηση αυτού του πράγματος. Η αίσθηση πανικού έρχεται σε αντίθεση με την ηρεμία που τον περιβάλλει: η ακινησία του αέρα, το άγγιγμα της πιζάμας, η επαγγελματική αδιαφορία των νοσοκόμων και η εγγύτητα της άλλης ζωής. Άν είχε ακόμα δυνάμεις, ο άντρας θα ήθελε να διαπραγματευτεί μαζί της και να της χαρίσει όλη την αγάπη που έχει, με αντάλλαγμα λίγη ζωή ακόμα. Κι ας είναι δίχως αγάπη»[7].

alt
    Ο Sergi Pàmies
 

Ανασκαλεύοντας κομμάτια από διαφορετικά, εκ πρώτης όψεως, παρελθόντα -που όμως στην ουσία συνθέτουν ένα άρτιο μνημονικό πορτραίτο-, επανεκτιμά το συναίσθημα του παρελθόντος και μεταφέρει μιαν ολοκληρωμένη πλοκή στο παρόν, μέσα από στερεότυπες εικόνες που επαναλαμβάνονται: τη μητέρα, την ομελέττα με τις αγκινάρες, το μήνυμα στον τηλεφωνητή, το φυτό που μεγαλώνει με ψέμματα, το έμβρυο που αρνείται να γεννηθεί πριν ο πατέρας του γυρίσει από τον πόλεμο, το rewind που ακυρώνει την εξέλιξη των πραγμάτων στον χρόνο, το ανοικτό φέρετρο και την ξεχασμένη κηδεία, τον ημιτελή έρωτα: «Ξεφυλλίζοντας τα βιβλία στα ράφια βρήκα το λογαριασμό από το εστιατόριο όπου φάγαμε τη μέρα που με παράτησες»[8]. Αλλού η  φοβία γίνεται κινητήριος δύναμη της πλοκής: «Την ώρα που ο υπάλληλος αλλάζει τους κωδικούς και όλα τα στοιχεία της προηγούμενης κράτησης, δεν μπορεί να σταματήσει να ακούει μια εσωτερική φωνή που του θυμίζει τις ιστορίες ανθρώπων που την τελευταία στιγμή άλλαξαν πτήση και σώθηκαν από μια καταστροφή».[9] Στο διήγημα εκείνο όπου ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων ομοτέχνων του, καλείται να επιλέξει είκοσι από τα αγαπημένα του διηγήματα του εικοστού αιώνα και να τα συμπεριλάβει στη λίστα ενός περιοδικού, η διαδικασία της δημόσιας έκθεσής του και η ανασφάλειά του για την υστεροφημία μεταστοιχειώνεται σε (αυτοαναφορική) βάσανο: «Τον ανησυχεί περισσότερο η πιθανότητα κάποιος από τους συγγραφείς, ο οποίος αρχικά είχε αποφασίσει να συμπεριλάβει κάποιο από τα διηγήματά του στη συλλογή του περιοδικού, να το έχει ξαναδιαβάσει, να έχει αντιληφθεί ότι το κείμενο έχει γεράσει πρόωρα και, την τελευταία στιγμή, να το έχει αποκλείσει».

Ο συγγραφέας «από πάνω»

Διακωμωδώντας τους μύθους που περιβάλλουν την ιερότητα της οικογένειας, τον αγώνα της Αριστεράς, τον αναρχισμό, τη θρησκεία, αλλά και τη φιλολογίζουσα προσέγγιση της λογοτεχνίας, ο καταλανός συγγραφέας σκιαγραφεί, μέσα από τα ερεθίσματα του εφήμερου κόσμου μας, «ένα μεγάλο μέρος του πόνου και της χαράς του εικοστού αιώνα».

