Οι Γάλλοι «τα έκαναν μαντάρα…»
Η Σώτη Τριανταφύλλου κρατάει σημειώσεις για τη σύγχρονη πεζογραφία της Αλγερίας, της Τυνησίας και του Μαρόκου που φτάνει σ’ εμάς από τους αποίκους και τους Μαγκρεμπινούς της μητρόπολης.
Αφορμή γι’ αυτό το σημείωμα είναι το μυθιστόρημα «Το μαύρο Αλγέρι» του Μορίς Ατιά, που μου φάνηκε δίκαιο ως προς την ιστορία της απο-αποικιοποίησης, παρότι (και επειδή) ο κεντρικός ήρωας, ο επιθεωρητής Πάκο Μαρτίνεθ, αρνείται να πάρει θέση. Οι Γάλλοι διέπραξαν εγκληματικά λάθη –στην πραγματικότητα τα έκαναν μαντάρα–, ενώ οι Αλγερινοί έχασαν την ευκαιρία να προσαρτηθούν στη Γαλλία και να μετάσχουν στη νομή των ευρωπαϊκών πλεονεκτημάτων. Ο εθνικισμός είναι ολέθριος σύμβουλος· από τη στιγμή που επιστρατεύει τη θρησκεία, δεν υπάρχει πιθανότητα «νίκης»· η κατάσταση εκτιμάται με βαθμίδες ήττας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Το μαύρο Αλγέρι
ΜΑURICE ATTIA
ΠΟΛΙΣ
Τα ημερολόγια της Ταγγέρης
JOHN HOPKINS
METAIXMIO
Το αστέρι του Αλγερίου
ΑΖΙΖ ΣΟΥΑΚΙ
ΚΕΔΡΟΣ
Ο έρωτας ταξιδεύει στο Μαρόκο
ΕSTHER FREUD
ΛΙΒΑΝΗΣ
Το γυμνό ψωμί
ΜΟΗΑΜΕD CHOUKRI
AΣΤΑΡΤΗ
Δακρυσμένο φεγγάρι
QUARDA SAILLO
KOΝΙΔΑΡΗΣ
Η φυλακισμένη
ΜΑΛΙΚΑ ΟΥΦΚΙΡ
ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Oι pieds noirs, όπως ο Ατιά σήμερα, ο Αλμπέρ Καμί και ο Εμμανoυέλ Ρομπλές παλιότερα –«αδερφοί κάτω απ’ τον ήλιο»–, γεφυρώνουν τη Δύση με τον κατακερματισμένο κόσμο της Βόρειας Αφρικής. Η λογοτεχνία του Μαγκρέμπ –κατά σύμβαση, της Αλγερίας, της Τυνησίας και του Μαρόκου– πέφτει στα χέρια μας («πέφτει» σαν να στάζει) κυρίως μέσα από τη γαλλική γλώσσα, από τους Γάλλους του Μαγκρέμπ κι από τους Μαγκρεμπινούς της Γαλλίας: εξαιτίας του μακελειού του 1954-62 και όλων όσα προηγήθηκαν από το 1830, η Γαλλία διατηρεί στενές σχέσεις με τους πολιτισμούς της Μεσογείου, προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβη και τι χάθηκε σε μια περιοχή όπου για χιλιάδες χρόνια διασταυρώνονταν Βερβέροι, Φοίνικες και Βάνδαλοι, χριστιανοί και μωαμεθανοί, θαλασσοπόροι και νομάδες της ερήμου. Και ίσως να ξεχάσει την πολιτικοστρατιωτική ανοησία και την παρεπόμενη τραγωδία: το ότι επέβαλε καθεστώς υπεροχής με ομαδικές σφαγές και πραξικοπήματα· το ότι ήταν ήδη πολύ αργά όταν η Πέμπτη Δημοκρατία διαπίστωσε τι είχε κάνει εις βάρος όχι μόνον των αυτοχθόνων και των pieds noirs, αλλά και της ίδιας της μητρόπολης. Η λογοτεχνία είχε ανθρώπινες απώλειες: ο Μουλούντ Φεραούν δολοφονήθηκε από την OAS τέσσερις μέρες πριν από την εκεχειρία.