Σε κάποια διηγήματα της συλλογής ο Συγγραφέας έχει ενεργό συμμετοχή: δρα, σχολιάζει, υποπίπτει σε αμήχανα σφάλματα, προσπαθεί να διαφύγει της προσοχής του αναγνώστη. Είναι παρών και αποδύεται σε αγώνα εξολόθρευσης του μοναδικού μάρτυρα της ύπαρξής του, που είναι φυσικά ο αναγνώστης. Δίνει, έτσι, την πρωτοβουλία (ή την ψευδαίσθηση της πρωτοβουλίας) στον αναγνώστη του να επηρεάσει την εξέλιξη της ιστορίας, που έτσι κι αλλιώς τον αφορά: η επιλογή του να μείνει ζωντανός ο αναγνώστης αποβλέπει στο να συνεχίσει να υπάρχει και ο ίδιος. Αυτή η αφηγηματική μέθοδος δεν είναι πρωτοφανής στη λογοτεχνία, όμως ο Πάμιες, υπερβαίνοντας την απλή, δημοσιογραφική ιταμότητα, προχωρεί σε αξιοσημείωτα επίπεδα «εξαντικειμένισης» του συναισθήματος. Διακωμωδώντας τους μύθους που περιβάλλουν την ιερότητα της οικογένειας, τον αγώνα της Αριστεράς, τον αναρχισμό, τη θρησκεία, αλλά και τη φιλολογίζουσα προσέγγιση της λογοτεχνίας, ο καταλανός συγγραφέας σκιαγραφεί, μέσα από τα ερεθίσματα του εφήμερου κόσμου μας, «ένα μεγάλο μέρος του πόνου και της χαράς του εικοστού αιώνα»[10].

Ο Σέρζι Πάμιες γεννήθηκε στη Gennevilliers, ένα υποβαθμισμένο banlieu του Παρισιού το 1960, από οικογένεια διωκόμενων πολιτικών προσφύγων. Η οικογένειά του επέστρεψε στη Βαρκελώνη το 1971 και ο ίδιος εμφανίστηκε στα καταλανικὰ γράμματα με τη συλλογὲς διηγημάτων T’hauria de caure la cara de vergonya το 1986 και τη συλλογή Infecció το 1987 και τρία χρόνια μετά μπήκε στο «εκπορνευμένο επάγγελμα των media», όπως αυτοσαρκαζόμενος λέει ο ίδιος. Με το La primera pedra (1990) έδωσε έναρξη στο μυθιστορηματική του παραγωγή, ενώ ακολούθησαν τα L’instint (1992) και Sentimental (1995). Έδειξε σαφή προτίμηση στη μικρή φόρμα το 1997 με το βιβλίο La gran novel·la sobreBarcelona, το 2000 με το L’últim llibre del Sergi Pàmies, το 2006με το Si menges una llimona sense fer ganyotes (Μπορείς να φας λεμόνι και να μην ξινίσεις τα μούτρα σου; Εκδόσεις Πάπυρος, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος], και με τα: Biciclet aestàtica (Το στατικὸ ποδήλατο, Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) και Cancons d’amor i de pluja, τὸ 2013. Αρθρογραφεί στη «Vanguardia» και έχει μεταφράσει στα Καταλανικά Aπολλιναίρ, Εσνόζ, Τουσαίν, Κριστόφ κ.ά.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

[1] Πατρίθιο Προν, από τις Letras Libres
[2] Πονθ Πινδεβάλ, από το Quadern
[3] Μανουέλ Ολέ, από το L’Avenç
[4] Χόρντι Γιαβίνα,  από την El Mundo Tendències
[5] Χούλια Γκιγιαμόν,  από τις «Culturas» της Vanguardia
[6] «...dans un univers dans lequel Fu Manchu est une menace, certes, mais pas une menace pour de vrai» (Sergi Pamies, Chancons d’amour et de pluie).
[7]Τραγούδια του έρωτα και της βροχής, Δεύτερο Τραγούδι, σελ. 58-59
[8]Το ίδιο, Τρίτο Τραγούδι, σελ. 83
[9]Το ίδιο, Τέταρτο Τραγούδι, σελ. 124
[10]Jacinto Antón, από το «El País» 

altΤραγούδια του έρωτα και της βροχής
Sergi Pàmies
Μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Πάπυρος 2015
Σελ. 192, τιμή εκδότη € 11,90

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ SERGI PAMIES

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η βιομηχανία των τέλειων σωμάτων

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η βιομηχανία των τέλειων σωμάτων

Για το μυθιστόρημα της Βερένα Κέσλερ (Verena Keßler) «Γυμναστήριο» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την ταινία «Perfect» (1985). 

Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός

Ο υγιεινισμός ως μια ακραία μορφή εμμονής με...

«Εκεί, εκεί» του Τόμι Όραντζ (κριτική) – Λήθη, σώμα και μνήμη στον μη τόπο των αυτόχθονων της Αμερικής

«Εκεί, εκεί» του Τόμι Όραντζ (κριτική) – Λήθη, σώμα και μνήμη στον μη τόπο των αυτόχθονων της Αμερικής

Για το μυθιστόρημα του Τόμι Όραντζ (Tommy Orange) «Εκεί, εκεί» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Αλεξάνδρεια). ©Linda A. Cicero/Stanford News Service

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Πριν ακόμη χαραχθούν τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών στον χάρτ...

«Ζούκερμαν δεσμώτης» του Φίλιπ Ροθ – Έργα και ημέρες ενός βλάσφημου

«Ζούκερμαν δεσμώτης» του Φίλιπ Ροθ – Έργα και ημέρες ενός βλάσφημου

Για τη μυθιστορηματική τριλογία του Φίλιπ Ροθ (Philip Roth) «Ζούκερμαν δεσμώτης» (μτφρ. Σπύρος Βρετός, εκδ. Πόλις). 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίηση: «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία – Ποίηση, τοπίο, οπτικός διάλογος» - Το πλήρες πρόγραμμα

14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίηση: «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία – Ποίηση, τοπίο, οπτικός διάλογος» - Το πλήρες πρόγραμμα

Ξεκινά σε λίγες μέρες το 14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης (24 Αυγούστου – 2 Σεπτεμβρίου 2026), με θέμα: «Μεταφράζοντας τη Θεσσαλία / Ποίηση, τοπίο, οπτικός διάλογος», που συνδιοργανώνουν ο Δήμος Λαρισαίων, η Περιφέρεια Θεσσαλίας και το περιοδικό Θράκα. Το Φεστιβάλ ξεκινά τη Δευτέρα, 24 Αυγούστου, με δύο παράλληλες ...

Είδαμε το «Φιόρδ» του Κρίστιαν Μουντζίου (κριτική) – Τι χωρίζει τα Βαλκάνια από την Ευρώπη: Ιδεολογικά άκρα και πολιτισμικές διαφορές

Είδαμε το «Φιόρδ» του Κρίστιαν Μουντζίου (κριτική) – Τι χωρίζει τα Βαλκάνια από την Ευρώπη: Ιδεολογικά άκρα και πολιτισμικές διαφορές

Για το «Φιόρδ» του Ρουμάνου σκηνοθέτη Κριστιάν Μουντζίου, ένα αιχμηρό κοινωνικό φιλμ για την πολιτισμική διαφορά Βόρειας Ευρώπης και Βαλκανίων.

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας

Είδα το «Φιόρδ», το ρουμανικο-νορβηγικό φιλμ του προικι...

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η βιομηχανία των τέλειων σωμάτων

«Γυμναστήριο» της Βερένα Κέσλερ (κριτική) – Η βιομηχανία των τέλειων σωμάτων

Για το μυθιστόρημα της Βερένα Κέσλερ (Verena Keßler) «Γυμναστήριο» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα). Εικόνα: Από την ταινία «Perfect» (1985). 

Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός

Ο υγιεινισμός ως μια ακραία μορφή εμμονής με...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Ο εργασιακός χώρος ως λογοτεχνική θεματική: Το επάγγελμα εμπνέει τη μυθοπλασία, ο χώρος δουλειάς συστήνει τη δική του δραματουργία

Ο εργασιακός χώρος ως λογοτεχνική θεματική: Το επάγγελμα εμπνέει τη μυθοπλασία, ο χώρος δουλειάς συστήνει τη δική του δραματουργία

Λογοτεχνικά βιβλία που αξιοποιούν τον εργασιακό χώρο ως θεματική και με ποιον τρόπο το κάνουν. Γιατί το επάγγελμα του δασκάλου εμπνέει περισσότερο τους συγγραφείς και πώς μιλούν για αυτό. Κάποιες σκέψεις. Εικόνα: Από ιταλική έκδοση του «Ταχυδρομείου» του Τσαρλς Μπουκόβσκι. 

Γράφε...

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