Η ελληνική πρόσληψη του Μαγκρέμπ
Πώς προσλαμβάνουμε στην Ελλάδα το Μαγκρέμπ: πριν από το πρόσφατο κύμα των αστυνομικών και των νουάρ –όπως το «Μαύρο Αλγέρι» του Ατιά (ενώ όλα γύρω του καταρρέουν, ο επιθεωρητής Μαρτίνεθ αναζητεί το δολοφόνο της Εστέλ και του Μουλούντ...)– το Μαγκρέμπ διαγραφόταν ως εξωτικό σκηνικό μέσα από μάτια Δυτικών εποίκων, ταξιδιωτών και φυγάδων. Τον οριενταλισμό του Μοντεσκιέ, του Μπέκφορντ, του Κόουλριτζ, του Γκι ντε Μοπασάν διαδέχθηκε η ανακάλυψη –ή η «επινόηση»– ενός φωτογενούς τόπου, παγκοσμιοποιημένου πριν από το γράμμα· ενός μύθου που εικονογραφείται σε λαϊκές ταινίες, όπως το «Μαρόκο» του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ, η «Καζαμπλάνκα» και το «Pépé le Moko», στις οποίες οι πόλεις των τυχαίων (και μοιραίων) συναντήσεων αναδύονται πολυφυλετικές, πολυπολιτισμικές και πολυπλόκαμες. Το ανθρώπινο πανηγύρι της Βόρειας Αφρικής διακόπτεται από την casbah, από τον πένθιμο ορίζοντα της άμμου: το Οράν του Καμί· η Ανάμπα της Ιζαμπέλ Έμπερχαρτ, η Ταγγέρη του Πολ Μπόουλς, των μπίτνικς, του Ζαν Ζενέ, του Τενεσί Γουίλιαμς, του Άλεκ Γουό· η Φεζ του Αχμάντ Σεφριουί· πανούκλα, πνευματικές αναζητήσεις, τσάι στη Σαχάρα· ταξίδια οπίου και φύλλων κατ· η εναλλακτική πρόταση στον δυτικό πολιτισμό, που αμαυρώθηκε από δύο άγριους πολέμους και που, αφού βρέθηκε σε καινούργιο αδιέξοδο (Βιετνάμ, αντικουλτούρα, χιπισμός), αναζήτησε διαφορετικούς τρόπους ζωής στη «Δύση της Ανατολής».
Ο Τζον Χόπκινς, αποφοιτώντας από το Πρίνστον το 1960, αντί να δοκιμάσει την τύχη του στην Γουόλ Στριτ, περιπλανιέται στη Νότια Αφρική, ύστερα στο Μαρόκο· αποτέλεσμα, «Τα ημερολόγια της Ταγγέρης 1962-1979» όπου γίνεται φανερή η εξέλιξη και η μεταστροφή του από Αμερικανό τουρίστα («μα γιατί τα αλητάκια δεν μας αφήνουν ήσυχους επιτέλους;») σε στοχαστικό insider· στο «Ηideous Kinky» (που μεταφράστηκε με τον τίτλο «Ο έρωτας ταξιδεύει στο Μαρόκο») η Έσθερ Φρόιντ αφηγείται μια παρόμοια εξόρμηση, μια δοκιμασία· το Μαρόκο παρουσιάζεται ως τόπος μύησης, ως πλαίσιο ενός μοντέρνου Bildungsroman. Όσο για τη λογοτεχνία του Μαγκρέμπ, κινείται γύρω από τρία σημεία βαρύτητας: την ανάμνηση της αποικιοκρατίας (καθώς και την κατάσταση των πραγμάτων στα ερείπιά της), την ηθογραφία (κυρίως από τη σκοπιά των γυναικών ή για λογαριασμό των γυναικών) και την ανασκευή της τοπικής μυθολογίας. Ρήξεις υπάρχουν· ρωγμές υπάρχουν: ο Αζίζ Σουακί, με το «Αστέρι του Αλγερίου», δεν ανήκει σε καμιά γενιά, δεν συνεχίζει τον κόσμο που κληρονόμησε· ούτε το ποιμενικό ειδύλλιο του Ταχάρ Ουετάρ, ούτε τον απολογισμό των σκληρών καιρών του Μοχάμεντ Σουκρί («Το γυμνό ψωμί») –ο οποίος παραμένει, νομίζω, ο πικρότερος εχθρός του μαροκινού κομφορμισμού– ούτε τον παρ’ ολίγο σοσιαλιστικό ρεαλισμό του Κατέμπ Γιασίν (που μου θυμίζει, ίσως παράδοξα, τον Ναζίμ Χικμέτ).
Η θλιβερή μοίρα των γυναικών καταπνίγει κάθε διάθεση απόστασης, χιούμορ, κυνισμού: η περιπέτεια της Κουάρντα Σαΐλο, που απέδρασε από το Μαρόκο για να γλιτώσει από την κακοποίηση και την πείνα, περιγράφεται με υπερτονισμένο συναισθηματισμό στο «Δακρυσμένο φεγγάρι». Ο κυριολεκτικά δακρύβρεχτος τίτλος πρέπει να συγχωρεθεί· ο λυρισμός αποτελεί στοιχείο της βορειοαφρικανικής παράδοσης: ο Ταχάρ Μπελ Zελούν τον χειρίζεται αριστοτεχνικά, αναμειγνύοντας συστατικά από τον μαγικό ρεαλισμό· η Λαϊλά Λαλαμί παγιδεύεται στον τοπικισμό. Η Ασιά Τζεμπάρ σκιαγραφεί με γλαφυρότητα –η γλαφυρότητα ας θεωρηθεί passée– τη σημερινή Αλγερία, όπου τα ήθη έχουν επιστρέψει στην εποχή της Σεχραζάντ· ο αναγνώστης αγανακτεί: η συγγραφέας, παρότι «φεμινίστρια», διαπνέεται από μοιρολατρία απαράδεκτη στην εποχή της νεοτερικότητας. Κι όμως, για λόγους πολιτικής συμφιλίωσης, η Ασιά Τζεμπάρ είναι μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας: η μετριοπαθής αγωνιστικότητα επιβραβεύεται. Επιπλέον, είναι ευκολότερο να γράφεις υπέρ μιας σεμνής γυναικείας χειραφέτησης όταν ζεις στη Γαλλία· ακόμα ευκολότερο να υπερασπίζεσαι το «δικαίωμα» των γυναικών στη μαντίλα, κοντολογίς τον «ισλαμικό φεμινισμό» που διατρέχει το έργο της Φατιμά Μερνισί, της Αϊσά Λεμσίν, της Μαλίκα Μοκεντέμ... Ο κατάλογος είναι μακρύς.
Χαρέμια, Κοέλο, γραφικότητες
Συχνά η μαγκρεμπινή λογοτεχνία, ανακυκλώνοντας τα προγονικά παραμύθια, παρουσιάζει το σύγχρονο Ισλάμ σαν ένα εύχαρες και ευφάνταστο σύμπαν, νωχελικό και λάγνο: στην πραγματικότητα, από πείσμα έναντι της ένοχης Δύσης, οι Άραβες συγγραφείς υπερασπίζονται μια παράδοση που αντιστέκεται στο μοντερνισμό και στην οικουμενική φύση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι, περιορίζουν το χώρο της λογοτεχνίας σε μια σειρά από γραφικότητες: χαρέμια, εξόριστους-βολταιρικούς Candide, Βερβέρους των βουνών που σκαρώνουν στιχάκια στη γλώσσα των αρχαίων Τουαρέγκ. Και σε μια συναισθηματική γραφή που εμπνέει Δυτικούς συγγραφείς σαν τον Πάολο Κοέλο και την Κατρίν Κλεμάν.
Το βάρος της πολιτικής και της πολεμικής συντρίβει τη λογοτεχνία. Μολονότι η θεματική φαινομενικά ποικίλλει –μιας και το μαγκρεμπινό μυθιστόρημα που γράφεται στη Γαλλία διαφέρει, ευλόγως, από εκείνο που γράφεται στην παλιά πατρίδα, κι εκείνο που γράφεται στα γαλλικά διαφέρει με ενδογενή, δομικό τρόπο από εκείνο που γράφεται στα αραβικά–, η μαγκρεμπινή λογοτεχνία μπορεί να περιγραφεί με απλούς όρους: μυθιστόρημα «των ριζών» (μυθοπλασία γύρω από την παιδική ηλικία, την εφηβεία, την οικογενειακή saga), αυτοβιογραφία, χρονικό της ανεξαρτησίας, κοινωνικο-πολιτικό αφήγημα, ανθρωπολογικό αφήγημα, μυθιστόρημα της καθημερινότητας, «γυναικείο», «της μετανάστευσης». Η σύγκρουση ή/και η συνύπαρξη Ανατολής-Δύσης και η άρνηση του ευρωπαϊκού ορθολογισμού αποτελούν επαναλαμβανόμενες αφηγηματικές γραμμές.
Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για λογοτεχνικά είδη υπό την αισθητική έννοια: για ρεαλιστικό, συμβολιστικό ή, λόγου χάρη, «μπαρόκ» μυθιστόρημα. Παρατηρείται μια σύνθεση συγκοινωνούντων δοχείων: τα ρεαλιστικά μυθιστορήματα του Ρασίντ Μαμουνί μοιάζουν να οφείλουν κάτι στον Κατέμπ Γιασίν, στις εκρήξεις της γλώσσας και των αλληγοριών. Μπορούμε να μιλήσουμε για την αισθητική της βίας (στη «Φυλακισμένη» η Μαλίκα Ουφκίρ περιγράφει τη ζωή της στο στρατόπεδο συγκέντρωσης μετά το πραξικόπημα του 1972: μια μαροκινή εκδοχή του «La vita e bella»), για τον ιδιαίτερο ρόλο της φύσης (όπως σημειώνει ο Μοχάμεντ Σουκρί «οι Μαγκρεμπινοί γράφουν για το γάλα των πουλιών, το γλυκό αγκάλιασμα της αγγελικής ομορφιάς, για τα τσαμπιά της πρωινής πάχνης...»), καθώς και για τις ιδιαιτερότητες που προκύπτουν από τη διγλωσσία (πώς το πολιτιστικό τοπίο μεταφέρεται σε μια εισαγόμενη γλώσσα, η διακειμενικότητα, η εκφορά του αραβικού μυστικισμού στα γαλλικά), από την προφορική παράδοση κι από την αναζήτηση της «ταυτότητας», σε μια εποχή που η «ταυτότητα» θα έπρεπε να αποτελεί αναχρονισμό. Κοντολογίς, μπορούμε να μιλήσουμε για το μυθιστόρημα της «ειρήνευσης», των καλών αισθημάτων και του σχετικισμού, για τη λογοτεχνία ως μάρτυρα της μετα-αποικιακής ιστορίας. Ποιο είναι το πολιτικοκοινωνικό συμπέρασμα, η κεντρική ιδέα αυτής της μετα-αποικιακής ιστορίας: «Για τη δεινοπάθειά μας» γράφει ο Τυνήσιος συγγραφέας Αλμπέρ Μεμί «δεν φταίνε οι πρώην αποικιοκράτες· φταίνε οι διεφθαρμένοι αρχηγοί που τους διαδέχτηκαν»· σ’ αυτό δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κάθε νηφάλιος πολίτης: ο κόσμος είναι όπως εσύ ο ίδιος.
Η παραγωγή είναι πληθωρική και συχνά αγκαλιάζει, από θεματική άποψη, όλον τον αραβικό κόσμο: ο Γιασμίνα Χάντρα (ή Μοχάμεντ Μουλεσχούλ) δείχνει σαν να θέλει να εκφράσει όλα τα ζητήματα της σύγχρονης γεωπολιτικής μέσω της λογοτεχνίας· τα μυθιστορήματά του –«Οι σειρήνες της Βαγδάτης», «Τρομοκρατικό χτύπημα», «Τα χελιδόνια της Καμπούλ»– είναι γραμμένα κάτω από επείγουσες συνθήκες. Η Δύση πρέπει να καταλάβει.
Επίσης, προσθέτω, πρέπει να καταλάβει η Ανατολή. Πρέπει ν’ αφήσουμε πίσω μας τον καιρό του Ιμπν Χαλντούν. Δεν είμαι εγώ που το λέω: το λέει ο Μαροκινός συγγραφέας Μπεν Σαλέμ Χιμίς. Κι εγώ συμφωνώ. Κάθε κοινωνία πρέπει να ζήσει τον αιώνα της.
















